Supreme Court allows appeal against labor court ruling on apprenticeship vs. employment relationship nature.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding the nature of a labor relationship. The plaintiffs argued the relationship was a genuine apprenticeship rather than employment, citing insufficient disciplinary control and limited working hours. The Court found the lower court's reasoning flawed and reversed the decision on this specific issue while dismissing the appeal regarding the fifteenth plaintiff.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 562, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must independently verify the true nature of the legal relationship between parties, and a finding of insufficient disciplinary control or limited working hours does not preclude a classification as a genuine apprenticeship relationship if the substantive elements are present.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 986 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 986/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) … και 15) … , κατοίκου Αθηνών. O 15ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούρλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)", όπως μετονομάσθηκε ο "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.) ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αντωνόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1962/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 6167/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-11-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 § 3, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, κατά δε το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 § 4, 576 § 1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ούτε προκύπτει άλλοθεν η κλήτευση αυτού, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της οποίας εμφανίζεται ως επιμελούμενος (ΟλομΑΠ 39/2005, ΟλομΑΠ 9/2003, ΑΠ 119/2019, ΑΠ 334/2017).
Αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΚΠολΔ 576 § 3, ΑΠ 1036/2020).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 2848Ε/9-4-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Μ. προκύπτει ότι με παραγγελία του παραστάντος και κατά τη συζήτηση πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Δημητρίου Μπούρλου τη συζήτηση της αιτήσεως επισπεύδουν όλοι (συν. 15) αναιρεσείοντες.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο 15ος εξ αυτών, Δ. Κ. του Η. ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 & 573 § 1). Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι ο ως άνω παραστάς κατά τη συζήτηση δικηγόρος, ο οποίος είχε δώσει και την παραγγελία για την πιο πάνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και για λογαριασμό του απολιπομένου 15ου αναιρεσείοντος, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη προς τούτο εξουσιοδότηση αυτού προς τον ως άνω δικηγόρο ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο.
Επομένως η από τον 15° των αναιρεσειόντων επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης έχει λάβει χώρα ακύρως. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κλήτευση του απολιπομένου 15ου αναιρεσείοντος, προκειμένου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα και αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, εφόσον ο μη εμφανισθείς ούτε εκπροσωπηθείς από πληρεξούσιο δικηγόρο 15ος αναιρεσείων δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί κατ' αυτήν, πρέπει ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, να διαταχθεί ο χωρισμός και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Με την από 16-11-2020 και με αριθ. κατάθεσης 534/50/26-1-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6167/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Με την από 4-3-2010 (αρ. καταθ. 45396/1205/2010) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζον κατά τη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι ενάγοντες (πλείονες μεταξύ των οποίων και οι) αναιρεσείοντες, στρεφόμενοι κατά του 1ου εναγομένου ν.π.δ.δ.
ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε από 1-1-2007 το ν.π.δ.δ. ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ "ΕΦΚΑ" που ήδη μετονομάστηκε στο αναιρεσίβλητο ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ "e-ΕΦΚΑ" και του 2ου εναγομένου ν.π.δ.δ.
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΎ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ "ΟΑΕΔ" (μη διαδίκου κατά την παρούσα αναιρετική δίκη) εξέθεσαν ότι στο πλαίσιο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) του δεύτερου εναγομένου, απασχολήθηκαν από το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ως φορέα υλοποίησης των προγραμμάτων αυτών, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005-2009.
Ότι οι ως άνω συμβάσεις τους στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου -αναιρεσίβλητου και τελούσαν σε εξάρτηση με αυτό. Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι έκαστος εξ αυτών συνδέεται με τα εναγόμενα ν.π.δ.δ. με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να τους επιδικαστούν οι εκ της συμβάσεως αυτής προκύπτουσες μισθολογικές αξιώσεις, άλλως αποζημιώσεις.
Και επικουρικά, για την περίπτωση ακυρότητας της εργασιακής τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν στον καθένα τα αναφερόμενα επί μέρους ποσά που αφορούν διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, επιδόματα εορτών και άδειας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1962/2012 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη και κατ' έφεση των εναγόντων (από 30-12-2014 με αρ. καταθ. 1569/2015), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτή, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιό της που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και τις εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αξιώσεις των εναγόντων για διαφορές αποδοχών και τις εκ των σχετικών διατάξεων που τα προβλέπουν αξιώσεις αυτών για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας και απέρριψε την αγωγή (κατά τούτο) ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σύμφωνα με τους λόγους αναίρεσης, ενώπιον του Ακυρωτικού, εισάγεται μόνο η επικουρική βάση της αγωγής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009).
Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου (ΑΠ 519/2022).
Εξ άλλου, με το άρθρο 20 § 1 (όπως η § 1 συμπληρώθηκε με την § 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (§ 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (§ 15 εδ α' και β').
Επίσης με το άρθρο 20 § 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 § 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.
Οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους το χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, ενώ στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τα ανωτέρω προγράμματος υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 § 2 εδ.
β' αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 § 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "To I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.
ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.
Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 § 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.
Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλομΑΠ 7/2011, ΟλομΑΠ 18/2006).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 του Ν. 1082/1980, 1 § 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 § 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 § 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013).
Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ (ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.
Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010).
Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).
Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των §§ 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλομΑΠ 4/2021, ΟλομΑΠ 218/1977, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).
Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη μισθωτού] προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζόμενου (ΟλομΑΠ 4/2021, ΑΠ 186/2019).
Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλομΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία], ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] (ΟλομΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλομΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "...
Με την 33072/23.02.2005 (ΦΕΚ Β' 249/25.02.2005) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που εκδόθηκε μετά την 3203/30.11.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του δευτέρου εναγομένου ΟΑΕΔ και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 και του άρθρου 32 παρ. 12 του ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) 2.867 ανέργων (εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ) ηλικίας 22 έως 40 ετών, πτυχιούχων Α.Ε.Ι., Τ.Ε.Ι., διπλωματούχων I.E.Κ.
και αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ., Ε.Π.Λ. και Τ.Ε.Ε. Β' Κύκλου, στις διοικητικές υπηρεσίες και τις μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης διαρκείας δέκα οκτώ (18) μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσης τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ή την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσης τους.
Η χρηματοδότηση του προγράμματος σύμφωνα με την άνω ΚΥΑ θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης και του ΟΑΕΔ, κατά τα ειδικότερα σ' αυτή εκτιθέμενα. Στα πλαίσια του παραπάνω ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) της ανωτέρω ΚΥΑ, καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, ήτοι του Ο.Α.Ε.Δ. (ήδη μη διάδικο) ως υπεύθυνου φορέα και του Ι.Κ.Α. (ήδη e-ΕΦΚΑ-αναιρεσίβλητο) ως φορέα υλοποίησης αφενός και αφετέρου εκάστου των εναγόντων (πλην του ενάτου -9ου, 8ου των αναιρεσειόντων) τα κατωτέρω αναφερόμενα συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (stage) και συγκεκριμένα στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (ήδη e-ΕΦΚΑ-αναιρεσίβλητο), ήτοι: [...] 2.
με τη δεύτερη ενάγουσα (1η αναιρεσείουσα -Μ. Κ.), που γεννήθηκε το έτος 1972 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με ισχύ από 03.11.2005 έως 03.05.2007, 3.
με την τρίτη ενάγουσα (2η αναιρεσείουσα -Ε. Β.), που γεννήθηκε το έτος 1966 και είναι πτυχιούχος Α.Ε.Ι. (τμήματος οικονομικών επιστημών του Πανεπιστημίου Πειραιώς - ΠΕ), το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
με ισχύ από 07.10.2005 έως 07.04.2007, 4. με τον τέταρτο ενάγοντα (3ο αναιρεσείοντα -Α. Μ.), που γεννήθηκε το έτος 1978 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Πατησίων) με ισχύ από 07.10.2005 έως 06.04.2007, 5.
με την πέμπτη ενάγουσα (4η αναιρεσείουσα -Ά. Κ.), που γεννήθηκε το έτος 1978 και είναι διπλωματούχος ΙΕΚ "διοικητικού και οικονομικού στελέχους επιχειρήσεων", το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με ισχύ από 10.10.2005 έως 10.04.2007, 6.
με την έκτη ενάγουσα (5η αναιρεσείουσα -Α. Χ.), που γεννήθηκε το έτος 1968 και είναι απόφοιτος Επαγγελματικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), το από 10-08-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Καλαμάτας) με ισχύ από 22.08.2005 έως 22.02.2007, 7.
με τον έβδομο ενάγοντα (6ο αναιρεσείοντα -Δ. Γ.), που γεννήθηκε το έτος 1981 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Πατησίων) με ισχύ από 07.10.2005 έως 06.04.2007, 8.
με την όγδοη ενάγουσα (7η αναιρεσείουσα -Κ. Π.), που γεννήθηκε το έτος 1965 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), το από 10-08-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Καβάλας) με ισχύ από 22.08.2005 έως 21.02.2007, 9.
με τη δέκατη ενάγουσα (9η αναιρεσείουσα -Α. Η.), που γεννήθηκε το έτος 1967 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με ισχύ από 07.10.2005 έως 07.04.2007, 10.
με την ενδέκατη ενάγουσα (10η αναιρεσείουσα -Ε. Χ. Θ.), που γεννήθηκε το έτος 1980 και είναι απόφοιτος Τεχνικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Γαλατσίου) με ισχύ από 10.10.2005 έως 09.04.2007, 11.
με τον δωδέκατο ενάγοντα (11ο αναιρεσείοντα -Ν. Λ.), που γεννήθηκε το έτος 1981 και είναι διπλωματούχος ΙΕΚ πληροφορικής, το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Πατησίων) με ισχύ από 07.10.2005 έως 06.04.2007, 12. [...] 13.
με τη δέκατη τέταρτη ενάγουσα (12η αναιρεσείουσα -Π. Κ.), που γεννήθηκε το έτος 1979 και είναι απόφοιτος Πολυκλαδικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης -ΔΕ), το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με ισχύ από 10.10.2005 έως 09.04.2007, 14.
με τη δέκατη πέμπτη ενάγουσα 13η αναιρεσείουσα - Σ. Μ.), που γεννήθηκε το έτος 1975 και είναι πτυχιούχος Α.Ε.Ι. (τμήματος φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής - ΠΕ), το από 23-09-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
με ισχύ από 05.10.2005 έως 04.04.2007, 15. με τη δέκατη έκτη ενάγουσα (14η αναιρεσείουσα Σ. Α.), που γεννήθηκε το έτος 1980 και είναι πτυχιούχος Α.Ε.Ι. (τμήματος κοινωνικής θεολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών - ΠΕ), το από 05-10-2006 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (περιφερειακό υποκατάστημα συντάξεων) με ισχύ από 11.10.2006 έως 10.04.2008 και 16. [...].
Κατά τα συμφωνητικά αυτά, που έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο, το μεν πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (ως φορέας υλοποίησης του προγράμματος) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τους ανωτέρω ενάγοντες σε συγκεκριμένη θέση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, έκαστος δε των ανωτέρω εναγόντων αποδέχθηκε την τοποθέτηση του αυτή και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενος στη θέση αυτή εργασιακής εμπειρίας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από επτά (7) ώρες ημερησίως, ο δε δεύτερος εναγόμενος Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνος φορέας, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει για κάθε ημέρα και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα σε έκαστο των 1ης, 3ης, 13ης, 15ης, 16ης και 17ου των εναγόντων που ήταν πτυχιούχοι Α.Ε.Ι.
το ποσό των 30 ευρώ, σε έκαστο δε των λοιπών των ανωτέρω εναγόντων που ήταν διπλωματούχοι ΙΕΚ και απόφοιτοι Λυκείου, κατά τις ως άνω διακρίσεις, το ποσό των 25 ευρώ. Δυνάμει της 1276/20/02.05.2007 απόφασης του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., η διάρκεια των συμφωνητικών του ως άνω προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, η λήξη των οποίων συνέπιπτε στο χρονικό διάστημα από 01.01.2007 έως 31.12.2007, όπως εκάστου των ανωτέρω, πλην της δεκάτης έκτης (16η -14η αναιρεσείουσα), των εναγόντων, παρατάθηκε για 12 ακόμη μήνες, έτσι το συμφωνητικό 1. [...], 2.
της δεύτερης (1ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 03.05.2007 έως τις 03.05.2008, 3. της τρίτης (2ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 07.04.2007 έως τις 07.04.2008, 4. του τέταρτου ενάγοντα (3ου αναιρεσείοντα) από τη λήξη του στις 06.04.2007 έως τις 06.04.2008, 5. της πέμπτης ενάγουσας (4ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 10.04.2007 έως τις 10.04.2008, 6.
της έκτης (5ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 22.02.2007 έως τις 22.02.2008, 7. του έβδομου ενάγοντα (6ου αναιρεσείοντα) από τη λήξη του στις 06.04.2007 έως τις 06.04.2008, 8. της όγδοης ενάγουσας (7ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 21.02.2007 έως τις 21.02.2008, 9. της δέκατης (9ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 07.04.2007 έως τις 07.04.2008, 10.
της ενδέκατης (10ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 09.04.2007 έως τις 09.04.2008, 11. του δωδέκατου ενάγοντα (11ου αναιρεσείοντα) από τη λήξη του στις 06.04.2007 έως τις 06.04.2008, 12. [...], 13. της δέκατης τέταρτης (12ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 09.04.2007 έως τις 09.04.2008, 14. της δέκατης πέμπτης (13ης αναιρεσείουσας) από τη λήξη του στις 04.04.2007 έως τις 04.04.2008 και 15. [...].
Επίσης, με την 14654/276/10.04.2008 (ΦΕΚ 689 Β'/18.04.2008) απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που εκδόθηκε μετά την 798/26.02.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 και το άρθρο 32 παρ. 12 του v. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004, αποφασίστηκε η κατάρτιση προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) 1.500 ανέργων (εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ) ηλικίας 22 έως 40 ετών, πτυχιούχων Α.Ε.Ι., Τ.Ε.Ι., διπλωματούχων I.E.Κ.
και αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ., Ε.Π.Λ. και Τ.Ε.Ε. Β' Κύκλου, στις υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., διαρκείας δέκα οκτώ (18) μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσης τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ή την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσης τους.
Στο άρθρο 4 της εν λόγω απόφασης ορίστηκε ρητά ότι στο πρόγραμμα μπορούν να υπαχθούν εκ νέου και όσοι παρακολούθησαν προηγούμενο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στις υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., η δε κατανομή των θέσεων και των ειδικοτήτων καθορίστηκε με απόφαση του Διοικητή του Ο.Α.Ε.Δ.. Η χρηματοδότηση του προγράμματος αυτού, σύμφωνα με την άνω απόφαση, θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό του Ι.Κ.Α., με αντίστοιχη πίστωση στον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ.
Στα πλαίσια του παραπάνω ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) της ανωτέρω δεύτερης ΚΥΑ, καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, ήτοι του Ο.Α.Ε.Δ. ως υπεύθυνου φορέα και του Ι.Κ.Α. ως φορέα υλοποίησης αφενός και αφετέρου έκαστου των εναγόντων συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
και συγκεκριμένα: 1. [...], 2. με τη δεύτερη ενάγουσα (1η αναιρεσείουσα) το από 02-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με ισχύ από 11.06.2008 έως 10.12.2009, 3. με την τρίτη ενάγουσα (2η αναιρεσείουσα) το από 02-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
με ισχύ από 10.06.2008 έως 10.12.2009, 4. με τον τέταρτο ενάγοντα (3ο αναιρεσείοντα) το από 02-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Πατησίων) με ισχύ από 12.06.2008 έως 11.12.2009, 5. με την πέμπτη ενάγουσα (4η αναιρεσείουσα) το από 02-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
με ισχύ από 11.06.2008 έως 11.12.2009, 6. με την έκτη ενάγουσα (5η αναιρεσείουσα) το από 16-05-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Καλαμάτας) με ισχύ από 13.06.2008 έως 12.12.2009, 7. με τον έβδομο ενάγοντα (6ο αναιρεσείοντα) το από 02-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Πατησίων) με ισχύ από 17.06.2008 έως 16.12.2009, 8.
με την όγδοη ενάγουσα (7η αναιρεσείουσα) το από 04-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Καβάλας) με ισχύ από 24.06.2008 έως 23.12.2009, 9. με τον ένατο ενάγοντα (8ο αναιρεσείοντα -Π. Π.), που γεννήθηκε το έτος 1977 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), το από 27-05-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Πατησίων) με ισχύ από 24.06.2008 έως 23.12.2009, 10.
με τη δέκατη ενάγουσα (8η αναιρεσείουσα) το από 12-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με ισχύ από 25.06.2008 έως 24.12.2009, 11. με την ενδέκατη ενάγουσα (10η αναιρεσείουσα) το από 12-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Γαλατσίου) με ισχύ από 03.07.2008 έως 02.01.2010, 12.
με τον δωδέκατο ενάγοντα (11ο αναιρεσείοντα) το από 12-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage, στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα Πατησίων) με ισχύ από 04.07.2008 έως 03.01.2010, 13. [...], 14. με τη δέκατη τέταρτη ενάγουσα (12η αναιρεσείουσα) το από 27-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
με ισχύ από 14.07.2008 έως 14.01.2010, 15. με τη δέκατη πέμπτη ενάγουσα (13η αναιρεσείουσα) το από 27-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με ισχύ από 14.07.2008 έως 14.01.2010, 16. με τη δέκατη έκτη ενάγουσα (14η αναιρεσείουσα) το από 06-08-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα συντάξεων) με ισχύ από 21.08.2008 έως 20.02.2010 και 17. [...].
Κατά τα συμφωνητικά αυτά, που είχαν όμοιο περιεχόμενο τόσο μεταξύ τους όσο και με τα προηγούμενα, το μεν πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (ως φορέας υλοποίησης) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει έκαστο των εναγόντων σε συγκεκριμένη θέση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, καθένας δε των εναγόντων αποδέχθηκε την τοποθέτηση του αυτή στη συγκεκριμένη θέση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενος επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε δεύτερος εναγόμενος Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνος φορέας, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει για κάθε ημέρα και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα σε έκαστο των 1ης, 3ης, 13ης, 15ης 16ης και 17ου των εναγόντων που ήταν πτυχιούχοι Α.Ε.Ι.
το ποσό των 30 ευρώ, σε έκαστο δε των λοιπών των ανωτέρω εναγόντων που ήταν διπλωματούχοι ΙΕΚ και απόφοιτοι Λυκείου, κατά τις ως άνω διακρίσεις, το ποσό των 25 ευρώ. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, με βάση τις προαναφερόμενες συμβάσεις αντιστοίχως, 1. [...], 2. η δεύτερη ενάγουσα (1η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο 3ο ταμείο είσπραξης Αθηνών του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο τμήμα οικονομικού - γραμματείας αυτού αρχικά στο λογιστήριο με αντικείμενο την έκδοση ενταλμάτων - εντολών και γραμματίων είσπραξης και κατόπιν της γραμματεία με αντικείμενο την καταχώρηση της αλληλογραφίας, την τήρηση πρωτοκόλλου, 3. η τρίτη ενάγουσα (2η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΠΕ διοικητικού στη διεύθυνση οικονομικών υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας υπαλλήλου λογιστηρίου αρχικά και γραμματείας διοικητή εν συνεχεία, με αντικείμενο στο μεν τμήμα συναλλακτικό (λογιστηρίου) την έκδοση ταμειακών παραστατικών, τη συναλλαγή με ασφαλισμένους, την ηλεκτρονική καταχώρηση στοιχείων - καταστάσεων, στο δε τμήμα ταμείου, την ηλεκτρονική καταχώρηση παραστατικών ταμείου και στη γραμματεία διοικητή, την τηλεφωνική εξυπηρέτηση πολιτών στο αντίστοιχο γραφείο και στο γραφείο διοικητού, 4.
ο τέταρτος ενάγων (3ος αναιρεσείων) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο τμήμα πληρωμών συντάξεων του υποκαταστήματος Πατησίων του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας υπαλλήλου γραφείου του εν λόγω τμήματος με αντικείμενο την υποδοχή αιτήσεων συντάξεων, τη χορήγηση εντύπων συντάξεων στους ενδιαφερόμενους και την εν γένει εξυπηρέτηση τους, την διεκπεραίωση αλληλογραφίας εισερχόμενων - εξερχόμενων και την καταχώρηση αιτήσεων και εγγράφων στο σύστημα Η/Υ, 5.
η πέμπτη ενάγουσα (4η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο 1ο ταμείο είσπραξης Αθηνών του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας υπαλλήλου του τμήματος εσόδων αυτού με χρήση Η/Υ, με αντικείμενο την αποστολή προσκλήσεων σε οφειλέτες του ταμείου, την τακτοποίηση αρχείου εσόδων και μητρώου οφειλετών, την έκδοση γραμματίων είσπραξης, τον έλεγχο και την αποστολή μηνυτήριων αναφορών στην υπηρεσία ποινικών διώξεων, τη βοήθεια εισαγωγής του ταμείου στο ολοκληρωμένο πληροφορικό σύστημα του πρώτου εναγομένου με καταχώρηση χρηματικών καταλόγων, 6.
η έκτη ενάγουσα (5η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο υποκατάστημα Καλαμάτας του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας υπαλλήλου γραφείου αρχικά του τμήματος προσωπικού με αντικείμενο την απασχόληση στη γραμματεία και το πρωτόκολλο, τη διεκπεραίωση αλληλογραφίας και εν συνεχεία του τμήματος παροχών με αντικείμενο τη συναλλαγή με το κοινό σε ζητήματα αρμοδιότητος του εν λόγω τμήματος, 7.
ο έβδομος ενάγων (6ος αναιρεσείων) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο υποκατάστημα Πατησίων του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας υπαλλήλου γραφείου αρχικά του Α' τμήματος απονομής συντάξεων και εν συνεχεία του Α' τμήματος εσόδων αυτού με αντίστοιχο αντικείμενο απασχόλησης, 8.
η όγδοη ενάγουσα (7η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο περιφερειακό υποκατάστημα Καβάλας του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του τμήματος πληρωμών συντάξεων αυτού, με αντικείμενο τη διεκπεραίωση αποφάσεων διεύθυνσης απονομής ή παρατάσεων συντάξεων, την προσμέτρηση ημερομισθίων, το έλεγχο των συντάξεων που έληγαν, έλεγχος και διεκπεραίωση διαδικασίας οφειλών από αχρεωστήτως πιστωθείσες συντάξεις, σύνταξη δελτίων για αλλαγή διευθύνσεων συνταξιούχων και για χορήγηση και διακοπή επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.), 9.
ο ένατος ενάγων (8ος αναιρεσείων) τοποθετήθηκε με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο υποκατάστημα Πατησίων του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του Α' τμήματος εσόδων αυτού με αντικείμενο την παραλαβή αναλυτικών περιοδικών δηλώσεων (ΑΠΔ) εργοδοτών, την έκδοση αποδείξεων πληρωμής εισφορών των εργοδοτών, το σφράγισμα των βεβαιώσεων εργοδοτών και την έκδοση ενσήμων από το μηχανογραφικό σύστημα του πρώτου εναγομένου, 10.
η δέκατη ενάγουσα (9η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στη διεύθυνση διοικητικού προσωπικού του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του τμήματος ασφάλισης αυτού με αντικείμενο την συνεπικούρηση της υπεύθυνης του κλάδου ασφάλισης στα διάφορα αντικείμενα αυτού (σύνταξη βεβαιώσεων χρόνου ασφάλισης, ενημέρωση ατομικών πινακίδων ασφαλισμένων και συνταξιούχων, εκτύπωση καταστάσεων), ενημέρωση εισερχόμενων - εξερχόμενων εγγράφων και πρωτοκόλλου, εξυπηρέτηση του κοινού σε θέματα του τμήματος, 11.
η ενδέκατη ενάγουσα (10η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο υποκατάστημα Γαλατσίου του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας αρχικά του τμήματος παροχών και εν συνεχεία του τμήματος εσόδων με αντικείμενο την εξυπηρέτηση του κοινού και την αρχειοθέτηση και κατόπιν του τμήματος γραμματείας υγειονομικού με αντικείμενο τη γραμματειακή υποστήριξη, 12.
ο δωδέκατος ενάγων (11ος αναιρεσείων) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο υποκατάστημα Πατησίων του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του Γ' τμήματος εσόδων αυτού, με αντικείμενο την παραλαβή και τον έλεγχο αιτήσεων απογραφής και μεταβολής εργοδοτών, τη διεκπεραίωση της διαδικασίας πληρωμής εισφορών από τους εργοδότες, τη χορήγηση λογαριασμών ασφαλισμένων, την έκδοση ενσήμων και την ενημέρωση των ασφαλισμένων, 13. [...], 14.
η δέκατη τέταρτη ενάγουσα (12η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στη διεύθυνση Γραμματείας του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του τμήματος γραμματειακής υποστήριξης και διοικητικής μέριμνας αυτής με αντικείμενο τη διεκπεραίωση των συστημένων (φακέλωμα, καταγραφή στο σχετικό βιβλίο, χτύπημα στη μηχανή γραμματοσήμανσης) και της εξερχόμενης αλληλογραφίας των διευθύνσεων της διοίκησης, 15.
η δέκατη πέμπτη ενάγουσα (13η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΠΕ διοικητικού στη διεύθυνση Γραμματείας του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο γραφείο πρωτοκόλλου του τμήματος γραμματειακής υποστήριξης και διοικητικής μέριμνας αυτής με αντικείμενο την παραλαβή, το χαρακτηρισμό και την καταχώρηση στο βιβλίο πρωτοκόλλου της εισερχόμενης και συστημένης αλληλογραφίας και την αποστολή εγγράφων δια τηλεομοιοτυπίας (fax), 16.
η δέκατη έκτη ενάγουσα (14η αναιρεσείουσα) τοποθετήθηκε, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα ΠΕ διοικητικού στο περιφερειακό υποκατάστημα συντάξεων του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του τμήματος γραμματείας και μητρώου ανακεφαλαίωσης, με αντικείμενο την καταχώρηση στο σύστημα Η/Υ των αιτήσεων των ασφαλισμένων για τον προσδιορισμό χρόνου ασφάλισης και της εισερχόμενης αλληλογραφίας, την παροχή σχετικών πληροφοριών στους ασφαλισμένους ως και για θέματα ανακεφαλαίωσης και συνταξιοδότησης και 17. [...].
Η ως άνω τοποθέτηση των εναγόντων στις παραπάνω υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου αντιστοίχως, έλαβε χώρα ώστε να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, στο ως άνω αντικείμενο, συνδράμοντας τους εκάστοτε αρμόδιους διοικητικούς υπαλλήλους των αντίστοιχων τμημάτων που απασχολούνταν με το σχετικό αντικείμενο, υπό τις οδηγίες των αρμοδίων υπαλλήλων του ανωτέρω εναγομένου, που είχαν οριστεί για την παρακολούθηση τους, με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις 7 ώρες ημερησίως και δη, όπως αναφέρεται και στην αγωγή, από 07.30' έως 14.30' και λαμβάνοντας ημερησίως το ποσό των 30 ευρώ έκαστος των 1ης, 3ης, 13ης, 15ης, 16ης και 17ου των εναγόντων ως πτυχιούχων ΑΕΙ (ΠΕ) και 25 ευρώ έκαστος των λοιπών ως διπλωματούχοι ΙΕΚ και απόφοιτοι Λυκείου (ΔΕ) κατά τις ως άνω διακρίσεις και συνολικά όχι πλέον των 22 ημερών ανά μήνα, σύμφωνα εξάλλου με το άρθρο 4 των ως άνω συμφωνητικών και 12 και 9 αντιστοίχως των ως άνω ΚΥΑ, μάλιστα δε, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα (μόνον) από τους 2η, 3η, 9ο, 11η, 13η και 17ο δελτία παρουσίας τους, οι ημέρες μηνιαίας άσκησης τους κατά μέσο όρο είναι κάτω των 20, ουδέποτε δε μηνιαίως άνω των 22.
Η κατά τον τρόπο αυτό απασχόληση των εναγόντων με καθήκοντα που ασκούσαν και οι άλλοι υπάλληλοι των ως άνω υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου είναι σύμφυτη με την πρακτική τους άσκηση, διαφορετικά η τελευταία είναι αδιανόητη, αφού με τη συμμετοχή τους στο ανωτέρω πρόγραμμα επιδιώκονταν ακριβώς η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο γνωστικό αντικείμενο και στις εργασίες των συγκεκριμένων τμημάτων αντιστοίχως του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
ως φορέα υλοποίησης του προγράμματος, η οποία μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο με την ενεργή ενασχόληση τους με τα αντικείμενα εργασίας της συγκεκριμένης υπηρεσίας στην οποία είχαν τοποθετηθεί και όχι με μόνη την παρακολούθηση της εργασίας των υπαλλήλων της υπηρεσίας, δοθέντος ότι στη σύμβαση μαθητείας ο ρόλος του απασχολούμενου στα πλαίσια της είναι όχι η παρακολούθηση της εργασίας των εργαζομένων αλλά η, διά της ασκήσεως των δραστηριοτήτων που αποτελούν το αντικείμενο εργασίας της υπηρεσίας, απόκτηση της αντίστοιχης εργασιακής εμπειρίας.
Άλλωστε, οι ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε αρμοδιότητα να λαμβάνουν αποφάσεις στα θέματα δραστηριότητας των υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου και δη των τμημάτων, όπου είχαν τοποθετηθεί, ούτε είχαν δικαίωμα υπογραφής, ούτε έφεραν την ευθύνη των τακτικών υπαλλήλων, ούτε υπόκειντο στον πειθαρχικό έλεγχο για πράξεις ή παραλείψεις κατά τη διάρκεια της άσκησης τους.
Εξάλλου, ο έλεγχος που ασκούνταν από τους αρμόδιους υπαλλήλους του ως άνω πρώτου εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) είχε τον χαρακτήρα της επίβλεψης της εκπλήρωσης του παραπάνω σκοπού, της απόκτησης δηλαδή εργασιακής εμπειρίας των εναγόντων ως εκπαιδευόμενων στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, και ήταν αναγκαίος προς τούτο, ενόψει του ότι, για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του προγράμματος, ο εναγόμενος αυτός ως φορέας υλοποίησης του προγράμματος, ήταν υπεύθυνος, κατά την υλοποίηση αυτού, να υποβάλει στον υπεύθυνο φορέα δεύτερο εναγόμενο Ο.Α.Ε.Δ.
μηνιαίο δελτίο παρουσίας όλων όσων συμμετείχαν στο εν λόγω πρόγραμμα με τις ώρες και ημέρες παρακολούθησης (άρθρο 6 των συμφωνητικών) και επίσης είχε την υποχρέωση να συνεργάζεται μαζί του και να παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και ενημέρωση, προκειμένου ο τελευταίος (υπεύθυνος φορέας) να παρακολουθεί και να ελέγχει την εκτέλεση του προγράμματος (άρθρο 7 των συμφωνητικών).
Επομένως, προέχων σκοπός των επίδικων συμβάσεων ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (διοικητικού υπαλλήλου) των εναγόντων, η δε παροχή εργασίας εκ μέρους τους, δεν έγινε με σκοπό την εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά μόνο για την ανάγκη της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης τους με το αντικείμενο της εργασίας τους, ώστε να ωφεληθούν αυτοί και να διευκολυνθούν στην ανεύρεση εργασίας.
Η αναφορά στην ανωτέρω 33072/23.02.2005 (ΦΕΚ Β' 249/25.02.2005) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με τίτλο "πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης", με την οποία καταρτίστηκε (το προαναφερόμενο πρώτο) πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσης τους ανέργων πτυχιούχων κ.λπ.
ότι σκοπός του προγράμματος είναι και "η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στη διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών" (άρθρο 1), σκοπός ο οποίος σημειωτέον δεν περιλήφθηκε στα καταρτισθέντα στα πλαίσια του προγράμματος αυτού ανωτέρω συμφωνητικά μεταξύ των διαδίκων, αναφέρεται στο βοηθητικό και μη παραγωγικό έργο των ασκούμενων στο πλαίσιο του κυρίως σκοπού της ΚΥΑ απόκτησης εργασιακής εμπειρίας αυτών (εκπαίδευσης και εξοικείωσης τους με το αντικείμενο της εργασίας τους).
Σημειωτέον ότι η παράταση των επίδικων συμβάσεων συνεργασίας (η οποία δεν αφορά τους 9ο και 16η των εναγόντων κατά τα ανωτέρω) έλαβε χώρα στα πλαίσια πανελλήνιας παράτασης των ως άνω προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και αυτοδίκαιης για όλους όσους συμμετείχαν σ' αυτά (και όχι μόνο για τους τοποθετηθέντες στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
ενάγοντες) και με τον ίδιο σκοπό, ήτοι την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Εξάλλου, οι ενάγοντες απασχολούνταν πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και, όπως προαναφέρθηκε, τηρούσαν το ωράριο των επτά (7) ωρών την ημέρα, που προβλέπονταν από τα συμφωνητικά συνεργασίας στα πλαίσια του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), είχαν δε το δικαίωμα, κατ' απόκλιση από τα ισχύοντα για τους μόνιμους διοικητικούς υπαλλήλους, να απουσιάζουν για 40 εργάσιμες ημέρες κατά τη διάρκεια του κυρίου προγράμματος και επιπλέον 20 εργάσιμες ημέρες κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης παράτασης (η οποία δεν αφορά τους 9ο και 16η των εναγόντων κατά τα ανωτέρω), καθώς επίσης να λάβουν άδεια διακοπών έως 40 εργάσιμες ημέρες ετησίως κατά τη διάρκεια του κυρίου προγράμματος και επιπλέον 20 εργάσιμες ημέρες κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης παράτασης (βλ.
όρους 12 και 9 ανωτέρω ΚΥΑ αντιστοίχως, άρθρα 4 αντιστοίχως των ως άνω δεύτερων συμφωνητικών και ανωτέρω απόφαση παράτασης του πρώτου προγράμματος του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ). Μάλιστα δε το ημερήσιο ωράριο απασχόλησης των εναγόντων που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ήταν από 07.30' έως 14.30' (επτά -7- ώρες), αφενός ήταν ποσοτικά μικρότερο εκείνο των υπαλλήλων του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που σύμφωνα με την ΔΙΑΔΠ/Γ2γ/οικ./1692/27-06-2006 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των παρ. 6 και 8 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας "περί καθιερώσεως πενθημέρου εβδομάδος εργασίας των δημοσίων εν γένει υπηρεσιών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων" που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1157/1981 και της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 2880/2001, ανέρχονταν κατά το χρόνο εκείνο σε επτάμισι (7,5) ώρες ημερησίως, και αφετέρου υπολείπονταν χρονικά και από το, οριζόμενο από την ίδια ως άνω υπουργική απόφαση, ωράριο υποχρεωτικής παρουσίας των υπαλλήλων στο χώρο εργασίας τους που ήταν (από τις 09.00') έως 15.00' (και ανεξαρτήτως του ωραρίου που έχουν επιλέξει).
Συνακόλουθα, οι επίδικες συμβάσεις που συνέδεαν τους ενάγοντες με τα εναγόμενα αποτελούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες κατέστησαν απολύτως αναγκαίες για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από κάθε ενάγοντα, οι οποίοι στερούντο παντελώς θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων στο ιδιαίτερα χρήσιμο, υπεύθυνο, σύνθετο και δυσχερές αντικείμενο των ως άνω υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου, όπως περιγράφεται παραπάνω, όπου έκαστος ενάγων είχε τοποθετηθεί, και επί των οποίων (επίδικων γνήσιων συμβάσεων μαθητείας) εφαρμόζονται, κατά τα ειδικώς εκτεθέντα [...], ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (που καθορίζουν τα χρονικά όρια εργασίας, τις υποχρεωτικές ελάχιστες αποδοχές των εργαζομένων, την καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας, την άδεια), οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, η οποία (εργασία), αντιθέτως δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, κατά τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Επομένως, εφόσον στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (όπως οι επίδικες κατά τα ανωτέρω) δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή τους ποσά για διαφορές αποδοχών [μεταξύ αυτών που έπρεπε να λάβει έκαστος βάσει της επικαλούμενης σχέσης εργασίας και που αντιστοιχούν σε εκείνες του κλάδου διοικητικών υπαλλήλων στο Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ.
ΔΕ, ΠΕ και ΔΕ αντιστοίχως και εκείνων που κάθε ένας έλαβε με βάση τη σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας -stage (γνήσια σύμβαση μαθητείας)] και επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας. Μάλιστα τις διαφορές αποδοχών δεν δικαιούται ούτε σύμφωνα και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οι οποίες εφαρμόζονται αποκλειστικά και μόνο σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας και επομένως απλής σχέσης εργασίας, ενώ στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, με βάση τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγοντες και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας - απλές σχέσεις εργασίας.
Για τους ίδιους δε λόγους, δεν δικαιούνται, ούτε και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και εκ του νόμου, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας, δεδομένου ότι τα επιδόματα και τις αποδοχές αυτές τα δικαιούνται ευθέως μεν εκ του νόμου αλλά μόνον οι εργαζόμενοι που συνδέονται με τον εργοδότη τους έστω με απλή σχέση εργασίας, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται.
Σε κάθε όμως περίπτωση, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τα αιτούμενα ποσά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, κατά τη διάρκεια των επίδικων γνήσιων συμβάσεων μαθητείας, αυτοί ασκήθηκαν, προκειμένου να εξοικειωθούν με το αντικείμενο του επαγγέλματος του διοικητικού υπαλλήλου (σε γενικές γραμμές) και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, υπό την επίβλεψη των αρμοδίων διοικητικών υπαλλήλων του πρώτου εναγομένου επί πενθήμερο και επί επτά (7) ώρες ημερησίως, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί και καταβλήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο, υπεύθυνο φορέα των προγραμμάτων, το ποσό των 30 ευρώ ημερησίως σε έκαστο των 1ης, 3ης, 13ης, 15ης, 16ης και 17ου των εναγόντων και 25 ευρώ ημερησίως σε έκαστο των λοιπών, κατά τα συμφωνηθέντα με τις επίδικες συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, για την εργασία που αναπόφευκτα παρείχαν στο πρώτο εναγόμενο, ως φορέα υλοποίησης των σχετικών προγραμμάτων και στα πλαίσια των προγραμμάτων αυτών, προκειμένου να αποκτήσουν τη σχετική εργασιακή εμπειρία και όχι για την εκτέλεση παραγωγικού έργου.
Δηλαδή, οι ενάγοντες δεν παρείχαν την εργασία τους στο πρώτο εναγόμενο, με την έννοια της εκτέλεσης παραγωγικού έργου, ώστε να προκύψει πλουτισμός του τελευταίου (πρώτου εναγομένου) από την παροχή αυτή και του δεύτερου εναγομένου από τη μη καταβολή της αντίστοιχης αμοιβής και να δικαιούνται σε απόδοση του, αλλά αντίθετα, για τις υπηρεσίες στη διεκπεραίωση των εργασιών τις οποίες ο κάθε ένας από αυτούς αναπόφευκτα παρείχε στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
στα πλαίσια της γνήσιας σύμβασης μαθητείας του, προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, καταβλήθηκε σε κάθε ένα το συμφωνημένο ποσό των 30 και 25 ευρώ ημερησίως αντιστοίχως, έτσι ώστε δεν πλούτισαν σε βάρος τους τα εναγόμενα, για να οφείλουν τις αιτούμενες αποδοχές και επιδόματα ...". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και τις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις των εναγόντων (αναιρεσειόντων) για διαφορές αποδοχών και τις εκ των σχετικών διατάξεων που τα προβλέπουν αξιώσεις αυτών για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας, ως ουσιαστική αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του νόμου ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας μαθητείας (σχέσης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου), διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, δεν εξηγεί πως προέχων σκοπός των διαδοχικών ως άνω συμβάσεων ήταν η κτήση εργασιακής εμπειρίας, στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, ενώ δέχεται αντιφατικά α) ότι αυτοί ασκούσαν ουσιαστικά τα ίδια καθήκοντα με το τακτικό προσωπικό, το οποίο συνέδραμαν στο έργο του, με εξαίρεση το δικαίωμα υπογραφής, β) ότι το ίδιο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ (ήδη e-ΕΦΚΑ), δέχεται ότι η πρόσληψη αυτών γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου και ειδικότερα την εξυπηρέτηση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών.
Επίσης, γ) δεν εξηγεί πως ο κύριος σκοπός των ως άνω συμβάσεων ήταν η κτήση εργασιακής εμπειρίας, που εκ των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτείνεται σε περιορισμένο χρόνο, ολίγων μηνών το πολύ για την εκμάθηση των καθηκόντων της υπηρεσίας στην οποία οι αναιρεσείοντες είχαν τοποθετηθεί με ανάθεση σε αυτούς αντίστοιχης εργασίας, ενώ κατά τις οικείες παραδοχές, η σχέση διήρκεσε επί 4ετία, πλην των 8ου και 14ης των αναιρεσειόντων που διήρκησε επί 18 και 36 (18+18) μήνες αντίστοιχα, δ) δεν διαλαμβάνει περαιτέρω αιτιολογίες ως προς τον όγκο των εκκρεμουσών στις υπηρεσίες που απασχολήθηκαν υποθέσεων και ως προς την πλήρωση ή μη τυχόν υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων, ούτως ώστε να κριθεί εάν η παροχή των υπηρεσιών αυτών απέβλεπε κατά κύριο ή μη λόγο, στην εκμάθηση της εργασίας ή στην εργασία αυτών.
Σημειώνεται ότι η έλλειψη πειθαρχικού ελέγχου αυτή καθ' εαυτή δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι αυτοί τελούσαν υπό τις οδηγίες και την εποπτεία των προϊσταμένων τους, όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας, καθώς επίσης ο περιορισμένος σε σχέση με το μόνιμο προσωπικό χρόνος εργασίας για το ελάχιστο διάστημα τριάντα (30) λεπτών ημερησίως (7 ώρες αντί 7.30 ώρες του μόνιμου προσωπικού) και η διάρκεια ανάπαυσής τους (40 ημέρες για τις 18μηνες συμβάσεις και 20 ημέρες για τις 12μηνες συμβάσεις), δεν επηρεάζουν την αληθή φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, αλλά έχει ως μόνες συνέπειες τον ανάλογο περιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών τις αιτιάσεις, ότι παραβίασε εκ πλαγίου λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, τις διατάξεις του νόμου ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας μαθητείας (σχέσης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου), όπως συμπληρώνεται με την παρούσα (αρθ. 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ) είναι βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας και του δεύτερου λόγου αυτής (εκ του αριθ. 11 γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και τις εντεύθεν εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις των εναγόντων για διαφορές αποδοχών και τις εκ των σχετικών διατάξεων που τα προβλέπουν αξιώσεις αυτών για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των (παρόντων) αναιρεσειόντων, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), ενόψει και του ότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσίβλητου δεν ασκείται από το ΝΣΚ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-11-2020 και με αριθ. κατάθεσης 534/50/26-1-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον 15ο των αναιρεσειόντων Δ. Κ. του Η..
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6167/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο έναντι των λοιπών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των (παρόντων) αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ