Legislator Giurisprudenza & Legislazione
986/2021 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of contractor's claim for interest and collection costs under Public Works Law.

Numero d'incarto 986/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment dismissing a contractor's claim for interest and collection costs. The lower court incorrectly rejected these specific claims because it deemed the Public Works Law inapplicable to commercial contracts between a private company and a public utility. The court found this a legal error since the contract was a commercial transaction involving a public work, thus the lower court erred in not applying the relevant statutory provisions.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 4 paragraphs 4 and 5 of Decree 166/2003; The provisions regarding interest and collection costs apply to commercial contracts between private entities and public authorities for the execution of public works, and a lower court's refusal to apply them constitutes a legal error.

Parole chiave

Generato dall'IA
Public Works Law Commercial Contract Interest on Debt Collection Costs Legal Error Appeal Admissible Public Authority

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 553, 309(1), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 13(1), (2), (4), (5) of Law 1418/1984 on Public Works
Article 3(3) of Law 2940/2001
Article 77 of Law 3669/2008
Article 377(1)(31) of Law 4412/2016
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 4(4) and (5) of Decree 166/2003
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 986 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 986/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ/Ξ Δ. Ι. – Π. Κ.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Τέως Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Χρυσούπολης (ΔΕΥΑΧ) και νυν Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Νέστου (ΔΕΥΑΝ), που εδρεύει στην Χρυσούπολη Καβάλας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρυσόστομο Βελάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Θράκης.

Εκδόθηκε η 192/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/9/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα ανέγνωσε την από 2/9/2019 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Θωμά Γκατζογιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή, κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία περατώνει όλη τη δίκη ή τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Οι προθεσμίες της ανακοπής ερημοδικίας και της αναίρεσης είναι διαδοχικές, δηλαδή, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης κινείται, μετά την εκπνοή της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 503 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1, 2, 4 και 5 του ν. 1418/1984 περί 'Δημοσίων Έργων', όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2940/2001, ήδη άρθρο 77 του ν. 3669/2008 (που καταργήθηκε, στη συνέχεια, με το άρθρο 377 παρ. 1 περ. 31 του ν. 4412/2016), οι οποίες εφαρμόζονται και στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της επίδικης σύμβασης, κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, επιλύεται με προσφυγή (αγωγή) ενώπιον του αρμόδιου, κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δικαστηρίου, το οποίο είναι, αντίστοιχα, το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται το έργο, κατά την αναφερόμενη στις διατάξεις αυτές ταχεία διαδικασία, η οποία ομοιάζει με αυτή των ασφαλιστικών μέτρων.

Οι αποφάσεις των ανωτέρω δικαστηρίων είναι αμέσως εκτελεστές, ενώ δεν προβλέπεται, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτών, παρά μόνο η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Συνακόλουθα, στις δίκες, που αφορούν σε διαφορές από την εκτέλεση δημόσιων έργων, οι ερήμην αποφάσεις του εφετείου, ως μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας, είναι τελεσίδικες για όλους τους διαδίκους και προσβάλλονται, απευθείας, με αίτηση αναίρεσης.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ. 1, 2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, προς τον οποίο η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, καταχωριζόμενη στα πρακτικά (άρθρ. 96 αρ. 3 του ίδιου Κώδικα).

Η πληρεξουσιότητα αυτή παρέχει στον πληρεξούσιο δικηγόρο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον (διάδικο), που έδωσε την πληρεξουσιότητα και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις, που αφορούν στη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ, για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, εφόσον υπάρχει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αντιθέτως, αν ελλείπει η ως άνω πληρεξουσιότητα ή, αν συντρέχει υπέρβασή της, προϋπόθεση, την οποία το δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Ολ.

ΑΠ 13/2008). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερόμενου ως ασκήσαντος την αίτηση αναίρεσης διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης σχετικής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, ως κλήτευση του απολειπόμενου, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διαδίκου, ο οποίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως, κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του, καλύφθηκε τυχόν μη νόμιμη κλήτευσή του, κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 9-9-2011 (43/13-9-2011) αίτηση περί αναιρέσεως της 192/29-4-2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά τη διαδικασία των δημόσιων έργων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που αφορά σε αξιώσεις της από το υπ' αυτής αναληφθέν, δυνάμει έγκυρης έγγραφης σύμβασης, έργο, το οποίο εκτελέστηκε απ' αυτήν και παραλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, επιτρεπτώς, ασκήθηκε στις 13-9-2011, ήτοι, πριν από την εκπνοή της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής (άρθρο 503 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.). Και τούτο καθόσον, παρά το ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 14-7-2011 και η προθεσμία για την άσκηση του ως άνω ένδικου μέσου (ανακοπής ερημοδικίας) άρχιζε από τις 16-9-2011, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του κανον.

δ/τος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, περί αναστολής των προθεσμιών ασκήσεως των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1ης Ιουλίου έως 15ης Σεπτεμβρίου κάθε έτους, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 1 περ.

β' του ν. 3463/2006, σύμφωνα με την οποία, πλην των άλλων και οι επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης (όπως η αναιρεσίβλητη) απολαμβάνουν όλων ανεξαιρέτως των ατελειών καθώς και των δικαστικών, διοικητικών και δικονομικών προνομίων, που παρέχονται στο Δημόσιο, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία επιλύσεως των διαφορών από δημόσια έργα, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, ως εκ τούτου, είναι τελεσίδικη, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα.

Περαιτέρω, δικάσιμος προς συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίστηκε, αρχικά, με την από 10-8-2018 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η 16η-9-2019, κατά την οποία, όμως, η υπόθεση αναβλήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του πινακίου, για τη δικάσιμο της 18ης-5-2020.

Κατά την ημερομηνία αυτή, η υπόθεση, επίσης, δεν συζητήθηκε, λόγω της συνέχισης αναστολής των δικών ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, κατά το χρονικό διάστημα από 16-5-2020 μέχρι 31-5-2020, για προληπτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19, σύμφωνα με το άρθρο τέταρτο της ΥΑ Δ1α/ΓΠ οικ.30340/2020 (ΦΕΚ Β' 185/15-5-2020).

Στη συνέχεια, με την από 7-7-2020 πράξη της Προέδρου του ιδίου Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε ως ημερομηνία εκδικάσεως της υποθέσεως η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής (10-5-2021), η οποία γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με την παρ. 5 της ως άνω διάταξης της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης, χωρίς να απαιτείται κλήτευση των διαδίκων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, κατά την ανωτέρω δικάσιμο (10-5-2021), η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πλην όμως, από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η ύπαρξη της …/…-5-2018 συμβολαιογραφικής πράξης, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα παρέσχε στη δικηγόρο Σοφία Παπαδοπούλου την πληρεξουσιότητα να υπογράψει την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και, στη συνέχεια, να προβεί στην κατάθεση αυτής στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου.

Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να χωρήσει σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Στην παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984, όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2229/1994 και αναριθμήθηκε από παρ. 8 σε παρ. 10, με το άρθρο 1 του ν.2940/2001, ορίζεται ότι: "Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες.

Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει, όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί.

Αν η πληρωμή τους καθυστερήσει πέρα από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή του μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας ...". Περαιτέρω, στο άρθρο 53 παρ. 9 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3669/2008 Κώδικα της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων, που άρχισε να ισχύει από τις 18.6.2008, ορίζεται ότι: "Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού καθυστερήσει χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέραν του διμήνου από την υποβολή του, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την ημερομηνία υποβολής της, τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 166/2003...".

Με το π.δ. 166/2003, το οποίο, στο άρθρο 9 αυτού, ορίζει ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του την 5η.6.2003, προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις της οδηγίας 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000, "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές" (ΕΕ L 200 της 8.8.2000).

Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ.14 του ν. 4152/2013, η έναρξη ισχύος του οποίου ορίστηκε στις 16-3-2013, καταργήθηκε το π.δ. 166/2003, ορίστηκε, όμως, ότι οι διατάξεις του ως άνω προεδρικού διατάγματος παραμένουν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπεγράφησαν, κατά τη διάρκεια της ισχύος του. Κατά το άρθρο 2 του διατάγματος αυτού, οι διατάξεις του εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, κατά δε το άρθρο 3 αριθμ. 1 του ίδιου διατάγματος, ως "εμπορική συναλλαγή" νοείται κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρο 2 παρ.1 οδηγίας 2000/35).

Το ίδιο άρθρο (3 αριθμ. 1α') του αυτού προεδρικού διατάγματος διαλαμβάνει ότι "δημόσια αρχή" είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ. 370/1995, ΦΕΚ Α` 199), υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ Α` 230) εξαιρούμενων τομέων (Π. Δ. 57/2000, ΦΕΚ Α` 45) και δημοσίων έργων (Π.Δ. 334/2000, ΦΕΚ Α` 279), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν.

Τούτο, άλλωστε, ρητώς ορίζεται ήδη στην 11η αιτ. σκέψη της οδηγίας 2011/ΕΕ της 16-2-2011 (που συνιστά αναδιατύπωση των διατάξεων της οδηγίας 2000/35/ΕΚ), κατά την οποία "στην παράδοση αγαθών και στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να συμπεριληφθούν η σχεδίαση και η εκτέλεση δημοσίων έργων και κτιρίων και τα έργα πολιτικών μηχανικών".

Στο άρθρο 4 του ως άνω προεδρικού διατάγματος, για τον τόκο, σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής (άρθρο 3 παρ. 1γ-δ της οδηγίας 2000/35), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για καθυστέρηση (παρ. 3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης, υπολογίζεται, με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κυρία πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς"), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες (παρ. 4).

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1γ-δ της Οδηγίας 2000/35/ΕΚ ως προς το δικαίωμα του δανειστή στους τόκους υπερημερίας και ιδίως ως προς το ύψος του σχετικού επιτοκίου, όπως από αυτήν προκύπτει, περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, χωρίς αιρέσεις ή περιθώριο επιλογής και, επομένως, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής έναντι των κρατών μελών και εν προκειμένω του Ελληνικού Κράτους.

Τέλος, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άνω άρθρου, ο δανειστής, εκτός από τους τόκους, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπερήμερο οφειλέτη και εύλογη αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης της οφειλόμενης αμοιβής, τα οποία υπόκεινται σε σχέση με την οφειλόμενη αμοιβή στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής, με μόνες προϋποθέσεις: α) την εγκυρότητα της σύμβασης, β) την εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) την υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής, στην οποία εμπίπτει και η σχεδίαση και εκτέλεση δημοσίων έργων (Ολ.

Α.Π. 10/2013, Σ.τ.Ε. 1403/2016), οι διατάξεις δε τούτου, κατά τα ανωτέρω, κατισχύουν, από την έναρξη της ισχύος τους, των διατάξεων της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984, όπως τροποποιήθηκαν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 15-11-2009/75/3-12-2009 αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την κατάρτιση με την αναιρεσίβλητη της από 15-3-2006 έγκυρης σύμβασης έργου αντικατάστασης του δικτύου ύδρευσης του … καθώς και την εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου ως και την οριστική παραλαβή του, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το υπόλοιπο της οφειλόμενης, με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, αμοιβής της, τους τόκους υπερημερίας, λόγω της καθυστέρησης καταβολής της καθώς και τα έξοδα είσπραξης αυτής, κατά τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 4 του π.δ. 166/2003.

Περαιτέρω, από την ομοίως παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε ως νόμω βάσιμη την αγωγή -την οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη, όπως προαναφέρεται- εκτός από τα αιτήματα α) καταβολής τόκου υπερημερίας, υπολογιζόμενου βάσει του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 166/2003, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο, "καθόσον...

το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 δεν υπάγονται οι συμβάσεις εκτελέσεως δημοσίων έργων" και β) αποζημίωσης, το οποίο, επίσης, απέρριψε ως μη νόμιμο, "καθόσον δεν προβλέπεται αποζημίωση του αναδόχου για την ως άνω αιτία (έξοδα είσπραξης της οφειλής), αποδοτέα δε, κατ' άρθρο 189 του Κ.Πολ.Δ., είναι τα αναγκαία για τη διεξαγωγή και υπεράσπισης της δίκης έξοδα".

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 4 του π.δ. 166/2003, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεδομένου ότι, κατά το περιεχόμενο της αγωγής, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρόκειται για σύμβαση μεταξύ επιχείρησης και δημόσιας αρχής, ήτοι εμπορική συναλλαγή, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, εμπρόθεσμη εκτέλεση του συμφωνηθέντος δημόσιου έργου, ήτοι εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναδόχου αναιρεσείουσας και μη έγκαιρη καταβολή του οφειλόμενου ποσού της συμφωνηθείσας αμοιβής εκ μέρους της εναγομένης, παρά την υποβολή των σχετικών λογαριασμών.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο έχει υποπέσει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά παραδοχή των λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς απ' αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.

Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 192/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, ως προς κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς ανωτέρω κεφάλαιο ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ