Legislator Giurisprudenza & Legislazione
986/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment where tenant failed to propose missing facts.

Numero d'incarto 986/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court eviction judgment. The tenant had filed a lawsuit for eviction and rent arrears but failed to propose specific facts regarding the tenant's default and public charges during the initial proceedings. The Court ruled that while the tenant could supplement the complaint with proposed facts, they could not introduce new elements essential to the legal basis of the claim, which were already present in the original complaint. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the lower court correctly applied the law regarding the admissibility of the claim.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 216(1)(a) and 224(b) of the Code of Civil Procedure; The Code of Civil Procedure permits the plaintiff to supplement or clarify claims with proposed facts but prohibits the introduction of new elements essential to the legal basis of the claim, rendering such additions inadmissible if they alter the historical foundation of the suit.

Parole chiave

Generato dall'IA
Code of Civil Procedure supplementing claims proposed facts admissibility of claim new elements essential eviction judgment tenant default

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 216(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 224(b) of the Code of Civil Procedure
Article 236 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 986 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 986/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου του καταργηθέντος ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Ο. Π.ΚΑΙ Ε. Β.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Β. Ι.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γεωργακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3020/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-12-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 11.12.2017 και με ειδ. αριθμό κατάθεσης 9523/915/2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3020/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός άλλων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3994/2011, παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους, που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος.

Μπορεί δηλαδή ο ενάγων, με βάση την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 ΚΠολΔ.,να συμπληρώσει, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων.

Δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού, που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος. (ΑΠ 1515/2018). Εν συνεχεία, ο από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010) Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού, είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ192/2016).

Έτσι για τη θεμελίωση της αγωγής με την οποία ο εκμισθωτής ζητεί από το μισθωτή την καταβολή του μισθώματος (αρθ. 574 και 595 Α.Κ.), αλλά και την απόδοση του μισθίου λόγω καταγγελίας γενομένης για καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος ( άρθ.574,595 και 597 Α.Κ.), πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο (και να αποδεικνύονται), εκτός των άλλων (όπως η σύμβαση μισθώσεως πράγματος και ειδικότερα ο τόπος και ο χρόνος συνάψεως αυτής, οι συμβαλλόμενοι, το μίσθιο, το μίσθωμα και ο χρόνος καταβολής αυτού, καθώς και ο χρόνος διάρκειας της μισθώσεως), η γενομένη εκ μέρους του μισθωτή χρήση του μισθίου και η υπερημερία του μισθωτή περί την καταβολή του μισθώματος (ΑΠ 2035/2013).

Από το περιεχόμενο των παραδεκτώς κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενων διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα της από 25.2.2013 και με αριθμό καταθ. 34204/722/2013 αγωγής του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ και των προτάσεων των εναγόντων, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα: .....Με την ως άνω από 25-2-2013 αγωγή του το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ υπό την επωνυμία "Β.

Ί.ιστορούσε ότι δυνάμει του από 16-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσε στο αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ο. Π.ΚΑΙ Ε.Β.", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το Ελληνικό Δημόσιο, ήδη αναιρεσείον ως ενιαίο λειτουργικά χώρο (μετά των συστατικών παραρτημάτων και παρακολουθημάτων του), για μία πενταετία από 1.7.2007 έως 30.6.212, τον τέταρτο πάνω από το ισόγειο όροφο της ευρισκομένης στην Αθήνα, επί της συμβολής των οδών ... (αρ.) και ...

οικοδομής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση Π. και Ε. Β. και των γραφείων του. Ως μίσθωμα για το αποτελούμενο από δεκατρία συνολικά (401 έως και 413) γραφεία συνολικής επιφανείας μετά των κοινοχρήστων χώρων 370,85τ.μ, μίσθιο καθορίστηκε ετησίως ποσό ύψους 4,230 ευρώ (πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%), προσαυξανόμενο ετησίως επί του μισθώματος του αμέσως προηγουμένου έτους), κατά το ποσοστό του συνόλου της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγουμένου έτους, προσαυξανόμενο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, το οποίο όμως δεν μπορεί να είναι μικρότερο του του 5% υπολογιζόμενου πάντα επί του μισθώματος προηγούμενου έτους.

Επικαλούμενο ακολούθως ότι ο μισθωτής, παρά την ανενόχλητη από μέρους του χρήση του μισθίου, αρνείται από δυστροπία να καταβάλλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τον Ιούλιο του 2009 έως και τον Απρίλιο του 2012 και τις δαπάνες κοινοχρήστων των μηνών, από τον Ιούνιο του 2011 έως και τον Ιούνιο του 2012 ζήτησε:

αφενός την απόδοση της χρήσης του μισθίου από της επελεύσεως των αποτελεσμάτων της από 30.4.2012, (κοινοποιηθείσας την 9.5.2012),έγγραφης καταγγελίας της μίσθωσης και αφετέρου την καταβολή των καθυστερουμένων μισθωμάτων συνολικού ύψους 155.618,31 ευρώ, μετά από παραδεκτά γενόμενο περιορισμό του αιτουμένου αρχικά για την αιτία αυτή ποσού ύψους 177.828,36 ευρώ αλλά και οφειλόμενες δαπάνες κοινοχρήστων, ύψους 5.055,98 ευρώ, εντόκως από τη 2η ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθως, συμπληρωματικά, με τις κατά τη συζήτηση της αγωγής ως άνω κατατεθείσες προτάσεις, το ενάγον παραθέτει αναλυτικά σε πίνακα τα αντίστοιχα για κάθε μήνα του επίδικου από Ιούλιο 2009 έως και τον Απρίλιο του 2012 χρονικού διαστήματος ποσά των μισθωμάτων, όπως έκαστο τούτων είχε διαμορφωθεί ανά μήνα μετά από κάθε αναπροσαρμογή και αφετέρου το κατά μήνα οφειλόμενο ποσόν των αντιστοιχούντων στο μίσθιο κοινοχρήστων δαπανών για το από Ιούνιο του 2011 έως και τον Ιούνιο του 2012 χρονικό διάστημα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 249/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επί εφέσεως που άσκησε κατ'αυτής το αναιρεσίβλητο εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης, κρίνοντας ότι η αγωγή παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις κατατεθείσες, κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προτάσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την αγωγή την οποία έκρινε ορισμένη και ακολούθως δέχτηκε αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι στην ιστορική βάση αυτής διαλαμβάνονται όλα τα εκείνα τα περιστατικά που καθιστούν εφικτή τη διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης και τη θεμελίωση της νομικής της βασιμότητας στις παρατεθείσες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, διατάξεις των άρθρων 574, 595, 597, 599 παρ1, 346 ΑΚ.

Η κατά τα ως άνω δια των προτάσεων αναλυτική κατά μήνα παράθεση των επιμέρους ποσών των μισθωμάτων, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές, αλλά και των οφειλομένων κατά μήνα ποσών των κοινοχρήστων δαπανών, συνιστά εν προκειμένω επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής αφού δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση αυτής αλλά ούτε και εισάγει νέα (οψιγενή), αναγκαία για τη γέννηση ενδίκων αξιώσεων στοιχεία.

Κατά συνέπεια σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στη μείζονα σκέψη η κατά ως άνω συμπλήρωση της αγωγής δεν οδηγεί σε δικονομικό απαράδεκτο αυτής. Αντιθέτως, τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της, συναπαρτίζοντα τη νομική βάση αυτής ουσιώδη περιστατικά και συγκεκριμένα α) τα στοιχεία της σύμβασης (περιγραφή μισθίου, σκοπός, διάρκεια ύψος ετήσιου μισθώματος και καθορισμό του ετήσιου ποσοστού αναπροσαρμογής του), β) το ακριβές χρονικό διάστημα της διάρκειας υπερημερίας του μισθωτή ως προς την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος από δυστροπία αλλά και των αναλογούντων κοινοχρήστων δαπανών και γ) η ακριβής ημερομηνία επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας της μίσθωσης επαρκούσαν για τον ακριβή σε επιμέρους ποσά αναλυτικό προσδιορισμό των ενδίκων αξιώσεων, πλην όμως, η συμπληρωματική από τον ενάγοντα με τις προτάσεις περαιτέρω ποσοτική εξειδίκευση αυτών, χωρίς να αποτελεί μέρος της νομικής βασιμότητας της αγωγής, καθιστά ευχερή τόσο τη διεξαγωγή απόδειξης από το δικάζον Δικαστήριο ουσίας όσο και την άμυνα του εναγομένου.

Τέλος, τα περιστατικά του ιστορικού διαμόρφωσης του ύψους των αναλογούντων στο μίσθιο κοινοχρήστων δαπανών στην οικοδομή που βρίσκεται το μίσθιο (αναφορά της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και της ανάλογης με τα ποσοστά συνιδιοκτησίας του εκμισθωτή κατανομή τους, με αντίστοιχη παραπομπή στα σχετικά συμβόλαια), δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία του ιστορικού για την διάγνωση της νομικής βάσης της ένδικης αγωγής αναφορικά με τη σχετική, απορρέουσα από τη μισθωτική σύμβαση αξίωση του εκμισθωτή και την αντίστοιχη, βαρύνουσα τον μισθωτή για την καταβολή τους υποχρέωση..

Επομένως ο μόνος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες 1) από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγματα", ήτοι αγωγικούς ισχυρισμούς περί δυστροπίας του μισθωτή για μη καταβολή μισθωμάτων και κοινοχρήστων δαπανών που δεν είχαν προταθεί και 2) από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, με την αιτίαση ότι, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω νομικής αοριστίας της οποίας η συμπλήρωση με τις προτάσεις δεν ήταν δικονομικά επιτρεπτή είναι αβάσιμος .

Μετά απ' αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του ΚΠολΔ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.12.2017 και με ειδ. αριθμό κατάθεσης 9523/915/2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3020/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ