Legislator Giurisprudenza & Legislazione
986/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on property ownership and adoption law grounds, rejecting procedural errors.

Numero d'incarto 986/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's ruling on property ownership and adoption issues. The appellants argued that the court failed to consider specific documentary evidence regarding possession and that the new adoption law created invalid inheritance rights. The court found the appeal baseless because the lower court had explicitly considered all submitted evidence and the legal arguments regarding inheritance rights were unfounded under the new statutory framework.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 976, 1045, 1051, 1561 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly addressed all submitted documents, and that the new adoption law establishes a complete legal break from the biological family, creating a new inheritance relationship.

Parole chiave

Generato dall'IA
Civil Code provisions Adoption law 1996 Property ownership Appeal admissibility Evidence consideration Inheritance rights Supreme Court review permesso di dimora scaduto

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 976, 1045, 1051 of the Civil Code
Article 1561 of the Civil Code
Law 2447/1996
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 986 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 986/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Σ. του Π., 2.Θ. Κ. του Δ., συζ. Ε. Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Π. Φ., το γένος Ν. Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Μουστακάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5767/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, 4003/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει αφενός ότι σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα και αφετέρου ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία), ενώ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1561 παρ. 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά τον ν. 2447/1996, με τον οποίο και από την έναρξη της ισχύος του (30-12- 1996) καταργήθηκε το κεφάλαιο του ΑΚ για την υιοθεσία και στη θέση του τέθηκε νέο, δέκατο τρίτο, κεφάλαιο (άρθρα 1542-1588), "Με την υιοθεσία διακόπτεται κάθε δεσμός του ανηλίκου με τη φυσική του οικογένεια (...) και ο ανήλικος εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού γονέα του.

Έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του ο ανήλικος έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο. Το ίδιο ισχύει και για τους κατιόντες του θετού τέκνου (...)". Με τη διάταξη αυτή, με την οποία, όπως και στην Εισηγητική Έκθεση του κυρωθέντος σχεδίου νόμου αναφέρεται, επέρχεται διακοπή κάθε δεσμού του ανηλίκου με τη φυσική του οικογένεια και πλήρης ένταξή του στην οικογένεια των θετών γονέων, δημιουργείται σχέση τεχνητής συγγένειας μεταξύ του υιοθετούντος και των συγγενών του αφενός και του υιοθετουμένου αφ' ετέρου, και αναγνωρίζεται με βάση τη σχέση αυτή αμοιβαίο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα μεταξύ τους, το οποίο δεν υπήρχε υπό το προϊσχύον δίκαιο της υιοθεσίας (παλαιά άρθρα 1579, 1583 ΑΚ, άρθρο 1 εδ.

α' και 13 παρ. 1 ν.δ. 610/1970), κατ' αποκλεισμό του προϋφιστάμενου (ίδιες διατάξεις 1579, 1583 του Α.Κ.) κληρονομικού δικαιώματος του ανηλίκου έναντι της φυσικής του οικογένειας (ΑΠ 2035/2009). Επίσης κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 57 του ίδιου ν. 2447/1996, που αποτελεί μεταβατική διάταξη, παρόμοια με εκείνη του άρθρου 88 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, "Με εξαίρεση τις ρυθμίσεις που ακολουθούν, υιοθεσίες που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου διέπονται ως προς το κύρος τους και τα έννομα αποτελέσματα από το έως τώρα δίκαιο (...)", κατά δε την παρ. 3 του, ως άνω, άρθρου "Στις περιπτώσεις υιοθεσιών ανηλίκων που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, ο θετός γονέας έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο, με αίτησή του που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πλήρη ένταξη του τέκνου στην οικογένειά του, σύμφωνα με τα άρθρα 1561 έως 1566 του ΑΚ....".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι επί υιοθεσιών ανηλίκων που τελέστηκαν πριν από τον ν. 2447/1996 η πλήρης ένταξη του υιοθετημένου στην οικογένεια του υιοθετήσαντος αφέθηκε, ενόψει και των συνεπειών της, στην βούληση (πρωτοβουλία) του τελευταίου, συντελείται δε με την υποβολή από αυτόν της σχετικής ως άνω αίτησης και την έκδοση επ' αυτής απόφασης του δικαστηρίου, από την οποία και γεννάται το προαναφερθέν αμοιβαίο, μεταξύ θετού τέκνου και υιοθετήσαντος, κληρονομικό δικαίωμα, με αντίστοιχη κατάργηση του (προϋφισταμένου) κληρονομικού δικαιώματος του ανηλίκου έναντι της φυσικής του οικογένειας (ΑΠ 2083/2014).Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές, σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμόρφωσής τους.

Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του αρχικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του (ΟλΑΠ 1236/1982, ΑΠ 292/2018, ΑΠ 261/2013). Εκ τρίτου, ναι μεν από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν.

δ. 17/7/1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους", κατά την οποία δεν επιτρέπεται οιαδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας μέρους ή του όλου γηπέδου, επί του οποίου ο ιδιοκτήτης σχημάτισε ή αναγνώρισε σχηματισθέντες τυχόν χωρίς τη θέλησή του κοινόχρηστους χώρους (ιδιωτικές οδούς και πλατείες) ή επιδιώκει το σχηματισμό ή την αναγνώρισή τους με σχετική μεταβίβαση και ότι κάθε τέτοια μεταβίβαση της κυριότητας είναι αυτοδικαίως άκυρη, συνάγεται ότι μόνο η μεταβίβαση της κυριότητας με οποιονδήποτε τρόπο μέρους ή όλου του ακινήτου είναι άκυρη, δεν αποκλείεται όμως από τις διατάξεις αυτές η κτήση της κυριότητας από τρίτο πρόσωπο με έκτακτη χρησικτησία τμήματος του μείζονος οικοπέδου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση της κυριότητας (ΑΠ 993/1987), ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 1853/1944 και 1 παρ. 1 του ν. 1448/1950, η αληθής έννοια των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 20 του ανωτέρω ν.δ.

είναι ότι η από αυτές οριζόμενη ακυρότητα είναι μεν απόλυτη, αίρεται όμως εξαρχής, αφότου, μετά τις νόμιμες διατυπώσεις (πρόταση του οικείου Δήμου και σύμφωνη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων) επεκταθεί το σχέδιο πόλεως ή εγκριθούν οι σχηματισθέντες ή αναγνωρισθέντες ως σχηματισθέντες κοινόχρηστοι χώροι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ενώ κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 544/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το πωλητήριο συμβόλαιο ....68/1964 του συμβολαιογράφου Ι. Γ., το οποίο μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα....., ο Ε. Κ. του Β. πούλησε και μεταβίβασε στη Χ. σύζυγο Ν. Σ., κατά πλήρη κυριότητα, έναν αγρό, εκτάσεως 5 στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον, κείμενον στη θέση "...

ή ..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου .....και οριζόμενον γύρωθεν: ανατολικώς με Π. Β., δυτικώς με κληρονόμους Χ., βορείως με Δ. Ν. Φ. και νοτίως με κληρονόμους Π. Φ., τον οποίον είχε αποκτήσει με το πωλητήριο συμβόλαιο ....11/1963 του ίδιου συμβολαιογράφου που είχε μεταγραφεί νόμιμα.... Το έτος 1964 η αγοράστρια Χ.

σύζυγος Ν. Σ. κατέτμησε τον πιο πάνω αγρό σε 22 αγροτεμάχια, τεμνόμενα από δύο ιδιωτικές οδούς, μία κάθετη με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, πλάτους 6 μέτρων, και μία οριζόντια με κατεύθυνση από ανατολάς προς δυσμάς, πλάτους επίσης 6 μέτρων, τα οποία αποτυπώνονται στο από Ιουνίου 1964 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ.

Κ. που έχει επισυναφθεί στο συμβόλαιο ....42/1964 του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, και άρχισε να τα πωλεί. Ένα από τα αγροτεμάχια αυτά είναι και το υπ' αριθμόν 12 του πιο πάνω τοπογραφικού, το οποίο, σύμφωνα με αυτό, έχει εμβαδόν 178,12 τ.μ., βρίσκεται στην ίδια πιο πάνω θέση και περιφέρεια και ορίζεται γύρωθεν:

ανατολικώς με Π. Β. επί πλευράς μήκους 11,50 μ., δυτικώς με ιδιωτική οδό πλάτους 6 μ., αφεθείσα από την πιο πάνω ιδιοκτήτρια προς εξυπηρέτηση του όλου κτήματος, επί πλευράς μήκους 16,50 μ., βορείως με Δ. Ν. Φ., επί πλευράς μήκους 12,50 μ., και νοτίως με ιδιωτική οδό πλάτους 6 μ., αφεθείσα από την πιο πάνω ιδιοκτήτρια προς εξυπηρέτηση του όλου κτήματος, επί πλευράς μήκους 13,80 τετ.

μέτρων. Το πιο πάνω αγροτεμάχιο, το οποίο καταλαμβάνει το βορειοανατολικό άκρο του όλου αρχικού αγρού των 5 στρεμμάτων και έχει πρόσοψη και προς τις δύο πιο πάνω ιδιωτικές οδούς, όπως ακριβώς περιγράφεται πιο πάνω, η Χ. σύζυγος Ν. Σ. το πούλησε και το μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην Α. χήρα Σ. Τ. με το πωλητήριο συμβόλαιο ....155/1967 του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα......Η Α.

χήρα Σ. Τ. απεβίωσε την 30.8.1992 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από την ενάγουσα, θετή κόρη της και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, Ε. σύζυγο Π. Φ., την οποίαν η αποβιώσασα είχε υιοθετήσει με την απόφαση 679/1960 των εν Πειραιεί Πρωτοδικών. Η ενάγουσα απεδέχθη την κληρονομιά της θετής μητέρας της με την πράξη αποδοχής 5832/2008 της συμβολαιογράφου Ε.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα.... Στην πράξη αυτή αποδοχής η ενάγουσα συμπεριέλαβε και το πιο πάνω ακίνητο (επίδικο) και μνημόνευσε όλα τα προαναφερόμενα πωλητήρια συμβόλαια και τα στοιχεία μεταγραφής τους, με τα οποία αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα της θετής μητέρας της. Στο διάστημα που διέρρευσε, όμως, η περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης ως πολεοδομική ενότητα "..." του Δήμου .... (σχετ.

το από 25.7.1992 Π.Δ/γμα - ΦΕΚ 861 /Δ/17.8.1992) και εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής αυτής μελέτης, η οποία τελικά κυρώθηκε με την απόφαση 18956/3291/31.12.2002 του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και μεταγράφηκε νόμιμα......Η πράξη αυτή εφαρμογής επέφερε μεταβολές στο επίδικο, ως προς την έκταση και το σχήμα του, ως συνέπεια της τακτοποιήσεως και του ορθογωνισμού του ίδιου και των γειτονικών οικοπέδων, ενώ, εκ των δύο ιδιωτικών οδών που η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Χ.

σύζυγος Ν. Σ. είχε αφήσει για την εξυπηρέτηση των 22 αγροτεμαχίων που δημιούργησε με την κατάτμηση του αρχικού αγρού των 5 στρεμμάτων, η μεν κάθετη, με την οποίαν το επίδικο συνόρευε προς δυσμάς, καταργήθηκε η δε οριζόντια, με την οποίαν το επίδικο συνόρευε προς νότον, διαπλατύνθηκε από 6 σε 12 μέτρα και ονομάστηκε οδός ......

Σύμφωνα με την από Μαΐου 2014 τεχνική έκθεση και το από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., που συνετάγησαν κατ' εντολήν της ενάγουσας και από την ίδια μετ' επικλήσεως προσκομίζονται, στα διαγράμματα και στους πίνακες που συνοδεύουν την πιο πάνω πράξη εφαρμογής το επίδικο:

α) στην μεν αρχική του μορφή, εμπίπτει στο οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.) 128, έχει κτηματολογικό αριθμό (Κ.Α.) 400522, έκταση 174,52 τ.μ., σχήμα ίδιο με εκείνο του αγροτεμαχίου 12 του από Ιουνίου 1964 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ., και στο από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.

Μ. εμφαίνεται περιμετρικά υπό τους αριθμούς....., ταυτίζεται δε πλήρως με το πιο πάνω αγροτεμάχιο που περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως της θετής μητέρας και καθολικής δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Χαρίκλειας συζύγου Νικολάου Σιδεράκη, β) στην δε τελική του μορφή, όπως αυτή προέκυψε από την πιο πάνω πράξη εφαρμογής, εμπίπτει στο ίδιο πιο πάνω Ο.Τ. 128, φέρει τον αριθμό 6, έχει εμβαδόν 157,90 τ.μ., εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.

Μ. υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία.... και συνορεύει γύρωθεν, κατά το άνω διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς Α-Β μήκους 7,19 μ. με το υπ' αριθμόν 1 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας αγνώστου, νότια επί πλευράς Δ-Γ μήκους 8,90 μ. με ρυμοτομική γραμμή και πέραν αυτής με την οδό ....., πλάτους 12 μ., ανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 21,55 μ.

με το υπ' αριθμόν 5 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου πρώην ιδιοκτησίας Β. Λ. και Β. Δ. και ήδη αγνώστων και δυτικά επί πλευράς Α-Δ μήκους 24,89 μ. με το υπ' αριθμόν ...4 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας των εναγομένων, με αυτά τα στοιχεία δε, όπως προέκυψαν μετά την πιο πάνω πράξη εφαρμογής, η ενάγουσα το συμπεριέλαβε και το περιέγραφε στην προαναφερόμενη ...32/2008 πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ε.

Κ., με την οποίαν απεδέχθη την επαχθείσα σε αυτήν εξ αδιαθέτου κληρονομιά της θετής μητέρας της Α. χήρας Σ. Τ.. Πλήρως, επομένως, αποδεικνύεται ότι το επίδικο εμπίπτει στους τίτλους κτήσεως κυριότητας της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, άμεσης και απωτέρων, για τους οποίους έγινε λόγος παραπάνω. Περαιτέρω από τις αεροφωτογραφίες του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) με χρονολογίες φωτοληψίας 1982, 1992 και 2001, τις οποίες η ενάγουσα επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει και όπως αυτές ερμηνεύονται από τον τοπογράφο μηχανικό Δ.

Μ. στην προαναφερόμενη από Μαΐου 2014 τεχνική έκθεσή του, το επίδικο, καθ' όλο το διάστημα από το έτος 1969 έως και το έτος 2002, ουδέποτε περιφράχθηκε, καλλιεργήθηκε, φυτεύθηκε ή καθαρίστηκε από τα ξερά χόρτα, αλλά παρέμεινε χέρσος αγρός.

Συνεπώς, μόνη δυνατή, εκ των πραγμάτων, πράξη νομής επ' αυτού ήταν η εποπτεία του, αυτήν δε ακριβώς ασκούσαν συνεχώς από το έτος 1964 έως και το έτος 2002 η ενάγουσα και πριν από αυτήν οι δικαιοπάροχοι της Α. χήρα Σ. Τ., Χ. σύζυγος Ν. Σ. και Ε. Κ., δια περιοδικών επί τόπου επισκέψεων και επιτηρήσεώς του, όπως ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Κ.

Φ. (επ' ακροατηρίω) και Α. Φ. (ένορκη βεβαίωση), θυγατέρων της, που συμβαδίζουν με τα δεδομένα των πιο πάνω αεροφωτογραφιών, προκύπτει. Η προσεπικληθείσα- παρεμπιπτόντως εναγομένη Μ. σύζυγος Α. Χ. το γένος Α. Δ. άσκησε κατά της Μ. Κ. την από 27.11.2000 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου αγωγή της, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είχε γίνει κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, δια περιφράξεως, καλλιεργείας, δενδροφυτεύσεως, εποπτείας και επιτηρήσεώς του, πράξεις τις οποίες ασκούσε συνεχώς από τον Φεβρουάριο του 1969 έως και το έτος 2000 και ότι η εναγομένη, ένα μήνα πριν από την άσκηση της αγωγής, την επισκέφθηκε αιφνιδίως στην οικία της και εκεί της δήλωσε ότι αυτή είχε γίνει κυρία του επιδίκου με αγορά από το έτος 1960 και ότι θα προσέφευγε στη λήψη δικαστικών μέτρων για την αποβολή της από αυτό, με βάση δε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της ζήτησε, προς άρση της αβεβαιότητας που δημιουργήθηκε, να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς της πάνω σε αυτό.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε την 15.1.2002 ερήμην της εναγομένης Μ. Κ., η οποία δεν εμφανίστηκε, και έγινε δεκτή με την οριστική 1341/2002 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία στήριξε την κρίση της στην επ' ακροατηρίω κατάθεση της μάρτυρα της ενάγουσας Μ. Π. και ειδικότερα στη βεβαίωσή της ότι η ενάγουσα από το έτος 1969 το είχε περιφράξει, ενσωματώνοντάς το σε γειτονική προς βορράν ιδιοκτησία της, και είχε φυτέψει σε αυτό δένδρα -πορτοκαλιές και ότι προ έτους παρουσιάστηκε κάποια Κανουτά και είπε ότι είναι δικό της.

Την πιο πάνω απόφαση, όταν έγινε τελεσίδικη, η προσεπικληθείσα - παρεμπιπτόντως εναγομένη, αφενός μεν την μετέγραφε νόμιμα...., αφετέρου δε την επικαλέστηκε ως τίτλο κτήσεως κυριότητας του επιδίκου και πέτυχε, με αίτησή της, να διορθωθεί η υπ' αριθμόν 1 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής ενότητας "..." του Δήμου .....

με την απόφαση 11560/2079/10/2003 του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που μεταγράφηκε νόμιμα...., δια της αναγραφής στους οικείους πίνακες που συνοδεύουν την πράξη εφαρμογής των στοιχείων της ταυτότητάς της ως κυρίας του επιδίκου, αντί της ενδείξεως "αγνώστου ιδιοκτήτη", με την οποίαν αυτό ήταν έως τότε καταχωρημένο.

Στη συνέχεια αυτή, με το πωλητήριο συμβόλαιο ....913/2003 του συμβολαιογράφου Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα...., πούλησε και μεταβίβασε το επίδικο στους εναγομένους - προσεπικαλούντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες Ε. Σ. του Π. και Θ. Κ. του Γ., κατά πλήρη κυριότητα και κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, αντί συνολικού τιμήματος 25.000 ευρώ.

Οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι τα πιο πάνω περιστατικά, προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με λόγο εφέσεως ένσταση κτήσεως εκ μέρους των, κατά παράγωγο τρόπο και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ιδίας κυριότητας πάνω στο επίδικο. Η ένσταση αυτή, όμως, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και απορριπτέα, διότι, ανεξαρτήτως του αν η προαναφερόμενη 1341/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπήρξε προϊόν συμπαιγνίας μεταξύ της δικαιοπαρόχου των εναγομένων και της ερήμην δικασθείσας Μ.

Κ. με σκοπό την δημιουργία τίτλου ή όχι, ουδόλως απεδείχθη η επί τριακονταετία, από το έτος 1969 έως το έτος 2000, άσκηση της νομής επιδίκου από την προσεπικληθείσα -παρεμπιπτόντως εναγομένη και μάλιστα, με υλικές πράξεις, όπως περίφραξη, καλλιέργεια και δενδροφύτευση, τις οποίες η ίδια με την αγωγή της επικαλέστηκε και η πιο πάνω μάρτυρας της ενόρκως βεβαίωσε, πλην όμως ουδέποτε ενήργησε, όπως από τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες, που εμφανίζουν το επίδικο γυμνό, πλήρως απεδείχθη.

Συνεπώς ούτε η προσεπικληθείσα- παρεμπιπτόντως εναγομένη απέκτησε δι' εκτάκτου χρησικτησίας την κυριότητα του επιδίκου ούτε ακολούθως τη μεταβίβασε στους εναγομένους με το προαναφερόμενο ...913/2003 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γ. Κ., ακριβώς δε γι' αυτό το λόγο με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτή η εναντίον της παρεμπίπτουσα αγωγή των εναγομένων και υποχρεώθηκε να τους επιστρέφει το τίμημα που της είχαν καταβάλει για την αγορά του, χωρίς μάλιστα να προσβάλει την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Το πρώτον το έτος 2002, η παρεμπιπτόντως εναγομένη, λίγο πριν μεταβιβάσει το επίδικο στους εναγομένους, το περιέφραξε, το ίδιο δε εν συνεχεία έκαναν και εκείνοι μετά την αγορά του, την αποβολή της δε από αυτό με τις προαναφερόμενες πράξεις των εναγομένων και της δικαιοπαρόχου των η ενάγουσα την έμαθε το έτος 2006 όταν το επισκέφθηκε προς έλεγχο και επιτήρησή του και το βρήκε περιφραγμένο για να επακολουθήσει την 22.11.2010 η εκ μέρους της κατά των εναγομένων άσκηση της υπό κρίση αγωγής της.

Από όλα τα παραπάνω συνδυαζόμενα δεν απεδείχθησαν οι ενστάσεις των εναγομένων: α) ότι απέκτησαν, κατά παράγωγο τρόπο και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ιδίαν κυριότητα πάνω στο επίδικο και β) ότι παρεγράφη η υπό κρίση διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας, αφού από της προσβολής της κυριότητάς της πάνω σε αυτό (2002) έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής της (22.11.2010) δεν είχε παρέλθει εικοσαετία, και συνεπώς οι ενστάσεις αυτές είναι αβάσιμες κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθούν.

Αντιθέτως, πλήρως και κατά τις δύο βάσεις του (παράγωγος κτήση και έκτακτη χρησικτησία), απεδείχθη το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας πάνω στο επίδικο, καθώς και η εκ μέρους των εναγομένων παράνομη έναντι αυτής άσκηση της νομής του και συνακόλουθα το κατ' ουσίαν βάσιμο της υπό κρίση αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του και με τις ίδιες όπως και η παρούσα αιτιολογίες, τις μεν πιο πάνω ενστάσεις των εναγομένων απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, την δε υπό κρίση αγωγή δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς τις αποδείξεις εξετίμησε και συνεπώς οι λόγοι της έφεσης με τους οποίους η ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και απορριπτέοι".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς τις βάσεις της που αφορούσαν την κτήση της κυριότητάς της τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και σύμφωνα με όσα παρατίθενται στη μείζονα σκέψη: α) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 976, 1045, 1051 ΑΚ και 1561 παρ. 1 ΑΚ, εκ των οποίων μάλιστα η ισχύς του τελευταίου (1561 παρ. 1) από 19-12-1996, κατά τα προεκτεθέντα, ήταν αδύνατο να καταλάβει την υπό κρίση περίπτωση, λόγω του, προηγηθέντος αυτής (ισχύος), θανάτου της θετής μητέρας της αναιρεσίβλητης (1992), οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες έκτος, όγδοος και δέκατος (όχι ένατος, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 975 ΑΚ, κατά το οποίο στα δικαιώματα του ενεχύρου και των δουλειών η νομή συνίσταται στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων με διάνοια δικαιούχου, που φέρεται επίσης κατά τον όγδοο αναιρετικό λόγο ως παραβιασθέν, είναι παντελώς άσχετο με την υπό κρίση υπόθεση και β) περιέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου και τη μη απόδειξη από το έτος 1969 μέχρι το έτος 2000 άσκησης οποιασδήποτε πράξης επιδηλωτικής της νομής της από την άμεση δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων-εναγομένων, ενώ η παρατιθέμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης φράση "ανεξαρτήτως του αν η προαναφερόμενη απόφαση 1341/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπήρξε προϊόν συμπαιγνίας μεταξύ της δικαιοπαρόχου των εναγομένων και της ερήμην δικασθείσας Μ.

Κ. με σκοπό τη δημιουργία τίτλου ή όχι..." δεν ενέχει ενδοιασμό ως προς την αιτιολογία του και δεν καθιστά αναμφίβολο το αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο είναι πλήρες και σαφές ως προς τη, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση κυριότητας από την ενάγουσα και τη δικαιοπάροχό της επί του επιδίκου και τη μη κτήση κυριότητας επ' αυτού από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους και τη δικαιοπάροχο τους, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων ένατος από τον αριθμό 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Οι ανωτέρω λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω με τους τέταρτο και πέμπτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του ν. δ. 17/7/1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους" και 12 παρ. 4 του ν. 1337/1983 αντίστοιχα. Αμφότεροι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι προεχόντως απαράδεκτοι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, διότι ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται αν αυτοί προτάθηκαν νόμιμα ως λόγοι έφεσης ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, αλλ' ούτε και από την επιτρεπτή επισκόπηση της από 20-11-2015 σχετικής έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει η νομότυπη προβολή τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες, δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου ή απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες έχουν σκοπό την αποφυγή της ταλαιπωρίας των διαδίκων με την, αποτελούσα άγονη τυπολατρεία, ανατροπή της απόφασης του ανώτερου δικαστηρίου, που συγκεντρώνει κατά τεκμήριο περισσότερες εγγυήσεις ευθυκρισίας, δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο, κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος, ούτε προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το 11° Πρόσθετο Πρωτόκολλο της που διασφαλίζουν το δικαίωμα κάθε προσώπου να δικασθεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο.

Ο προαναφερόμενος όμως λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (ΟλΑΠ30/1995, ΟλΑΠ 3/1991, ΑΠ 527/2018, ΑΠ 453/2018).

Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 109 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται να αφαιρεθεί από κανέναν, χωρίς τη θέλησή του, ο δικαστής που ορίζει ο νόμος γι' αυτόν και το αρμόδιο δικαστήριο δεν μπορεί να μεταβιβάσει τη δικαιοδοσία του, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και τυχόν παραβίαση της δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 5 ΚΠολΔ αντίστοιχα, προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή, ότι εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΚΠολΔ και δεχόμενο ότι δεν αποτελεί λόγο έφεσης το γεγονός ότι, ενώ η διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων υπήγετο, κατ' άρθρο 14 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, λόγω της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς (15.000 ευρώ), αυτή εκδικάσθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφενός παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 του Συντάγματος, 109 του ΚΠολΔ, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το 11° Πρωτόκολλο της και αφετέρου εσφαλμένα δέχθηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ήταν αρμόδιο να δικάσει την ένδικη διαφορά.

Σύμφωνα όμως με όσα προεκτίθενται, ο μεν πρώτος λόγος είναι αβάσιμος ως προς τις διατάξεις του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του 11ου Πρωτοκόλλου της και απαράδεκτος ως προς την δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 109 ΚΠολΔ, ενώ ο δεύτερος λόγος είναι απαράδεκτος διότι η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την καταλυτική της αγωγής ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή την προαναφερόμενη ένσταση, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της, ως άνω, ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 1104/2018).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του, όταν δε αυτό φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (ΑΠ 781/2016, ΑΠ 78/2015).

Με τον τρίτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδεται η μομφή ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα λόγο έφεσης που αφορούσε την αοριστία της αγωγής της αναιρεσίβλητης διότι στο εισαγωγικό δικόγραφο της γίνονται δυο διαφορετικές περιγραφές του επιδίκου ακινήτου, ως έχοντος περιέλθει κατά κυριότητα σ' εκείνη σε μείζονα έκταση με αναφορά σε διαφορετικά διαγράμματα και με διαφορετικά στο καθένα όρια, χωρίς να προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου στο μείζον ακίνητο και χωρίς να εκτίθεται σ' αυτό ο τρόπος κτήσης της νομής του από την αναιρεσίβλητη και τους δικαιοπαρόχους της, ούτε το χρονικό διάστημα νομής των για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου έκτακτης χρησικτησίας.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του από 20-12-2008 αγωγικού δικογράφου της (αναιρεσίβλητης) σ' αυτό αναφέρεται ότι το επίδικο, που ανήκε παλαιότερα σε μείζονα εδαφική έκταση, περιήλθε αυτοτελώς κατά κυριότητα, το έτος 1967, στην άμεση δικαιοπάροχό της κατά τον προαναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση παράγωγο τρόπο και είχε αρχικό εμβαδόν 178,12 τ.μ., όπως τούτο αποτυπώνεται κατά τα τότε όριά του στο από Ιουνίου 1964 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ.

Κ., ενώ κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (2008) και μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης του Δήμου ....., δυνάμει της υπ' αριθ. 1 Πράξης Εφαρμογής της Πολεοδομικής Ενότητας "...", που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 18956/Τ3291/31-12-2002 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που μεταγράφηκε νόμιμα, είναι οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., στο με αριθμό .....28 Οικοδομικό Τετράγωνο και επί της οδού ......, στην ως άνω Πράξη Εφαρμογής έχει Κ.Α. 40.05.22, ως αρχική ιδιοκτησία και έχει έκταση 174,52 τ.μ., ενώ ως τελική ιδιοκτησία, μετά την εισφορά σε γη, έχει έκταση 157,90 τ.μ.

και αριθμό οικοπέδου 06, με πλήρη και σαφή περιγραφή των ορίων του, όπως αποτυπώνεται στο από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., χωρίς να υφίσταται υποχρέωση περαιτέρω προσδιορισμού και της θέσης του στη μείζονα εδαφική έκταση που παλαιότερα ανήκε. Εξάλλου, στην αγωγή αναφέρονται ως εκδηλωτικές επί του επιδίκου πράξεις νομής τόσο από την ενάγουσα (από το 1992 μέχρι το 2008), η οποία το απέκτησε κατά κυριότητα από κληρονομιά της θετής μητέρα της με νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς, όσο και από την, ως άνω, άμεση δικαιοπάροχο της (από το 1967 μέχρι το θάνατο της το 1992), η οποία το απέκτησε εξ αγοράς με νομίμως μεταγραφέν πωλητήριο συμβόλαιο το έτος 1967, αλλά και την απώτερο δικαιοπάροχο της, πωλήτρια τότε του επιδίκου Χ.

συζ. Ν. Σ., οι συχνές επισκέψεις, ο έλεγχος και η φροντίδα καθαρισμού του, με συνέπεια να συμπληρώνεται ο απαιτούμενος κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετής χρόνος έκτακτης χρησικτησίας. Ως εκ τούτου η αγωγή είναι ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα κατά νόμο, ως άνω, στοιχεία ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόφη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόφη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).

Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν ενώπιον του από τους αναιρεσείοντες, προκειμένου εκείνοι να αποδείξουν τις εκδηλωτικές της νομής τους, εμφανείς διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου για να επιστηρίξουν την προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας, ήτοι:

α) το από 26-5-2004 έγγραφο του Δήμου ..... προς την δικαιοπάροχο τους Μ. Δ., β) την από 26-5-2000 πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα εις βάρος της τελευταίας, γ) τις σχετικές αποδείξεις καταβολής των δόσεων της ανωτέρω εισφοράς και δ) τις υπ' αριθ. ...7300 και ...5282 δηλώσεις του ν. 2308/1995 στο Γραφείο Κτηματογράφησης .... Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, όπως ρητά άλλωστε αναφέρει, "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν", στα οποία αναμφίβολα περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα.

Συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2017 αίτηση του Ε. Σ. του Π. και της Θ. Κ. του Δ., συζύγου Ε. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4003/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο .

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Αυγούστου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ