Legislator Giurisprudenza & Legislazione
986/2014 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses Nestle's appeal against Athens Court of Appeal's award of franchisee customer loss damages.

Numero d'incarto 986/2014
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece dismissed Nestle's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment awarding damages to a franchisee for lost customers. The court found that the lower court correctly applied the Franchise Law to the exclusive distribution agreement and the specific conditions for customer loss compensation. Consequently, the appeal was rejected, and Nestle was ordered to pay the franchisee's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 1, 8, and 9 of Law 219/1991; The Supreme Court held that an exclusive distribution agreement constitutes a franchise relationship where the franchisor is liable for customer loss damages if the franchisee proves the loss resulted from the franchisor's breach of the agreement.

Parole chiave

Generato dall'IA
exclusive distribution agreement franchise law application customer loss damages franchisee compensation appeal dismissal breach of contract franchisee rights reato motivante l'estradizione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 1 of Law 219/1991
Article 8 of Law 219/1991
Article 9 of Law 219/1991
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Case 4/2005
Case 8/2006
Case 2/2013
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 986 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 986/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ" (η οποία απορρόφησε την ανώνυμη εταιρεία "ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ ΑΕ", πρώην "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4526/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 29 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 4526/2009 του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, καίτοι, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού (ΟλΑΠ 8/2006).

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε αναλογική εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από τον νόμο αναλογική εφαρμογή αυτής, παράλειψη που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή της. Αντίστροφα, υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου όταν γίνεται από το δικαστήριο της ουσίας αναλογική εφαρμογή αυτού, παρότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την αναλογική εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με εκείνη που ο νόμος ρυθμίζει και ανάγκη αναλογικής προστασίας (ΟλΑΠ 2/2013).

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία απορρέει από την αρχή της συνταγματικά κατοχυρωμένης αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της ελευθερίας των συμβάσεων, ιδίως ως προς τον καθορισμό του περιεχομένου τους, είναι διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι παραγωγός ή χονδρέμπορος, δεσμεύεται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, ορισμένο εμπόρευμα για συγκεκριμένη εδαφική περιοχή, το οποίο ο διανομέας δεσμεύεται να μεταπωλεί σε τρίτους στα όρια της περιοχής αυτής στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφέρει από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου ως εμπορικός αντιπρόσωπος χαρακτηρίζεται ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως σε συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου την αγοραπωλησία εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου.

Δηλαδή ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί βοηθητικές διαμεσολαβητικές εργασίες στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό. Ενδιάμεση μορφή διαμεσολαβητικής δραστηριότητας στη λειτουργία του εμπορίου είναι ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος, ο οποίος ενεργεί τις προαναφερόμενες πράξεις στο δικό του όνομα (όπως και ο αποκλειστικός διανομέας), αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου (όπως και ο εμπορικός αντιπρόσωπος).

Στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, οι οποίες δεν ρυθμίζονται με ειδικές νομοθετικές διατάξεις, έχουν καταρχήν αναλογική εφαρμογή οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (άρθρα 90, 91 ΕμπΝ και 3 ΕισαγΝ ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του "προμηθευτή, που κυρίως συμβαίνει όταν αυτός ακολουθεί τις οδηγίες του προμηθευτή ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, με δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα σήματα του τελευταίου, αλλά και υποχρέωση να τον πληροφορεί για το πελατολόγιό του και για τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.

Οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και μάλιστα αυτόν που έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας αποκλειστικά την πώληση ή αγορά εμπορευμάτων, και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα του.

Αντίθετα, οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσώπευσης ούτε υπό την ισχύ του νόμου 3557/2007. Όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής συναλλακτικής πίστης (άρθρα 4 παρ. 1Σ και 288 ΑΚ), οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 έχουν, υπό προϋποθέσεις, ανάλογη εφαρμογή και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, εφόσον η λειτουργία τους προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας και ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, όπως συμβαίνει ιδίως όταν ο αποκλειστικός διανομέας ή ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με εκείνες που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ. 219/1991.

Ειδικότερα, τέτοιες είναι οι υποχρεώσεις α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος του εντολέα τους κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμφωνημένη περιοχή ευθύνης τους και να υπόκεινται στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των σχετικών αγοραπωλησιών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.

Η συνομολόγηση αυτών των υποχρεώσεων, οι οποίες δεν είναι ανάγκη να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορεί η έλλειψη κάποιας από αυτές να καλύπτεται από την αυξημένη έκταση των λοιπών, καθιστά τους εν λόγω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, παρότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται άμεσα οφέλη και για τον εντολέα τους, ο οποίος δεν αντλεί οικονομικό όφελος μόνο από την εκπλήρωση της κύριας επαγγελματικής υποχρέωσής τους, αλλά και από τις προαναφερόμενες ιδιαίτερες συμβατικές υποχρεώσεις, ακόμη και μετά τη λήξη της σύμβασης από τη χρήση του πελατολογίου τους μέσω άλλων επαγγελματιών.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, έχουν, και για τον χρόνο πριν από τον ν. 3577/2007, αναλογική εφαρμογή, ολική ή μερική, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας ή σε άλλες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις, που εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας και επιβάλλει εξ αντικειμένου την επέκταση και σ’ αυτές των σχετικών διατάξεων, η δικαιοδοτική δε λειτουργία αυτή δεν συνιστά ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου (βλ.ΟλΑΠ 16/2013).

Περαιτέρω και εφόσον συντρέχουν οι όροι αναλογικής εφαρμογής, μπορεί να επιδικαστεί και στον αποκλειστικό διανομέα ή στον παραγγελιοδοχικό αντιπρόσωπο η αποζημίωση πελατείας του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, η οποία συνιστά αξίωση εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης και ενέχει στοιχεία αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος και αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Όπως δε προκύπτει από την παρ. 1α του ίδιου άρθρου, για τη θεμελίωση της αξίωσης αυτής, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεστεί με την αγωγή του και να αποδείξει ο αποκλειστικός διανομέας ή ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος. Πιο συγκεκριμένα πρέπει να συντρέχουν:

α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με αυτούς τους πελάτες και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν πριν από αυτόν, ενώ ως σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς. Αντίστοιχα, η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών του αντιπροσωπευόμενου από υποθέσεις με παλαιούς ή νέους πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου μπορεί να προέρχεται τόσο από την επιβίωση διαρκών συμβάσεων που κατάρτισε ο εμπορικός αντιπρόσωπος με τρίτους στην περιοχή ευθύνης του, όσο και από την επικερδή για τον πρώτο εκμετάλλευση του γνωστού σ’ αυτόν πελατολογίου του δευτέρου στην ίδια περιοχή, έστω και αν τα πωλούμενα προϊόντα είναι επώνυμα και γνωστά στο καταναλωτικό κοινό λόγω και της διαφημιστικής προβολής τους από τον αντιπροσωπευόμενο.

Τέλος, κριτήρια καθορισμού του ποσού της επιδικαστέας αποζημίωσης πελατείας είναι το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο (παραγωγό ή προμηθευτή) μετά τη λήξη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια αυτού και το εκτιμώμενο κέρδος που θα είχε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αν συνεχιζόταν η λειτουργία της σύμβασης, η δε σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού διαμορφώνεται από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του σχετικού πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (ευθεία ή εκ πλαγίου).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά : "Ο ενάγων στην Αθήνα, με τη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγόμενης, εταιρεία, με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ .ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που είναι εταιρεία παραγωγής προϊόντων παγωτού, ευρείας κατανάλωσης, είχε συνάψει από το έτος 1984 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, αορίστου χρόνου, με βάση την οποία διακινούσε και μεταπωλούσε σε τρίτους λιανοπωλητές, τα προϊόντα αυτής σε συγκεκριμένη, στο Περιστέρι Αττικής, γεωγραφική περιοχή, έναντι προμήθειας ποσοστού 8%.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων, έχοντας εκ των προτέρων την απαιτούμενη επαγγελματική υποδομή και κεφάλαια, δηλαδή, δικό του φορτηγό αυτοκίνητο με ψυκτικό θάλαμο, υπαλληλικό προσωπικό, επαγγελματική πείρα και εν γένει οτιδήποτε ήταν απαραίτητο, ανέλαβε να διαθέτει τα προϊόντα της παραπάνω εταιρείας, σε διάφορα σημεία λιανικής πώλησης (περίπτερα, ψιλικατζίδικα, φούρνους, εστιατόρια, super markets, κλπ.) που βρίσκονταν στην εδαφική περιοχή του Περιστερίου Αττικής, που περικλείεται από τις οδούς Κ., Τ., Θ., Α.

Γ., Σ., Ι., Λ. Κ., Θ. και Π.. Η σύμβαση αυτή, αόριστου χρόνου, μετατράπηκε στις 28-11-1986 σε σύμβαση ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκε, στη συνέχεια, με τις από 20-1-1990, 20-2-1995, 30-10-1998 και 5-6-2000, όμοιες, κατά τους όρους τους, έγγραφες συμβάσεις που επιγράφονται ως "Σύμβαση Κύριας Συνεργασίας". Τελευταία, η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε στις 1-11-2003, με χρόνο λήξης την 31-12-2006, που παρατάθηκε επί δύο μήνες, με κοινή συναίνεση των συμβαλλομένων μερών και έληξε τελικά, στις 31-12-2006.

Η δεύτερη εναγόμενη πολυεθνική εταιρεία, με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", αγόρασε το 96,53% του μετοχικού πακέτου της παραπάνω δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγόμενης, εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", την οποία μετονόμασε με την επωνυμία της, ήδη, πρώτης εναγόμενης, δηλαδή σε "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ Α.Ε.", η οποία και έγινε, έτσι, καθολική διάδοχος αυτής και αντισυμβαλλόμενη, πλέον του ενάγοντα, κατά τη διάρκεια της τελευταίας, παραπάνω, μεταξύ τους, σύμβασης συνεργασίας, η οποία λειτούργησε μεταξύ του ενάγοντα και της πρώτης εναγόμενης με τους ίδιους, ακριβώς, όρους, όπως και με τη δικαιοπάροχο της τελευταίας.

Οι παραπάνω, διαδοχικές και ομοειδείς συμβάσεις ορισμένου χρόνου διέπονταν από τους ουσιώδεις όρους, που αναφέρονται σ’ αυτές, σύμφωνα με τους οποίους η διανομή των παραπάνω προϊόντων γίνονταν με δαπάνες του ενάγοντα και η μεταπώλησή τους, σε τιμή που διαμορφωνόταν από αυτόν, προσαυξημένη κατά το ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής του, που καθορίστηκε στο 9,5% στην τιμή, που αυτός τα αγόραζε από την πρώτη εναγόμενη.

Η μεταξύ τους συνεργασία εξελισσόταν ως εξής: Ο ενάγων παρελάμβανε κάθε μέρα το, συντηρούμενο με δικές του δαπάνες, φορτηγό ιδιοκτησίας του, από τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της πρώτης εναγόμενης, φορτωμένο με την απαιτούμενη ποσότητα παγωτών, με βάση σχετικά δελτία παραγγελίας, κατέβαλλε το τίμημα των εμπορευμάτων στην πιο πάνω προμηθεύτριά του, μειωμένο όμως, κατά το πιο πάνω ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής του, προς 9,5% επί της αξίας αυτών και εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια αγοράς, στο όνομά του.

Στη συνέχεια, εκτελούσε το καθημερινό δρομολόγιο του, προς τα σημεία λιανικής πώλησης, όπου και μεταπουλούσε τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης, στην αξία που τα είχε αγοράσει με την, επί πλέον, προσαύξηση του παραπάνω ποσοστού της αμοιβής του. Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος 1) να φέρει στο φορτηγό του τα χρώματα και σήματα της πρώτης εναγόμενης, 2) να διακινεί τα εμπορεύματα αποκλειστικά και μόνο στην παραπάνω εδαφική περιοχή, 3) να τηρεί το καθήκον εχεμύθειας και να μη συνεργάζεται με ανταγωνιστές της πρώτης εναγόμενης, ή να διακινεί δικά τους εμπορεύματα, ακόμη και ένα έτος, μετά την τυχόν λύση της δικής τους σύμβασης, 4) να έχει ως στόχο να διαθέτει τις οριζόμενες, με βάση σχετικές εγκύκλιες της πρώτης εναγόμενης, ποσότητες εμπορευμάτων.

Αν επιτύγχανε το στόχο αυτό, θα αμειβόταν με πρόσθετη αμοιβή (πριμ), 5) ακόμη δε έπρεπε να έχει τοποθετημένο στο φορτηγό του, φορητό υπολογιστή, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιό του, και στο οποίο είχε πρόσβαση η πρώτη εναγόμενη, 6) να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές, επιθεωρώντας τα σημεία πώλησης, την ορθή λειτουργία τους, την επάρκεια των αποθεμάτων τους, την καλή εμφάνιση και κατάστασή τους, την τοποθέτηση του σχετικού διαφημιστικού υλικού και 7) εν γένει, να προωθεί τα συμφέροντα της πρώτης εναγόμενης.

Η σύμβαση αυτή, με βάση τους παραπάνω όρους και συμφωνίες της, αλλά και με βάση τον τρόπο, κατά τον οποίο λειτούργησε στην πράξη, έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όπως αυτή περιγράφηκε στη μείζονα σκέψη της πρώτης παραγράφου της απόφασης αυτής, και δεν συνιστά μία απλή σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγόμενη.

Ο ενάγων δεν διακινούσε απλά και εναπέθετε τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης στα σημεία λιανικής πώλησης ως απλός μεταφορέας, αλλά: α) ήταν ανεξάρτητος επαγγελματίας με δική του επιχείρηση που συντηρούσε με δικά του κεφάλαια και με, ήδη, διαμορφωμένη υποδομή, ενταγμένος, όμως, στο δίκτυο διανομής της πρώτης εναγόμενης, β) συντηρούσε με δικές του δαπάνες τον εξοπλισμό, το φορτηγό και την υπαλληλική, γραμματειακή και εν γένει υποστήριξη της επιχείρησής του, γ) προμηθευόταν, αποκλειστικά από την πρώτη εναγόμενη, τα εμπορεύματά του, αγοράζοντας αυτά σε μειωμένη τιμή, κατά το ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής του και τα μεταπωλούσε στους λιανοπωλητές, εκδίδοντας τιμολόγια στο όνομά του, με κέρδος την παραπάνω διαφορά της τιμής αγοράς τους και μεταπώλησής τους, ενώ ο κίνδυνος ανήκε σ’ αυτόν, εφόσον είχε, ήδη, προκαταβάλει και την αξία των εμπορευμάτων του, δ) είχε ποσοτικούς στόχους που του όριζε η πρώτη εναγόμενη, για την επίτευξη, όσο το δυνατόν περισσότερων πωλήσεων, ε) είχε υποχρέωση μη ανταγωνισμού και εχεμύθειας, ακόμη και για ένα έτος, από τη λύση της σύμβασής του, στ) είχε υποχρέωση χρήσης των χρωμάτων και των διακριτικών σημάτων της πρώτης εναγόμενης, ζ) είχε υποχρέωση να διακινεί τα προϊόντα της, σε γεωγραφικά οριοθετημένη περιοχή, η) είχε υποχρέωση να ανακοινώνει, στην πρώτη εναγόμενη, τυχόν νέα σημεία λιανικής πώλησης (πελάτες), να επισκέπτεται και να επιθεωρεί τα ήδη υπάρχοντα, καθώς και να προασπίζεται τα συμφέροντα της πρώτης εναγόμενης, προμηθεύτριάς του.

Επομένως, από τα παραπάνω, που, ουσιαστικά, δεν αρνήθηκε η πρώτη εναγόμενη, αλλά προκύπτουν και από το γραπτό κείμενο, των μεταξύ τους, διαδοχικά, υπογραφεισών συμβάσεων συνεργασίας, που, με νόμιμη επίκληση, προσκομίζονται, προκύπτει, ότι η επίδικη συνεργασία μεταξύ των συγκεκριμένων διαδίκων, ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα και τα άρθρα 8 και 9 του π.δ/τος 219/1991, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην προαναφερθείσα μείζονα σκέψη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, ότι, παρότι η διάρκεια των συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντα και της πρώτης εναγόμενης, και πριν από αυτήν, της δικαιοπαρόχου της, είχαν, τυπικά, ορισμένη διάρκεια και έληγαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, αυτές ήταν στη ουσία, "αλυσσιδωτές" συμβάσεις, οι οποίες συνήφθησαν για ορισμένο χρόνο, με ταυτόσημο, όμως, ή κύρια με ίδιο περιεχόμενο και χωρίς να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, σε κάθε ανανέωσή τους.

Αντίθετα, κάθε νέα έγγραφη σύμβαση, που διαδεχόταν την προηγούμενη, ήταν ίδια με τη σύμβαση που έληξε, ως προς την εξωτερική της διάρθρωση και το κυρίως περιεχόμενό της, ακόμη και ως προς το ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής, για το οποίο δεν γινόταν καν νέα διαπραγμάτευση. Επομένως, ο χωρισμός της ενιαίας και για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπάρχουσας συμβατικής σχέσης, μεταξύ των διαδίκων, σε περισσότερες όμοιες ή παρόμοιες συμβάσεις, οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων, που αφορούν την καταγγελία και, γι’ αυτό οι "αλυσσιδωτές" αυτές συμβάσεις κρίνονται ως ενιαία σύμβαση, που συνήφθη για αόριστο χρόνο, στην οποία βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 8 του προαναφερθέντος π.δ/τος, που έχει ως αποτέλεσμα, ότι η συμβατική σχέση δεν έληξε μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας της τελευταίας σύμβασης, δηλαδή στις 30-10-2006, αφού η πρώτη εναγόμενη, που ήθελε να καταγγείλει αυτή τη συμβατική σχέση, έπρεπε να την καταγγείλει με τήρηση των προθεσμιών, που καθορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, δηλαδή προ έξι (6) μηνών.

Όμως, λαμβανομένου υπόψη, ότι η ένδικη σύμβαση, παρατάθηκε με κοινή συμφωνία μέχρι την 31-12-2006, η παράταση αυτή, θεωρείται, ότι ήταν μέρος της εξάμηνης προθεσμίας καταγγελίας της μακρόχρονης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, που, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να διακοπεί, μετά την πάροδο ενός ακόμη τετραμήνου, από την παραπάνω ημερομηνία της 31-12-2006, δηλαδή στις 30-4-2007 και για το οποίο τετράμηνο, ο ενάγων δικαιούται να αξιώνει τα διαφυγόντα κέρδη του, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και πάλι στην παραπάνω μείζονα σκέψη.

Περαιτέρω, ο ενάγων δικαιούται την αξίωση περί αποζημίωσης "πελατείας", με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του πιο πάνω π.δ/τος 219/1991, που εφαρμόζονται, εν προκειμένω, ανεξάρτητα από τον όρο που περιλήφθηκε στην ένδικη σύμβαση, σύμφωνα με τον οποίο, όπως ισχυρίστηκε πρωτόδικα η πρώτη εναγόμενη και επαναφέρει με ειδικό λόγο της έφεσής της, ο ενάγων παραιτείται οποιασδήποτε αξίωσής του, που απορρέει από τη διάταξη του άρθ. 9 του πιο πάνω π.δ/τος για αποζημίωσή του, για απωλεσθείσα πελατεία, δεδομένου ότι ο όρος αυτός, δεν έχει ισχύ, εφόσον είναι αντίθετος στη διάταξη του άρθ. 9 παρ. 4 του ίδιου π.δ/τος που απαγορεύει την παραίτηση του αντιπροσώπου, (ή διανομέα), από τις αξιώσεις του εν λόγω άρθρου, πριν από τη λήξη της σύμβασης.

Εξ άλλου, ο ενάγων ναι μεν, όπως κάθε διανομέας της πρώτης εναγόμενης, είχε προκαθορισμένο δρομολόγιο και δεν μπορούσε να συνάπτει συμφωνίες προμήθειας παγωτών, απευθείας με τους λιανοπωλητές, όμως ήταν εκείνος που στα πλαίσια της εδαφικής του αρμοδιότητας, παρακολουθούσε στενά την αγορά, υπό την έννοια, ότι, αν αντιλαμβανόταν την ύπαρξη νέου σημείου λιανικής πώλησης, ενημέρωνε άμεσα την πρώτη εναγόμενη, ώστε να προσεγγίσει, το ταχύτερο δυνατό, το σημείο αυτό, με τον επιθεωρητή της, ενόψει και του ανταγωνισμού από τις άλλες εταιρείες, παραγωγής και εμπορίας ομοειδών προϊόντων.

Πέρα όμως, από τα παραπάνω και ανεξάρτητα από το αν, κατά την επίδικη τελευταία, πριν τη διακοπή της συνεργασίας του ενάγοντα, πενταετία, αυτός εισέφερε νέους πελάτες, αποδείχθηκε πλήρως, ότι οπωσδήποτε προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της προμηθεύτριας του, πρώτης εναγόμενης, με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής, μείζονα σκέψη, όπως αυτοί οι πελάτες, ειδικά, αναλύονται στη σχετική με επίκληση, προσκομιζόμενη κατάσταση, την οποία και δεν αμφισβητεί άμεσα, η πρώτη εναγόμενη.

Το γεγονός αυτό απορρέει άμεσα και από το ίδιο το περιεχόμενο της έγγραφης σύμβασής του, αφού από το σύνολο σχεδόν των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντα αποδεικνύεται, ότι σε αυτό, ακριβώς, στοχεύει, δηλαδή στην προαγωγή της σχέσης πελάτη-λιανοπωλητή με την πρώτη εναγόμενη. Επομένως, είναι αυτονόητο, ότι ο ενάγων δεν μετέφερε, απλά, τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης, στα διάφορα σημεία λιανικής πώλησης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή, αλλά, περαιτέρω, επιθεωρούσε αυτά τα σημεία, ελέγχοντας τα αποθέματά τους, προωθώντας νέα είδη παγωτού παραγωγής της προμηθεύτριάς του, τοποθετώντας το σχετικό διαφημιστικό υλικό της, επιβλέποντας την ορθή λειτουργία των ψυκτικών μηχανημάτων και θαλάμων της, επιτηρώντας τη μη εναπόθεση ανταγωνιστικών προϊόντων στα δικά της ψυγεία και, εν γένει, διαφυλάσσοντας, με κάθε τρόπο, τα συμφέροντα της πρώτης εναγόμενης.

Ο ισχυρισμός της τελευταίας, ότι δηλαδή η ποιότητα των παγωτών της, είναι αυτή που προσελκύει τους πελάτες, δεν αναιρεί την παροχή επιμελούς εργασίας από μέρους του ενάγοντα, για την προώθηση των παγωτών της αυτών, με βάση τα καθήκοντα που η ίδια ανέθεσε στους διανομείς της, και δεν θα είχε λόγο να αναθέσει, αν αρκούσε για την προώθηση των προϊόντων της, μόνον η καλή τους ποιότητα.

Άλλωστε, και μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης, η πρώτη εναγόμενη διατηρεί προφανή οφέλη, εφόσον, χάρη και στις προσπάθειες του ενάγοντα, συνεχίζει να συναλλάσσεται με τους εν λόγω πελάτες, διανέμοντας τους παγωτά με άλλο, πλέον, διανομέα. Ενόψει των παραπάνω, και λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη, ότι, σύμφωνα με τον όρο 11 της σύμβασής του, ο ενάγων δεν μπορεί να εργαστεί σε ανταγωνιστική εταιρεία της πρώτης εναγόμενης, μέχρι και ένα έτος, μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους, αυτός δικαιούται εύλογη αποζημίωση, για την απώλεια της πελατείας του, η οποία πρέπει να είναι ίση με το μέσο ετήσιο όρο, των αμοιβών που εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε χρόνια, (2002 έως 2006) λειτουργίας της αορίστου χρόνου, ενιαίας σύμβασής του.

Αντίθετα, δεν συντρέχει περίπτωση συνυπολογισμού και της, επί πλέον, διαφοράς, από τη μειωμένη προμήθεια που λάμβανε για τη διανομή των ίδιων προϊόντων στα "super markets", διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο όρος αυτός δεν επιβλήθηκε καταχρηστικά, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Έτσι αποδείχθηκε, ότι, λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού προς 9,5% της αμοιβής του:

α) το έτος 2002 ο ενάγων σημείωσε πωλήσεις ύψους 583.216,56 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά του προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 55.405,57 Ευρώ, β) το έτος 2003 σημείωσε πωλήσεις ύψους 616.032,01 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά του προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 58.523,04 Ευρώ, γ) το έτος 2004 σημείωσε πωλήσεις ύψους 598.301,03 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά του προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 56.838,59 Ευρώ, δ) το έτος 2005 σημείωσε πωλήσεις ύψους 521.445,77 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά του προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 49.537,35 Ευρώ, και ε) το έτος 2006 σημείωσε πωλήσεις ύψους 489.776,87 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά του προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 46.528,80 Ευρώ.

Συνεπώς, η εύλογη αποζημίωση πελατείας, που δικαιούται να λάβει ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των (55.405,57 + 58.523,04 + 56.838,59 + 49.537,35 + 46.528) =266.833,35 : 5 = 53.366,67 Ευρώ, που συνιστά το μέσο ετήσιο όρο των κερδών του και από τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν 15.979,26 Ευρώ, που ο ενάγων συνομολογεί, ότι οφείλει στην πρώτη εναγόμενη και αφαιρεί από την ένδικη αξίωσή του και, επομένως, δικαιούται να λάβει το υπόλοιπο ποσό των 37.387,41 Ευρώ.

Επίσης, με βάση τα παραπάνω, και λαμβανομένου υπόψη, ότι η πρώτη εναγόμενη, κατάγγειλε τη μεταξύ αυτής και του ενάγοντα σύμβαση συνεργασίας, χωρίς να τηρήσει την εξάμηνη προθεσμία, αλλά μόνο τους δύο μήνες, κατά τους οποίους, τυπικά, παράτεινε τη διάρκεια της τελευταίας έγγραφης σύμβασης συνεργασίας τους, ουσιαστικά όμως προειδοποίησε τον ενάγοντα για την οριστική διακοπή αυτής και την ανάκληση της εντολής της, για αποκλειστική διανομή των προϊόντων της, ο ενάγων δικαιούται και τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε κατά τους επόμενους τέσσερεις (4) μήνες, από την πρόωρη διακοπή της σύμβασής του, που έγινε, τελικά, στις 31-12-2006.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων έλαβε, όπως προαναφέρθηκε, το έτος 2006, συνολικά για το ποσοστό αμοιβής του, το ποσό των 46.528,80 Ευρώ, και επομένως, έλαβε κατά μήνα και κατά μέσο όρο 3.877,40 Ευρώ, τα οποία, με πιθανότητα και κατά την κοινή πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε κατά μήνα, αν συνεχιζόταν η λειτουργία της σύμβασής του επί τετράμηνο ακόμη, και επομένως, συνολικά, θα αποκόμιζε 15.509,60 Ευρώ.

Από αυτά θα πρέπει να αφαιρεθούν, τουλάχιστον τα 5.000 Ευρώ, που, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, και κατά τη συνήθη πορεία των .πραγμάτων, θα αποτελούσαν με πιθανότητα, τα έξοδα λειτουργίας της επιχείρησής του, (έξοδα κίνησης και συντήρησης του φορτηγού, αμοιβή του υπαλλήλου του κλπ.) και, επομένως, τα καθαρά κέρδη του θα ανέρχονταν, κατά το τετράμηνο αυτό, στο ποσό των 10.509,60 Ευρώ".

Με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, είναι καταρχήν δυνατή στην κρινόμενη υπόθεση η αναλογική εφαρμογή και των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτές, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, έχοντας κατάλληλη επιχειρηματική υποδομή, συμφώνησε να αγοράζει από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας προϊόντα παγωτού αυτής, τα οποία στη συνέχεια θα μεταπωλούσε με δικές του δαπάνες στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό αποκλειστικά σε πελάτες αυτής στην περιοχή του Περιστερίου Αττικής και σε τιμή που ο ίδιος διαμόρφωνε με επιχειρηματική διακινδύνευση και με κέρδος τη διαφορά της προκαταβαλλόμενης τιμής αγοράς και της τιμής μεταπώλησής τους και με τις πρόσθετες δεσμεύσεις που μνημονεύονται στην απόφαση (χρήση σημάτων της αναιρεσείουσας, τήρηση εχεμύθειας, ηλεκτρονική γνωστοποίηση πελατολογίου κλπ ), ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας με σύμβαση αποκλειστικού διανομέα των προϊόντων της στη συγκεκριμένη περιοχή και λειτούργησε με την ίδια ιδιότητα μέχρι τη λήξη της σύμβασης, όπως ορθά δέχτηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Επίσης, με βάση τις ίδιες ουσιαστικές παραδοχές της εφετειακής απόφασης, συνέτρεχαν οι τασσόμενες από το άρθρο 9 παρ. 1α-β του π.δ. 219/1991 προϋποθέσεις για τη νομική θεμελίωση της απαίτησης αποζημίωσης πελατείας, που επιδικάστηκε στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο. Επομένως, η κρίση του Εφετείου, ότι ήταν αναλογικά εφαρμοστέες στην προκείμενη υπόθεση οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 8 παρ. 2-4 και 7 και 9 παρ. 1α-β του.

π.δ. 219/1991 δεν είναι εσφαλμένη, ο δε λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που επικαλείται παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η εφετειακή απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 (ως προς το κεφάλαιο επιδίκασης διαφυγόντων κερδών), θεωρώντας εσφαλμένα τη δίμηνη συναινετική παράταση της ένδικης σύμβασης μετά τις 31-10-2006 σαν σιωπηρή συνέχιση αυτής μετά τη λήξη της, ώστε να καταστεί αορίστου χρόνου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού, όπως προκύπτει από τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και ότι κατέστη σιωπηρώς αορίστου χρόνου μετά τη δίμηνη παράτασή της, αλλά δέχτηκε (ορθά) ότι οι διαδοχικές και αλυσιδωτές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν και λειτούργησαν μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου, συνιστούσαν εξαρχής ενιαία σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, η οποία έπρεπε να καταγγελθεί με τήρηση εξάμηνης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 4526/2009 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης..

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ