Legislator Giurisprudenza & Legislazione
986/2013 Generato dall'IA

Supreme Court allows partial appeal against public hospital judgment, ordering interest from lawsuit filing date.

Numero d'incarto 986/2013
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding interest on a debt owed to a public hospital. The lower court incorrectly failed to apply the law requiring interest to accrue from the date the lawsuit was filed, even though the claim was limited to a recognition of debt rather than a full payment. Consequently, the Court set aside the specific part of the lower court's ruling that ignored this statutory interest rule and ordered the hospital to pay the principal amount plus legal interest calculated from the filing date.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Article 7, paragraph 2 of Law 496/1974; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: When a claim against a public legal entity is limited to a recognition of debt, interest on the recognized amount must accrue from the date of the lawsuit's filing, not from the date of judgment.

Parole chiave

Generato dall'IA
public hospital debt statutory interest rate lawsuit filing date recognition of debt Code of Civil Procedure partial annulment legal costs allocation

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 7, paragraph 2 of Law 496/1974
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 986 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 986/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ι. Τ. του Ε. και 2) Π. Τ. του Ε., κατοίκων ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων κατ' ισομοιρίαν, της αποβιωσάσης (αρχικής διαδίκου) Ε. χας Ε. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1997 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ε. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3026/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 8079/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα με την από 29-1-2001 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1702/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8079/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3622/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2008 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1037/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 14-5-2012 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίζεται ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή με ειδικό νόμο, και αρχίζει από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ν.Π.Δ.Δ., από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.

Εφόσον, όμως, ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974) δεν διακρίνει, δεν συνδέει, δηλαδή, την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας, προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου.

Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι, στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό οφείλονται τόκοι (σχ. ΑΕΔ 7/2011 ως προς την τοκογονία σε βάρος του Δημοσίου, κατά την παρόμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, κ.δ. 26-6/10-7-1944).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι, μετά τον εν μέρει περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής σε αναγνωριστικό, δεν έχει υποχρέωση το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. προς καταβολή τόκων επί του ποσού των 34.285,34 ευρώ, που αναγνωρίσθηκε (με την προσβαλλόμενη απόφασή του) ότι οφείλει τούτο (αναιρεσίβλητο) στην αρχικώς ενάγουσα και ήδη αποβιώσασα Ε.

χήρα Ε. Τ., η οποία, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα (υπ' αριθμ…/13-6-2005 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου, υπ' αριθμ…/12-6-2007 Πιστοποιητικό Πλησιεστέρων Συγγενών και υπ' αριθμ…/26-10-2007 Πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης), αποβίωσε στις 11-6-2005 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Ι.

Τ. του Ε. και Π. Τ. του Ε., ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνέχισαν κανονικά τη δίκη, κατά τα άρθρα 287, 290 ΚΠολΔ. Έτσι το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της ενάγουσας, επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 34.285,34 ευρώ (χωρίς αναγνώριση οφειλής τόκων επί του ποσού αυτού).

Με τη κρίση του, όμως, αυτή, το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφήρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία έπρεπε να εφαρμόσει, αφού, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, η έννοια της διατάξεως αυτής είναι ότι, σε περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος αγωγής περί χρηματικής οφειλής, ασκηθείσας κατά Ν.Π.Δ.Δ., σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής.

Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί μόνο ως προς την αναγνωριστική διάταξη του διατακτικού αυτής. Μετά την αναίρεση, όμως, της αποφάσεως για τον παραπάνω λόγο, η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενό της και την έκταση της αναιρέσεώς της.

Έτσι, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, συνδυαζόμενη με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, και να επιδικάσει, με αναγνωριστική διάταξη, το ίδιο ως άνω ποσό, νομιμοτόκως όμως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείοντων, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3622/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνον ως προς την αναγνωριστική διάταξη του διατακτικού αυτής, που αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (34.285,34). Κρατεί την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος.

Δέχεται την αντέφεση της ενάγουσας και εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 3026/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνον ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής, όπως παραδεκτώς περιορίσθηκε εν μέρει σε αναγνωριστικό, περί αναγνωρίσεως οφειλής τόκων από της επιδόσεως της αγωγής επί του αναγνωρισθέντος ως οφειλόμενου ποσού. Δέχεται το άνω αίτημα της αγωγής, όπως περιορίσθηκε. Αναγνωρίζει ότι το αναιρεσίβλητο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (34.285, 34), το οποίο αναγνωρίσθηκε ως οφειλόμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ