Legislator Giurisprudenza & Legislazione
985/2024 Generato dall'IA

Supreme Court allows bank to recover statutory severance by reclassifying voluntary bonus as severance pay.

Numero d'incarto 985/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece overturned the Court of First Instance's dismissal of Alpha Bank's appeal regarding a former employee's claim for statutory severance. The court found that the bank had voluntarily paid a 50,000 euro bonus to induce the employee's early resignation, which the employee argued was a full settlement of all claims including statutory severance. The court ruled that this voluntary payment constituted severance pay under the relevant laws rather than a valid waiver of statutory rights, thereby allowing the bank to recover the amount. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for further proceedings with the bank entitled to recover its legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 361 and 287 of the Civil Code; Article 5, paragraph 1 of Law 435/1976: A voluntary financial incentive paid by an employer to induce an employee's resignation constitutes statutory severance pay and cannot be treated as a valid waiver of the employee's right to claim statutory severance under mandatory public law provisions.

Parole chiave

Generato dall'IA
statutory severance pay voluntary bonus classification waiver of statutory rights mandatory public law provisions inducement to resignation recovery of overpayment remand for further proceedings abbandono del posto di lavoro

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 361 and 287 of the Civil Code
Article 5, paragraph 1 of Law 435/1976
Article 8 of Law 3198/1955
Article 2112/1920
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Case 1081/2018 of the Supreme Court
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 985 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 985/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ρ. του Ι., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1638/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6234/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική της δαπάνη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, την καταδίκη της αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της και υπέβαλε το από 12-12-2022 έγγραφο με ενστάσεις και αιτήματα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 287 του ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατή η κατάρτιση σύμβασης, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον ορισμένη παροχή (ενταύθα χρηματική), όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατάρτισης μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνίας οικειοθελούς αποχώρησης του τελευταίου ή συναινετικής "καταγγελίας" από τον εργοδότη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού με την παροχή στον τελευταίο οικονομικών προς τούτο κινήτρων από τον εργοδότη (ΑΠ1081/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, µε την οποία αντικαταστάθηκε το β' εδ. του άρθρου 8 ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί µε την παρ. 4 του άρθρου 8 ν. δ. 3789/1957, "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόµενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισµού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συµπληρώσαντες ή συµπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας των ή να αποµακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαµβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι µεν επικουρικώς ησφαλισµένοι το 40%, οι δε µη ησφαλισµένοι επικουρικώς το 50% της υπό του ν. 2112/1920 οριζοµένης αποζημιώσεως, για την περίπτωση της απροειδοποιήτου καταγγελίας", κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συµβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατοµικές συµβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".

Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής, ως "ευνοϊκότεροι όροι" νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της, είτε στο ίδιο το δικαίωµα καταγγελίας.

Από τις διατάξεις αυτές, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συµφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρµόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο.

Το μόνο δε δικαίωμα που έχει αυτός είναι να αξιώσει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α του ν. 3198/1955 και εκείνης, που καταβλήθηκε, ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού (ΑΠ 681/2011). Τέλος, η δήλωση του μισθωτού κατά την αποχώρηση από την εργασία του προς τον εργοδότη του ότι εισέπραξε τη συμφωνηθείσα, μεγαλύτερη της νομίμου, αποζημίωση απόλυσης και ότι δεν διατηρεί άλλες αξιώσεις κατ' αυτού, αφορώσες την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, είναι επιτρεπτή εφόσον δεν πρόκειται για αξιώσεις που υπολείπονται των νομίμων ορίων της εργατικής νομοθεσίας (πρβλ.

ανωτέρω αποφάσεις ΑΠ). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την οποία εσφαλμένως επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το ποσό των 17.574,56 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ενώ η αναιρεσίβλητη είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία της λαμβάνοντας, βάσει εγγράφου συμβάσεως, το ποσό των 50.000 ευρώ, δηλώνοντας ότι το ποσό αυτό καλύπτει και ικανοποιεί πλήρως κάθε ενδεχόμενη απαίτησή της σχετικά με τη λήξη της εργασίας της στην Τράπεζα (αναιρεσέιουσα), δέχθηκε, κατά το κρίσιμο για τον αναιρετικό έλεγχο σκεπτικό της, τα ακόλουθα:

Ότι η ανώνυμη εταιρεία " ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ",της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, προσέλαβε την ενάγουσα στις 20/7/1992 ως υπάλληλο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας διεπόταν από τις διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, που είχε καταρτισθεί με την από 11.11.1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1255/1977) με την 46806/10314/1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15669/1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446/1981) και έχει ισχύ νόμου, ως εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 και 5 του ν. 3239/1955 και περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις.

Έτσι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ήταν ορισμένου χρόνου, διότι στον διέποντα αυτή Οργανισμό Προσωπικού προβλέπεται (άρθρο 31) η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας με τη συμπλήρωση καθορισμένου ορίου ηλικίας και συγκεκριμένα του 62ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους για τις γυναίκες υπαλλήλους και λόγω της αντισυνταγματικότητος του εν λόγω όρου, ως προς την διαφοροποίηση του ορίου ηλικίας, με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας για όλους τους υπαλλήλους ανεξαρτήτως φύλλου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στις 25/5/2010 υπέβαλε εγγράφως στην εναγομένη αίτηση παραιτήσεως, με την οποία δήλωσε ότι παραιτείται από την υπηρεσία, αποχωρώντας εν τοις πράγμασι αυθημερόν από την υπηρεσία της εναγομένης και έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες της προς την τελευταία, από την ως άνω δήλη ημέρα.

Η δε συγκατάθεση της εναγομένης δεν ήταν αναγκαία, αφού αυτή ενυπάρχει στο άρθρο 31 του Οργανισμού της. Εφόσον δε, με το ίδιο ως άνω άρθρο 31 του Οργανισμού της εναγομένης, οι συμβάσεις των εργαζομένων σ' αυτή, λύονται και πριν από το προβλεπόμενο ως άνω όριο ηλικίας "λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση", χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, τότε για τη ταυτότητα του νομικού λόγου οικειοθελής αποχώρηση από την υπηρεσία θεωρείται και η αποχώρηση των εργαζομένων με παραίτηση πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας.

Κατόπιν τούτων η επίδικη σύμβαση λύθηκε μετά την πάροδο 30 εργασίμων ημερών από την παύση παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, οπότε πληρώθηκε η συναφής διαλυτική αίρεση περί προώρου λύσεώς της και μετετράπη εξαρχής σε αορίστου χρόνου, η δε παραιτηθείσα ως άνω εργαζόμενη δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.

α' του ν. 3198/1955, εφόσον πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η λύση της συμβάσεως της ενάγουσας επήλθε στις 30/6/2010 δηλαδή με την πάροδο τριάντα (30) εργασίμων ημερών και από τότε θεωρείται ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και πληρώθηκε στο πρόσωπό της, η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η σύμβαση εργασίας της, σύμφωνα και με την ως άνω πρόβλεψη στον Οργανισμό Προσωπικού της εναγομένης για τέτοιες περιπτώσεις λύσεως συμβάσεων εργασίας των μισθωτών της, πριν τη συμπλήρωση της συμβατικής διάρκειας τούτων.

Κατά το χρόνο της αποχωρήσεώς της, η ενάγουσα είχε συμπληρώσει πραγματικό χρόνο απασχολήσεως στην εναγομένη 17 έτη, 10 μήνες και 5 ημέρες. Επιπλέον συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και δικαιούται τη μειωμένη αποζημίωση που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη, ήτοι το 50 % της αποζημιώσεως, την οποία θα λάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της από την εναγομένη.

Όμως, η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της ζητεί την μειωμένη αποζημίωση που προβλέπεται από τη διάταξη του εδ. β' άρθρου 8 ' του ως άνω νόμου, ήτοι το 40 % της αποζημιώσεως και ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δυνάμει της αρχής της διαθέσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ) της επεδίκασε το ποσό των 17.574,56 ευρώ (2.942,17 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές Χ 14 μήνες + προσαύξηση το 1/6, από 2.746,02 ευρώ = 43.936,40 Χ 40 0%), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσεως της εργασιακής συμβάσεως.

Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει το ως άνω ποσό στην ενάγουσα νομιμοτόκως σύμφωνα και με την αναφερόμενη, στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, διάταξη του άρθρου 74 & 3 του Ν.3863/2010 ως ακολούθως: α) ποσό 5.884,34 ευρώ (2 μήνες Χ 2.942,17 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από τις 30/6/2010 (που λύθηκε κατά τα ανωτέρω η σύμβαση), β) ποσό 5.884,34 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 30/8/2010 και γ) ποσό 5.805,88 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 30/10/2010.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, κατέβαλε στην ενάγουσα, κατά την αποχώρησή της, το ποσό των 50.000 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως. Αυτή η αποζημίωση, η οποία καταβλήθηκε οικειοθελώς, τόσο στην ενάγουσα, όσο και σε πολλούς άλλους συναδέλφους της, είχε τον χαρακτήρα του οικονομικού κινήτρου για την (πρόωρη) αποχώρησή τους (μπόνους), χωρίς να έχει σχέση με την ως άνω οφειλομένη αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.

Άλλωστε, στην προαναφερόμενη από 25/5/2010 αίτηση-δήλωση παραίτησης η ενάγουσα φέρεται να δηλώνει ότι το ανωτέρω ποσό των 50.000 ευρώ καλύπτει οποιαδήποτε απαίτηση της σχετικά με τη λήξη της εργασίας της στην Τράπεζα, περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους, είτε νομίμων, είτε συμβατικών και ιδίως εκείνης του άρθρου 8 του Ν.3198/1955,πλην όμως, με την εν λόγω αίτηση-δήλωση δεν καταρτίζεται έγκυρη συμφωνία περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την αποζημίωση του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, καθόσον κάθε συμφωνία, με την οποία περιορίζονται τα δικαιώματα του μισθωτού, που προστατεύονται δυνάμει διατάξεων αναγκαστικού δικαίου δημοσίας τάξεως, όπως είναι και η ανωτέρω είναι άκυρη.

Κατά συνέπεια και ο ισχυρισμός της εναγομένης, περί ολοσχερούς εξοφλήσεως της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1638/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσιβλήτου και µε την οποία (αγωγή) ζητούσε να τους καταβληθεί, πέραν της αποζημιώσεως των 50.000 ευρώ που τής καταβλήθηκε και η αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 8 του Ν. 3198/1955.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, παραβίασε µε εσφαλμένη εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και 5 παρ. 3 του ν. 435/1976, αφού η ως άνω παροχή που επέλεξε να λάβει η αναιρεσίβλητη ως ευνοϊκότερη ταυτίζεται µε την αποζημίωση κατά την έννοια του ν. 2112/1920, ως ισχύει µετά την τροποποίησή του, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα µε τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου της, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, συνεπώς, είναι βάσιµος.

Επομένως πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές απ' αυτούς που εξέδωσαν την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτό είναι εφικτό, και τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6234/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης