Legislator Giurisprudenza & Legislazione
985/2010 Generato dall'IA

Supreme Court partially allows appeal regarding procedural validity of summons after case suspension due to death.

Numero d'incarto 985/2010
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court partially set aside the final judgment of the Single-Member Court of First Instance in a dispute over property development. The appellant argued that the summons was invalid because the opposing party's death had suspended the case, rendering subsequent procedural acts void. The court rejected this claim, ruling that death alone does not automatically suspend proceedings and that all prior acts remained valid without formal notification of the suspension. Consequently, the appeal was allowed only regarding the specific issue of the building's status and value, while the case was remitted for retrial.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 287 and 289 of the Code of Civil Procedure; The death of a party does not automatically suspend civil proceedings, and procedural acts remain valid unless formally notified of the suspension.

Parole chiave

Generato dall'IA
civil procedure suspension death of party effect validity of summons procedural acts validity case remittal proponente azione diretta all'esclusione dalla comunione dei comproprietari negozio giuridico immobiliare

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 287 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 289 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 985 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 985/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... O.E.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 μη οριστική και 180/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/12/2008 αίτησή του και τους από 18/1/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 10/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και όπως συμπληρώνεται από τον εισηγητή και από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος του κυρίως δικογράφου και να απορριφθούν οι λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 180/2008 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελές Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρ, 1 παρ. 1 και 2 του νόμου 1562/1985 "οικοδόμηση ιδιόκτητων ακινήτων" με την οποία ορίζεται, ότι συγκύριοι τουλάχιστον 65% οικοπέδου ή γηπέδου που μπορεί να οικοδομηθεί σύμφωνα με το νόμο, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστικώς να επιτραπεί η οικοδόμηση του κατά το σύστημα της αντιπαροχής, αν συντρέχει αναπόφευκτη ανάγκη ή φανερή ωφέλεια για όλους τους συγκυρίους και ότι αν στο οικόπεδο υπάρχει οικοδομή, η ανοικοδόμηση επιτρέπεται, υπό τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον η οικοδομή αυτή έχει νόμιμα χαρακτηριστεί ως κατεδαφιστέα, ως επικίνδυνη ή ως ετοιμόρροπη ή εφόσον λόγω της παλαιότητας ή σημαντικών ζημιών η διατήρησή της, είναι για όλους τους συγκυρίους ασύμφορη, προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εν λόγω διάταξης και τη χορήγηση από το δικαστήριο της ζητούμενης άδειας κατεδάφισης υπαρχόντων κτισμάτων και η εν συνεχεία ανέγερση νέου οικοδομήματος είναι, μεταξύ των άλλων, να καθίσταται ασύμφορη η διατήρηση του υπάρχοντος οικοδομήματος, αλλά παράλληλα να υπάρχει φανερή ωφέλεια για όλους τους συγκυρίους και όχι μόνο για εκείνους που διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων επί του ακινήτου.

Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει οικοδόμημα στο κοινό οικόπεδο, το οποίο πρέπει να κατεδαφιστεί, όχι επειδή είναι ετοιμόρροπο ή επικίνδυνο αλλά επειδή η διατήρησή του, απαιτεί σημαντικές δαπάνες για επισκευές, θα πρέπει το αντάλλαγμα που θα περιέλθει στον ιδιοκτήτη της μειοψηφίας, να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών επί του οικοπέδου της ιδιοκτησίας του, αλλά και την αξία των κτισμάτων, τα οποία υπό άλλες προϋποθέσεις δεν θα κατεδαφίζονταν.

Και τούτο διότι, ενώ το ετοιμόρροπο ή επικίνδυνο κτίσμα είναι χωρίς αξία, για όλους τους συγκυρίους του οικοδομήματος, δεν συμβαίνει το αυτό με κατοικήσιμο κτίσμα, το οποίο είναι ενδεχόμενο λόγω θέσης, προσανατολισμού και καταστάσεως, να αντιπροσωπεύει αγοραστική αξία, (έστω και μικρή) η οποία πρέπει να συνυπολογιστεί κατά τον προσδιορισμό του ανταλλάγματος που θα λάβει ως μερίδιο στη νέα οικοδομή ο ιδιοκτήτης.

Αν το αντάλλαγμα αυτό περιοριστεί μόνο στο αντίστοιχο του εξ αδιαιρέτου ποσοστού επί του οικοπέδου, ζημιώνεται η μειοψηφία, έναντι της πλειοψηφίας (ΑΠ 1102/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, η οποία κατέστη τελεσίδικη, λόγω παρόδου απράκτου της προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως, δικάζον επί της αγωγής της ενάγουσας-νυν αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία, ως έχουσα την πλειοψηφία των ποσοστών συγκυριότητας επί του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, ζητούσε να της χορηγηθεί η άδεια προς ανοικοδόμηση πολυορόφου οικοδομής και προς κατεδάφιση του υφισταμένου επί του οικοπέδου παλαιού οικοδομήματος, δέχθηκε τα εξής, ως προς τη ζήτημα της ωφέλειας των συνιδιοκτητών και ως προς το ζήτημα της κατεδάφισης της παλαιάς οικοδομής. "Η διώροφη κατοικία, που υπάρχει στο οικόπεδο, είναι σε κακή κατάσταση, έχει κατασκευαστεί το έτος 1965 περίπου και είναι εγκαταλελειμμένη από το έτος 1980.

Λόγω της παλαιότητάς της, η διατήρηση αυτής κρίνεται ασύμφορη και για τους δύο συγκυρίους. Επιπλέον, το συνολικό εμβαδόν αυτής είναι όπως προαναφέρθηκε 210 τ.μ., ενώ λόγω του ότι το συγκεκριμένο οικόπεδο έκτασης 661,44 τ.μ. έχει συντελεστή δόμησης 1, μπορεί να ανεγερθεί οικοδομή εμβαδού 661,44 τ.μ..

Συνεπώς, η διατήρηση της παλαιάς υφισταμένης οικοδομής, δεν εξαντλεί τις δυνατότητες αξιοποίησης του οικοπέδου και τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης αυτού και είναι ασύμφορη για τους συγκυρίους. Η ανοικοδόμηση δε του οικοπέδου με ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, δυνατή και συμφέρουσα για τους συγκυρίους, αφού καθένας από αυτούς θα; λάβει στην αποκλειστική κυριότητα του οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα αντιστοιχούν στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας του στο οικόπεδο, ανάλογα με το ποσοστό αντιπαροχής που συνηθίζεται στην περιοχή που βρίσκεται το κοινό οικόπεδο. Η νέα σύγχρονη οικοδομή θα επιφέρει συνεπώς φανερή ωφέλεια για τους συγκυρίους. Την ανοικοδόμηση αυτή, μπορεί και προτίθεται να αναλάβει και η ενάγουσα, ως εργολάβος εταιρία.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς το αίτημα της περί ανοικοδόμησης του ακινήτου με το σύστημα της αντιπαροχής, αφού αποδείχθηκε, ότι αυτό θα επιφέρει φανερή ωφέλεια και για τους δύο συγκυρίους. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα του καθορισμού του τρόπου αξιοποίησης του ακινήτου και ως προς τον καθορισμό της αξίας αυτού και του ανταλλάγματος, που πρέπει να λάβει η μειοψηφία (ο εναγόμενος-νυν αναιρεσείων) δέχθηκε τα εξής: "Προς το σκοπό της ανέγερσης της νέας οικοδομής, έχουν συνταχθεί από την ενάγουσα εταιρία, τα προβλεπόμενα από το νόμο (αρθρ. 3 και 4 του Ν. 1562/1985), σχέδιο της προτεινόμενης από αυτήν εργολαβικής σύμβασης και συγγραφής υποχρεώσεων, με προσύμφωνο για την μεταβίβαση ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου και των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών στην ίδια την ενάγουσα ως εργολάβο εταιρία, σχέδιο της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με περιγραφή των οριζόντιων ιδιοκτησιών που θα διαμορφωθούν, τα έγγραφα δε αυτά μαζί με άλλα ουσιώδη έγγραφα (σχέδιο κανονισμού, κατασκευαστικά σχέδια κ.λ.π.), έχουν κατατεθεί στον συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Θεόδωρο Δημητρόπουλο, ο οποίος συνέταξε την με αριθμ. 32280/8-11-2006 πράξη κατάθεσης εγγράφων, τηρούμενης της προδικασίας του άρθρου 4 του Ν. 1562/1985.

Με βάση τα ανωτέρω έγγραφα, η οικοδόμηση προβλέπεται να γίνει με το σύστημα αντιπαροχής από την ενάγουσα ως εργολήπτρια εταιρία, με την ανέγερση επί του επιδίκου ακινήτου πολυώροφης οικοδομής, που θα διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του ν.3741/1929 και με τους εξής ειδικότερους όρους:

η οικοδομή θα αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο- πυλωτή, πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο πάνω από το ισόγειο ορόφους και δώμα, θα κατασκευαστεί σύμφωνα προς τα αρχιτεκτονικά διαγράμματα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., πίνακα αναλογιών του ίδιου αρχιτέκτονα και τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ...

και προσκομιζόμενη τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων. Το εργολαβικό αντάλλαγμα της εργολήπτριας εταιρίας (ενάγουσας) θα είναι τα 627,2033/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου με τις αντιστοιχούσες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιγράφονται λεπτομερώς στην προτεινόμενη εργολαβική σύμβαση (αποθήκες του υπογείου Υ-4, Υ-5, Υ-6, Υ-7, Υ-8 χωρίς ποσοστό επί του οικοπέδου, διαμερίσματα με στοιχεία Β-1 σε ποσοστό 17,73% εξ αδιαιρέτου, Β-2, Γ-1, Γ-2, Δ-1, Δ-2), ενώ η ίδια θα λάβει ως συνιδιοκτήτρία του οικοπέδου τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιγράφονται λεπτομερώς στην προτεινόμενη εργολαβική σύμβαση (διαμέρισμα με στοιχεία Α-1 και με βοηθητικό χώρο την Υ-3 αποθήκη και ποσοστό 86,27 εξ αδιαιρέτου στο Β-1 διαμέρισμα και με βοηθητικό χώρο την Υ-2 αποθήκη) και αντιστοιχούν σε ποσοστό 225,01/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου.

Στην δε εναγομένη περιέρχεται η με στοιχείο Α-2 οριζόντια ιδιοκτησία καθαρού εμβαδού 63,64 τ.μ., αναλογία εμβαδού επί των κοινοχρήστων μέτρων 18,67 τ.μ., μικτού εμβαδού 82,31 τ.μ., που αντιστοιχεί σε ποσοστό 107,66/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και αποτελείται από 1 δωμάτιο, σαλόνι, τραπεζαρία, λουτρό και ένα ημιυπαίθριο χώρο, με βοηθητικό χώρο την με στοιχεία Υ-1 αποθήκη του υπογείου, χωρίς ποσοστό στο οικόπεδο.

Σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα που ορίσθηκε με την με αριθμ. 109/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ..., πολιτικού μηχανικού, η προτεινόμενη με την ανωτέρω εργολαβική σύμβαση οικοδομή, καλύπτει τους ισχύοντες κανόνες δόμησης. Περαιτέρω στο ερώτημα που του τέθηκε με την ανωτέρω απόφαση, αν η προτεινόμενη αντιπαροχή της εναγομένης είναι συμφέρουσα σε σχέση με το εμβαδόν, την θέση και την αξία του οικοπέδου, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αναφέρει ως συμπέρασμα ότι το ποσοστό της αντιπαροχής αυτής της εναγομένης θεωρείται "καλό".

Αναφέρει, όμως, στην έκθεση του, ότι η εμπορική αξία του τ.μ. στην περιοχή, ανέρχεται σε 850 ευρώ και η εμπορική αξία οικοπέδου, σύμφωνα με πηγές από μεσίτες και εργολάβους, ανέρχεται στο ποσό των 562.224 ευρώ (661,44 τ.μ. Χ 850 ευρώ).

Συνεπώς, η αξία του ποσοστού της εναγομένης ανέρχεται σε 162.370 ευρώ (28,88% Χ 562.224 ευρώ), θα πρέπει όμως να μειωθεί κατά ποσοστό 0,80 ή και παραπάνω, καθόσον δύσκολα θα βρίσκονταν αγοραστής μόνο για αυτό το ποσοστό του οικοπέδου, δηλαδή τελικά προσδιορίζει την εμπορική αξία του ποσοστού της εναγομένης σε 130.000 ευρώ (0,80 Χ 162.000).

Περαιτέρω προσδιορίζει την αξία της προτεινόμενης αντιπαροχής της εναγομένης, δηλαδή την εμπορική αξία του διαμερίσματος με στοιχεία Α-2 (τριάρι με το ένα δωμάτιο Η.Χ.) σε 115.000- 120.000 ευρώ. Με βάση δε την μέθοδο αξιοποίησης, προσδιορίζει ο πραγματογνώμονας την αξία της όλης οικοδομής σε 460.000 ευρώ και την αξία του ποσοστού της εναγομένης σε 132.848 ευρώ και μετά από αφαίρεση ποσοστού 0,90, σε 120.000 ευρώ.

Βάσει, λοιπόν, και των δύο μεθόδων που χρησιμοποιεί ο πραγματογνώμονας η αξία της προτεινόμενης αντιπαροχής της εναγομένης, υπολείπεται αυτής του ποσοστού της στο οικόπεδο κατά 10.000 έως 15.000 ευρώ. Περαιτέρω αναφέρει ότι, το συνολικό ποσοστό της αντιπαροχής, ήτοι το 37,28% είναι συμφέρον με τα σημερινά δεδομένα, το ίδιο δε αναφέρει και ο ..., πολιτικός μηχανικός στην από 5-11-2006 τεχνική έκθεση του που προσκομίζεται από την ενάγουσα και εκτιμάται ελεύθερα (αρ. 390 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι το ποσοστό αντιπαροχής που δίδεται στην συγκεκριμένη περιοχή είναι περίπου 35%.

Ο τελευταίος προσδιορίζει την εμπορική αξία του διαμερίσματος Α-2 σε 110.000 ευρώ. Την εμπορική αξία προσδιορίζει περαιτέρω στην επίδικη περιοχή ανά τετραγωνικό μέτρο, ο ..., πολιτικός μηχανικός, στην τεχνική έκθεση που προσκομίζεται από την εναγομένη σε 1.300 ευρώ. Περαιτέρω ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, που ορίστηκε από το Δικαστήριο, αναφέρει, ότι στην εργολαβική σύμβαση α) δεν διευκρινίζεται ποιος θα επιβαρυνθεί τον ΦΠΑ που επιβαρύνει την αντιπαροχή της εναγομένης, αναφέρει δε ότι συνήθως επιβαρύνεται με αυτόν ο εργολάβος β) δεν ορίζονται θέσεις στάθμευσης στην πυλωτή ή τον ακάλυπτο χώρο για κάθε διαμέρισμα και γ) το διαμέρισμα, που δίδεται ως αντιπαροχή στην εναγομένη, θα μπορούσε με βάση τις αξίες οικοπέδου- διαμερισμάτων, να δοθεί και σε ανώτερο όροφο (πχ β' ή γ' όροφο) για να ταυτισθεί με την εμπορική αξία του ιδανικού μεριδίου συνιδιοκτησίας της επί του οικοπέδου.

Πράγματι δε προσδιορίζει την αξία του Β-2 διαμερίσματος στο ποσό των 120.000 ευρώ, του Γ-2 διαμερίσματος στο ποσό των 125.000 ευρώ και του Δ-2 διαμερίσματος στο ποσό των 130.000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω διαμερίσματα με βάση την προτεινόμενη εργολαβική σύμβαση έχουν το ίδιο μικτό εμβαδόν, με την Α- 2 ιδιοκτησία. Περαιτέρω, αναφέρει, ότι θα πρέπει να γίνουν κάποιες διορθώσεις στην τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων τυπικού περιεχομένου, τις οποίες και αναφέρει στην έκθεση του (Β 160 για δάπεδα υπογείου, σίδηροι οπλισμοί S400- Β500C, κατανομή δαπανών θέρμανσης σύμφωνα με την μελέτη εφαρμογής, δυνατότητα-πρόβλεψη τοποθέτησης ηλιακού συλλέκτη).

Συμπερασματικά, από την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει, ότι η προτεινόμενη αντιπαροχή της εναγομένης υπολείπεται σε αξία σε σχέση με την αξία του ποσοστού συγκυριότητας της επί του οικοπέδου. Περαιτέρω, στην ανωτέρω τεχνική του έκθεση που προσκομίζεται από τον καθού η κλήση, ο συντάξας αυτήν πολιτικός μηχανικός ..., αναφέρει, ότι η αξία της αντιπαροχής της εναγομένης προσδιορίζεται στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυθαίρετα στο ποσό των 130.000 ή 120.000 ευρώ, αλλά και πάλι με βάση την αξία αυτή, υπολείπεται της αξίας του ποσοστού της στο οικόπεδο κατά 15.000 ευρώ.

Ο ίδιος προσδιορίζει την εμπορική αξία του ποσοστού της εναγομένης σε 248.331,03 ευρώ, δεδομένου ότι αναφέρει, ότι η εμπορική αξία ανά τετραγωνικό μέτρο στην περιοχή είναι 1.300 ευρώ. Αναφέρει επίσης ότι υπάρχει οικονομική επιβάρυνση της αντιπαροχής της εναγομένης, αν απαιτηθεί να καταβάλει αυτή τον ΦΠΑ που ανέρχεται στο ποσό των 11.400 ευρώ και αν δεν δοθεί σε αυτήν θέση στάθμευσης, που δεν προβλέπεται ρητά στην ανωτέρω προτεινόμενη σύμβαση.

Περαιτέρω αναφέρει ότι στην τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων υπάρχουν πολλές ελλείψεις σχετικά με τα πλακίδια που θα τοποθετηθούν, τις ξύλινες κατασκευές, τα είδη υγιεινής, τα ηλεκτρολογικά και την κεντρική θέρμανση (μη αναφορά των τιμών υλικών, διαστάσεων, ποιότητας υλικών κλπ) και τελικά καταλήγει ότι ενόψει των ανωτέρω η προτεινόμενη αξιοποίηση του οικοπέδου από την ενάγουσα και η αντιπαροχή που προτείνεται να λάβει η εναγομένη δεν είναι συμφέρουσα για την τελευταία.

Από την εκτίμηση όλου αυτού του αποδεικτικού υλικού, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η ανοικοδόμηση του επιδίκου ακινήτου κατά το σύστημα της αντιπαροχής με τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, δεν αποτελεί περίπτωση φανερής ωφέλειας για την εναγομένη (βλ. και ΑΠ 79/2005 ΝΟΜΟΣ), όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η ίδια, αφού σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε ότι η προτεινόμενη αντιπαροχή που θα δοθεί σε αυτήν, υπολείπεται σε αξία του ποσοστού συγκυριότητας της κατά τουλάχιστον 10.000 ευρώ.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι η εναγομένη δεν κατέθεσε νομότυπα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 1562/1986 διάφορη λύση από αυτή που προτείνει η πλειοψηφία, καταθέτοντας στον ίδιο συμβολαιογράφο, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, τα αναγκαία σχέδια συμβάσεων, έγγραφα και σχεδιαγράμματα, ούτε και με τις προτάσεις της πρότεινε διαφορετική λύση σχετικά με την ανοικοδόμηση του ακινήτου.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 1562/1985, "το Δικαστήριο, αν δεχτεί την αγωγή, καθορίζει τους όρους της εργολαβικής σύμβασης, προσδιορίζει τον εργολάβο και επιτρέπει στους κατά την κρίση του πιο κατάλληλους από τους διαδίκους συγκύριους: α) να καταρτίσουν τις συμβάσεις που απαιτούνται για την ανάθεση στον εργολάβο της οικοδόμησης με αντιπαροχή, για τη σύσταση της χωριστής ιδιοκτησίας και την κατάρτιση του κανονισμού σύμφωνα με τα κατατεθειμένα σχέδια συμβάσεων, έγγραφα και σχεδιαγράμματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 4 του άρθρου 4, όπως αυτά τυχόν τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της απόφασης".

Από την ανωτέρω διάταξη, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, έχει την ευχέρεια, δεχόμενο την αγωγή, να προβεί σε τροποποιήσεις των όρων της εργολαβικής σύμβασης, της σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών κλπ που προτείνει η ενάγουσα, έτσι ώστε να καθίσταται και προς το συμφέρον της εναγομένης η ανοικοδόμηση του ακινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, προκειμένου να ταυτισθεί η αντιπαροχή της εναγομένης, με την εμπορική αξία του ιδανικού μεριδίου συνιδιοκτησίας της επί του οικοπέδου, θα πρέπει με βάση τις αξίες οικοπέδου- διαμερισμάτων, να δοθεί σε αυτήν αντί για το διαμέρισμα με στοιχεία Α--2, το αντίστοιχο σε εμβαδόν και ποσοστό επί του οικοπέδου, διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, με στοιχεία Γ-2, το οποίο έχει καθαρό εμβαδόν 63,64 τ.μ., αναλογία εμβαδού επί των κοινοχρήστων μέτρων 18,67 τ.μ., μικτό εμβαδόν 82,31 τ.μ., αντιστοιχεί σε ποσοστό 107,66/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και αποτελείται από 1 δωμάτιο, σαλόνι, τραπεζαρία, λουτρό και ένα ημιυπαίθριο χώρο, με βοηθητικό χώρο την με στοιχεία Υ-1 αποθήκη του υπογείου, χωρίς ποσοστό στο οικόπεδο, εμβαδού 10,39 τ.μ..

Επίσης, θα πρέπει να ορισθεί στην εργολαβική σύμβαση, ότι ο ΦΠΑ θα βαρύνει την εργολάβο εταιρία και ως προς την αντιπαροχή της εναγομένης, αφού διαφορετικά αν επιβαρυνθεί αυτή, θα μειωθεί σημαντικά η αξία της αντιπαροχής της και θα υπολείπεται σε σχέση με το ποσοστό συγκυριότητας της επί του οικοπέδου.

Τέλος θα πρέπει να συμπληρωθεί η τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων, ως προς την ακριβή ποιότητα υλικών των πλακιδίων, ξύλινων κατασκευών, ειδών υγιεινής, ηλεκτρολογικών και κεντρικής θέρμανσης (θερμαντικών σωμάτων κλπ) που θα τοποθετηθούν στην οικοδομή καθώς και να γίνουν οι διορθώσεις που αναφέρει ο ανωτέρω πραγματογνώμονας (Β160 για τα δάπεδα υπογείου - C16/20, σίδηροι οπλισμοί S400 - Β500C, κατανομή δαπανών θέρμανσης συμφωνά με την μελέτη εφαρμογής)".

Και υπό τις, ως άνω, παραδοχές, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή, χορήγησε στην ενάγουσα την άδεια προς ανοικοδόμηση του κοινού ακινήτου και προς κατεδάφιση της παλαιάς οικοδομής, όρισε την ενάγουσα-τεχνική εταιρεία ως εργολάβο του έργου και καθόρισε τους όρους της εργολαβικής σύμβασης και το αντάλλαγμα που θα περιέλθει στη μειοψηφία.

Με το να κρίνει έτσι το δικαστήριο παρεβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1562/1985, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής αυτού, ως προς το ζήτημα του υπολογισμού της αξίας του ακινήτου, διότι, ενώ δέχεται ότι η "διατήρηση της διόροφης οικοδομής είναι ασύμφορη, λόγω της παλαιότητάς της" και όχι ως ετοιμόρροπη και κατεδαφιστέα, εν τούτοις για τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου και τον εντεύθεν προσδιορισμό των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα περιέλθουν, με την ανοικοδόμηση, στη μειοψηφία, δεν συνυπολόγισε, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και την αξία του παλαιού οικοδομήματος, αλλά μόνο την αξία του οικοπέδου.

Εξ άλλου, δεν διευκρινίζεται ποία είναι η, λόγω της παλαιότητας, κατάσταση του κτίσματος, δηλαδή εάν αυτό δύναται να επισκευασθεί και να καταστεί κατοικήσιμο, αλλά με δυσανάλογες δαπάνες ή εάν λόγω της παλαιότητας είναι πλέον ετοιμόρροπο και κατεδαφιστέο, ώστε να είναι χωρίς αξία. Επομένως, το δικαστήριο υπέπεσε τόσο στην από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθώς και στην από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια (έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπάρκειας και ασάφειας αιτιολογίας), κατά τον βάσιμο περί τούτου (μοναδικό) λόγο του δικογράφου της αναίρεσης όπως, κατά το τελευταίο αυτό μέρος του, παραδεκτώς συμπληρώνεται ο λόγος αυτός από τον εισηγητή (άρθ. 562 § 4 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' ,287,291 και 292 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 & 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του.

Ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης, προσκαλώντας για το σκοπό αυτό, με κοινοποίηση δικογράφου, τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος, μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας των τεσσάρων μηνών προς αποποίηση της κληρονομίας του θανόντος.

Ο κληρονόμος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία για το έγκυρο της επαναλήψεως η προηγουμένη μεταγραφή της δηλώσεως περί αποδοχής της κληρονομιάς του αποβιώσαντος, αφού με τη δίκη που επαναλαμβάνεται το δικαίωμα του αποβιώσαντος η οποία τυχόν περιλαμβάνει ακίνητο, ήλθε σε κρίση ενώπιον του δικαστηρίου, ο δε κληρονόμος του απλώς συνεχίζει την, για το ίδιο αντικείμενο δίκη, υπεισερχόμενος στα δικαιώματα τούτου. (ΑΠ 870/2006).

Επομένως ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίον αποδίδεται η από το αρθρ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της κλήσης, την οποία επέδωσε η ενάγουσα-νυν αναιρεσείουσα στον κληρονόμο της αρχικώς εναγομένης (νυν αναιρεσείοντα), προς συνέχιση της δίκης, της βιαίως διακοπείσης, λόγω θανάτου εκείνης, η οποία (κλήση), κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, έπασχε αοριστία και έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, εκ του ότι δεν αναφερόταν σ' αυτή ότι είχε μεταγραφεί η δήλωση του αναιρεσείοντα κληρονόμου, περί αποδοχής της κληρονομίας της θανούσας αρχικώς εναγομένης ή το κληρονομητήριο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των άρθρων 286, 287, 289 ΚΠολΔικ σαφώς προκύπτει, ότι ο θάνατος του διαδίκου, ως διακοπτικό της δίκης γεγονός, δεν επάγεται αυτοδικαίως την διακοπή της δίκης, αλλά παρέχει δικαίωμα προς τούτο στον ενδιαφερόμενο διάδικο ή εκείνο που υπεισήλθε στη δικονομική του θέση να προκαλέσει την διακοπήν. Αν δεν γίνει χρήση αυτής της ευχέρειας η δίκη δεν διακόπτεται, αλλά συνεχίζεται με τους αρχικούς διαδίκους. Τούτο έχει ως συνέπεια ο αντίδικος του θανόντος να επιχειρεί εγκύρως προς αυτόν όλες τις διαδικαστικές πράξεις αφού κατά την διάταξη του αρθρ. 289 ΚΠολΔικ άκυρες είναι όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μετά την νομίμως επελθούσα διακοπή της δίκης, ενώ παραμένουν έγκυρες εκείνες που επιχειρήθηκαν προ της επελεύσεως της διακοπής όπως μπορεί να είναι και η επίδοση κλήσεως προς εμφάνιση ενώπιον δικαστηρίου για την οικεία συζήτηση, η οποία επίδοση γίνεται προς τον θανόντα ως πρόσωπο βέβαια που δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στον τόπο της επαγγελματικής του απασχόλησης ή είναι άγνωστη διαμονής κτλ. (ΑΠ 176/2006 και ΑΠ 1413/2003).

Με τον δεύτερο των προσθέτων λόγων αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της πραγματογνωμοσύνης, η οποία είχε διαταχθεί με προηγούμενη, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικάσαντος δικαστηρίου, καθώς και η, από το αρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, της παρά το νόμο λήψης υπόψη της ίδιας ως άνω πραγματογνωμοσύνης, η οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, ήταν μη νόμιμη και, ως εκ τούτου απαράδεκτη, εκ του ότι η ενάγουσα δεν επέδωσε στον κληρονόμο της αρχικώς εναγομένης την απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, παρότι είχε ήδη πληροφορηθεί, στα πλαίσια άλλης δίκης, το γεγονός του θανάτου της αρχικώς εναγομένης.

Και επομένως, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, είχε επέλθει βίαια διακοπή της παρούσας δίκης. Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα εξής: "Τέλος αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του καθού ότι η κλήση είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας κατ' άρθρο 289 ΚΠολΔ όλων των πράξεων που διενεργήθηκαν από την ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένης και της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την υπ'αριθμ. 109/2007 μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, μετά την διακοπή της δίκης, που κατά τους ισχυρισμούς του καθού επήλθε, τουλάχιστον από την γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού στην ενάγουσα στις 26-9-2007, στα πλαίσια άλλης δίκης, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Και τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο θάνατος του διαδίκου, ως διακοπτικό της δίκης γεγονός, δεν επιφέρει αυτοδικαίως την διακοπή της δίκης, αλλά παρέχει δικαίωμα προς τούτο στον ενδιαφερόμενο διάδικο ή εκείνο που υπεισήλθε στη δικονομική του θέση να προκαλέσει την διακοπή, αν δεν γίνει δε χρήση αυτής της ευχέρειας η δίκη δεν διακόπτεται, αλλά συνεχίζεται με τους αρχικούς διαδίκους.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η σε άλλη δίκη γνωστοποίηση της μεταβολής δεν επιφέρει δε διακοπή της δίκης, γιατί οι διαδικαστικές πράξεις έχουν έννομα αποτελέσματα μόνο στις δίκες που ανάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν επήλθε συνεπώς διακοπή της δίκης με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 287 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ούτε επέφερε αυτήν η γνωστοποίηση σε άλλη δίκη του διακοπτικού γεγονότος και συνακόλουθα έγκυρα έγιναν όλες οι διαδικαστικές πράξεις από την ενάγουσα, με διάδικο την αρχικά εναγομένη, ούτε απαιτούνταν επίδοση στον καθού η κλήση της αγωγής και της ανωτέρω μη οριστικής απόφασης, αφού μέχρι την παρούσα κλήση, αυτός δεν ήταν διάδικος.

Υπό την ως άνω κρίση του, το δικάσαν δικαστήριο ορθώς αποφάνθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και απορριπτέος ως αβάσιμος είναι, επομένως, ο δεύτερος των προσθέτων λόγων και κατά τα δύο μέρη αυτού.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά το κεφάλαιο το σχετικό με την κατάσταση και την αξία του εντός του οικοπέδου ευρισκομένου κτίσματος, όπως ειδικώτερα ανωτέρω αναφέρεται, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 180/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, όπως στο σκεπτικό..

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ