Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim due to lack of good faith possession evidence.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision rejecting her claim for ownership of specific plots. The appellant argued the court erred in applying civil code provisions regarding good faith possession and failed to verify her status as a bona fide possessor after a 2008 agreement was annulled. The court rejected these arguments as irrelevant because the appellant's claim for ownership had already been substantively rejected due to the absence of proven good faith possession.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 498, 871, 974, 1041-1044 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged errors in applying substantive law regarding good faith possession is inadmissible if the lower court's substantive rejection of the ownership claim was based on the lack of proven possession elements.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 984 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 984/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Χ. του Ν., χήρας Λ. Γ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κλεάνθη Ρούσσο, Ηλία Κατσερέλη και Αρτέμιδα Διβριώτη-Ρούσσου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αστρά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1572/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5319/2017 μη οριστική, 1273/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2019 αίτηση και τους από 28-12-2020 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20/06/2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 28/12/2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η 1273/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας Σ. Χ. κατά της αριθμ.1572/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί, εν μέρει, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1,569, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) ,να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά το άρθρο 498 ΑΚ, για τη σύσταση δωρεάς απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η δωρεά κινητού πράγματος για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο ισχυροποιείται αφότου ο δωρητής παραδώσει το πράγμα στο δωρεοδόχο. Επίσης, κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλήν άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.
Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως.
Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ' ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος. (Ολ. Α.Π. 578/1980). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού.
Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν ( ΑΠ 1005/2019). Κατά κανόνα ο συμβιβασμός καταρτίζεται άτυπα, όταν όμως σ' αυτόν περιληφθεί δήλωση που έχει αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή του (ΑΠ 1375/2000).
Όταν, αντίθετα, με το συμβιβασμό απλώς αναγνωρίζονται εμπράγματα δικαιώματα τότε είναι έγκυρος και χωρίς να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (ΑΠ 1416/2008). Εξάλλου, ο συμβιβασμός είναι υποσχετική σύμβαση δεσμεύει τους συμβαλλομένους μέχρι την ακύρωση ή την ανατροπή του με νεότερη συμφωνία τους, δηλαδή, οι συμβαλλόμενοι μπορούν με μεταγενέστερη συμφωνία τους να καταργήσουν τα αποτελέσματα του συμβιβασμού.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ, που αφορούν τις δηλώσεις βουλήσεως πρότασης και αποδοχής για την κατάρτιση σύμβασης συνάγονται τα εξής :1) η πρόταση είναι μονομερής και απευθυντέα δήλωση βουλήσεως και αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την κατάρτιση της σύμβασης, για την οποία (πρόταση) ισχύουν όλες οι προϋποθέσεις κύρους που απαιτούνται γενικά για τις δηλώσεις βούλησης και επιπλέον οι ειδικότερες προϋποθέσεις των άρθρων 185-188 ΑΚ. 2)Η πρόταση και η αποδοχή αποτελούν αυτοτελείς δηλώσεις βουλήσεως που αποβλέπουν σε συγκεκριμένο έννομο αποτέλεσμα , χωρίς όμως καθεμιά από αυτές ν'αποτελούν μονομερείς δικαιοπραξίες. 3) Η πρόταση πρέπει να έχει σοβαρή και οριστική πρόθεση συμβατικής δέσμευσης, η οποία προκύπτει είτε ρητώς από το περιεχόμενο της πρότασης είτε με ερμηνεία αυτής, σύμφωνα με τις ΑΚ 173 και 200 ΑΚ, διαφοροποιείται δε από την πρόσκληση προς υποβολή προτάσεως, η οποία δεν δεσμεύει το πρόσωπο που απευθύνει την πρόσκληση, να αποδεχθεί την τυχόν πρόταση που θα του υποβληθεί στη συνέχεια. 4) Η πρόταση συνήθως προηγείται χρονικά της αποδοχής και πρέπει ν' αποδεικνύεται από εκείνον που επικαλείται την ύπαρξή της.
Πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή, να περιέχει όλα εκείνη τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, ώστε με μόνη την αποδοχή της να καταρτίζεται η σύμβαση. 5) Η αποδοχή είναι δήλωση βουλήσεως του λήπτη της προτάσεως, με την οποία εκφράζει τη βούλησή του για την κατάρτιση της συμβάσεως. Αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. 'Ομως, η σιωπή δεν αποτελεί καταρχήν δήλωση βουλήσεως, εκτός εάν τούτο προβλέπεται από το νόμο ή εάν συνάγεται ερμηνευτικά (άρθρα 173, 200 ΑΚ) από τη συμπεριφορά του λήπτη της προτάσεως, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης ή από την ακολουθούμενη συναλλακτική πρακτική ή από την υφιστάμενη συμφωνία κ.ά. (ΑΠ 884/2013, ΑΠ 1110/2013).
Επίσης, σιωπηρή αποδοχή συνεπάγονται και οι υλικές ενέργειες του λήπτη που υποδηλώνουν τη βούλησή του ν'αποδεχθεί την πρόταση. 6) Η αποδοχή είναι καταρχήν απευθυντέα δήλωση βουλήσεως και προϋπόθεση της ισχύος της αποτελεί η περιέλευσή της στον προτείνοντα, η οποία δεν απαιτείται στις περιπτώσεις των άρθρων 193 εδ.
α', 194 εδ α' και 199 ΑΚ. Η διαβίβαση της αποδοχής στον προτείνοντα μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο που ανταποκρίνεται στις περιστάσεις. 7) Όταν η αποδοχή περιέλθει στον προτείνοντα ή στον αντιπρόσωπό του αυτή συνεπάγεται τη σύναψη της σύμβασης, η οποία είναι η σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως δύο ή περισσότερων προσώπων, που τελούν σε σχέση πρότασης και αποδοχής και αποσκοπούν στην παραγωγή έννομου αποτελέσματος.
Η αποδοχή πρέπει να είναι πλήρης , δηλαδή, να καλύπτει την πρόταση ως προς όλα τα σημεία της , ακόμη και ως προς εκείνα, τα οποία ο προτείνων άφησε να καθοριστούν από το λήπτη. 8) Η σύμβαση καταρτίζεται κατά το χρονικό σημείο που η δήλωση αποδοχής περιέρχεται στον προτείναντα, εφόσον η αποδοχή ειναι απευθυντέα και 9) η κατάργηση της συμβάσεως είναι επίσης σύμβαση, με την οποία αίρεται ή καταργείται προηγούμενη συμφωνία των μερών και διέπεται ως προς την κατάρτισή της από τις διατάξεις των άρθρων 185 επομ.
ΑΚ.
Β1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας ,παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ` αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε σε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 28/2007). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και, επομένως, ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτος.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. (ΑΠ 45/2019).
2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Ειδικότερα, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, για να μη στερείται από τη νόμιμη βάση της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις εμφανείς πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου και συνιστούν την άσκηση νομής επ' αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αποβιώσας στις 17/11/2007 πατέρας του ενάγοντος Λ. Γ., στις 6/1/1989 σε ηλικία τότε 58 ετών, είχε τελέσει δεύτερο γάμο με την εναγομένη Σ.
Χ.. Πριν το γάμο τους, που ήταν δεύτερος και για τους δύο, οι ανωτέρω συμφώνησαν από κοινού να μην επηρεασθούν από τον επικείμενο γάμο τους οι προσδοκίες των τέκνων, που είχαν αποκτήσει από τους προηγούμενους γάμου τους, στα μέχρι τότε κτηθέντα περιουσιακά τους στοιχεία και συγκεκριμένα οι προσδοκίες του ενάγοντος Ν.
Γ. στη μέχρι τότε περιουσία του πατέρα του Λ. Γ. και των θυγατέρων της εναγόμενης Ε. Κ. και Τ. Κ. στην μέχρι τότε περιουσία της μητέρας τους Σ. Χ.. Ενόψει της συμφωνίας τους αυτής και οι δύο προέβησαν σε μεταβιβάσεις των ακινήτων περιουσιακών τους στοιχείων προς τα τέκνα τους. Ειδικότερα, ο Λ. Γ., στις 30-12-1988, ήτοι μία εβδομάδα προ του γάμου του, με τα με αριθμούς …/…-12-1988 και …/…-12-1988 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αντωνίας Καλκάκου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον ενάγοντα γιο του, λόγοι γονικής παροχής, τα περιγραφόμενα, αντιστοίχως, στα συμβόλαια αυτά ακίνητα, ήτοι α) το υπό στοιχεία Β-4 διαμέρισμα, εμβαδού 263,45 τ.μ., του τετάρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου μίας πολυώροφης οικοδομής, ανεγερθείσας επί οικοπέδου εμβαδού 783,68 τ.μ., κειμένου επί της οδού ..., στην …, καθώς και τις με αριθμούς … και … οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου αυτής, επιφάνειας 10 τμ, εκάστης, που αποτελούν θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου και β)ένα οικόπεδο έκτασης 1125 τμ.
κείμενο επί της οδού ... της ..., μετά της επ'αυτού πεπαλαιωμένης οικίας, αποτελούμενης από υπόγειο 130 τμ και ημιϋπόγεια αποθήκη 20 τμ. Εντός του πρώτου εξαμήου 1989 τούτο έπραξε και η αντενάγουσα - εναγομένη και μεταβίβασε στις θυγατέρες της Ε. Κ. και Τ. (Ρ.) Κ. ακίνητα της περιουσίας της είτε κατά πλήρη κυριότητα είτε κατά ψιλή κυριότητα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα συμβόλαια υπ' αριθμ.
…/…-1-1989 της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και …/…-6-1989 της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευφροσύνης Μασουρίδου Κρίντα. Στις αρχές Ιανουάριου 1989, λίγες ημέρες προ του επικείμενου γάμου του και ενόψει της ίδιας ως άνω συμφωνίας, ο Λ. Γ., που ήταν συλλέκτης έργων τέχνης, γνωστών Ελλήνων και ξένων δημιουργών, δώρισε στη μητέρα του Χ.
Γ. το σύνολο της απαρτιζόμενης από μεγάλο αριθμό πινάκων ζωγραφικής, γλυπτών και άλλων εικαστικών δημιουργιών συλλογής του, τα οποία κατείχε στις ανωτέρω κατοικίες του. Προέβη δε, στην ανωτέρω δωρεά προς τη μητέρα του, διότι απώτερη επιθυμία του ήταν να περιέλθει η συλλογή του στον μοναχογιό του, καθώς, μετά το θάνατο της μητέρας του, σκόπευε να αποποιηθεί την κληρονομιά αυτής, όπως και έπραξε αργότερα, ώστε η συλλογή των έργων τέχνης να περιέλθει ως κληρονομιαία περιουσία της γιαγιάς του στον ενάγοντα, αλλά και για λόγους ηθικού καθήκοντος προς τη μητέρα του Χ.
Γ., καθότι επιθυμούσε να της παράσχει ψυχολογική κυρίως υποστήριξη, αλλά και οικονομική, αφού ναι μεν η μητέρα του διέθετε δικούς της πόρους για να εξασφαλίζει τα προς το ζην, όμως επρόκειτο για μία ηλικιωμένη, χήρα γυναίκα, που μέχρι τότε και από το έτος 1967, που ο Λ. Γ. είχε διαζευχθεί την πρώτη του σύζυγο και μητέρα του ενάγοντος, αυτή φρόντιζε τον ίδιο και τον ηλικίας τριών (3) ετών τότε γιο του, την επιμέλεια του οποίου είχε αυτός, με τους οποίους έκτοτε συγκατοικούσε και ενόψει του επικείμενου δεύτερου γάμου του γιου της με την εναγόμενη είχε ανάγκη υποστήριξης.
Για τη δωρεά αυτή δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 498 εδ. α ΑΚ. ισχυροποιήθηκε, όμως, η δωρεά με την παράδοση των έργων τέχνης από το δωρητή Λ. Γ. προς τη δωρεοδόχο μητέρα του (άρθρο 498 εδ. β ΑΚ), εφόσον όλα τα δωρηθέντα έργα τέχνης βρίσκονταν εντός των προαναφερόμενων δύο οικιών, στις οποίες συγκατοικούσε με τη μητέρα του και μετά το γάμο του με την εναγόμενη.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, περί ύπαρξης έγκυρης σύμβασης δωρεάς της συλλογής έργων τέχνης του Λ. Γ. προς τη μητέρα του στηρίζεται στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως του ενάγοντος καθώς και στις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων αυτού, οι οποίες δεν αναιρούνται ούτε από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης-αντενάγουσας ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο αυτής, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνονται από τις μεταγενέστερες της δωρεάς ενέργειες του ίδιου του Λ.
Γ., ο οποίος την 22-10-1993, όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό …/…-10-1993 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την κληρονομιά της αποβιωσάσης την 3-8-1993 μητέρας του Χ. Γ., μετά δε την ως άνω αποποίηση αυτού, η συλλογή έργων τέχνης, που είχε αποκτήσει και δωρίσει στη μητέρα του, περιήλθε στον ενάγοντα γιο του, ως μοναδικό εξαδιαθέτου κληρονόμο της γιαγιάς του από την πατρική γραμμή, ο οποίος (ενάγων) αποδέχθηκε σιωπηρά την κληρονομιά της και αναμείχθηκε σε αυτή.
Με τον τρόπο αυτό ο Λ. Γ. εκτέλεσε την ήδη εκδηλωθείσα επιθυμία του η συλλογή των έργων τέχνης να περιέλθει αποκλειστικά στον ενάγοντα γιο του, δεδομένου ότι αν δεν υπήρχε η συλλογή των έργων τέχνης στην κληρονομιά της μητέρας του δεν υπήρχε άλλος λόγος να αποποιηθεί την κληρονομιά της, αφού η μητέρα του δεν είχε άλλη αξιόλογη περιουσία, γεγονός που αυτός γνώριζε, οπότε δεν θα προέβαινε σε μία άνευ αντικειμένου δήλωση αποποίησης κληρονομιάς.
Επίσης, η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης δωρεάς της συλλογής έργων τέχνης του Λ. Γ. προς τη μητέρα του επιβεβαιώνεται και από το κείμενο της από 20-3-2007 μυστικής του διαθήκης, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμό …/…-8-2008 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους αυτού τους εξ αίματος κατιόντες του, ήτοι τον ενάγοντα Ν.
Γ. και τα δύο τέκνα αυτού Λ. Γ. και Δ. Γ., αναφέρει δε στη διαθήκη του αυτή ότι δεν ανήκουν στην κληρονομιά του τα κινητά, τα οποία ευρίσκονται στην επί της οδού ... κατοικία του, καθώς και σε αυτή επί της οδού ..., τα οποία και ανήκουν στο γιο του Ν. Γ. εκ κληρονομιάς της Χ. Γ., καθώς επίσης ότι δεν ανήκουν στην κληρονομιά αυτού (Λ.
Γ.) τα κινητά τα οποία ευρίσκονται στην ανατολική οικοδομή στο κτήμα ιδιοκτησίας του γιου του (ενάγοντος) στη ..., τα οποία ανήκουν στη σύζυγο του Σ. (εναγόμενη). Ακόμη, από την από 24-10-20Θ6 ιδιόγραφη επιστολή του Λ. Γ. προς την δικηγόρο Αθηνών Μαργκώ Χατζήνικολή, την οποία όρισε ως εκτελεστή της διαθήκης του, στην οποία (επιστολή) επαναλαμβάνει ότι τα κινητά, στα οποία περιλαμβάνονται και οι πίνακες , τα οποία ευρίσκονται στην επί της οδού ...
κατοικία του, καθώς και τα ευρισκόμενα στην επί της οδού ... κατοικία του, ανήκαν στη μητέρα του και μετά το θάνατο της περιήλθαν στο γιο του, επιβεβαιώνεται η δωρεά της συλλογής του έργων τέχνης προς τη μητέρα του. Το γεγονός δε, ότι ο ίδιος, μετά το θάνατο της μητέρας του, κατά το έτος 1996, είχε προβεί σε ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με το οποίο ασφάλιζε κατά του πυρός και της κλοπής τα ευρισκόμενα στην επί της οδού ...
κατοικία του αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έργα τέχνης και εμφανιζόταν ο ίδιος στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως δικαιούχος ασφαλισμένος, δεν αναιρεί τη δωρεά των έργων τέχνης της συλλογής του στη μητέρα του και την περιέλευσή τους, μετά το θάνατο της, στο γιό του, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, διότι η σχέση του Λ.
Γ. με τον ενάγοντα γιο του ήταν άριστη και δικαιολογεί την εμφάνισή του ως δικαιούχου της ασφάλισης στο ανωτέρω συμβόλαιο, έστω και αν αυτός δεν ήταν ο κύριος των ασφαλισθέντων έργων τέχνης, δεδομένου ότι ο ενάγων από το έτος 1987 κατοικούσε μόνιμα στις Η.Π.Α και αδυνατούσε να ρυθμίσει ο ίδιος προσωπικά τις υποθέσεις του στην Ελλάδα, είχε εξουσιοδοτήσει τον πατέρα του να αποφαίνεται για λογαριασμό του, ακόμα δε και κατά την απόλυτη κρίση του, όπως αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο του με αριθμό …./…-7-1994 πληρεξουσίου εγγράφου, που συντάχθηκε από το νόμιμο αναπληρωτή του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Βοστώνη των Η.Π.Α, δυνάμει του οποίου ο ενάγων διόρισε τον πατέρα του ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του στην Ελλάδα και του έδωσε την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να αποδεχθεί ή ακόμη και να αποποιηθεί, κατά την απόλυτη κρίση του, την κληρονομιά της γιαγιάς του Χ.
Γ.. Η άριστη σχέση εμπιστοσύνης του Λ. Γ. με τον ενάγοντα γιο του αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο του μεταγενέστερα καταρτισθέντος πληρεξουσίου εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Καλκάκου, δυνάμει του οποίου ο ενάγων την 7-4-2000 διόρισε ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και αντίκλητο τον πατέρα του, προκειμένου να προβαίνει σε σημαντικές διαχειριστικές ενέργειες σχετικά με την περιουσιακή του κατάσταση, όπως στο άνοιγμα και κλείσιμο τραπεζικών του λογαριασμών, υπογραφή οποιασδήποτε συμβάσεως, τραπεζικής ή μη για λογαριασμό του, υποβολή των φορολογικών του δηλώσεων ενώπιον των αρμοδίων αρχών, κ.ά.
Ενόψει της ανωτέρω άριστης σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ πατέρα και γιου είναι απολύτως κατανοητό το γεγονός ότι δεν αναγράφηκε ο ενάγων, αλλά ο Λ. Γ. ως δικαιούχος στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, κατά την ανανέωση της ασφάλισης κατά του πυρός και της κλοπής των ευρισκόμενων στην επί της οδού ...
κατοικία του αντικειμένων και δεν αναιρείται από το γεγονός αυτό η κυριότητα του ενάγοντος επί των έργων τέχνης της συλλογής, που κληρονόμησε από τη γιαγιά του Χ. Γ. με τον προαναφερθέντα τρόπο, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εναγόμενη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας στις 17-11-2007 Λ. Γ. στην προαναφερθείσα από 20-3-2007 μυστική διαθήκη του, πέραν των άλλων, ορίζει ότι στην εναγόμενη σύζυγο του Σ.
Χ. αφήνει α) όσα της έχει δωρίσει ατύπως εν ζωή αφορολόγητα και με απόδοση εισοδήματος της εκάστοτε δωρεάς, καταλογιζόμενα στα κληρονομικά της δικαιώματα και υπερκαλύπτοντα αυτά και β) επικαρπία των μετοχών του στην εταιρία "ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ ΑΕΓΕ", περιλαμβάνουσα την ψήφο και το ετήσιο μέρισμα, πλην θεμάτων τροποποιήσεως καταστατικού.
Η εναγόμενη, μετά τη δημοσίευση της διαθήκης αυτής, θεωρώντας ότι προσβάλλεται το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της σε σχέση με το μέγεθος της κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της, ήγειρε αξιώσεις κατά των κληρονόμων του, ήτοι του ενάγοντος και των προαναφερθέντων ανηλίκων τέκνων αυτού, σχετικά με τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρα της.
Προκειμένου να αποφευχθούν οι μεταξύ τους δικαστικές διενέξεις, oi διάδικοι κατέληξαν, κατόπιν διαπραγματεύσεων, στην κατάρτιση του από 23-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβαστικής επίλυσης, σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη θα λάμβανε:1) κατά πλήρη κυριότητα την ευρισκόμενη στη …., επί της οδού ..., μεζονέτα, η οποία ανήκε στην εταιρία "ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ Α.Ε." συμφερόντων του ενάγοντος, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η εταιρία ανήκει κατά ποσοστό 100% στον ενάγοντα, 2) κατά πλήρη κυριότητα το ακίνητο που βρίσκεται στη …, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, 3) κατά ποσοστό 70% το ευρισκόμενο στην … επί της οδού … ακίνητο, 4) είκοσι πίνακες και συγκεκριμένα αυτούς που απεικονίζονται στις προσαρτηθείσες στο συμφωνητικό φωτογραφίες που υπεγράφησαν από τον ενάγοντα και 5) Το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES και το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τύπου JEEP. Επίσης, συμφωνήθηκε με το ανωτέρω συμφωνητικό ότι η εναγόμενη θα παρέμενε για μία τριετία από το θάνατο του συζύγου της στη χρήση του επί της οδού ... διαμερίσματος, που χρησιμοποιούσε ως κατοικία, χωρίς να καταβάλει μίσθωμα, δικαιούμενη, μετά την αποχώρησή της, να παραλάβει και από το διαμέρισμα αυτό και από την ευρισκόμενη στην οδό ...
οικία διάφορα έπιπλα και σκεύη προς ιδία εγκατάσταση. Ακόμη συμφώνησαν οι διάδικοι να μεταβιβάσει η εναγόμενη στον ενάγοντα κατά πλήρη κυριότητα ποσοστό 20% του αμπελουργείου που βρίσκεται στη … και ότι όλα τα υπόλοιπα κληρονομιαία αντικείμενα θα περιέλθουν στον ενάγοντα. Ειδικότερα, τα έργα τέχνης που συμφώνησαν οι διάδικοι με το ανωτέρω συμφωνητικό να περιέλθουν στην κυριότητα της εναγόμενης και συγκεκριμένα οι είκοσι (20) πίνακες ζωγραφικής είναι οι κάτωθι αναφερόμενοι, σύμφωνα και με τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη-αντενάγουσα φωτογραφίες αυτών, από τις οποίες προκύπτει ότι ο ενάγων στην πίσω πλευρά τους έθεσε την υπογραφή του κάτωθι του υποκοριστικού ονόματος της εναγομένης "Ρ." ή της φράσης "Ρ.
συμβιβασμός".
1 . Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Selfridges", κολάζ και μικτές τεχνικές σε μουσαμά, 90X70 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο Chika '61 στο κάτω δεξιό μέρος.
2.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Αυλή", λάδι σε μουσαμά, 72X92 εκ., υπογεγραμμένο Chika'74 στο κάτω αριστερό μέρος.
3.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Αστικό τοπίο", λάδι σε μουσαμά, 72X90 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο Chika'67 στο κάτω αριστερό μέρος.
4.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Γεωμετρική σύνθεση με αρχιτεκτονικά στοιχεία", λάδι σε μουσαμά, 147X114 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο Chika'78 στο κάτω αριστερό μέρος.
5.Θωμόπουλος Επ., με τίτλο "Αγροικία", λάδι σε μουσαμά, 60X90 (υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος.
6.Θωμόπουλος Επ., με τίτλο "Χωρικές", λάδι σε μουσαμά, 50X60 εκ. υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος.
7.Πρίγκηπας Νικόλαος με τίτλο "Νεκρή φύση με εικόνα της Παναγίας", λάδι σε ξύλο, 55X45 εκ. υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος.
8.Τσίγκος Θ.' 60, με τίτλο "Λουλούδια", λάδι σε μουσαμά, 60X73 εκ. υπογεγραμμένο και χρονολογημένο στο κάτω δεξιό μέρος.
9.Dali S., με τίτλο "Σύνθεση", μεταξοτυπία σε χαρτί, 76X54 εκ. αριθμημένο 20/256 και υπογεγραμμένο στο κάτω μέρος.
10.Dali S., με τίτλο "Le desire hyperrationnel", Daum ed. France, γλυπτική σύνθεση από έγχρωμο υάλωμα και ορείχαλκο, 41X26 εκ. υπογεγραμμένο στη βάση.
11.Dali S., με τίτλο "Venus de Milo Hysterique", Damn ed. France, γλυπτική σύνθεση από έγχρωμο υάλωμα, 36X19 εκ.
12.Dali S., με τίτλο "Harp", Daum ed. France, γλυπτική σύνθεση από έγχρωμο υάλωμα, ύψους 32 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω μέρος.
13.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Γυναικεία μορφή", γλυπτική σύνθεση, ορείχαλκος ύψους 38 εκ., με βάση 5 εκ., αριθμημένο 4/8 στη βάση.
14.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Αθλούμενη γυναικεία μορφή", γλυπτική σύνθεση, ορείχαλκος ύψους 39 εκ.
15.Μόραλης Γ., με τίτλο "Ξαπλωμένη γυναικεία μορφή", ορειχάλκινο μικρό γλυπτό, 23X13,5X3 εκ., υπογεγραμμέ
16."Χριστός Παντοκράτωρ", δεσποτική εικόνα 17ου αιώνα, αυγοτέμπερα σε ξύλο, 78X55 εκ.
17.Τέτσης Π., με τίτλο "Νεκρή φύση στο ατελιέ", λάδι σε μουσαμά 100X70 εκ.
18. Μόραλης Γ., με τίτλο "Ζευγάρι", λάδι σε μουσαμά, 97X167 εκ. υπογεγραμμένο στο κάτω μέρος Ι.Μόραλης Αίγινα Ιουλ.- Αυγ.1975.
19. Τζομττανάκης Μ., με τίτλο "Πάθος", ανάγλυφο δίπτυχο, επιχρυσωμένος ορείχαλκος 102,5 Χ49,5 εκ. έκαστο τμήμα.
20. Τέτσης Π., με τίτλο "Ποδοσφαιριστές", λάδι σε μουσαμά 79X108 εκ.,υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος.
Εκτός, όμως, από τα ανωτέρω είκοσι (20) έργα τέχνης, που οι διάδικοι συμφώνησαν να περιέλθουν στην εναγόμενη- αντενάγουσα, ο ενάγων έθεσε την υπογραφή του, κάτωθι του υποκοριστικού ονόματος "Ρ." της εναγόμενης, στην πίσω πλευρά των φωτογραφιών και των εξής έργων:
1.Bacon Francis, με τίτλο "Καρδινάλιος ένθρονος", μεταξοτυπία σε χαρτί, 106X76 εκ. υπογεγραμμένο και αριθμημένο 46/60 κάτω από τα όρια της σύνθεσης.
2.Βαρώτσος Κ. με τίτλο "Φεγγάρι", γλυπτική κατασκευή με γυαλί και μέταλλο, ύψους 80 εκ., και
3. Τάκης (Βασιλάκης) με τίτλο "Ανθρώπινο σώμα", γλυπτική σύνθεση, ορείχαλκος 49X20X25 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω αριστερό μέρος.
Με αυτό τον τρόπο ο ενάγων συμφώνησε με την εναγόμενη να λάβει αυτή τα ανωτέρω περιγραφόμενα είκοσι τρία (23) συνολικά έργα τέχνης.
Με την κατάρτιση δε του από 23-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων και την υπογραφή του ενάγοντος στις απεικονίζουσες τα ανωτέρω έργα τέχνης φωτογραφίες, παρέδωσε στην εναγόμενη, σε άμεση εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής, τη νομή των έργων αυτών, αφού αυτά βρίσκονταν ήδη στην επί της οδού ... οικία, που κατοικούσε η εναγόμενη και βάσει του ανωτέρω συμφωνητικού θα παρέμενε στη χρήση της οικίας αυτής, άνευ καταβολής μισθώματος, για μία τριετία από την 17-11-2007, που απεβίωσε ο σύζυγος της. Η συμφωνία, όμως, αυτή των διαδίκων ίσχυσε μέχρι την 30-10-2008, οπότε ανατράπηκε με νεότερη συμφωνία τους.
Ειδικότερα, τον Οκτώβριο του 2008, η εναγόμενη-αντενάγουσα εκτιμώντας ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους ο σύζυγος της Λ. Γ. παρέδωσε στον ενάγοντα γιο του χρηματικά ποσά και άλλα περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας περίπου 14.000.000 ευρώ, τα οποία ισχυρίσθηκε ότι αυτή αγνοούσε μέχρι τότε, αρνήθηκε να συμπράξει στην κατάρτιση των συμβολαίων για τη μεταβίβαση των ακινήτων, όπως είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι με το από 23-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού.
Σε απάντηση δε, της από 1-10-2008 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης του ενάγοντος προς αυτή να ανεύρει συμβολαιογράφο, ώστε να προβούν στις συμφωνηθείσες με το από 23-4-2008 μεταβιβάσεις ακινήτων, η εναγόμενη του κοινοποίησε στις 30-10-2008 την από 29-10-2008 εξώδικη απάντηση, δηλώνοντάς του ότι θεωρεί ανίσχυρο το προαναφερόμενο από 23-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού, λόγω των νέων στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση της και τα οποία επαυξάνουν το μερίδιο της επί της κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της Λ.
Γ.. Όπως δε, αναφέρει στην ανωτέρω εξώδικη δήλωσή της, κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 17-7-2008, στην οποία παρίσταντο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, ο ενάγων, μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου του, της απηύθυνε πρόταση να μην ισχύσει η ως άνω μεταξύ τους συμφωνία, πρόταση την οποία αυτή αποδέχεται, με την ως άνω από 29-10-2008 εξώδικη δήλωσή της προς αυτόν, θεωρώντας ως ανίσχυρο το μεταξύ τους καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού.
Επομένως, εφόσον επήλθε σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεών τους περί μη ισχύος της περιληφθείσας στο από 23-4-2008 συμφωνία τους, ως προς όλους τους όρους της, καταργήθηκε η συμφωνία αυτή με τη νεότερη συμφωνία τους, που καταρτίσθηκε την 30- 10-2008, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η ως άνω εξώδικη δήλωση της εναγόμενης- αντενάγουσας και συνεπώς η τελευταία, μη νομίμως εξακολούθησε, μετά την κατάργησή της, να κατέχει τα προαναφερόμενα είκοσι τρία (23) έργα τέχνης, τη νομή των οποίων της είχε παραδώσει ο ενάγων σε εκτέλεση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού.
Μετά την ανατροπή της εν λόγω συμφωνίας τους ο ενάγων ζήτησε από εναγόμενη την απόδοση της νομής των ακινήτων του, ήτοι του διαμερίσματος επί της οδού ... και της οικίας επί της οδού ..., που αυτή χρησιμοποιούσε, αλλά και των έργων τέχνης που βρίσκονταν μέσα σε αυτά. Μετά την άρνηση της εναγόμενης ο ενάγων άσκησε, προς προστασία των δικαιωμάτων του, αγωγή απόδοσης της νομής των ακινήτων του, η οποία έγινε τελεσιδίκως δεκτή με την 5336/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία και απεδέχθη την κατάργηση του από 23-4-2008 μεταξύ τους συμβιβασμού με τη νεότερη καταρτισθείσα μεταξύ τους συμφωνία.
Ως προς το ζήτημα αυτό, η ως άνω απόφαση κατέστη ήδη αμετάκλητη με την 900/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως, που άσκησε κατ' αυτής η εναγόμενη. Μετά την έκδοση της ανωτέρω εφετειακής απόφασης η εναγόμενη παρέδωσε στον ενάγοντα στις 29-1-2014, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που ενεργούσε για λογαριασμό του, τα δύο προαναφερθέντα ακίνητα, έπιπλα, διάφορα αντικείμενα και ηλεκτρικές συσκευές, καθώς και εκατόν είκοσι οκτώ (128) έργα τέχνης, που υπήρχαν μέσα σε αυτά, εκτός από είκοσι δύο (22) έργα τέχνης, τα οποία δεν του απέδωσε, ισχυριζόμενη ότι τα κατέχει νομίμως, βάσει του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως ισχυρίζεται εν προκειμένω και με την ανταγωγή και τις προτάσεις της.
Στο από 29-1- 2014 πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής, που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος, ο τελευταίος υπέγραψε με επιφύλαξη, καθώς δεν είχε, κατά το χρόνο εκείνο, γνώση περί των έργων τέχνης, που ανήκαν στην ιδιοκτησία του εντολέως του ενάγοντος. Η εναγόμενη-αντενάγουσα, όμως, μετά την κατάργηση του από 23-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού, που είχε υπογράψει με τον ενάγοντα, την ανατροπή του οποίου και η ίδια επεδίωξε και γνώριζε, δεν είχε δικαίωμα να κατέχει τα έργα τέχνης, που της είχε παραδώσει ο τελευταίος σε εκτέλεση του συμφωνητικού αυτού, εφόσον η• ισχύς του είχε λήξει λίγους μήνες μετά την κατάρτισή του και συνεπώς πριν συμπληρωθεί η απαιτούμενη τριετία, δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των έργων αυτών ούτε με τακτική χρησικτησία, καθότι ούτε νόμιμος τίτλος υφίστατο ούτε καλή πίστη εκ μέρους της για την κτήση κυριότητας επί των ανωτέρω έργων τέχνης με τακτική χρησικτησία, όπως αβασίμως αυτή ισχυρίζεται.
Επομένως, μετά τη λήξη της μεταξύ τους συμφωνίας περί μεταβιβάσεως της κυριότητας των είκοσι τριών (23) έργων τέχνης στην εναγόμενη, λόγω συμβιβασμού και την ανατροπή των αποτελεσμάτων της συμφωνίας αυτής, ο ενάγων ως κύριος των έργων αυτών, νομίμως διεκδικεί τα είκοσι (20) από τα προαναφερθέντα έργα τέχνης, καθότι τα έργα των καλλιτεχνών
1) Επ. Θωμόπουλου με τίτλο "Χωρικές",
2) Πρίγκιπα Νικολάου με τίτλο "Νεκρή φύση με εικόνα της Παναγίας" και
3) Μ. Τζομπανάκη, με τίτλο "Πάθος", του έχουν ήδη αποδοθεί με το από 29-1-2014 πρωτόκολλο παράδοσης- παραλαβής.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί τα μέσα Μαρτίου 2014 ο ενάγων ήλθε ο ίδιος στην Ελλάδα από την …. όπου μόνιμα κατοικεί, προκειμένου να ελέγξει αν του παραδόθηκαν όλα τα έργα τέχνης. Κατά τον έλεγχο διαπίστωσε ότι, εκτός από τα ανωτέρω είκοσι (20) έργα, που δήλωσε η εναγόμενη ότι δεν του παραδίδει, θεωρώντας ότι της ανήκουν, δεν περιλαμβάνονταν σε εκείνα που του παραδόθηκαν και άλλα είκοσι τέσσερα (24) έργα τέχνης, που βρίσκονταν στις δύο κατοικίες του, τα οποία παρακράτησε η εναγόμενη και δη τα εξής:
1.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Ξαπλωμένο γυναικείο γυμνό", λάδι σε μουσαμά, 65X100 εκ., υπογεγραμμένο Chika στο κάτω δεξιό μέρος.
2.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Γυμνές γυναικείες μορφές", λάδι σε χαρτί, 49X69 εκ., με ιδιόχειρη αφιέρωση και υπογραφή στο κάτω δεξιό μέρος.
3. Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Ζευγάρι στον κήπο", λάδι σε χαρτί 72X92 εκ., υπογεγραμμένο CHIKA'39 στο κάτω αριστερό μέρος.
4 . Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Ύδρα", λάδι σε μουσαμά, 55X35 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο Chika'66 στο κάτω αριστερό μέρος.
5.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Νησιώτικο τοπίο", λάδι σε χαρτί, 70X100 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο Chika'64 στο κάτω δεξιό μέρος.
6.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Εσωτερικό δωματίου", λάδι σε μουσαμά, 87X100 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο CHDCA'60 στο άνω δεξιό μέρος.
7. Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Νεκρή φύση με σκόρδα", λάδι σε μουσαμά, 40X45,5 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο CMka'81 στο κάτω δεξιό μέρος.
8.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Βιβλιοθήκη", λάδι σε μουσαμά, 40X45,5 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο Chika'83 στο άνω δεξιό μέρος.
9.Θωμόπουλος Επ., με τίτλο "Ορεινό τοπίο", λάδι σε μουσαμά, 60X90 εκ. υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος.
10.Μόραλης Γ., με τίτλο "Γεωμετρική σύνθεση με γυναικεία μορφή", λάδι σε μουσαμά, 132X82 εκ. υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος. 17.
11.Γερμενής Β. με τίτλο "Ηθογραφική σκηνή", λάδι σε μουσαμά, 75X100 εκ. υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος.
12.Dali S., με τίτλο "Βάζο", γλυπτική σύνθεση από έγχρωμο υάλωμα και ορείχαλκο, ύψους 32 εκ.
13.Τζομπανάκης Μ., με τίτλο "Γυναικεία μορφή σε σκάλα", γλυπτική κατασκευή, ορείχαλκος, ξύλο και μέταλλο, ύψος μορφής 120 εκ., διαστάσεις κατασκευής 30X60X65 εκ., αριθμημένο 1/8 και υπογεγραμμένο στην πίσω όψη της μορφής.
14.Χατζηκυριάκος Γκίκας Ν., με τίτλο "Γυναικεία μορφή", γλυπτική σύνεση, ορείχαλκος ύψους 40 εκ., με βάση 2,5 εκ.
15.Μόραλης Γ., με τίτλο "Γεωμετρική σύνθεση", ορειχάλκινο μικρό γλυπτό, 27X15X4 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 3/60 στην πίσω όψη.
16.Μόραλης Γ., με τίτλο "Γεωμετρική σύνθεση", ορειχάλκινο μικρό γλυπτό, 25X16,5X3,5 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 3/60 στην πίσω όψη.
17.Τέτσης Π., με τίτλο "Νεκρή φύση με πινέλα", υδατογραφία 60X80 εκ.
18.Μόραλης Γ., με τίτλο "Αγκαλιαζόμενες γυναίκες σε καρέκλα", 50X80 εκ.
19.Τάκης (Βασιλάκης) με τίτλο "Δίσκος", γλυπτική κατασκευή από μπρούντζο.
20. Αγνώστου, βαθυγάλανη καθισμένη μορφή σε επίχρυση βάση.
21 .Φασιανός Α. τασάκι από λευκό πηλό σε σχήμα γυναικείου προσώπου.
22.Μεταλλικό αγαλματίδιο Βούδα, διαστάσεων 60 εκ. ύψος, 45 εκ. πλάτος, 25 εκ. βάθος.
23.Αγνώστου, Σχέδιο προσώπου γυναίκας.
24.Αγνώστου, Αφηρημένη τέχνη, λιθογραφία.
Πρέπει να επισημανθεί ότι το 25° έργο τέχνης, που διεκδικεί μεταξύ των ανωτέρω ο ενάγων, ήτοι αυτό του ζωγράφου Κ. Ράμμου, με τίτλο "Γυναικεία μορφή" (ακρυλικό σε μουσαμά, διαστάσεων 140X107 εκ.), παραδόθηκε σε αυτόν, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του με το προαναφερθέν από 29-1- 2014 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, στο οποίο αναφέρεται ως παραδοθέν με αύξοντα αριθμό 190. Τα ανωτέρω αναφερόμενα έργα τέχνης, πλην του υπό στοιχείο 3 περιγραφόμενου, ήτοι αυτό του ζωγράφου Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα, με τίτλο "Ζευγάρι στον κήπο", περιήλθαν στην κυριότητα του ενάγοντος ως ανήκοντα στην κληρονομιά της γιαγιάς του από την πατρική γραμμή Χ. Γ., μετά την αποποίηση αυτής εκ μέρους του πατέρα του Λ. Γ., όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς, η εναγόμενη χωρίς δικαίωμα τα παρακράτησε και δεν του τα απέδωσε. Όσον αφορά το (με αριθ.3) έργο του ζωγράφου Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα, με τίτλο "Ζευγάρι στον κήπο", αυτό δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομιά της Χ. Γ., αφού δεν περιλαμβανόταν στα δωρηθέντα σε αυτή από το γιο της Λ. Γ. έργα τέχνης, καθότι αποκτήθηκε από τον ίδιο τον Λ.
Γ. από αγορά σε δημοπρασία του οίκου Sothbys το έτος 2003, ήτοι μετά το θάνατο της μητέρας του και, συνεπώς, ως ανήκον στην κληρονομιαία περιουσία του, περιήλθε στους γιούς του ενάγοντος Λ. Γ. και Δ. Γ., νόμιμους εκ διαθήκης κληρονόμους του παππού τους, μετά τη δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς του πατέρα του Λ.
Γ., στην οποία προέβη ο ενάγων, μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων του, όπως προκύπτει από την από 18-2-2009 έκθεση αποποιήσεως κληρονομιάς του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πίνακας του ζωγράφου Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα με τίτλο "Ζευγάρι στον κήπο" είχε περιέλθει στην κυριότητά του το έτος 2005 με αγορά από δημοπρασία του οίκου Sothbys, κρίνεται αβάσιμος.
Παρά ταύτα, όμως, η εναγόμενη δεν έχει κανένα δικαίωμα επί του έργου αυτού, εφόσον σύμφωνα με την προαναφερθείσα μυστική διαθήκη του συζύγου της δεν εγκαταστάθηκε μεταξύ των κληρονόμων αυτού. Άλλωστε, όπως κρίθηκε με την 2492/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη με την 409/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, τις οποίες προσκομίζει ο ενάγων, η εναγόμενη με ρητή δήλωση βουλήσεώς της, περιλαμβανόμενη στο από 23-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, παραιτήθηκε από το δικαίωμά της για επίκληση της σχετικής ακυρότητας της διαθήκης του συζύγου της, όσον αφορά τη νόμιμη μοίρα της.
Επίσης, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης-αντενάγουσας ότι ορισμένα εκ των έργων αυτών και δη τα τρία (3) έργα του ζωγράφου Ν.Χατζηκυριάκου Γκίκα με τίτλους α) "Ξαπλωμένο γυναικείο γυμνό", β) "Γυμνές γυναικείες μορφές" και γ) "Ζευγάρι στον κήπο" και δύο (2) έργα του ζωγράφου Γ. Μόραλη με τίτλους "Γεωμετρική σύνθεση με γυναικεία μορφή" και "Ξαπλωμένη γυναικεία μορφή" δωρίσθηκαν στην ίδια από το σύζυγο της και από τον ζωγράφο Ν.
Χατζηκυριάκο Γκίκα, και ορισμένα άλλα στη θυγατέρα της Τ. Κ. από το σύζυγο της Λ. Γ., δεν αποδείχθηκαν. Και τούτο^ διότι η περιεχόμενη στη με αριθμό …/…-1-2015 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Μουμουζιά, κατάθεση της μάρτυρος της Τ. Κ., με την οποία η αντενάγουσα-εναγόμενη επιχειρεί να αποδείξει τον ανωτέρω ισχυρισμό της, αναιρείται από το περιεχόμενο της από 20-3-2007 μυστικής διαθήκης του Λ.
Γ. στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, αναφέρεται ότι ανήκουν στο γιο του Ν. Γ. εκ κληρονομιάς της Χ. Γ. και δεν ανήκουν στην κληρονομιά του τα κινητά, που βρίσκονται στην επί της οδού ... κατοικία του, καθώς και σε αυτή επί της οδού ..., καθώς επίσης ότι δεν ανήκουν στην κληρονομιά του τα κινητά που βρίσκονται στην ανατολική οικοδομή στο κτήμα ιδιοκτησίας του γιου του στη ..., τα οποία ανήκουν στη εναγόμενη και επομένως όσα δωρήθηκαν σε αυτή από το σύζυγο της βρίσκονταν στη ....
Εξάλλου, εάν η ως άνω μάρτυρας και θυγατέρα της αντενάγουσας εναγόμενης Τ. Κ., είχε αποκτήσει κυριότητα σε κάποιο έργο τέχνης, λόγω δωρεάς προς αυτή ενόψει του γάμου της, όπως ισχυρίζεται, θα το είχε παραλάβει από το επί της οδού ... διαμέρισμα, όπου αυτά βρίσκονταν τουλάχιστον μέχρι το θάνατο του Λ. Γ. και στο οποίο μέχρι το έτος 2001 που παντρεύτηκε διέμενε και η ίδια μαζί τους και θα το είχε μεταφέρει στην οικία, που διέμενε πλέον με το σύζυγο της.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων η εναγόμενη δεν απέδωσε στον ενάγοντα τα ανωτέρω σαράντα τρία (43) έργα τέχνης, χωρίς κανένα δικαίωμα επ' αυτών και, έχοντας πρόθεση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, τα παρακράτησε στην κατοχή της. Επομένως υποχρεούται σε αυτούσια απόδοσή τους, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι δεν βρίσκονται στην κατοχή της.
Άλλως, για την περίπτωση που οποιοδήποτε εκ των έργων αυτών δεν βρεθεί στην κατοχή της, κατά το στάδιο της εκτέλεσης, υποχρεούται να καταβάλλει στον ενάγοντα την αξία του. Η συνολική αξία των έργων αυτών, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 1.224.400 ευρώ, καθότι η αξία εκάστου ήταν η κάτωθι αναφερόμενη, σύμφωνα με την εκτίμηση του Π.
Β., εκτιμητή έργων τέχνης, λαμβανομένης υπόψη και της από 3-11-2008 έκθεσης του συντηρητή- εκτιμητή έργων τέχνης Α. Κ., που προσκόμισε η εναγόμενη και ο οποίος εκτιμά την αξία τους, κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσής του, κατά 50 έως 65% υψηλότερη αυτής του εκτιμητή Π. Β..
1.Αξία 70.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Selfridges", του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα.
2.Αξία 80.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Ξαπλωμένο γυναικείο γυμνό", του Ν. Χατζηκυριάκου Γ κίκα.
3.Αξία 60.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Γυμνές γυναικείες μορφές" του Ν. Χατζηκυριάκου Γ κίκα.
4.Αξία 100.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Αυλή" του Ν. Χατζηκυριάκου Γ κίκα.
5.Αξία 80.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Αστικό τοπίο" του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα.
6. Αξία 15.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Ύδρα" του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα
7.Αξία 70.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Νησιώτικο τοπίο", του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα.
8.Αξία 100.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Εσωτερικό δωματίου" του Ν. Χατζηκυριάκου Γ κίκα.
9.Αξία 40.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Νεκρή φύση με σκόρδα" του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα.
10.Αξία 40.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Βιβλιοθήκη" του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα.
11.Αξία 150.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Γεωμετρική σύνθεση με αρχιτεκτονικά στοιχεία" του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα.
12.Αξία 10.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Ορεινό τοπίο" του Επ. Θωμόπουλου.
13.Αξία 12.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Αγροικία" του Επ. Θωμόπουλου.
14.Αξία 5.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Καρδινάλιος ένθρονος" του Bacon Francis.
15.Αξία 20.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Λουλούδια" του Θ.Τσίγκου.
16.Αξία 100.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Γεωμετρική σύνθεση με γυναικεία μορφή" του Γ. Μόραλη.
17.Αξία 500 ευρώ του έργου με τίτλο "Σύνθεση" του S.Dali.
18.Αξία 10.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Ηθογραφική σκηνή" του Β. Γερμενή.
19.Αξία 8.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Φεγγάρι", του Κ. Βαρώτσου.
20.Αξία 3.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Le desire hyperrationnel", του S.Dali.
21.Αξία 2.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Venus de Milo Hysterique" του S.Dali.
22.Αξία 2.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Βάζο", του S.Dali.
23.Αξία 2.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Harp", του S.Dali.
24.Αξία 5.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Γυναικεία μορφή σε σκάλα" του Μ. Τζομπανάκη.
25.Αξία 4.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Γυναικεία μορφή" του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα.
26. Αξία 4.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Γυναικεία μορφή", του Ν.Χατζηκυριάκου Γκίκα.
27.Αξία 4.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Αθλούμενη γυναικεία μορφή" του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα.
28.Αξία 2.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Ανθρώπινο σώμα" του Τάκη (Βασιλάκη).
29.Αξία 3.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Ξαπλωμένη γυναικεία μορφή" του Γ. Μόραλη.
30.Αξία 3.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Γεωμετρική σύνθεση", (γλυπτό 27X15X4 εκ.) του Γ.Μόραλη.
31.Αξία 3.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Γεωμετρική σύνθεση", (γλυπτό 25X16,5X3,5 εκ.) του Γ.Μόραλη.
32.Αξία 15.000 ευρώ του έργου "Χριστός Παντοκράτωρ" δεσποτική εικόνα 17ου αιώνα.
33.Αξία 2.500 ευρώ του έργου με τίτλο "Νεκρή φύση με πινέλα" του Ν.Τέτση.
34.Αξία 7.500 ευρώ του έργου με τίτλο "Αγκαλιαζόμενες γυναίκες σε καρέκλα" του Γ.Μόραλη.
35.Αξία 500 ευρώ του έργου με τίτλο "Δίσκος" του Τάκη (Βασιλάκη).
36.Αξία 200 ευρώ του έργου Αγνώστου "βαθυγάλανη".
37.Αξία 200 ευρώ του έργου τασάκι από λευκό πηλό σε σχήμα γυναικείου προσώπου του Α.Φασιανού.
38.Αξία 500 ευρώ του έργου Μεταλλικό αγαλματίδιο Βούδα.
39.Αξία 250 ευρώ του έργου "Σχέδιο προσώπου γυναίκας" Αγνώστου δημιουργού.
40.Αξία 250 ευρώ του έργου Αφηρημένη τέχνη Αγνώστου δημιουργού.
41.Αξία 40.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Νεκρή φύση στο ατελιέ" του Π.Τέτση.
42.Αξία 120.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Ζευγάρι" του Γ.Μόραλη και
43.Αξία 30.000 ευρώ του έργου με τίτλο "Ποδοσφαιριστές" του Π.Τέτση.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 12 έως 27 Νοεμβρίου του 2011 άγνωστος ή άγνωστοι δράστες διέρρηξαν από το παράθυρο την επί της οδού ... … οικία του ενάγοντος, εισήλθαν εντός αυτής και αφαίρεσαν τριάντα (30) πίνακες ζωγραφικής, που βρίσκονταν εντός της, αφού προηγουμένως τους απέσπασαν από τα πλαίσιά τους. Συγκεκριμένα, αφαίρεσαν τα κάτωθι έργα τέχνης, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν στο ποσό των 49.000 ευρώ, όπως η αξία εκάστου έργου αναφέρεται κατωτέρω, σύμφωνα με την εκτίμηση του ίδιου ως άνω εκτιμητή Π. Β..
1.Τέτσης Π., με τίτλο "Νεκρή φύση", μεταξοτυπία, 44X45 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο στο κάτω μέρος, αξίας 500 ευρώ.
2.Τέτσης Π., με τίτλο "Τοπίο", μεταξοτυπία, 44X63 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο στο κάτω μέρος, αξίας 500 ευρώ.
3.Τέτσης Π., με τίτλο "Τοπίο", μεταξοτυπία, 44X62 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο στο κάτω μέρος, αξίας 500 ευρώ.
4.Τέτσης Π., με τίτλο "Εσωτερικό δωματίου", χαρακτικό 67X46 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 1/12 στο κάτω μέρος, αξίας 1.000 ευρώ.
5.Τέτσης Π., με τίτλο "Οικοδομή", χαρακτικό 67X46 CL•. υπογεγραμμένο και αριθμημένο 1/15 στο κάτω μέρος, αξίας 1.000 ευρώ.
6.Τέτσης Π., με τίτλο "Οικοδομή", χαρακτικό 37X48 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 96/100 στο κάτω μέρος, αξίας 1.000 ευρώ.
7.Τέτσης Π., με τίτλο "Βάρκες", χαρακτικό 90X62 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 11/30 στο κάτω μέρος, αξίας 1.500 ευρώ.
8.Τέτσης Π., υε τίτλο "Βάρκες", χαρακτικό 90X63 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 4/30 στο κάτω μέρος, αξίας 1500 ευρώ.
9.Τέτσης Π. ,με τίτλο "Ποδοσφαιριστές", 41χ62 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 2/6 στο κάτω μέρος , αξίας 1000 ευρώ.
10.Τέτσης Π. , με τίτλο ,"Ακρόπολη" έγχρωμη μεταξοτυπία 68χ47 εκ. υπογεγραμμένο και αριθμημένο 28/80 στο κάτω μέρος , αξίας 500 ευρώ.
11.Μυταράς Δ., με τίτλο "Γυναικεία μορφή", τέμπερα σε χαρτί, 16X19 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω μέρος , αξίας 1.000 ευρώ.
12.Καναγκίνη Ν., με τίτλο "Σύνθεση", έγχρωμο χαρακτικό 58X76 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογημένο'74 στο κάτω μέρος, αξίας 500 ευρώ.
13.Ράμμος Κ., με τίτλο "Ερωτικό" ακρυλικό σε μουσαμά, 140X107 εκ., υπογεγραμμένο και χρονολογη μ ένο'88 στο κάτω αριστερό μέρος, αξίας 2.000 ευρώ.
14.Γκίκας Χατζηκυριάκος Ν., με τίτλο "Λυρικά", έκδοση από Α.Ιόλα, αποτελούμενη από επτά (7) έγχρωμες μεταξοτυπίες και ένα εξώφυλλο 40X29 εκάστη, αξίας 3.000 ευρώ.
15.Γραμματόπουλος Κ., με τίτλο "Λιμάνια του Αιγαίου", έγχρωμη μεταξοτυπία 45X60 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 9/100 στο κάτω μέρος, αξίας 500 ευρώ.
16.Μιγάδης Γ., με τίτλο "Βάρκες στο λιμάνι", υδατογραφία σε χαρτί, 33X47 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος, αξίας 2.500 ευρώ.
17.Προσαλέντης Α., με τίτλο "Προκυμαία", υδατογραφία σε χαρτί, 27X45 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω αριστερό μέρος, αξίας 3.000 ευρώ.
18.Μαραγκοπούλου Κ., με τίτλο "Βάρκες στο λι μάνι", υδατογραφία σε χαρτί, 31Χ48 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος, αξίας 1.000 ευρώ.
19.Προσαλέντης Α., με τίτλο "Προκυμαία", λάδι σε χαρτόνι, υπογεγραμμένο στο κάτω αριστερό μέρος, αξίας 8.000 ευρώ.
20.Αγνώστου με τίτλο "Αγροικία", λάδι σε μουσαμά, 60X89 εκ., αξίας 500 ευρώ.
21.Ρωμανίδης Κ., με τίτλο "Παραθαλάσσιο τοπίο", λάδι σε μουσαμά 30X60 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος, αξίας 5.000 ευρώ. 5
22.Γκίκας Χατζηκυριάκος Ν., με τίτλο "Coven garden", έγχρω μεταξοτυπία 50X78 εκ., αριθμημένο 58/150 αξίας 500 ευρώ.
23.Ιωαννίδης Ευαγ. με τίτλο "Λούστρος", λάδι σε μουσαμά 50X78 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω δεξιό μέρος, αξίας 4.000 ευρώ.
24.Τέτσης Π., με τίτλο "Βάρκα", χαρακτικό δοκίμιο, 41X5 εκ., υπογεγραμμένο στο κάτω μέρος, αξίας 1.000 ευρώ.
25.Τέτσης Π., με τίτλο "Κανάτα", έγχρωμο χαρακτικό 60X45 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 2/30 στο κάτω μέρος, αξίας 1.000 ευρώ.
26.Τέτσης Π., με τίτλο "Ρόδια", έγχρωμο χαρακτικό 60X45 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 8/30 στο κάτω μέρος, αξίας 1.000 ευρώ.
27.Τέτσης Π., με τίτλο "Ύδρα", έγχρωμη μεταξοτυπία 77X56 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 290/300 στο κάτω μέρος, αξίας 500 έ ευρώ.
28.Πετρίτσης, με τίτλο "Άνθη", 25X40 εκ. αξίας 1.500 ευρώ.
29.Πετρίτσης, με τίτλο "Τοπίο", 25X40 εκ. αξίας 2.000 ευρώ.
30.Velvet, με τίτλο "κηροπήγιο", 35X50 εκ., αξίας 1.500 ευρώ.
Η εναγόμενη δήλωσε την κλοπή των ανωτέρω έργων τέχνης την 28η Νοεμβρίου 2011 στο Τμήμα Ασφάλειας Κηφισιάς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Βορειοανατολικής Αττικής, καθότι αυτή χρησιμοποιούσε, κατά τον ως άνω χρόνο της κλοπής των έργων τέχνης την ως άνω κατοικία, όπως έπραττε και όταν ήταν εν ζωή ο σύζυγος της, που τη χρησιμοποιούσαν ως εξοχική τους κατοικία, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες.
Την παρέδωσε δε, στον ενάγοντα την 29η Ιανουάριου 2014 με το με ίδια ημερομηνία πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, μετά την έκδοση των προαναφερθεισών αποφάσεων, με τις οποίες υποχρεώθηκε να του αποδώσει τα δύο ακίνητά του. Στην ως άνω δήλωσή της προς το Τμήμα Ασφάλειας Κηφισιάς η εναγόμενη είχε περιλάβει μεταξύ των κλαπέντων έργων και το έργο του ζωγράγου Π.
Τέτση με τίτλο "Βάρκες" (χαρακτικό 90X62 εκ., υπογεγραμμένο και αριθμημένο 11/30 στο κάτω μέρος), το οποίο όμως δεν είχε κλαπεί, αλλά βρέθηκε αργότερα από τον ενάγοντα στο επί της οδού ... διαμέρισμα. Δεν αποδείχθηκε, όμως, από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ευθύνη της εναγομένης για την κλοπή των εν λόγω τριάντα (30) έργων τέχνης, αναγόμενη σε αμέλεια αυτής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός άνθρωπος, όπως διατείνεται ο ενάγων.
Διότι, όπως αποδείχθηκε, στην εν λόγω οικία επί της οδού ... υπήρχε συναγερμός εν λειτουργία, κατά το χρόνο της κλοπής, τον οποίο, όμως, οι δράστες κατάφεραν να απενεργοποιήσουν, ενώ η εναγόμενη δεν υπέχει ευθύνη για τη μη πρόσληψη φύλακα προς προστασία της εν λόγω οικίας, καθότι το μέτρο αυτό είναι πέραν των συνηθισμένων μέτρων ασφαλείας και πρόνοιας, τα οποία έπρεπε να επιδείξει ο μέσος συνετός και επιμελής συναλλασσόμενος, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως αποδείχθηκε, ουδέποτε είχε προσληφθεί φύλακας προς προστασία της ως άνω οικίας, όπου φυλάσσονταν τα προαναφερθέντα έργα τέχνης ούτε από τον ίδιο τον ενάγοντα, κύριο αυτών, αλλά ούτε και από τον πατέρα του Λ.
Γ., κατά το χρόνο που ο τελευταίος χρησιμοποιούσε την εν λόγω οικία, ενώ για τα έργα τέχνης που βρίσκονταν στο διαμέρισμα της οδού ... και τα οποία ήταν σαφώς μεγαλύτερης αξίας, είχε συναφθεί από τον ενάγοντα και τον πατέρα του σύμβαση ασφάλισης κατά του κινδύνου της κλοπής, όπως προαναφέρθηκε. Δεν βαρύνεται επομένως η εναγόμενη με οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα ως προς της φύλαξη της επί της οδού ...
οικίας και δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής ούτε των διατάξεων των άρθρων 1098, 1099 ΑΚ, περί προστασίας της κυριότητας και της ευθύνης του κακόπιστου νομέα ως προς τη χειροτέρευση ή καταστροφή του πράγματος ούτε των περί αδικοπραξιών διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Η εναγόμενη, όμως, μετά την κατάργηση του από 23-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού με τη νεότερη καταρτισθείσα μεταξύ τους συμφωνία, δεν είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη οικία επί της οδού ...
και έπρεπε από τον Οκτώβριο του έτους 2008 να την αποδώσει στον ενάγοντα μαζί με τα εντός αυτής ευρισκόμενα έργα τέχνης. Μάλιστα το Σεπτέμβριο του έτους 2011, πριν την κλοπή των έργων τέχνης και ενώ είχε δημοσιευθεί στις 19-9-2011 η 3377/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την υποχρέωσε να αποδώσει στον ενάγοντα την εν λόγω οικία του, η εναγόμενη αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο στην οικία αυτή στη μάρτυρα του ενάγοντος Δ.
Σ., μεσίτρια αστικών ακινήτων, που ενεργούσε κατ' εντολή του και για λογαριασμό του. Ευθύνεται, επομένως, έναντι αυτού εκ του νόμου και για τα τυχαία γεγονότα, όπως είναι και η κλοπή, που επισυνέβη, βάσει των περί διοικήσεως αλλότριων διατάξεων (730, 731 ΑΚ) διότι, αρνούμενη να αποδώσει την ανωτέρω οικία στον ενάγοντα, ακόμη και κατά το χρόνο που αυτός ήγειρε εναντίον της την από 9-9-2009 αγωγή περί απόδοσης της νομής - επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 3377/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την 5336/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες υποχρεώθηκε να του την αποδώσει- εκδήλωσε την πρόθεσή της να διοικήσει εν γνώσει της μία αλλότρια υπόθεση σαν να επρόκειτο για δική της και συγκεκριμένα να ενεργήσει ως ιδιοκτήτρια της εν λόγω οικίας, μολονότι γνώριζε ότι ενεργεί εναντίον της πραγματικής θέλησης του ενάγοντος, αποκλειστικού κυρίου της οικίας αυτής καθώς και των ευρισκομένων εντός αυτής έργων τέχνης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και, αφού απέρριψε ως αβάσιμες από ουσιαστική άποψη την ένσταση ιδίας κυριότητας και την ανταγωγή της εναγόμενης- αντενάγουσας, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αναγνώρισε δε τον ενάγοντα κύριο των ανωτέρω εβδομήντα τριών (73) έργων τέχνης (43 υπεξαιρεθέντων και 30 κλαπέντων) και υποχρέωσε την εναγόμενη να του αποδώσει τα σαράντα τρία (43) από αυτά που παρακράτησε παράνομα η εναγόμενη και σε περίπτωση αδυναμίας απόδοσής τους να του καταβάλει την προαναφερθείσα αξία τους, όπως εκτιμήθηκε αυτή κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και επίσης την υποχρέωσε να του καταβάλει το ποσό των 49.000 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια των έργων τέχνης που κλάπηκαν, ως ενεχόμενη από το νόμο, κατά τις περί διοικήσεως αλλοτρίων διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλε.
Επομένως, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της έφεσης (δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος), με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται 1) για την απόρριψη του ισχυρισμού της περί ελλείψεως της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος ως μη κυρίου των έργων τέχνης, 2) για την κατ' ουσία απόρριψη της ένστασή της περί ιδίας κυριότητας και της ανταγωγής της, 3) για την εκτίμηση της αξίας των σαράντα τριών (43) έργων τέχνης, κατά το έτος 2007, σύμφωνα με την έκθεση του εκτιμητή Π.
Β. και 4) για την εφαρμογή των περί διοικήσεως αλλοτρίων διατάξεων των άρθρων 730 και 731 ΑΚ. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη>>. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι των επίδικων 73 έργων τέχνης (πινάκων ζωγραφικής), αξίας1.273.400 ευρώ, κατέστη κύριος ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ν.
Γ., με κληρονομική διαδοχή, και συγκεκριμένα αιτία θανάτου της αποβιώσασας το έτος 1993 γιαγιάς του Χ. Γ. , η οποία ήταν αποκλειστική κυρία τούτων και ότι έγινε μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της τελευταίας, μετά την γενόμενη από τον πατέρα του και γιο της αποβιωσάσης Λ. Γ. αποποίηση της επαχθείσας σ'αυτόν κληρονομίας της μητέρας του, κληρονομία, την οποία ο ενάγων σιωπηρά αποδέχθηκε.
Ότι στη δικαιοπάροχο γιαγιά του ενάγοντος τα επίδικα κινητά είχαν περιέλθει με δωρεά και παράδοση σ'αυτήν του αληθούς κυρίου τούτων υιού της, Λ. Γ.. Ότι στο πλαίσιο της συμβιβαστικής επίλυσης των διαφορών που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων, μετά το θάνατο του Λ. Γ., πατέρα του ενάγοντος και συζύγου, σε δεύτερο γάμο, της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας Σ.
Χ., συνυπέγραψαν το από 23/4/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς,με το οποίο, μεταξύ άλλων, συμφώνησαν να περιέλθουν στην τελευταία 23 από τα επίδικα έργα τέχνης. Ότι, όμως, στη συνέχεια, η εναγομένη αρνήθηκε να συμπράξει στην κατάρτιση συμβολαίων για τη μεταβίβαση των ακινήτων, κατά τα οριζόμενα στο πιο πάνω συμφωνητικό, παρά την αποστολή σ'αυτή της από 1/10/2008 εξώδικης πρόσκλησης του ενάγοντος να ανεύρει συμβολαιογράφο για την κατάρτιση των σχετικών συμβολαίων.
Ότι σε απάντηση της εν λόγω πρόσκλησης, η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα, στις 30/10/2008, την από 29/10/2008 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία ανέφερε ότι λόγω νέων στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση της, τα οποία επαυξάνουν το μερίδιό της στην κληρονομιαία περιουσία του θανόντος συζύγου της Λ. Γ., θεωρεί ανίσχυρο το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού, επικαλούμενη και την πρόταση που της είχε απευθύνει ο ενάγων, κατά τη συνάντηση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 17/7/2008, να μην ισχύσει το από 23/4/2008 συμφωνητικό συμβιβασμού, πρόταση την οποία αποδέχεται με την από 29/10/ 2008 εξώδικη δήλωσή της.
Ότι μετά την σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως επήλθε, κατόπιν νέας συμφωνίας τους, που έλαβε χώρα στις 30/ 10 /2008, η κατάργηση του πιο πάνω συμφωνητικού συμβιβασμού ως προς όλους τους όρους του. Ότι η εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητα, μετά ταύτα, και παράνομα ιδιοποιήθηκε τα 43 από τα ως άνω ένδικα κινητά, αξίας 1.224.400 ευρώ, για την ζημία δε του ενάγοντος, σε περίπτωση που είναι ανέφικτη η αυτούσια απόδοσή τους, η εναγομένη ευθύνεται κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Ότι τα υπόλοιπα 30 από τα ως άνω ένδικα κινητά, αξίας 49.000 ευρώ, εκλάπησαν από την ευρισκόμενη στην Κηφισιά - Αττικής συζυγική κατοικία της εναγομένης, την ευθύνη για την απώλεια των οποίων έχει η τελευταία, κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, αναγνώρισε αυτόν κύριο, αιτία κληρονομικής διαδοχής, της επίμαχης συλλογής, που περιλάμβανε 73 συνολικά έργα τέχνης, και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα α) να του απόδώσει τα 43 από αυτά, άλλως σε περίπτωση που είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοσή τους να καταβάλει την αξία τους και β) να του καταβάλλει την αξία των υπόλοιπων 30 έργων τέχνης, που εκλάπησαν, απορρίπτοντας την έσταση ιδίας κυριότητας που αφορά στους 20 από τους 23 πίνακες, που διαμβάνονταν στο προαναφερόμενο ιδιωτικό, περί συμβιβασμού, συμφωνητικό, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 498, 871, 369, 159 και 181 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης από τον ενάγοντα της κυριότητας των επίδικων κινητών πραγμάτων (πινάκων), αιτία κληρονομικής διαδοχής, της κατάρτισης, με το από 23/4/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, του επίμαχου συμβιβασμού και της ανατροπής αυτού τον Οκτώβριο 2008, με τη σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων να μην ισχύσει ,δηλαδή να καταργηθεί, κατόπιν συμφωνίας τους ο πιο πάνω συμβιβασμός.
Δεν συνιστά, δε, αντίφαση η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι: "ο Λ. Γ. δώρισε τη συλλογή του στην υπερήλικη μητέρα του , την κληρονομία της οποίας στη συνέχεια αποποιήθηκε, προς την παραδοχή ότι οι σχέσεις του ενάγοντος με τον πατέρα του ήταν πολύ καλές". Επομένως, οι περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενες, στον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "είναι αδιανόητο ένας συλλέκτης έργων τέχνης, όπως ο Λ. Γ. το έτος 1989, σε ηλικία 58 ετών, να δωρίσει τη συλλογή του στην υπερήλικη (81 ετών) μητέρα του, για να της παράσχει ψυχολογική και οικονομική υποστήριξη, την οποία δεν είχε ανάγκη, η διαχείριση της οποίας συλλογής από μέρους της θα ήταν αδύνατη".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω αιτιάσεις δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας, υπό την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας για τη στήριξη των απόψεών της ότι η επίδικη συλλογή δεν δωρήθηκε στη γιαγιά του ενάγοντος και ότι, συνεπώς, αποτέλεσε αντικείμενο της κληρονομίας του αποβιώσαντος συζύγου της Λ.
Γ.. Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον άνω πρώτο αναιρετικό λόγο είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικά, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας των αποδεικτικών μέσων στα οποία το δικαστήριο στήριξε την αποδεικτική του κρίση, η οποία δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε, κατά την άποψη της τελευταίας, σε εσφαλμένη για τα πραγματικά γεγονότα κρίση.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος. Τέλος, από το σύνολο των προαναφερόμενων παραδοχών της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων για την ανατροπή- κατάργηση του ένδικου από 23/4/2008 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού και δεν προέβη σε ερμηνεία της περί ανατροπής αυτού (συμβιβασμού) νέας συμφωνίας, σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Δηλαδή, σαφώς, από τις προαναφερόμενες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, μη διαπιστώνοντας κενό ή ασάφεια, δεν προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες. Η δε αναφορά στην απόφασή του σχετικά με την από 1/10/2008 δήλωση -πρόσκληση του ενάγοντος προς την εναγομένη να ανεύρει συμβολαιογράφο, ώστε να προβούν στις συμφωνηθείσες μεταβιβάσεις ακινήτων, δεν ενέχει έμμεση παραδοχή κενού ή αμφίβολου σημείου ως προς τη συμφωνία κατάργησης του συμβιβασμού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση ότι αυτή απάντησε θετικά στην εν λόγω πρόσκληση η οποία άλλωστε, δεν αφορούσε την τύχη των επίδικων πινάκων, ούτε ότι την εξέλαβε ως πρόταση για τη σύναψη νέας σύμβασης, αλλά αντίθετα έγινε δεκτό ότι η ίδια, παρά την από 1/10/2008 πρόσκληση του ενάγοντος, προχώρησε στην κοινοποίηση προς αυτόν της από 29/10/2010 εξώδικης δήλωσής της για την κατάργηση του επίμαχου συμβιβασμού, κάνοντας μάλιστα αναφορά στην από 17/7/2008 πρότασή του, ώστε να μην ισχύσει το από 23/4/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επομένως, το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε, δια της μη εφαρμογής τους, τους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, και, συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185-187 ΑΚ, και εκείνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, "καταλήγοντας εσφαλμένα στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το από 23/04/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού έπαψε να ισχύει την 30η Οκτωβρίου 2008, κατόπιν νέας συμφωνίας των διαδίκων, και ότι αντίθετα αυτός (συμβιβασμός) εξακολουθεί να ισχύει, νομίμως δε αυτή (αναιρεσείουσα) κατέχει τους 20 πίνακες, που περιλαμβάνονται στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού", είναι αβάσιμος, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, κατά τα προεκτεθέντα, ότι το Εφετείο δεν διέγνωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενά ή αμφίβολα σημεία στην ανωτέρω συμφωνία κατάργησης του συμβιβασμού.
Ο ίδιος δε λόγος, κατά το μέρος, που διαλαμβάνει αντίθετα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με το αποδεικτικό υλικό, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, ο ανωτέρω πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
Β.2. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, τον προσδιορισμό δηλαδή από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως, εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
Κατά συνέπεια, δεν τίθεται πλέον θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος αποδείξεως και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., σχετικός λόγος αναιρέσεως. Τον λόγο αυτό αναιρέσεως, όμως, μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως το οποίο προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα και αν δεν το κάνει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της πιο πάνω διάταξης (Α.Π.186/2018).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, στην περίπτωση που από τις προσαχθείσες αποδείξεις, ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι, κατ' επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, μετά την εκτίμηση τους από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου.
Τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή της παραπάνω αιτίασης (ΑΠ 1437/2019). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν με την πρόφαση της εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 773/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου του κύριου δικογράφου της αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, σχετικά με την επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης με το να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί κτήσης κυριότητάς της στους 23 από τους ένδικους πίνακες με τακτική χρησικτησία.
Ειδικότερα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δεν δέχθηκε ότι οι πιο πάνω πίνακες αποτελούσαν κληρονομιαία κινητά, τα οποία καλόπιστα αυτή διατήρησε στην κατοχή της για έξι και πλέον χρόνια από τις 17/11/2007 (χρόνο θανάτου του Λ. Γ.), άλλως από τις 23/4/2008 (χρόνο υπογραφής του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού περί συμβιβασμού) μέχρι τις 29/1/2014, που υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης των ακινήτων και των περιεχομένων σε αυτά κινητών, μεταξύ των οποίων ήταν και τα περιγραφόμενα στο πρωτόκολλο έργα τέχνης, καθώς επίσης ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το Εφετείο το προαναφερόμενο συμφωνητικό και τα προσκομισθέντα από αυτή (αναιρεσείουσα) μετ'επικλήσεως έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι οι επίδικοι πίνακες δεν ήταν αντικείμενο της ατομικής περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, αλλ'αντικείμενο της κληρονομίας του Λ.
Γ.. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μετ' εκτίμηση των αναφερόμενων στην απόφασή του αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος απέδειξε ότι κατέστη κύριος των επίδικων πινάκων με κληρονομική διαδοχή και ότι αντίθετα η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την πιο πάνω ένσταση ιδίας κυριότητάς της επ'αυτών γι'αυτό και την απέρριψε.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης του επικαλούμενου γεγονότος της κτήσης κυριότητας της ενισταμένης αναιρεσείουσας στους επίδικους πίνακες με τακτική χρησικτησία τις έφερε η τελευταία και όχι ο αναιρεσίβλητος.
3. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία μνεία γίνεται περί ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου (ΑΠ 2016/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 695 με εκείνες των άρθρων 332, 693, 696 και 698 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων νομής, εκδιδόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του κατ'έφεση Πρωτοδικείου, παράγουν προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο και προβάλλεται προς απόκρουση νέας αιτήσεως μεταξύ των ιδίων διαδίκων για την ίδια διαφορά με βάση τον αυτό πραγματικό και νομικό λόγο, αλλά το προσωρινό αυτό δεδικασμένο δεν δεσμεύει την κύρια μεταξύ των διαδίκων δίκη για τη νομή ή την κυριότητα και παύει να ισχύει από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της κύριας δίκης (ΑΠ 1077/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, του κύριου δικογράφου αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη της το δεδικασμένο που απορρέει από την 1921/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την 3902/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κρίνοντας έγκυρο, ως μη καταργηθέντα, τον γενόμενο, με το από 23/04/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμβιβασμό, που υπέγραψαν οι διάδικοι, και εκδόθηκε επί της από 28/01/ 2009 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, παραχθέντος από την ανωτέρω απόφαση. Εξάλλου, και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 πλημμέλεια, εφόσον η 1921/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχοντας εκδοθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί διαφοράς περί νομής, είχε προσωρινή ισχύ και δεν επηρέαζε την κύρια υπόθεση, ούτε παρήγαγε επ' αυτής ουσιαστικό δεδικασμένο.
Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, και η προσβαλλόμενη απόφαση που δεν απάντησε στον αλυσιτελή αυτό ισχυρισμό δεν υπέπεσε ούτε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 909/2014).
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ.Ολ. 32/1996). Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Στην προκείμενη περίπτωση οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στο τρίτο μέρος (σελ. 39 έως 50) του δεύτερου λόγου του κύριου δικογράφου της αναίρεσης είναι απαράδεκτες, ως αόριστες, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως υπάγονται οι επικαλούμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με τους αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος.
Γ. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1044 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας κινητού με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια τριετία, η δε καλή πίστη του χρησιδεσπόζοντος πρέπει και αρκεί να υπάρχει κατά την κτήση της νομής από αυτόν .
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1α' και 19 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1041 έως 1044 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, καθώς επίσης ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, με τακτική χρησικτησία, στα επίδικα κινητά (πίνακες) που αναφέρονται στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη δεν ερεύνησε εάν η αναιρεσείουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης της χρησικτησίας, τον Απρίλιο 2008, τελούσε σε καλή πίστη και εάν, το από 23/04/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, μετά την κατάργησή του, αποτελεί ή όχι νομιζόμενο τίτλο. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον η αναιρεσιβαλλομένη δεν πλήττεται επιτυχώς, με βάσιμο αναιρετικό λόγο, ως προς την παραδοχή της ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα, μετά την κατάργηση του από 23/04/2008 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού ήταν, απλώς, κάτοχος και όχι με διάνοια κυρίου νομέας των επίδικων πινάκων (βλ. 2η σελ.του 13ου φύλλου της απόφασης), η δε νομή αποτελεί ένα από τα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της καταλυτικής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης- αναιρεσείουσας επί των επίδικων πινάκων με τακτική χρησικτησία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Το στοιχείο, όμως, αυτό (της νομής) δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη σχετική ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, και, συνεπώς, η εξεταζόμενη ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας ήταν, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέα. Κατόπιν αυτών, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. ,όπως ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που αυτός υπεβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/06/2019 αίτηση και τους από 28-12-2020 πρόσθετους επ' αυτής λόγους της Σ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1273/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700), ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ