Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting contractor's claim for public works contract dispute.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three companies against a final judgment rejecting their claim for damages in a public works contract dispute. The lower court had rejected the claim as inadmissible due to lack of prior notice and deemed a subsequent argument regarding delay premature since the notice preceded the alleged delay period. The Court ruled that since the first ground for rejection was successful, the second ground was legally irrelevant and could not be examined.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; If a ground for appeal successfully rejects a decision, subsequent grounds relying on that rejection are inadmissible as irrelevant.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 984 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 984/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κοινοπραξίας των Εταιρειών με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ημεδαπής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "... S.A." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ασημίνα Γλιαρμή και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μαριάνθη Παπάνη και Γεώργιο Αρβανίτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/6/2013 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2484/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28/2/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
. I.Με την κρινόμενη από 28-2-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 παρ. 4 και 5 του ν. 1418/1984 και μετά ταύτα άρθρ. 77 παρ. 4 και 5 του ν. 3669/2008 υπ' αριθ. 2484/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 27-6-2013 και υπ' αριθ. κατάθεσης 383/371/27-6-2013 προσφυγή των αναιρεσειουσών. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II.Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1418/1984 "Δημόσια Έργα", που εφαρμόζεται λόγω του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης το έτος 2006 (και του ταυτόσημου περιεχομένου άρθρο 76 του ν. 3669/2008), "κατά των πράξεων ή παραλείψεων της διευθύνουσας υπηρεσίας, που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου, χωρεί ένσταση, που ασκείται με κατάθεση στη διευθύνουσα υπηρεσία.
Η ένσταση, κατά των πράξεων, ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε ημερών, από την κοινοποίηση της πράξης, εκτός αν σε ειδικές περιπτώσεις ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή στα προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του...Η ένσταση απευθύνεται στην προϊσταμένη αρχή, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να εκδώσει την απόφασή της μέσα σε δύο (2) μήνες από την κατάθεση της ένστασης... Αν η ένσταση απορριφθεί στο σύνολο της ή μερικώς ή αν παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ο ανάδοχος μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας σε ανατρεπτική προθεσμία τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης ή από την άπρακτη πάροδο του διμήνου.
Η έκδοση ή κοινοποίηση απόφασης επί της ενστάσεως, μετά την πάροδο του διμήνου, δεν μεταθέτει την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας για την άσκηση αίτησης θεραπείας. Αίτηση θεραπείας ασκείται επίσης και κατά αποφάσεων ή πράξεων της προϊσταμένης αρχής ή του κυρίου του έργου, εφόσον με τις αποφάσεις ή πράξεις αυτές δημιουργείται για πρώτη φορά διαφωνία...".
Εξάλλου, από το άρθρο 13 του ίδιου νόμου (και του ταυτόσημου περιεχομένου άρθρο 77 του ανωτέρω κωδικοποιημένου νόμου): "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου επιλύεται με προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. 2.
Αρμόδιο δικαστήριο, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται το έργο...3. Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου...". Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, όταν εκδίδεται από τη διοίκηση πράξη βλαπτική για τον ανάδοχο δημοσίου έργου, αυτός οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου, πρώτα να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και μόνο κατόπιν να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο εφετείο, είτε κατά της πράξης στην οποία η διαδικασία αυτή κατέληξε είτε κατά της παράλειψης έκδοσής της, αφού έτσι ανακύπτει διαφωνία.
Η ίδια διαδικασία πρέπει να προηγείται και στην περίπτωση της αποζημιωτικής αγωγής, εφόσον με αυτήν επιδιώκεται η αποκατάσταση ζημίας του αναδόχου, ως συνέπεια της βλαπτικής γι' αυτόν πράξης ή παράλειψης της διοίκησης, αφού και στην περίπτωση αυτήν πρέπει να προηγηθεί η ακύρωση (με προσφυγή) της υπαρκτής ατομικής διοικητικής πράξης.
Οι ως άνω διαδικαστικοί τύποι, λόγω του επιδιωκόμενου με αυτούς σκοπού, είναι ουσιώδεις, αφού διασφαλίζεται κυρίως το θεμελιώδες δικαίωμα ακρόασης και υπεράσπισης του καθ' ου στρέφονται οι αιτιάσεις με την αίτηση θεραπείας.
Συνεπώς η μη τήρηση των τύπων αυτών καθιστά την αίτηση θεραπείας απαράδεκτη και την επακολουθούσα προσφυγή ενώπιον του Εφετείου απορριπτέα για το λόγο αυτόν. Έτσι, οι παραπάνω διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία που ακολουθείται στην προδικασία, παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου", είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 10/2016, ΣτΕ 247/2019, ΣτΕ 2440/2018, ΑΠ 548-550/2013, ΑΠ 635/2010).
Με βάση τα παραπάνω, όταν η Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου εκδώσει διαδοχικά πράξεις με το αυτό αντικείμενο, βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου, κατά της προγενέστερης δε αυτών ο ανάδοχος δεν ασκήσει εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς τα νόμιμα ενδικοφανή μέσα, στη συνέχεια δε με σχετική προσφυγή του απευθύνεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, τότε απαραδέκτως στρέφεται κατά των μεταγενέστερων (βλαπτικών για τα έννομα συμφέροντά του πράξεων) με τα προβλεπόμενα ενδικοφανή μέσα και εν συνεχεία με τη σχετική προσφυγή.
Τούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή η μεταγενέστερη πράξη, ως επιβεβαιωτική της προηγούμενης, στερείται εκτελεστικού χαρακτήρα, ενώ τέτοια επιβεβαιωτική πράξη συνιστά και η εμμονή της αρμόδιας υπηρεσίας σε προηγούμενη απορριπτική της απόφαση, προκληθείσα ύστερα από γραπτή αίτηση του αναδόχου. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Το -δ'- αίτημα αυτής (αναγνωριστικό) πρέπει, επίσης, να απορριφθεί στο σύνολο του, πρωτίστως, ως απαράδεκτο.
Και τούτο διότι κατά των ως άνω (διαδοχικών) αποφάσεων της Προϊσταμένης του έργου Αρχής (...(α)/17-5-2010, ...(α)/30-12- 2010) και ...(α)/8-9-2011) περί παρατάσεως των προθεσμιών εκτελέσεως του έργου από 24-3-2010 μέχρι 20-1-2011, από 21-1-2011 μέχρι 3-12-2011 και από 4-12- 2011 μέχρι 22-3-2012, αντίστοιχα, δεν υποβλήθηκαν από την ανάδοχο, σταδιακά, μετά τον υπ' αυτής υπολογισμό των θετικών ζημιών που υπέστη (κατά τα στο δικόγραφο εκτιθέμενα), ανά χρονικό διάστημα, αντίστοιχες έγγραφες επιστολές προς την καθ' ης για την αποκατάσταση αυτών (ζημιών) και, εντεύθεν, κατά της απορριπτικής απάντησης της καθ' ης, που, οπωσδήποτε, θα συνιστούσε βλαπτική για τα συμφέροντά της πράξη ή παράλειψη, να ασκήσει τα αντίστοιχα ενδικοφανή μέσα...και ακολούθως προσφυγή, αλλά επέλεξε να απευθύνει την προαναφερόμενη .../18-5-2012 επιστολή της, με την οποία αυτή υπέβαλε αιτήματα, που αφορούσαν συλλήβδην σε όλες τις παραπάνω (διαδοχικές) πράξεις ή παραλείψεις της καθ' ης, με συνέπεια την οριστικοποίηση των έννομων συνεπειών των ανωτέρω αποφάσεων υπέρ της καθ' ης και την απόσβεση του υπάρχοντος δικαιώματος των προσφευγουσών για το θέμα της διαφωνίας, ενώ η σιωπηρή απόρριψη της τελευταίας αυτής επιστολής της αναδόχου αποτελεί απλώς εμμονή της αρμόδιας υπηρεσίας της καθ' ης στις προηγούμενες αποφάσεις της".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω και ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 13 του ν. 1418/1984, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Επίσης, με τα δεδομένα αυτά και με βάση τις ως άνω παραδοχές, η ένδικη αγωγή-προσφυγή με αντικείμενο την αξίωση αποζημίωσης των αναιρεσειουσών, καθόσον αφορά στις επικαλούμενες θετικές ζημίες τους από την περιέλευση της αναιρεσίβλητης εργοδότη σε υπερημερία περί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από την αναφερόμενη εργολαβική σύμβαση, κατά το ως άνω με στοιχείο δ' αίτημά της (αναγνωριστικό), ήταν απαράδεκτη, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης ενδικοφανούς προδικασίας.
Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι κατά των αναφερομένων (διαδοχικών) αποφάσεων της Προϊσταμένης Αρχής του έργου (...(α)/17-5-2010, ...(α)/30-12-2010) και ...(α)/8-9-2011) περί παράτασης των προθεσμιών εκτέλεσης του έργου από 24-3-2010 μέχρι 20-1-2011, από 21-1-2011 μέχρι 3-12- 2011 και από 4-12-2011 μέχρι 22-3-2012, αντίστοιχα, δεν υποβλήθηκαν από την ανάδοχο (πρώτη των αναιρεσειουσών), σταδιακά, αντίστοιχες έγγραφες επιστολές προς την αναιρεσίβλητη και γενικότερα η πρώτη για την αποκατάσταση των θετικών ζημιών της δεν ακολούθησε την απαιτούμενη για καθεμία από τις ως άνω τρεις αποφάσεις περί παράτασης ενδικοφανή προδικασία, ενόψει του ότι αυτές (παρατάσεις) και οι σχετικές αποφάσεις ήταν αυτοτελείς και διακεκριμένες και οπωσδήποτε συνιστούσαν βλαπτικές πράξεις γι' αυτήν.
Επίσης, αναφέρεται ότι αντί αυτών η τελευταία επέλεξε να απευθύνει την αναφερόμενη από 18-5-2012 επιστολή της, με την οποία υπέβαλε αιτήματα, που αφορούσαν συνολικά όλες τις παραπάνω (διαδοχικές) πράξεις ή παραλείψεις της καθ' ης, ενέργεια όμως που είχε ως συνέπεια να έχει ήδη επέλθει η οριστικοποίηση των έννομων συνεπειών των ανωτέρω αποφάσεων υπέρ της αναιρεσίβλητης και η απόσβεση του υπάρχοντος δικαιώματος των αναιρεσειουσών για το θέμα της διαφωνίας, ενώ η σιωπηρή απόρριψη της τελευταίας αυτής επιστολής της αναδόχου αποτελεί απλώς εμμονή της αρμόδιας υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης στις προηγούμενες αποφάσεις της.
Με την εν λόγω παραδοχή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, και απέρριψε ως απαράδεκτο το ως άνω αίτημα των αναιρεσειουσών περί αποζημίωσης, δεδομένου ότι είχε ήδη επέλθει απώλεια του ως άνω ιδιωτικού δικαιώματος αυτών λόγω μη τήρησης της απαιτούμενης ενδικοφανούς προδικασίας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
III. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 914/2018, ΑΠ 642/2017). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό της πρώτης αυτών (αναιρεσειουσών) κοινοπραξίας περί υποβολής του από 18-5-2012 αιτήματος της, που θεμελιώνει το αγωγικό της αίτημα περί αποζημίωσης για τις αναφερόμενες θετικές ζημιές της. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, δεδομένου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ως προς το εν λόγω αίτημα της ένδικης προσφυγής - αγωγής, αλλά απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.
IV. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 138/2019, ΑΠ 653/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο πλαίσιο των δύο πρώτων αναιρετικών λόγων, απέρριψε την ένδικη προσφυγή κατά τα ως άνω ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης της απαιτούμενης ενδικοφανούς προδικασίας και περαιτέρω με επάλληλη (δεύτερη) αιτιολογία δέχθηκε και τα εξής: "Σε κάθε περίπτωση, η υπό κρίση προσφυγή, καθόσον αφορά στην επικαλούμενη υπερημερία της καθ' ης, λόγω της παράτασης εκτελέσεως του έργου από 4-12-2011 μέχρι 22-3-2012, είναι μη νόμιμη, καθόσον η όχληση, την οποία επικαλούνται οι προσφεύγουσες-ενάγουσες, με την .../1-12- 2011 επιστολή τους, κοινοποιήθηκε στην καθ' ης στις 2-12-2011, ήτοι προ της επικαλούμενης υπερημερίας αυτής, με συνέπεια να είναι πρόωρη και να μην επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της".
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο ως προς το ζήτημα της όχλησης για την περίοδο από 4-12-2011 μέχρι 22-3-2012, που αφορά στην προαναφερόμενη επάλληλη (δεύτερη) αιτιολογία της.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη (πρώτη) αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του ότι η ένδικη προσφυγή και κατά το σχετικό μέρος της που αφορά στο εν λόγω χρονικό διάστημα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα, στους πιο πάνω δύο πρώτους αναιρετικούς λόγους, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, έτσι ώστε να μη τίθεται θέμα αναιρετικού ελέγχου της ως άνω (δεύτερης) επάλληλης αιτιολογίας.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση - αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-2-2018 αίτηση των: 1) της Κοινοπραξίας των εταιριών με την επωνυμία ",....-... ...", 2) της ημεδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και 3) της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "... S.A." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2484/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ