Legislator Giurisprudenza & Legislazione
984/2019 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against final judgment due to ambiguity in commercial agent compensation calculation.

Numero d'incarto 984/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court accepted the appeal filed by a company against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The lower court had ruled on a dispute regarding commercial agent compensation, but failed to clarify whether sales to supermarkets should be included in the calculation. The Court found this ambiguity created a legal impossibility to review the case under the relevant statute, necessitating a remand for further examination.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

π.δ. 219/1991; άρθρο 9: When a final judgment fails to clarify whether sales to supermarkets are included in the calculation of agent compensation, the ambiguity prevents appellate review, requiring remand.

Parole chiave

Generato dall'IA
commercial agent commission calculation supermarket sales appellate review remand for retrial legal ambiguity Article 9 restituzioni alla produzione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 lit. e of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Decree 219/1991
Art. 9 of Decree 219/1991

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA
1651/2023
Supreme Court dismisses appeal on contract termination for fraud regarding expired product returns exceeding statutory limits.
1449/2014
Appeal partially allowed where lower court erred in binding itself on first-instance default interest ruling regarding client fee damages.
427/2022
Supreme Court dismisses appeals on procedural grounds, rejecting arguments that appellate court exceeded its authority.
1696/2022
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and unreasonableness grounds in labor dispute. The court rejects the appeal request against the single-member Court of Appeals. The appellant failed to prove the appeal grounds were raised before the lower court. The court found the appeal inadmissible and unfounded. The appellant must pay the legal costs of the respondent. The decision upholds the lower court's judgment. The appeal was rejected due to procedural defects. The court ruled against the appellant's claims. The legal issue concerns the validity of the appeal. The outcome is a dismissal of the appeal. The case involves labor dispute proceedings. The court applied relevant civil procedure laws. The decision is final and binding. The parties are bound by the ruling. The case concludes with a cost order. The legal principles are clearly stated. The reasoning is based on evidence. The court's decision is well-founded. The appeal is fully dismissed.
1447/2012
Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, upholding lower court's finding of no abuse.

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 984 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 984/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη μετονομασθείσας σε "...", που εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσαγγελή και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Μ. του Δ., κάτοικο ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Αλαφρή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1965/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 353/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/4/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 25-4-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 353/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 1965/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε κατ' ουσίαν και τις δύο ως άνω εφέσεις. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-

ΙΙ. Με το π.δ. 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ειδικότερα, με τη διάταξη της § 3 του άρθρου 8 αυτού, ορίζεται ότι, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, κατά δε την § 2, σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά την § 4, του ίδιου άρθρου, η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να ορισθούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων.

Τέλος, κατά την § 8 του ίδιου άρθρου η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της § 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην εμπορική αντιπροσωπεία προβλέπεται τακτική και έκτακτη καταγγελία, δηλαδή η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω διατάγματος, όταν είναι αόριστης διάρκειας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της προθεσμίας, που αναφέρθηκε (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτη καταγγελία).

Στην ορισμένου χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (καταγγελίας). Πάντως, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των πιο πάνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση συνδρομής έκτακτων περιστάσεων.

Η έννοια της διάταξης είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις, επιτρέπεται η καταγγελία της σύμβασης και χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών. Εξάλλου, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βούλησης, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας.

Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθ' ου απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη.

Επίσης, κατά το άρθρο 9 § 1 περ. α'του π.δ. 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτού, ενώ κατά την § 3 περ.

α', η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται : α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητος του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ.

προβλεπομένη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του, κατ' ένσταση (άρθρο 9 § 3) ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της σύμβασης αυτής (ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 4/2015, 964/2015, ΑΠ 1277/2013).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολομ.

ΑΠ 1/1999, Ολομ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018, ΑΠ 1206/2008 ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς τα ζητήματα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης και του αιτήματος της αγωγής περί καταβολής αποζημίωσης πελατείας δέχθηκε τα εξής: " Η ενάγουσα, συστάθηκε το έτος 2005 αρχικά ως μονοπρόσωπη ΕΠΕ με τη επωνυμία "...

ΕΠΕ", η οποία στη συνέχεια το έτος 2008 μετατράπηκε από μονοπρόσωπη σε ΕΠΕ με την επωνυμία "... ΕΠΕ" (ενάγουσα), η οποία ήδη τελεί υπό εκκαθάριση. Η εναγομένη, εταιρεία παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών και συναφών προϊόντων, αποτελεί καθολική διάδοχο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...

ΑΒΕΕ", η οποία επίσης απετέλεσε καθολική διάδοχο της ανώνυμης εταιρείας με τη επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε". Τον Φεβρουάριο του έτους 2006, συμφωνήθηκε ατύπως μεταξύ των διαδίκων, ήτοι της ενάγουσας, υπό την αρχική της μορφή της μονοπρόσωπης ΕΠΕ και της εναγομένης, τότε ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε", σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας αόριστου χρόνου, η οποία έλαβε τον έγγραφο τύπο στις 6-4-2006. Δυνάμει αυτής της σύμβασης, ανατέθηκε στην ενάγουσα, η οποία διατηρούσε υποκατάστημα στη …..(12° χλμ. …..), η αποκλειστική διανομή όλων των προϊόντων της εναγομένης (γάλακτος, γαλακτοκομικών προϊόντων και χυμών) στην περιοχή της νήσου …..

Δυνάμει της άνω συμβάσεως η ενάγουσα ανέλαβε για λογαριασμό της εναγομένης την διακίνηση και επ' ονόματί της (ενάγουσας) πώληση προϊόντων της εναγομένης, στα σημεία λιανικής στην περιοχή της …., σε επιχειρήσεις και πελάτες της εναγομένης έναντι προμήθειας. Η συμφωνημένη αμοιβή-προμήθεια της ενάγουσας, για τη δραστηριότητά της αυτή, συνίστατο σε ποσοστό 8% επί της καθαρής (προ ΦΠΑ τιμολογούμενης) αξίας των πράγματι διατιθέμενων από αυτή προϊόντων και προς τούτο εκδίδονταν από την εναγόμενη τα σχετικά τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής στο όνομά της, πληρωτέα, κατά την αρχική από 6-4-2006 σύμβαση, με πίστωση 5 ημερών, και κατά τη μεταγενέστερη από 5-5-2009, με πίστωση 15 ημερών, η δε ενάγουσα εξέδιδε και παρέδιδε στην εναγομένη, χάριν καταβολής, αντίστοιχες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές.

Ως προς την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων της εναγομένης που αυτή καθόριζε, η ενάγουσα δεσμευόταν, ενώ επιπλέον, αν η τελευταία επιτύγχανε τους τιθέμενους από σχετικές ετήσιες εγκυκλίους της εναγομένης, ετήσιους ή τριμηνιαίους στόχους πωλήσεων, λάμβανε πρόσθετη προμήθεια ήτοι ποσοστό 3% επί του καθαρού τζίρου, που της αποδιδόταν στο τέλος του τριμήνου.

Με τις υπεραγορές (supermarkets, αλυσίδες καταστημάτων), η εναγομένη κατάρτιζε απευθείας κύριες συμβάσεις (ως προς τις εκπτώσεις, τον χρόνο πληρωμής τους κλπ), για τις συναλλαγές που διενεργούσε η ενάγουσα, η οποία λάμβανε ως αμοιβή ποσοστό 8% επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) αξίας των πωλούμενων προϊόντων, χωρίς ωστόσο να δικαιούται πρόσθετη αμοιβή (πριμ).

Στις εν λόγω υπεραγορές η εναγομένη παρείχε εκπτώσεις, ανάλογα με τον ετήσιο τζίρο των προϊόντων της. Ως προς ορισμένες υπεραγορές, η ενάγουσα διακινούσε απλώς τα προϊόντα της εναγομένης, χωρίς να τοποθετεί δικά της κεφάλαια, με επακόλουθο να παραδίδει σ' αυτήν τα σχετικά παραστατικά στοιχεία και όλες τις αντίστοιχες εισπράξεις της (σε μετρητά ή αξιόγραφα) από την πώληση των προϊόντων της.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα, εκτελούσε μέσω του απασχολούμενου προσωπικού της, το καθημερινό δρομολόγιο με τέσσερα οχήματα, τα οποία διέθετε, προς μεταφορά των προϊόντων στα σημεία λιανικής πώλησης, όπου μεταπωλούσε τα επίμαχα προϊόντα στην πραγματική τους αξία, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια-δελτία αποστολής προς τους πελάτες (είτε επί πιστώσει είτε τοις μετρητοίς), με εξαίρεση τις υπεραγορές, όπου εξέδιδε πάντα επί πιστώσει τιμολόγια πώλησης για λογαριασμό της εναγομένης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε ακόμη τις ακόλουθες υποχρεώσεις : α) να διακινεί τα εμπορεύματα αποκλειστικά και μόνο εντός της εδαφικής περιοχής της, β) να τηρεί καθήκον εχεμύθειας, γ) να μη συνεργάζεται με ανταγωνιστές της εναγομένης ή να διακινεί δικά τους προϊόντα, δ) να διαθέτει τις οριζόμενες-δυνάμει σχετικών εγκυκλίων της εναγομένης-ποσότητες προϊόντων, στόχος που αν επιτυγχανόταν, επέφερε πρόσθετη αμοιβή (πριμ), ε) να επιτρέπει στην εναγομένη άμεση πρόσβαση και γνώση του πελατολογίου της, στ) να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές, με επιθεώρηση εκ μέρους της των σημείων πώλησης, την ορθή λειτουργία τους, την επάρκεια των αποθεμάτων τους και την καλή εμφάνισή τους.

Ήτοι, όφειλε εν γένει να προωθεί τα συμφέροντα της εναγομένης. Περαιτέρω, ως προς την συνεργασία των διαδίκων, είχε συμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση λήξης της ημερομηνίας ανάλωσης των προϊόντων και μη διάθεσής τους από τα σημεία πώλησης, αυτά θα επιστρέφονταν στην εναγόμενη από την ενάγουσα, εκτός αν από υπαιτιότητα της τελευταίας είχαν καταστραφεί, φθαρεί ή δεν είχαν συντηρηθεί σωστά ή ήταν ακατάλληλα προς χρήση.

Για την εξυπηρέτηση της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, η εναγομένη τηρούσε αλληλόχρεο λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούνταν οι χρεώσεις και πιστώσεις των συμβαλλομένων. Στον λογαριασμό αυτό καταχωρούνταν όλες οι δοσοληψίες των διαδίκων και ειδικότερα χρεωνόταν το τίμημα των προϊόντων που αγόραζε η ενάγουσα, πιστώνονταν οι επιστροφές των προϊόντων, τα ποσά της συμφωνημένης προμήθειας, τα ποσά της επίτευξης των τεθέντων στόχων (bonus) και των διαφόρων πρόσθετων παροχών που κατέβαλε η εναγομένη, με απλή αναφορά στα αντίστοιχα παραστατικά στοιχεία και την αξία τους.

Στην περίπτωση των υπεραγορών η εκκαθάριση γινόταν με την καταχώρηση (πίστωση) της αξίας των πωλήσεων και της αναλογούσας αμοιβής της ενάγουσας. Η τελευταία είχε το δικαίωμα να παρακολουθεί και να ελέγχει τον ανωτέρω λογαριασμό, σε τακτά χρονικά διαστήματα, λαμβάνοντας μάλιστα και αντίγραφό του. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από τον τρόπο που λειτούργησε στην πράξη η επίδικη εμπορική συνεργασία των διαδίκων, πληρούν τα τυπικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής..., με εξαίρεση, όπως προαναφέρθηκε, την περίπτωση των υπεραγορών (όπου η ενάγουσα λειτούργησε ως απλή διακινήτρια των προϊόντων της εναγομένης) αφού αυτή (ενάγουσα) α) δεν διακινούσε απλώς και εναπόθετε τα εμπορεύματα στα σημεία λιανικής πώλησης, ως μεταφορέας, αλλά ήταν ανεξάρτητη επαγγελματίας με δικά της κεφάλαια και ήδη διαμορφωμένη υποδομή, ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της εναγομένης, β) συντηρούσε με δικές της δαπάνες τον εξοπλισμό, τα φορτηγά-ψυγεία κυριότητάς της και την υπαλληλική, γραμματειακή και εν γένει υποστήριξη της επιχείρησής της, γ) προμηθευόταν αποκλειστικά από την εναγομένη τα διακινούμενα προϊόντα, αγοράζοντας αυτά σε μειωμένη τιμή, ίση με την ποσοστιαία αμοιβή της (8% επί της καθαρής αξίας τους), και τα μεταπωλούσε στους λιανοπωλητές, που εξεύρισκε η ίδια, εκδίδοντας τιμολόγια πώλησης στο δικό της όνομα, αποκομίζοντας ως κέρδος την ως άνω διαφορά τιμής στην μεταπώληση, ενώ ο επιχειρηματικός κίνδυνος ήταν δικός της, δεδομένου ότι πίστωνε και η ίδια περαιτέρω την αξία των πωλουμένων προϊόντων στους αγοραστές τους, δ) είχε ποσοτικούς ελέγχους πωλήσεων, που ορίζονταν από την εναγομένη, ε) είχε υποχρέωση μη ανταγωνισμού και εχεμύθειας, στ) είχε υποχρέωση να μεταπωλεί τα προϊόντα της εναγομένης σε γεωγραφικά οριοθετούμενη περιοχή και ζ) είχε υποχρέωση να ανακοινώνει στην εναγομένη τυχόν νέα σημεία λιανικής πώλησης, να γνωστοποιεί σε αυτήν τους πελάτες, να επισκέπτεται και να επιθεωρεί τα σημεία πώλησης και να προασπίζεται και να προωθεί εν γένει τα συμφέροντα της.

Ειδικότερα, για τις επιστροφές των ληγμένων και αδιάθετων προϊόντων, προβλεπόταν στις εγκυκλίους της εναγομένης των ετών 2006, 2007 και 2008 (συμπληρωματικές της οικείας από 6-4-2006 σύμβασης) ότι η ενάγουσα θα λάμβανε ένα προκαθορισμένο ποσοστό της αξίας τους κατ' έτος, με έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων επιστροφής.

Οι όροι αυτοί ήταν εύλογοι, δοθέντος ότι η ενάγουσα ουδέποτε πρόβαλε αντιρρήσεις εγγράφως στην εναγομένη ως προς τη μη απόδοση του συνόλου της αξίας των επιστροφών των ληγμένων προϊόντων κατά τα έτη 2006, 2007, 2008 είτε ως προς το ύψος του ποσοστού της αξίας των επιστροφών κατά τα έτη αυτά, συνεχίζοντας την επαγγελματική της συνεργασία με αυτή.

Μάλιστα φέρεται δια του νομίμου εκπροσώπου της να δηλώνει εγγράφως, στα πλαίσια ειδικότερου προβλήματος με τις διαφορές από την καταμέτρηση των επιστροφών, ότι ουδέποτε είχε πρόβλημα με τις επιστροφές της προς την εναγόμενη έως τότε (βλ. την από 16-4-2009 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας προς την εναγομένη).

Ως προς το θέμα αυτό, δεν αποδείχθηκε εξάλλου από κανένα στοιχείο, ότι η εναγομένη παραπλάνησε την ενάγουσα, με τις σχετικές εγκυκλίους της, σε σχέση με τα ήδη από τον Φεβρουάριο του 2006 συμφωνηθέντα μεταξύ τους, ούτε ότι προέβη σε εκμετάλλευση της θέσης της, επιβάλλοντας μονομερώς το ποσοστό επιστροφών της ενάγουσας, αποσκοπώντας κατά τον τρόπο αυτό στη μεγιστοποίηση των κερδών της σε βάρος της τελευταίας.

Το γεγονός αυτό επιρρωνύεται και από το ότι απαγορευόταν η μετακίνηση των ληγμένων προϊόντων από τη νήσο …., όπως και από άλλα νησιά-πλαφόν επιστροφών-για υγειονομικούς λόγους και επιβαλλόταν η καταστροφή τους σε τακτά διαστήματα στη νήσο …. παρουσία των αρμοδίων αρχών (βλ. σχετ. το από 24-11-2000 υπηρεσιακό σημείωμα του τότε επιθεωρητή ΒΑ Αιγαίου της εναγομένης με θέμα "Αποσυρόμενα προϊόντα …..).

Εξάλλου, η ενάγουσα δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι υπήρχαν άλλοι όροι, σχετικά με τις επιστροφές, στις εγκυκλίους ή τη σύμβαση συνεργασίας του προκατόχου της, διανομέα της εναγομένης στη νήσο …., ή των διανομέων της εναγομένης σε άλλες ομοειδής νησιωτικές περιοχές, ώστε να μπορεί να αχθεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι, ειδικά ως προς αυτήν, υπήρχε παραπλάνηση ή απόκρυψη των προθέσεων της εναγομένης κατά τη σύναψη της αρχικής άτυπης συνεργασίας τους ή συνομολόγηση όρων αντίθετων προς τους συνήθεις.

Άλλωστε, στην ως άνω γεωγραφική περιοχή της ενάγουσας, δραστηριοποιούνταν και άλλες μεγάλης εμβέλειας προμηθεύτριες εταιρίες γαλακτοκομικών προϊόντων, οπότε αυτή (η ενάγουσα) μπορούσε, σε περίπτωση που θεωρούσε μη ανταποκρινόμενη στα συμφέροντά της τη συνεργασία της με την εναγομένη, να τη διακόψει και να επιδιώξει τη συνεργασία της με άλλη προμηθεύτρια.

Η ενάγουσα, ισχυρίζεται, ότι κατά τα έτη 2006 έως 2008, ζημιώθηκε από τις επιστροφές ληγμένων προϊόντων, την αξία των οποίων αν και αυτή κατέβαλε στους λιανοπωλητές, δεν πληρώθηκε αντίστοιχα την αξία αυτών από την εναγομένη, αξία που υπολογίζει για όλο το ανωτέρω διάστημα στο ποσό των 381.874,23 ευρώ, ήτοι 64.865,53 για το έτος 2006, 233.504,19 ευρώ για το έτος 2007 και 83.504.51 ευρώ για το έτος 2008.

Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν αποδείχθηκε, αφού δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα από την έναρξη της συνεργασίας της με την εναγομένη είχε διαμαρτυρηθεί, για τον τρόπο πληρωμής των επιστροφών ή ότι η εναγομένη είχε τροποποιήσει μονομερώς τους όρους και τις συμφωνίες της σύμβασης σχετικά με τις επιστροφές των ληγμένων και αδιάθετων προϊόντων.

Ως εκ τούτου...σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθειμένα, δεν προέκυψε κάποια παράνομη, αδικοπρακτική ή, αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την πάροδο τριών ετών από την έναρξη της συνεργασίας τους στη νήσο …., και συγκεκριμένα στις 5-5-2009, καταρτίστηκε ανάμεσα στην ενάγουσα...υπό την παρούσα επωνυμία της "...

Ε.Π.Ε." και στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ...", της οποίας, καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, σύμβαση ορισμένου χρόνου, με αναδρομική ισχύ από 1-1-2009 και χρόνο λήξης την 31-12-2011, με τους ίδιους ακριβώς όρους και συμφωνίες, εκτός του ότι α) αυτή ήταν πλέον ορισμένου χρόνου με λήξη την 31-12-2011 και β) με αυτήν (σύμβαση) προβλέφθηκε να αποδίδεται από την εναγομένη, το σύνολο της αξίας των επιστροφών ληγμένων και αδιάθετων προϊόντων.

Κατά τον χρόνο που υπεγράφη, η νέα αυτή σύμβαση, το χρέος της ενάγουσας προς την εναγομένη, ήταν 568.854,94 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν η αξία των ληγμένων ποσού 381.874,23 ευρώ, αλλά και το ποσό του αρχικού δανείου που είχε λάβει από την εναγομένη η ενάγουσα, ύψους 158.889,00 ευρώ. Λόγω του ποσού της οφειλής η εναγομένη απαίτησε και η ενάγουσα αποδέχθηκε, να προβεί σε αναγνώριση του χρέους της.

Έτσι, υπεγράφη η από 29-5-2009 αναγνώριση χρέους, με την οποία η ενάγουσα αναγνωρίζει ότι οφείλει στην εναγομένη το ως άνω ποσό, αποδέχτηκε δε και επιταγή ποσού 600.000 ευρώ, εκδόσεως της εναγομένης με δυνατότητα εμφάνισης και πληρωμής εντός των επόμενων πέντε ετών. Η ίδια, η ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε να προβεί στην ως άνω αναγνώριση χρέους, από την στάση της εναγομένης, η οποία την εκβίαζε ότι αν δεν υπογράψει τη αναγνώριση δεν θα συνεχίσουν τη συνεργασία τους.

Κάτι τέτοιο όμως δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι τόσο η εν λόγω σύμβαση αναγνώρισης χρέους όσο και η με την ίδια ημερομηνία (29-5-2009) αποδοχή συναλλαγματικής ποσού 600.000 ευρώ από την ενάγουσα, έκδοσης της εναγόμενης επίσης στις 29-5-2009, με δυνατότητα εμφάνισης και πληρωμής της οποτεδήποτε εντός πέντε ετών από την έκδοση της, δόθηκε προς "μεγαλύτερη ασφάλεια και διευκόλυνση" της εναγομένης, όπως αναφέρεται στη σύμβαση αναγνώρισης χρέους.

Ως εκ τούτου η εν λόγω αναγνώριση χρέους δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ότι είναι άκυρη ως αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από την αρχή και καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εναγομένη ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της εναγομένης και ακολουθώντας τις οδηγίες και τις υποδείξεις αυτής, πέτυχε να επεκτείνει την πελατεία της, στην ως άνω συμβατική περιοχή και να διευρύνει το πελατολόγιο της, το οποίο από 224 πελάτες που "παρέλαβε" κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, αύξησε σταδιακά σε 396 πελάτες κατά το τέλος του πρώτου έτους της συνεργασίας τους (2006), σε 490 πελάτες το έτος 2007, σε 475 πελάτες το έτος 2008 και σε 554 πελάτες το έτος 2009, οι οποίοι συστηματικά προμηθεύονταν τα προϊόντα της εναγομένης και τους οποίους απέκτησε και διατήρησε χάρη στη δική της διαμεσολάβηση και εργασία.

Παράλληλα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως αυξήθηκε και ο κύκλος εργασιών της εναγομένης στην περιοχή ευθύνης της ενάγουσας, από 900.000 ευρώ σε 2.190.365,79 ευρώ. Η αύξηση της πελατείας και του τζίρου, που συνομολογήθηκαν από τον μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο, περιφερειακό διευθυντή πωλήσεων της επαρχίας αυτής, οφείλεται στη συνεχή προσπάθεια της ενάγουσας, τις κατάλληλες σχέσεις που ανέπτυξε και διατήρησε με τους πελάτες της και τη σωστή πολιτική πωλήσεων που ακολούθησε.

Και ενώ έτσι είχαν διαμορφωθεί οι σχέσεις των διαδίκων στα πλαίσια της άνω συνεργασίας, δεν είχε δε παρέλθει ένα έτος από τη νέα τους συμφωνία στις 5-5-2009 (με έναρξη ισχύος από 1-1-2009), η εναγομένη, στις 23-4-2010, απέστειλε στην ενάγουσα την από 21-4-2010 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία διαμαρτυρόταν για την τακτική της ενάγουσας να ζητεί αντικατάσταση των επιταγών έκδοσης της (ώστε να μετατεθεί ο χρόνος πληρωμής) με συνέπεια τη διαρκή διόγκωση της οφειλής της, που είχε ανέλθει στο ύψος των 571.895,63 ευρώ (χωρίς σε αυτό να περιλαμβάνονται οι οφειλές της από τη διάθεση των προϊόντων σε super-market- επί πιστώσει πελάτες) και της έτασσε προθεσμία επτά ημερών προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος της.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα στις 30-4-2010, απέστειλε στην εναγομένη την από 26-4-2010 εξώδικη δήλωση-απάντηση της, με την οποία, αφού έκανε λόγο α) για τα μικρό τζίρο και την ζημιογόνο πορεία του προηγούμενου αποκλειστικού διανομέα στο νησί, β) για τις περιστάσεις λόγω των οποίων ήταν δυσχερές το εγχείρημα που ανέλαβε και τις εγγενείς δυσκολίες που συναντά ο αποκλειστικός διανομέας στη …. (μεγάλη έκταση νησιού, διάνυση καθημερινώς ιδιαίτερα μεγάλων χιλιομετρικών αποστάσεων, αντιξοότητες στη διακίνηση των προϊόντων προς το νησί λόγω καιρικών συνθηκών, ανάγκη ανάπτυξης και διατήρησης υψηλού επιπέδου υλικοτεχνικής υποδομής και προσωπικού), γ) για την υπόσχεση της εναγομένης ότι θα είναι ελαστική ως προς την αποπληρωμή του χρέους, κατά τα πρώτα έτη της συνεργασίας τους, δεδομένου ότι οι αναγκαίες δαπάνες για την απαιτούμενη υποδομή (αγορά 4 φορτηγών-ψυγείων, μίσθωση αποθηκών και εγκαταστάσεων, αγορά ηλεκτρονικού εξοπλισμού) ανήλθαν στο ποσό των 300.000 ευρώ περίπου, εκ των οποίων 158.889 ευρώ ήταν δάνειο από την εναγόμενη, δ) για τα οικονομικά στοιχεία που αποδεικνύουν τη ραγδαία άνοδο των πωλήσεων και την αύξηση του τζίρου λόγω της δραστηριότητας που ανέπτυξε, η οποία όμως δεν συνοδεύτηκε από τα αντίστοιχα καθαρά κέρδη για την ίδια, λόγω των προαναφερόμενων παραγόντων, ε) για τους δυσμενείς όρους της συνεργασίας τους (παραγγελίες μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων σε πελάτες που αγόραζαν επί πιστώσει με συνέπεια τη μείωση της ρευστότητας της, μονομερής καθορισμός τιμών και επιβολή μεγάλων εκπτώσεων από την εναγόμενη), εκ των οποίων εκείνος της μη αποδοχής των επιστροφών όλων των ληγμένων προϊόντων με ταυτόχρονη πίστωση της αξίας τους αλλά της πίστωσης κάθε χρόνο ενός ποσοστού επί των ετήσιων αγορών της, ο οποίος της επιβλήθηκε μονομερώς βάσει εγκυκλίων κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008, της προκάλεσε τη μεγαλύτερη ζημία, στ) για το ότι η εναγομένη συνήψε με την ίδια την από 5-5-2009 σύμβαση ορισμένου χρόνου και προέβη την 29-5-2009 στην έκδοση της συναλλαγματικής, ποσού 600.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της, αποδοχής της ίδιας (ενάγουσας), υπέρ της οποίας τριτεγγυήθηκε και προσωπικά ο διαχειριστής της, με προθεσμία πληρωμής οποτεδήποτε εντός πέντε ετών από την έκδοση της, ενώ γνώριζε ότι εξ αιτίας των άνω συνθηκών και όρων το χρέος της προς αυτή κατά τον ίδιο χρόνο ανερχόταν σε 568.854,94 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένων των επί πιστώσει πωλήσεων σε supermarkets) παρά ταύτα η εναγομένη προέβη στη σύναψη της νέας σύμβασης, επειδή τα οφέλη της από την επίτευξη μεγάλων τζίρων πωλήσεων, σε ετήσια βάση ήταν μεγάλα και προμήνυαν την έως τη λήξη της σύμβασης εξόφληση του χρέους, ζ) για το ότι η προηγηθείσα ως άνω από 21-4-2010 εξώδικη δήλωση της εναγομένης φανέρωσε την πρόθεσή της να βρεθεί δήθεν σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης τους και αιτία υφαρπαγής της πελατείας της, δοθέντος ότι στον διαδραμόντα χρόνο, ήτοι από 5-5-2009 έως 21-4-2010, το χρέος της από 563.854,94 ευρώ ανήλθε σε 571.895,63 ευρώ, ήτοι αυξήθηκε μόλις κατά 3.040,49 ευρώ, καλούσε εν τέλει την εναγομένη να της αποστείλει αντίγραφο του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, και κατόπιν ελέγχου του από την ίδια, να προσέλθουν σε συμφωνία για τον διακανονισμό του πράγματι υφιστάμενου σε βάρος της χρεωστικού καταλοίπου και την επ' ωφελεία αμφοτέρων συνέχιση της συνεργασίας τους.

Η εναγομένη, ανταποκρινόμενη στη πρόταση της ενάγουσας, προσκάλεσε αυτήν σε συνάντηση στα γραφεία της στις 6-5-2010. Η εν λόγω συνάντηση όμως δεν πραγματοποιήθηκε, διότι δεν προσήλθε ο εκπρόσωπος της ενάγουσας, και κατόπιν αυτού η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 10-5-2010 εξώδικη καταγγελία της, που της κοινοποιήθηκε αυθημερόν και με την οποία, αφού αρνήθηκε την ακρίβεια του περιεχομένου της εξωδίκου της, κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους από 5-5-2009 σύμβαση αποκλειστικής διανομής ορισμένου χρόνου, επικαλούμενη υπαίτια εκ μέρους της ενάγουσας παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και ειδικότερα των συμβατικών οικονομικών όρων.

Συγκεκριμένα ισχυριζόταν ότι η ενάγουσα καθίστατο υπερήμερη συστηματικά, παραβιάζοντας την υποχρέωσή της να παραδίδει σε αυτήν επιταγές 15 ημερών προς εξόφληση των πιστωμένων πωληθέντων προϊόντων της, αφού ζητούσε διαρκώς αντικατάσταση ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής των επιταγών αυτών, με επακόλουθο, παρά τη μεγάλη ανοχή και ελαστικότητα που επέδειξε και την οικονομική στήριξη που της παρείχε, το χρεωστικό υπόλοιπο του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού να ανέλθει κατά τον χρόνο της καταγγελίας στο ποσό των 571.895,63 ευρώ (με εξαίρεση του χρεωστικού υπολοίπου των supermarkets ως προς τα οποία ίσχυε άλλο καθεστώς).

Ανεξάρτητα πάντως από τις αιτίες δημιουργίας του χρέους της ενάγουσας, ο προβαλλόμενος λόγος καταγγελίας, περί διόγκωσης του χρέους αυτής, είναι, προεχόντως, προσχηματικός, αφού όπως προειπώθηκε το χρέος της ενάγουσας, στις 5-5-2009, οπότε και προέβησαν οι διάδικοι σε νέα συμφωνία ορισμένου χρόνου και στις 29-5-2009 όταν η ενάγουσα προέβη στην αναγνώριση χρέους, ήταν 568.854,94 ευρώ, ενώ στις 10-5-2010, ήτοι κατά τον χρόνο της καταγγελίας ανήλθε στο ποσό των 571.895,63 ευρώ, συνεπώς αυξήθηκε μόλις κατά 3.040,69 ευρώ.

Υπάρχει δηλαδή αύξηση χρέους, όμως η αύξηση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, ως "διόγκωση του χρέους", τέτοια ώστε να καταστεί ικανή να διαλύσει μία αρμονική συνεργασία. Ουσιαστικά αναφέρεται το ίδιο ως άνω χρέος, το οποίο υπήρχε ένα χρόνο πριν την καταγγελία, όταν οι διάδικοι συνήψαν νέα σύμβαση συνεργασίας έως την 31-12-2011 και η εναγομένη έθεσε ορίζοντα πενταετίας στην εξόφλησή του με την έκδοση της πιο πάνω συναλλαγματικής.

Ως λόγος, λοιπόν, καταγγελίας, είναι καταχρηστικός και αντίθετος στις προμνημονευθείσες ενέργειές της, που εύλογα δημιούργησαν την πεποίθηση στην ενάγουσα ότι δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ίδια ουσιαστικά οφειλή που είχε και πριν ένα χρόνο. Εξάλλου, η αντικατάσταση των επιταγών παράδοσης της ενάγουσας με σκοπό τη μετάθεση του χρόνου πληρωμής τους, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αιτήματα του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας προς την εναγομένη, λάμβανε χώρα τουλάχιστον στην ίδια έκταση με τον χρόνο της καταγγελίας και πριν τον Μάιο του 2009, οπότε η επίκλησή του, ως αυτοτελής ή συνδυαζόμενος λόγος καταγγελίας με τον προηγούμενο (της διόγκωσης του χρέους), είναι ομοίως προσχηματική και ως τέτοια καταχρηστική.

Αλλά και ο με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επικαλούμενος σπουδαίος λόγος καταγγελίας (ο οποίος δεν αναφέρεται στην από 10-5-2010 καταγγελία της), σύμφωνα με τον οποίο η ίδια η εναγομένη με τα αρμόδια εποπτικά όργανα της εντόπιζε παραλείψεις της ενάγουσας κατά τον εφοδιασμό των σημείων πώλησης ή γινόταν αποδέκτης τέτοιων παραπόνων από καταναλωτές, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού είτε πρόκειται για καταγγελίες και όχι για διασταυρωμένα περιστατικά είτε για περιστατικά που ανάγονται σε χρόνο πριν τον Μάιο του 2009, χρόνος κατά τον οποίο προέβησαν σε νέα σύμβαση...Η προαναφερόμενη συμπεριφορά της ενάγουσας δεν θεμελιώνει αντισυμβατική συμπεριφορά προς την εναγόμενη, που να στοιχειοθετεί τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης, αφού η ίδια συμπεριφορά υπήρχε και πριν από την από 5-5-2009 σύμβαση.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η εναγομένη κατάγγειλε την επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής πρόωρα και χωρίς σπουδαίο λόγο. Ενόψει αυτών, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που να δικαιολογούσε την πρόωρη λήξη της και αναγόταν σε υπαιτιότητα τα ενάγουσας.

Γι' αυτό και η νομίμως προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση της εναγομένης, η στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 περ. α' του π.δ. 219/1991, είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Ως εκ τούτου, η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία όμως αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου αλλά ούτε και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της έφεσης της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος....Πάντως με την ως άνω καταγγελία επήλθε η λύση της μεταξύ των διαδίκων από 5-5-2009 σύμβασης ορισμένου χρόνου, εφόσον η συνεργασία τους κατέστη πλέον μη αρμονική, λόγω διάρρηξης της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα εισέφερε στην εναγομένη κατά τη διάρκεια της συμβατικής τους συνεργασίας νέους πελάτες.

Μετά τη λύση της σύμβασης με την ανωτέρω καταγγελία, η ενάγουσα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, δικαιούται σε δίκαιη αποζημίωση, αφού αποδείχθηκε, ότι η ίδια συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία ενός νέου και σταθερού πελατολογίου διάθεσης των προϊόντων της εναγομένης στην νήσο Λέσβο. Στους ως άνω, νέους πελάτες, όπως αυτοί κατονομάζονται και στην αγωγή, οι οποίοι ήλθαν σε επαφή με τα προϊόντα της εναγομένης, χάριν κυρίως στις προσπάθειες της ενάγουσας, η τελευταία προωθούσε και εμπορευόταν συστηματικά τα προϊόντα της εναγομένης, πριν από την καταγγελία της σύμβασης, με αποτέλεσμα τη θεαματική αύξηση των πωλήσεων και των αντιστοίχων κερδών της, κατά τα έτη 2006-2009.

Η εναγομένη δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά το γεγονός, ότι η δημιουργία της ανωτέρω πελατείας ήταν προϊόν εργασίας της ενάγουσας, αφού δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία πελατολογίου, πριν από την περίοδο συνεργασίας της με την ενάγουσα, ούτε ανέφερε κάποια δική της διαφημιστική και εμπορική πολιτική προώθησης των προϊόντων της, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας της με την ενάγουσα.

Τα οφέλη αυτά θα καρπωθεί η εναγομένη κατά την επόμενη τουλάχιστον πενταετία.

Συνεπώς, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής για τη γένεση της αξίωσης για την αποζημίωση πελατείας της ενάγουσας, η οποία δεν μπορεί να ξεπερνά το ποσό που ισοδυναμεί με τον μέσο ετήσιο όρο των μικτών κερδών των τελευταίων ετών, που εισέπραξε η ενάγουσα. Σύμφωνα με τις καταστάσεις πωλήσεων, αγορών και μικτού κέρδους ανά πελάτη, σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, α) το έτος 2006 (21-3-2006 έως 31-12-2006) η ενάγουσα σημείωσε πωλήσεις ύψους 1.560.506,44 ευρώ - 1.369.946,81 ευρώ, που αφορά στην αξία της αγοράς των προϊόντων (τα οποία μεταπώλησε) από την εναγομένη = 190.559,63 ευρώ, που αποτελεί τη δικαιούμενη προμήθεια της μαζί με τα bonus επίτευξης στόχων, β) το έτος 2007 (1-1-2007 ως 31-12-2007) η ενάγουσα σημείωσε πωλήσεις ύψους 2.102.857,52 ευρώ - 1.765.722,24 ευρώ, που αφορά στην αξία της αγοράς των προϊόντων (τα οποία μεταπώλησε) από την εναγομένη = 337.135,28 ευρώ, που αποτελεί τη δικαιούμενη προμήθεια της μαζί με τα bonus επίτευξης στόχων, γ) το έτος 2008 (1-1-2008 ως 31-12-2008) η ενάγουσα σημείωσε πωλήσεις ύψους 2.231.556,27 ευρώ - 1.922.398,43 ευρώ, που αφορά στην αξία της αγοράς των προϊόντων (τα οποία μεταπώλησε) από την εναγομένη = 309.157,84 ευρώ, που αποτελεί τη δικαιούμενη προμήθειά της μαζί με τα bonus επίτευξης στόχων και δ} το έτος 2009 (1-1-2009 ως 31-12-2009) η ενάγουσα σημείωσε πωλήσεις ύψους 2.190.365,79 ευρώ - 1.834.011,30 ευρώ, που αφορά στην αξία της αγοράς των προϊόντων (τα οποία μεταπώλησε) από την εναγομένη = 356.354,49 ευρώ, που αποτελεί τη δικαιούμενη προμήθειά της μαζί με τα bonus επίτευξης στόχων.

Συνεπώς, η εύλογη αποζημίωση πελατείας, που δικαιούται να λάβει η ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των (190.559,63 ευρώ + 337.135,28 ευρώ + 309.157,84 ευρώ + 356.354,49 ευρώ) 1.193.207,24 ευρώ : 45 μήνες = 26.515,72 ευρώ τον μήνα Χ 12 μήνες = 318.188,64 ευρώ, που συνιστά τον μέσο ετήσιο όρο των κερδών της, για το χρονικό διάστημα εντός της τετραετίας κατά το οποίο παρέχονται στοιχεία...Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με τη εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, και ως προς την απαίτηση της ενάγουσας για την αποζημίωση πελατείας αλλά και ως προς το ύψος αυτής, δεν έσφαλε ούτε ως προς την εφαρμογή του νόμου αλλά και ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Γι' αυτό και ο δεύτερος και τρίτος επικουρικός και τελευταίος λόγος της έφεσης της εναγομένης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την υπό κρίση αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 318.188,64 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας κατά το άρθρο 9 του π.δ. 219/1991 κατ' αποτέλεσμα ορθά έκρινε, έστω και με διαφορετικές ή εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες του ως προς τα ζητήματα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης και του αιτήματος της αγωγής περί καταβολής αποζημίωσης πελατείας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρου 8 παρ. 4, 8 και άρθρ. 9 παρ. 1 εδ.

α' και παρ.3 εδ. α' του π.δ. 219/1991, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι α) κατά τους όρους της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να εξοφλεί τα σχετικά τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής με πίστωση 15 ημερών εκδίδοντας και παραδίδοντας στην αναιρεσείουσα αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές, β) κατά το χρόνο (5-5-2009) που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η νέα σύμβαση ορισμένου χρόνο με λήξη την 31-12-2011, το χρέος της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα ήταν 568.854,94 ευρώ και κατά το χρόνο της καταγγελίας (10-5-2010) τούτο ανέρχονταν σε 571.895,63 ευρώ και συνεπώς αυξήθηκε μόλις κατά 3.030,69 ευρώ, γ) ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης δεν προσήλθε στην ορισθείσα πριν την καταγγελία συνάντηση για τη διευθέτηση των ζητημάτων της μεταξύ τους συνεργασίας, δ) ότι η αναιρεσίβλητη με την από 26-4-2010 εξώδικη δήλωση-απάντησή της προς την αναιρεσείουσα, εκτός των άλλων, ζήτησε απ' αυτήν να της αποστείλει αντίγραφο του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού και κατόπιν ελέγχου από την ίδια να προέλθουν σε συμφωνία για το διακανονισμό του πράγματι υφιστάμενου σε βάρος της χρεωστικού καταλοίπου, αμφισβητώντας έτσι στην πραγματικότητα την ως άνω υπογραφείσα από την ίδια από 29-5-2009 σύμβαση αναγνώρισης χρέους ύψους 568.854,94 ευρώ, κρίνει ακολούθως αντιφατικά ότι η ως άνω αύξηση του χρέους μόλις κατά 3.040,69 ευρώ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως "διόγκωση του χρέους" τέτοια, ώστε να καταστεί ικανή να διαλύσει μια αρμονική συνεργασία.

Με τα δεδομένα όμως αυτά είναι σαφές ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της τελευταίας παραδοχής και των προηγούμενων, κατά τις οποίες υπήρχαν σημαντικά προβλήματα και διαφωνίες στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων κυρίως ως προς το ζήτημα του χρέους της αναιρεσίβλητης για την πιο πάνω αιτία. Η πιο πάνω αντίφαση δεν αίρεται από την περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης με βάση τα αιτήματα αυτής για αντικατάσταση των επιταγών έκδοσης της ίδιας με σκοπό τη μετάθεση του χρόνου πληρωμής τους δεν θεμελιώνει αντισυμβατική συμπεριφορά της προς την αναιρεσείουσα, που να στοιχειοθετεί τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης, αφού η ίδια συμπεριφορά υπήρχε και πριν από την από 5-5-2009 σύμβαση.

Τούτο δε διότι η τελευταία παραδοχή κρίνεται ελλιπής, αφού δεν διευκρινίζεται και δεν αιτιολογείται γιατί αποκλείεται η περίπτωση, παρά την ανοχή για ορισμένο χρονικό διάστημα από την αναιρεσείουσα στην καθυστέρηση εκπλήρωσης των ως άνω οικονομικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια και μάλιστα μετά την κατάρτιση της πιο πάνω από 5-5-2009 σύμβασης να υπήρξε νόμιμη απαίτηση άμεσης και έγκαιρης εκπλήρωσης αυτών, οπότε η μη συμμόρφωσή της θα συνιστούσε υπαίτια αντισυμβατική συμπεριφορά αυτής και θα στοιχειοθετούσε τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας.

Εξάλλου, ως προς το ζήτημα του αιτήματος της αγωγής περί καταβολής αποζημίωσης πελατείας η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι η επίδικη εμπορική συνεργασία των διαδίκων πληροί τα τυπικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και προβαίνει στον υπολογισμό της επιδικασθείσας στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) αποζημίωσης πελατείας ύψους 318.188,64 ευρώ με βάση το σύνολο (για όλους τους πελάτες) των πωλήσεων της τελευταίας και τη δικαιούμενη προμήθειά της, σε άλλο σημείο αυτής με ασαφή και αντιφατικό τρόπο δέχεται ότι κατ' εξαίρεση στην περίπτωση των υπεραγορών η αναιρεσίβλητη λειτούργησε ως απλή διακινήτρια των προϊόντων της αναιρεσείουσας, καθώς και ότι με τις υπεραγορές (supermarkets, αλυσίδες καταστημάτων) η αναιρεσείουσα κατάρτιζε απευθείας κύριες συμβάσεις για τις συναλλαγές που διενεργούσε η αναιρεσίβλητη και παρείχε (η αναιρεσείουσα) εκπτώσεις ανάλογα με τον ετήσιο τζίρο των προϊόντων της, καθώς και ότι ως προς ορισμένες υπεραγορές η αναιρεσίβλητη διακινούσε απλώς τα προϊόντα της αναιρεσείουσας, χωρίς να τοποθετεί δικά της κεφάλαια, με επακόλουθο να παραδίδει σ' αυτήν τα σχετικά παραστατικά και όλες τις αντίστοιχες εισπράξεις της.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μόνο σε περίπτωση ύπαρξης σύμβασης αποκλειστικής διανομής είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 9 περί αποζημίωσης πελατείας, και όχι σε περίπτωση σύμβασης για απλή διακίνηση προϊόντων χωρίς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αποκλειστικής διανομής.

Έτσι όμως από την πιο πάνω αντίφαση και ασάφεια της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το εν λόγω κρίσιμο ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το αν δηλαδή η ένδικη αποζημίωση πελατείας υπολογίζεται με βάση και τις πωλήσεις των ως άνω πελατών της αναιρεσίβλητης (υπεραγορές-supermarkats και αλυσίδες καταστημάτων) ή αφαιρουμένων των πωλήσεων αυτών, δημιουργείται αδυναμία αναιρετικού ελέγχου ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στην ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991.

Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής της, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1840/2017), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων λόγων της αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα (άρθ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη, να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 25-4-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων" για αναίρεση της υπ' αριθ. 353/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΝΑΙΡΕΙ υπ' αριθ. 353/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ