Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to improper violation of procedural articles regarding third-party intervention.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against a final bankruptcy ruling, finding a procedural error in the lower court's handling of a third-party intervention. The appellant argued that the third parties failed to actively defend their interests, constituting a violation of specific procedural articles. The court ruled that this omission deprived the decision of a legal basis, necessitating the remittal of the case for retrial.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 74, 80(3), 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible against a third-party intervener who did not actively defend their interests, constituting a ground for remittal due to violation of procedural rules.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 984 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 984/2018
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταίρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ. του Θ., δικηγόρου, κατοίκου ..., συνδίκου της πτώχευσης της εταιρίας με την επωνυμία "..." (που έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την 21627/22-10- 2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κώνστα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2014 αίτηση (αγωγή) της ήδη των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2272/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 801/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείρυσα με την από 2-5-20.17 αίτησή της και τους από 8-1-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη Του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ. 3, 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει όμως να επιδίδεται σ' αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου (ΑΠ 711/2015, ΑΠ 914/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ..., κατά των οποίων απευθύνεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, άσκησαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την από 6-2-2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσίβλητης, συνδίκου της πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία ...
και τότε εκκαλούσας, χωρίς όμως να αναλάβουν τη δίκη αντί της συνδίκου και συνεπώς, εφόσον δεν έχουν καταστεί κύριοι διάδικοι, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής δεν έπρεπε να στρέφονται και κατ' αυτών (άρθρο 769 παρ. 2 σε συνδ. 762 ΚΠολΔ). Πλην όμως, η απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής εκτιμάται ως κλήση αυτών στην προκειμένη δίκη, στην οποία παρίστανται και ζητούν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά τους έξοδα.
Εξάλλου, η κρινόμενη από 2-5-2017 (αρ. κατ. …/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 801/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 741 επ. ΚΠολΔ σε συνδ. 54 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα - πτωχευτική ανάκληση). Επίσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστεί με τους από 8-1-2018 (αρ κατ. 9/2018) πρόσθετους λόγους αυτής, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά (άρθρο 569 αρ. 2 ΚΠολΔ), λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρα 246 σε συνδ. 573 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθούν περαιτέρω με την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αιτών (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα, εφεξής ΠτωχΚώδ.), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες, που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά ως προς τις οποίες, αν είναι, βεβαία, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο ανωτέρω νόμος και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016 "Πτωχευτικός Κώδικας..." (ΦΕΚ/Α/240/22-12-2016), κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 εδάφ.
β' και δ' του τελευταίου αυτού νόμου, ορίζεται ότι, "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", ήτοι των άρθρων 42 έως και 51 του ΠτωχΚ.
Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 41 Πτωχ.Κωδ. προκύπτει ότι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης είναι: α) η κήρυξη της πτώχευσης, β) η διενέργεια "πράξεων" από τον οφειλέτη. Η "πράξη" πρέπει να νοηθεί με ευρύτητα, ώστε να περιλάβει κάθε ενέργεια (συνειδητή πάντως και ηθελημένη), παραγωγική έννομων αποτελεσμάτων.
Τέτοιες πράξεις είναι ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, οιονεί δικαιοπραξίες, πράξεις και παραλείψεις δικονομικής φύσης κ.λ.π. Αλλά και μη δικονομικές παραλείψεις δεν αποκλείεται να αποτελούν αντικείμενο ανάκλησης, αν οδηγούν σε μείωση της περιουσίας ή σε μη επαύξησή της, π.χ. η παράλειψη καταγγελίας επιζήμιας σύμβασης ή η παράλειψη ακύρωσης δικαιοπραξίας.
Ως "πράξεις" μπορούν να νοηθούν και σιωπηρές δηλώσεις βούλησης, πολυμερείς δικαιοπραξίες, ο συμψηφισμός, η μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης, παραίτηση από το δικαίωμα, υλικές πράξεις που έχουν έννομες συνέπειες κ.λπ., γ) οι "πράξεις" να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της κήρυξης της πτώχευσης, δ) η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξης που διενεργήθηκε.
Ως ζημία των πιστωτών, που δικαιολογεί την πτωχευτική ανάκληση θεωρείται η βλάβη της, ομάδας των πιστωτών. Τέτοια δεν εννοείται η άμεση βλάβη, είτε του συνόλου, είτε των επιμέρους πιστωτών, διότι η "πράξη" δεν βλάπτει άμεσα αυτούς, αλλά την πτωχευτική περιουσία, από την οποία αναμένουν να ικανοποιηθούν, της οποίας, ωστόσο, παρά την πτωχευτική απαλλοτρίωση, δεν είναι κύριοι.
Βλάπτονται, όμως, έμμεσα, καθόσον από την ασύμφορη συναλλαγή ή την, κατά προτίμηση, καταβολή χρέους κ.λ.π., μειώνεται το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν και αυτή η ζημία εννοείται και όχι η ευθεία βλάβη των πιστωτών. Έτσι, τέτοια, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, βλάβη θα υπάρχει, όταν η ικανοποίηση των πιστωτών υπέστη περιορισμό, βλάβη, διακινδύνευση ή έγινε δυσχερέστερη ή χρονικά μετακινήθηκε σε βάρος τους, όπως όταν ελαττώθηκε η πτωχευτική περιουσία (π.χ.
μεταβίβαση πράγματος λόγω δωρεάς ή με χαμηλό τίμημα ή με πίστωση του τιμήματος, αν ο αγοραστής είναι αφερέγγυος) ή κατέστη δυσχερέστερη η πρόσβαση των πιστωτών στα στοιχεία που την αποτελούν. Δεν απαιτείται η επέλευση κάποιας συγκεκριμένης ζημίας, αλλά αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που, είτε δημιουργεί, είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα.
Για να ανευρεθεί η ζημία θα συγκριθούν οι προοπτικές ικανοποίησης των πιστωτών με και χωρίς την "πράξη". Η ζημία θα κριθεί αντικειμενικά και, συνεπώς, δεν απαιτείται να είναι ηθελημένη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 44, όπου ο δόλος πρέπει να κατατείνει στη ζημία και ε) ο προσδιορισμός της "πράξης" και της ζημίας με οικονομικά κριτήρια.
Συγκεκριμένα, για να, επιτευχθούν ο σκοπός και η αποτελεσματικότητα του νόμου, τόσο η "πράξη" όσο και ζημία, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, θα ανιχνεύονται περισσότερο με οικονομικά παρά με νομικά κριτήρια, γιατί σημασία δεν έχει τόσο ο νομικός χαρακτηρισμός, όσο η δυνατότητα της "πράξης" να επιφέρει τη ζημία, που ο νόμος θέλει να αποτρέψει (ΑΠ 602/ 2018, ΑΠ1 876/2017).
Εξάλλου, όπως ρητά διευκρινίζεται στο άρθρο 48 παρ. 4 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ), κατά το οποίο ορίζεται ότι, "η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοβεί τίτλος εκτελεστός ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης...", ανακλητέες. μπορούν να είναι και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και, ειδικότερα, η σχετική πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας μέσω της οποίας ο τρίτος επιδιώκει να ικανοποιηθεί ή να αποκτήσει κάποια ασφάλεια.
Η ανακλητέα πράξη δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από τον οφειλέτη ή να συμμετέχει και αυτός στη διενέργειά της, αλλά μπορεί να πρόκειται για πράξη του καθού η ανάκληση, όπως συμβαίνει, όταν ο τελευταίος επιδιώκει να ικανοποιηθεί μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η περίπτωση της απόκτησης εκτελεστού τίτλου ή του πράγματος μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης κατά συμπαιγνία του οφειλέτη και του αντισυμβαλλόμενου, ελέγχεται κατά τις γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 41 έως 44 του ΠτΚ χωρίς η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 48 του Κώδικα αυτού να θεμελιώνει αυτοτελή λόγο ανάκλησης (ΑΠ 602/2018 όπου παρ.).
Αρμόδιο για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης (ανακλητικής αγωγής) είναι, κατά τη διάταξη του άρθρ. 48 παρ. 1 ΠτωχΚ, αποκλειστικά το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του (άρθρ. 4 παρ. 1-2 και 53 Πτωχ.Κωδ.), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 54 παρ 1 Πτωχ.Κωδ.).
Στην άσκηση της ανακλητικής αξίωσης νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ο σύνδικος και όχι ο πιστωτής (άρθρ. 48 παρ. 2 Πτωχ.Κωδ.). Περαιτέρω, τα άρθρα 49 και 50 του ΠτωχΚ προσδιορίζουν τα αποτελέσματα της διατασσομένης ανάκλησης. Αυτές καθεαυτές οι συνέπειες της ανάκλησης, ήτοι η δημιουργία ενοχικής αξίωσης προς επαναμεταβίβαση στην πτωχευτική περιουσία του περιουσιακού στοιχείου που αποκτήθηκε με την ανακαλούμενη πράξη, δεν αποτελούν θέμα ιδιαίτερου, αιτήματος της αγωγής ή της απόφασης, αλλά του ίδιου του νόμου, που ρητά τις προβλέπει ως συνέπειες, απλώς μόνης της απόφασης για την ανάκληση, ανεξάρτητα βέβαια από το γεγονός ότι η ανακλητική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει και συνήθως, θα περιλαμβάνει αίτημα για την καταδίκη του καθού η ανάκληση σε επαναμεταβίβαση του ληφθέντος.
Ειδικότερα, αν η ανακλητέα πράξη, που μέσω αυτής είχε εξέλθει από την περιουσία του οφειλέτη η επίμαχη παροχή, είναι πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης (όπως η κατάσχεση εκ μέρους του δανειστή του οφειλέτη), σύμφωνα με την ενοχική θεωρία, ο σύνδικος έχει αξίωση κατά του πιστωτή να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του, έστω και αν θα παρεχόταν στον σύνδικο δικαίωμα ανακοπής, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, ώστε να ανατραπεί η πράξη εκτέλεσης.
Αν η ανακλητέα πράξη αφορά στη μεταβίβαση (εκχώρηση) κάποιας απαίτησης, από τον οφειλέτη σε τρίτον, αίτημα της αγωγής του συνδίκου θα είναι η αναμεταβίβαση (επανεκχώρηση) της απαίτησης, όπου ο καθού η πτωχευτική ανάκληση θα καταδικαστεί σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης με βάση το άρθρο 949 ΚΠολΔ, ενώ θα πρέπει να ακολουθήσει και αποδοχή από τον σύνδικο, καθώς και αναγγελία, κατ' άρθρ. 460 ΑΚ της επανεκχώρησης στον οφειλέτη της απαίτησης.
Σε περίπτωση που ο καθού η ανάκληση έχει ήδη εισπράξει την απαίτηση, που του εκχωρήθηκε παράνομα, τότε, ο σύνδικος έχει εναντίον του τις δευτερογενείς αξιώσεις του άρθρου 49 παρ. 1 εδ. β' του ΠτΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 602/2018 όπ. παρ.). Περαιτέρω, κατά, το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία.
Κατά το άρθρο 984 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 ΚΠολΔ έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο (ΑΠ 1764/2014). Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο, συμφώνα με την παρ. 2 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, που είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 354/2010), έχει ως έννομη συνέπεια αν πρόκειται για κατασχεμένες χρηματικές απαιτήσεις, την αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταβολής, στην οποία ενδεχομένως, θα προχωρούσε ο τρίτος, έναντι του δικού του δανειστή και ήδη καθού η εκτέλεση, ενώ, όπως προκύπτει από την παρ. 1 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, η επίδοση αντιγράφου του κατασχετηρίου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθού η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του, που κατασχέθηκε.
Τυχόν διάθεση από αυτόν του κατασχεμένου απαγορεύεται και είναι αυτοδίκαια άκυρη (άρθρ. 175 ΑΚ) για τον κατασχόντα. Είναι ευνόητο ότι, όταν αντικείμενο της κατάσχεσης (που συνεπάγεται την πιο πάνω δέσμευση) είναι απαιτήσεις (άρθρ. 982 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) η διάταξη καλύπτει κυρίως την απαγόρευση της εκχώρησης (άρθρ. 455 επ.
ΑΚ) και της ενεχυρίασης της απαίτησης (άρθρ. 1243 ΑΚ). Κρίσιμος χρόνος για την επέλευση των εν λόγω συνεπειών ως προς τον καθού η εκτέλεση και τον τρίτο είναι η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά (ΑΠ 602/2018). Κατά το άρθρο 985 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του τα κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό.
Κατά δε το άρθρο 988 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση, που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθέναν από εκείνους, που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.
Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ. Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. ΚΠολΔ και η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αρχίζει, αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη που τον διορίζει. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου έχει μεν ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεθείσας απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του, που κατασχέθηκε, δεν συνεπάγεται όμως και την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της.
απαίτησης σε εκείνον που προβαίνει στην κατάσβεση. Τέτοια εκχώρηση επέρχεται μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του τρίτου, που προϋποθέτει τήρηση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 602/2018, ΑΠ 1764/2014, όπου παρ., ΑΠ 688/2010).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έγνοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 349/20-14, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Με τον 1ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τον 1ο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά το Α' σκέλος αυτών, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 41, 43 και 48 παρ. 4 του ΠτΚ, στις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και αυτά δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και ειδικότερα, ότι το Εφετείο αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί, με το να κρίνει ότι οι κατασχέσεις στα χέρια των ανωνύμων εταιρειών με το διακριτικό τίτλο ... ΑΕ, τις οποίες επέβαλε η αναιρεσείουσα σε βάρος τους, ως οφειλετών της οφειλέτιδός της πτωχής εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕ, εντός της ύποπτης περιόδου, με το από 6-9-2013 κατασχετήριο υπόκεινται σε ανάκληση, αν και όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, οι ανακλητέες πράξεις προϋποθέτουν να έχουν διενεργηθεί, είτε από την οφειλέτιδα πτωχή, είτε με την σύμπραξη αυτής και όχι από την αναιρεσείουσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, σύνδικος της πτώχευσης της εταιρείας ... άσκησε την από 12-11-2014 (αρ.κατ. .../2014) αίτηση του άρθρου 43 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ) - ανακλητική αγωγή - κατά της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, με την οποία ζήτησε να ανακληθούν οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (αναγκαστικές κατασχέσεις στα χέρια τρίτων), στις οποίες, όπως υποστήριζε, είχε προβεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εντός της ύποπτης περιόδου της πτώχευσης γνωρίζοντας, ότι είχε ήδη επέλθει η παύση πληρωμών της πτωχής εταιρείας και ειδικότερα, στα χέρια των εταιρειών με το διακριτικό τίτλο ...
ΑΕ και ... ΑΕ, ως τρίτων, οφειλέτιδων της πτωχής εταιρείας μέχρι του ποσού των 1.200.000 ευρώ για κάθε αναγκαστική κατάσχεση, με βάση τα από 6-9-2013 κατασχετήρια, σύμφωνα με τις υπ' αρ. 1436/2013 και 417/2013 διαταγές πληρωμής, τις οποίες είχε εκδώσει η αναιρεσείουσα, ως επισπεύδουσα δανείστρια της πτωχής, με βάση επτά ακάλυπτες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της πτωχής σε διαταγή της αναιρεσείουσας, χάριν καταβολής του τιμήματος πώλησης εμπορευμάτων εξοπλισμού ηλεκτρολογικού υλικού, που η αναιρεσείουσα είχε πωλήσει στην ανωτέρω πτωχή εταιρεία.
Επί. της αίτησης αυτής (ανακλητικής αγωγής) εκδόθηκε η υπ' αρ. 2272/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία), που απέρριψε την ανακλητική αγωγή ως μη νόμιμη κρίνοντας ότι οι δύο ως άνω κατασχέσεις στα χέρια τρίτων δεν εμπίπτουν στην έννοια του άρθρου 43 παρ. 1 του Πτχ Κώδικα, διότι δεν συνιστούν δικαιοπραξίες, που επιχειρήθηκαν με τη βούληση της πτωχής καθής η κατάσχεση.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης η σύνδικος της πτώχευσης και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 27-4-2015 (αρ. κατ. 1567/2015) έφεση. Κατά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου παρενέβησαν προσθέτως υπέρ της συνδίκου - εκκαλούσας, με τις από 6-2-2017 πρόσθετες παρεμβάσεις τους, οι εταιρείες με το διακριτικό τίτλο ...
και ... - αναγγελθείσες πιστώτριες της πτωχής, ως έχουσες έννομο συμφέρον να ανακληθούν οι ανωτέρω πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, προκειμένου να επαυξηθεί η πτωχευτική περιουσία και να ικανοποιηθούν έτσι και οι δικές τους απαιτήσεις. Η έφεση και οι δύο πρόσθετες παρεμβάσεις συνεκδικάστηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 801/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτές εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και, αφού δίκασε την ανακλητική αγωγή, την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, ανακάλεσε στη συνέχεια τις δύο ένδικες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης - κατασχέσεις στα χέρια τρίτων.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Με την από 3-4-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../30-4-2013) αίτηση της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Ανώνυμη εταιρία" - εδώ εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, στρεφόμενη κατά της εδρεύουσας στο δήμο ... νομού Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", εξέθετε ότι στα πλαίσια της συνεργασίας της με την τελευταία πώλησε διαδοχικά σ' αυτήν εμπορεύματα ηλεκτρολογικού υλικού, κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-2012 έως 7-12-2012, χάριν δε καταβολής του τιμήματος των πωληθέντων προϊόντων, η αγοράστρια καθής η αίτηση εταιρία εξέδωσε εις διαταγήν της πωλήτριας εταιρίας επτά μεταχρονολογημένες επιταγές, με φερόμενο χρόνο έκδοσης από 31-12-2012 έως 30-6-2013, συνολικού ποσού 1.589.109,59 ευρώ, οι οποίες δεν πληρώθηκαν όταν εμφανίσθηκαν στις 3-1-2013, 10-1-2013, 10-1-2013, 14-2-2013, 14-2-2013, 14-2-2013 και 11-2-2013, αντιστοίχως, προς πληρωμή.
Ότι η αδυναμία της καθής να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της έχει προσλάβει χαρακτήρα γενικό και μόνιμο και με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε να κηρυχθεί αυτή σε κατάσταση πτώχευσης. Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αριθ. 21627/22-10-2013 απόφασή του δεχόμενο ότι η μη πληρωμή του παραπάνω χρέους, καθώς και άλλων ληξιπροθέσμων χρηματικών υποχρεώσεων της καθής, ύψους 14.000.000,00 ευρώ, οφείλεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία της εκδηλωθείσα στο πεδίο των συναλλαγών από 1-12-2012, δέχθηκε την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και κήρυξε την καθής σε κατάσταση πτώχευσης, όρισε δε χρόνο παύσης πληρωμών την 1-12-2012.
Σύνδικος της πτώχευσης διορίσθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 7228/2014 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, κατόπιν διαδοχικών αποποιήσεων των διορισθέντων συνδίκων, η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ε. Χ. (ΑΜ ΔΣΘ ...), εδώ ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την ύποπτη περίοδο, εκτεινόμενη από την 1-12-2012 (χρόνος παύσης πληρωμών) έως την 22-10-2013 (χρόνος δημοσίευσης της άνω κηρύξασας την πτώχευση δικαστικής απόφασης) η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, επεδίωξε και επέτυχε την έκδοση:
α) της υπ' αριθ. 1436/2013 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η μετέπειτα πτωχεύσασα εταιρία "...." να καταβάλει στην εναγόμενη το ποσό των 852.154,60 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της οποίας συντάχθηκε η από 25-1-2013 επιταγή προς πληρωμή, που κοινοποιήθηκε στην οφειλέτρια α.
ε. στις 25-1-2013, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει το συνολικό ποσό των 874.164,79 ευρώ και β) της υπ' αριθ. 417/2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία υποχρεώθηκε η εταιρία "...." να καταβάλει στην εναγόμενη το ποσό των 258.654,87 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της οποίας συντάχθηκε η από 20-5¬2013 επιταγή προς πληρωμή, που κοινοποιήθηκε στην οφειλέτρια α.ε.
στις 23-5-2013, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει το συνολικό ποσό των 272.000,00 ευρώ. Ακολούθως, η εναγόμενη συνεχίζοντας τις προσπάθειες ικανοποίησης των απαιτήσεών της κατά της ....", προέβη σε κατασχέσεις στα χέρια των οφειλετών της τελευταίας, ως τρίτων, εντός της ύποπτης περιόδου, όπως παρακάτω: α) Στις 16-9-2013 κοινοποίησε στην εδρεύουσα στην ...
νομού Θεσσαλονίκης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Ν. ανώνυμη εταιρία εμπορίας ηλεκτρολογικού, υλικού" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", το από 6-9-2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτής, ως τρίτης, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 1.200.000,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, η οποία προέβη στην από 20-9-2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κατά της αρνητικής αυτής δήλωσης άσκησε η κατασχούσα εναγόμενη την από 15-10-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2013) ανακοπή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας δεν προκύπτει από τα στοιχεία της προκείμενης δικογραφίας αλλά και του φακέλου της πτώχευσης ότι εκδόθηκε μέχρι την παρούσα συζήτηση απόφαση.
Και β) στις 11-9-2013 κοινοποίησε στην εδρεύουσα στη Δράμα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", το από 6-9-2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτής, ως τρίτης, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 1.200.000,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, η οποία προέβη στην από 18-9-2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δράμας.
Κατά της αρνητικής αυτής δήλωσης άσκησε η κατασχούσα εναγόμενη την από 15-10-2913 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2013) ανακοπή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 4/2015 απόφαση του άνω δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι κατά το χρόνο επίδοσης του υπόψη κατασχετηρίου υπήρχε απαίτηση της ...." και αντίστοιχη υποχρέωση της "...
Α.Ε." ποσού 164.888,20 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην ανακόπτουσα και εδώ εναγόμενη. Στις ανωτέρω ενέργειες προέβη η εναγόμενη δια των εκπροσωπούντων αυτήν και εκφραζόντων τη βούληση της φυσικών προσώπων, γνωρίζοντας ότι η οφειλέτριά της ...." βρίσκεται όχι απλώς σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια αλλά σε κατάσταση παύσης πληρωμών, αφού ήδη, όταν στις 3-1-2013 εμφανίσθηκε η πρώτη εκ των προαναφερθεισών επτά μεταχρονολογημένων επιταγών, που ενσωμάτωναν το τίμημα πώλησης προς τη "...." ηλεκτρολογικών προϊόντων και δεν πληρώθηκε, έσπευσε η εναγόμενη να εμφανίσει προώρως τις λοιπές επιταγές στις 10-1-2013, 10-1-2013, 14-2-2013, 14-2-2013, 14-2-2013 και 11-2-2013, αντιστοίχως), κατά παράβαση της καταρτισθείσας μεταξύ αυτής, ως λήπτριας, και της ....", ως εκδότριας, των παραπάνω αξιογράφων, συμφωνίας περί αναβολής της έναρξης προθεσμίας προς εμφάνιση αυτών, προσδίδοντας στην τελευταία λειτουργία πίστωσης.
Και ναι μεν η μεταχρονολόγηση των ως άνω επιταγών δεν διασφαλίζει την εκδότριά τους, ως λήπτριας της πίστωσης, αφού οι κομιστές, με βάση τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2 του ν. 5960/33, μπορούν να εμφανίσουν αυτές προς πληρωμή αμέσως, δηλαδή και πριν από τη σημειούμενη χρονολογία έκδοσης, οπότε σε περίπτωση μη πληρωμής τους λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, επέρχονται οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 40 και 79 του ν. 5960/33 και 914 του ΑΚ συνέπειες, ωστόσο η εμφάνιση από την εναγόμενη προώρως των άνω επιταγών, αποτελεί αθέτηση της ως άνω συμφωνίας, με την οποία είχε αναβληθεί η εμφάνιση των επιταγών, και η συμφωνία αυτή είναι μεν ανίσχυρη για το δίκαιο της επιταγής, αφού δεν επηρεάζει τη λειτουργία της εντολής που διατυπώνεται σ' αυτήν (άρθρο 1 αριθ. 2 του ν. 5960/1933) και των κατ' αναγωγή ενοχών που προκύπτουν απ' αυτήν, είναι όμως ισχυρή στο πεδίο του κοινού δικαίου των ενοχών δεσμεύοντας την λήπτρια εναγόμενη.
Η παράβαση της άνω συμφωνίας από την εναγόμενη δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση παρά μόνον μέχρι του σημείου που αναδεικνύει το στοιχείο της γνώσης της εναγόμενης για τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της οικονομικής υπόστασης της "...", ο οποίος οδήγησε την: εναγομένη και: α) στην επίσπευση του εξοπλισμού της με τις προαναφερθείσες υπ' αριθ. 1436/2013:
και 417/2013 Διαταγές Πληρωμής, β) στην επίδοση στις 6-2-2013; 8-2-2013, 6-3-2013 και 9-4-2013 των επίμαχων κατασχετηρίων στα χέρια των οφειλετών της "...., ως τρίτων, γ) στην υποβολή της από 3-4-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../30-4-2013) αίτησής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί κήρυξης σε πτώχευση της "....", όπου αναφέρει ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη της καθής η αίτηση υπερβαίνουν το ποσό των 7.000.000,00 ευρώ και ότι ουσιαστικά έχει διακόψει αυτή τη λειτουργία της από το μήνα Ιανουάριο έτους 2013, όταν και απέλυσε τους απασχολούμενους σ' αυτήν εργαζομένους.
Προβάλλει δηλαδή η εναγόμενη στην εν λόγω αίτησή της ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου όλους τους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς όρους κήρυξης σε πτώχευση της "...." και πέντε μήνες μετά την επίκληση των άνω όρων επιβάλλει τις υπόψη κατασχέσεις στα χέρια τρίτων και τοποθετώντας η ίδια το χρόνο παύσης πληρωμών στο μήνα Ιανουάριο έτους 2013, δηλαδή σε χρόνο που προηγείται της επιβολής των άνω κατασχέσεων.
Με τις προαναφερθείσες εντός της ύποπτης περιόδου κατασχέσεις, στα χέρια τρίτων οφειλετών της "....", κατά το χρόνο διενέργειας των οποίων γνώριζε η εναγόμενη με ακρίβεια τόσο το επιζήμιο αυτών όσο και την παύση πληρωμών της "....", επιδιώκει να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις που διατηρεί εις βάρος της πτωχής εταιρίας προς βλάβη των λοιπών πτωχευτικών πιστωτών.
Το επιζήμιο των πράξεων αυτών της εναγομένης για την ομάδα των πιστωτών προκύπτει, από το γεγονός ότι με τη μεσολάβηση αυτών (πράξεων) οι προοπτικές ικανοποίησης των εν λόγω πιστωτών από την εναπομείνασα πτωχευτική περιουσία καθίστανται δυσμενέστερες λόγω της ελάττωσης αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την υπό ημεροχρονολογία 22-5-2014 έκθεση απογραφής που συνέταξε η ενάγουσα σύνδικος της πτώχευσης, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας της πτωχής ανέρχεται στο ποσό των 84.564, 00 ευρώ, η κινητή της περιουσία στο ποσό των 190,00 ευρώ, ενώ από τον προσωρινό πίνακα πιστωτών προκύπτει ότι το ύψος των αναγγελθεισών στην πτώχευση απαιτήσεων ανέρχεται στο ποσό των 8.917.824,92 ευρώ, από τις οποίες επαληθεύθηκαν απαιτήσεις ύψους 4.501.440,25 ευρώ, αμφισβητούνται απαιτήσεις ύψους 4.245.701,40 ευρώ και εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων η αναγνώριση απαιτήσεων ύψους 402.783,54 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι όροι της ανάκλησης των επίμαχων πράξεων εκτέλεσης, ώστε η πτωχευτική περιουσία να περιέλθει στην κατάσταση που θα ήταν, αν δεν είχαν μεσολαβήσει αυτές, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεων...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 41, 43 και 48 παρ. 4 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), όπως ισχύει στην ένδικη υπόθεση και ορθά υπήγαγε στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται, ότι οι δύο ανακλητέες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (κατασχέσεις χρηματικών απαιτήσεων στα χέρια των ανωνύμων εταιρειών με το διακριτικό τίτλο ... ΑΕ και ... ΑΕ, στις οποίες προέβη η αναιρεσείουσα, εμπίπτουν στην διάταξη του άρθρου 48 παρ. 4 του Πτχ.Κωδ., διότι ανακλητέες μπορούν να είναι και πράξεις της αναγκαστικής εκτελεστικής διαδικασίας μέσω των οποίων και ο τρίτος και εν προκειμένω η αναιρεσείουσα επιδιώκει να ικανοποιηθεί και δεν είναι απαραίτητο η ανακλητέα πράξη (και εν προκειμένω οι δύο ένδικες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων) να προέρχεται από τον οφειλέτη (και εν προκειμένω από την πτωχή εταιρεία ...) ή και με τη σύμπραξη του οφειλέτη.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον 1ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού και με τον συναφή 1ο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά το Α' σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1, Ολ.ΑΠ 8/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015), όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήρισ παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός, λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 38572015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1488/2010).
Με τον ίδιο 1ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος, αυτού και με τον συναφή 1ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επίσης κατά το Β' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα εμφάνισε πρόωρα προς πληρωμή τις μεταχρονολογημένες επιταγές, που είχε εκδώσει η πτωχή ... σε διαταγή της αναιρεσείουσας, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αρ. 1436/2013 διαταγή πληρωμής, με την οποία επιβλήθηκαν οι κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας για την αναβολή της προθεσμίας εμφάνισης των επιταγών, παραβίασε ευθέως κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 43 και 48 παρ. 4 του Πτχ.Κώδ. το δίδαγμα κοινής πείρας, ότι, μετά τη σφράγιση των ακάλυπτων επιταγών, δεν είχε πλέον ισχύ η ανωτέρω "συμφωνία". Οι ανωτέρω λόγοι (1ος κύριος και 1ος πρόσθετος κατά το Β'σκέλος αυτών) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες δεν συνιστούν παραβίαση ουσιαστικών κανόνων δικαίου, αλλά αφορούν την εσφαλμένη εκτίμηση από το Δικαστήριο ουσίας των αποδεικτικών στοιχείων, που όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 55 εδ. α' του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ 1 εδ. β' του Ν 4446/2016, "αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση καθώς και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ" (ΑΠ 602/2018, ΑΠ 876/2017, ΑΠ 483/2015).'Ηδη με την εν λόγω αντικατάσταση του άρθρου αυτού προστέθηκαν νέοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα, από τους αριθμούς 4, 14, 16 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι διευρυμένοι όμως αυτοί νέοι λόγοι αναίρεσης δεν καταλαμβάνουν την ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και παρ. 2 εδάφ. β' και δ' του νεότερου Ν. 4446/2016, του οποίου η ισχύς με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 240Α/22-12-2016), στις οποίες αντίστοιχα ορίζεται ότι, "οι διατάξεις του παρόντος..., εφαρμόζονται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του.
Ως έναρξη διαδικασιών νοείται η κατάθεση αίτησης πτώχευσης..." και "...οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών...". Κατά συνέπεια ο δεύτερος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο 4ος πρόσθετος λόγος αυτής από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, για το ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, την ένδικη ανακλητική αγωγή της συνδίκου, καθώς και την έφεσή της, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, δεδομένου, ότι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν ιδρύεται στην παρούσα περίπτωση τέτοιος λόγος αναίρεσης, διότι η αίτηση πτώχευσης κατατέθηκε στις 30-4-2013, όπως προκύπτει από την τελευταία σελίδα αυτής, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, εφαρμογή, έχει η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρ. 55 του Ν. 3588/2007, που προβλέπει ως λόγους αναίρεσης μόνο τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου, αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού σύλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από- τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 154771997).
Τα επιχειρήματα, δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/ 2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Με τον 6ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τους συναφείς 1ο πρόσθετο, κατά το Γ' (επικουρικό) σκέλος αυτού και 5ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 41, 43 και 48 παρ. 4 του Πτχ.κώδ., διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της γνώσης της αναιρεσείουσας για το χρόνο παύσης πληρωμών της ... και της, κατά παράβαση της συμφωνίας τους από την αναιρεσείουσα, δήθεν πρόωρης εμφάνισης των ένδικων μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών προς πληρωμή, άλλως, πρόωρης εμφάνισης αυτών, δήθεν, σε συμπαιγνία με την πτωχή ..., που ασκεί ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης για την ανάκληση των δύο ένδικων κατασχέσεων στα χέρια τρίτων ως προϋπόθεση της πτωχευτικής ανάκλησης, και για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής πτωχευτικής ανάκλησης σε βάρος της οναιρεσείουσας.
Στην προκειμένη περίπτωση και, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, με αφορμή τους αναιρετικούς λόγους για την ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, το Εφετείο, για να καταλήξει στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής πτωχευτικής ανάκλησης του άρθρου 43 Πτωχ.
Κώδ., δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι η αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο που διενήργησε τις υπό ανάκληση πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης με την κοινοποίηση του από 6-9-2013 κατασχετηρίου, στις 16-9-2013 στην ... ΑΈ και στις 11-9-2013 στην ... ΑΕ, δηλαδή εντός της ύποπτης περιόδου (Δεκέμβριος 2012 έως Οκτώβριος 2013) γνώριζε ήδη από τον Ιανουάριο 2013, ότι η ...
είχε παύσει τις πληρωμές της (χρόνος παύσης πληρωμών ορίστηκε από το πτωχευτικό Δικαστήριο η 1-12- 2012). Εξάλλου, το Εφετείο για να στηρίξει την ανωτέρω κρίση του δέχεται, ότι στις 3-1-2013 η αναιρεσείουσα εμφάνισε προς είσπραξη την πρώτη από τις επτά μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, που ενσωμάτωναν χάριν καταβολής το τίμημα πώλησης προς την ...
ηλεκτρολογικού υλικού, που είχε παραδώσει η αναιρεσείουσα σ' αυτήν σε εκτέλεση της σύμβασης πώλησης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους ότι η τραπεζική αυτή επιταγή δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνιση της στις 3-1-2013 και ότι αμέσως η αναιρεσείουσα έσπευσε να εμφανίσει πρόωρα και τις λοιπές έξη μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, στις 10-1-2013, 10-1-2013, 14-2-2013, 14-2-2013, 14-2-2013 και 11-2-2013 αντίστοιχα, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας για την αναβολή εμφάνισης των τραπεζικών, επιταγών προς πληρωμή και ότι αυτό το έπραξε η αναιρεσείουσα προκειμένου να εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, δηλαδή, με τις υπ' αρ. 1436/23-1-2013 και 417/20-5-2013 διαταγές πληρωμής, με βάση τις οποίες προέβη στις ένδικες δύο υπό ανάκληση αναγκαστικές κατασχέσεις στα χέρια των ...
Α και ... ΑΕ, ως τρίτων οφειλετών της ... και ότι η ανωτέρω επίσπευση της εμφάνισης των τραπεζικών επιταγών προς πληρωμή, όπως αυτολεξεί αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση "...αναδεικνύει το στοιχείο της γνώσης της εναγομένης, (δηλ. της αναιρεσείουσας) για τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της οικονομικής υπόστασης της ......".
Με το να καταλήξει όμως, το Εφετείο στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκε κάθε μία από τις παραπάνω διαταγές πληρωμής καθώς και ως προς τον ακριβή χρόνο έκδοσης καθεμιάς από τις έξη μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, για τις οποίες γενικά (δηλαδή, για όλες) αναφέρει, ότι εκδόθηκαν από 31-12-2012 έως 30-6-2013, στοιχείο που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη διαπίστωση της "πρόωρης" εμφάνισης των έξι επιταγών και στην οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τη "γνώση" της αναιρεσείουσας για την παύση πληρωμών της ...
ήδη από 3-1-2013, όταν δεν πληρώθηκε η πρώτη τραπεζική επιταγή και ότι, στη συνέχεια, επιδίωξε να ικανοποιηθεί με την εκτελεστική διαδικασία με τις υπό ανάκληση αναγκαστικές κατασχέσεις στα χέρια των ως άνω τρίτων, κοινοποιώντας στην, ... επιταγή προς πληρωμή με βάση τις υπ' αρ. 1436/20.13 και 417/2013 διαταγές πληρωμής, στις 25-1-2013 και 23-5-2013, αντίστοιχα.
Με την ελλιπή ως άνω αιτιολογία όμως, δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο, ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών Κανόνων δικαίου, του εφάρμοσε και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 1 Πτχ.Κώδ., που προϋποθέτει για την ευδοκίμηση της ένδικης ανακλητικής αγωγής της συνδίκου της πτώχευσης, τη γνώση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ότι η οφειλέτιδά της, δηλαδή, η πτωχή ...
είχε παύσει τις πληρωμές της κατά το χρόνο διενέργειας εκ μέρους της αναιρεσείουσας των υπό ανάκληση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση. Επομένως, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 41, 43 και 48 παρ. 4 Πτχ.Κώδ.
και οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης (6ος κύριος, 1ος πρόσθετος κατά το Γ' σκέλος αυτού και 5ος πρόσθετος) πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω γεννώμενων δεκτών αναιρετικών λόγων, που οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων (κύριων και πρόσθετων), που επίσης αποβλέπουν στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, παρέλκει η έρευνα του 3ου κύριου και του 3ου πρόσθετου κατά το Β' σκέλος εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, του 4ου κύριου κατά το Α' σκέλος και του 6ου πρόσθετου εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, του 4ου κύριου κατά το Β' σκέλος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμηση αυτού), του 5ου κύριου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ.
και του 1ου πρόσθετου κατά το Δ' σκέλος εκ του άρθρου 559 αρ. 8α', (κατ' ορθή-εκτίμηση αυτού) και του συναφούς 2ου πρόσθετου λόγου αναίρεσης. Ας σημειωθεί, βέβαια, ότι πέραν των όσων προαναφέρθηκαν περί αναιρετικής εμβέλειας, οι ανωτέρω μη ερευνώμενοι λόγοι είναι και απαράδεκτοι, διότι μεταξύ των προβλεπόμενων στο άρθρο 55 Πτχ.Κώδ., όπως ισχύει στην επίδικη υπόθεση, λόγων αναίρεσης δεν περιλαμβάνονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 8, 10, 11 γ', 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσερμηνείας των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται, διότι η αvακλητική αγωγή αποτελεί μη γνήσια υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, ενόψει της ύπαρξης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 13 του Πτχ.Κώδ., κατά το οποίο στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, (που προϋποθέτει γνήσια υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 801/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας).
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, που αυτή έχει καταθέσει, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Και
Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ