Supreme Court allows appeal against forest land ownership ruling, requiring proof of title beyond mere management acts.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision recognizing the plaintiff's ownership of forest land. The State argued that forest areas in the Ionian Islands require specific proof of title beyond mere management acts, citing Article 62 of Law 998/1979. The Court agreed, ruling that the lower court erred by accepting ownership based solely on cultivation and olive oil collection without establishing legal title under the relevant civil code provisions.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 62 §1 of Law 998/1979; Art. 1033 of the Civil Code: In the Ionian Islands, the presumption of public ownership over forests does not apply, requiring the State to prove title through specific legal acts or possession consistent with the nature of the land, and mere management acts like cultivation do not suffice to establish ownership.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 984 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 984/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Όλυμπο Παρασκευά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 22/2015 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 24-4-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62§1 εδ. β’ του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" (ήδη άρθρ. 37§1 ν. 4280/2014) το κατά την §1 εδ. α’ του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει εις τας περιφερείας του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (ΑΠ 340/1985 ΝοΒ 34.76) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση των Επτανήσων και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ’ αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 2243/2014).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί η ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος συμφώνησε στη μεταβίβασή της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για χρησικτησία επί δάσους ή δασικής έκτασης, αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο χρησικτησίας (ΑΠ 2192 /2013).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998 της 28/29-12-1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων" ως δάσος νοείται "πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλοεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται στα Επτάνησα, όπου δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται η άσκηση, επί 20 τουλάχιστον έτη, πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, όπως είναι η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση κ.α.
και όχι άλλες πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Τέλος, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από χρησικτησία για να μη στερείται νόμιμης βάσης και να δημιουργείται έτσι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της ,μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας, και τις πράξεις του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του, του οποίου το χρόνο χρησικτησίας προσμετράει στο δικό του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την από 25/7/2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της κυριότητάς της σε ακίνητα που απέκτησε με παράγωγο τρόπο και βρίσκονται στη Λευκάδα, καθώς και τη διόρθωση της ανακριβούς αρχικής κτηματολογικής εγγραφής αυτών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Η ενάγουσα, έχει καταστεί κυρία, νομέας και κάτοχος, με παράγωγο τρόπο, ενός ακινήτου και δη αγροτεμαχίου, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 4.528,62 τμ, κατά νεότερη, δε καταμέτρηση, 4.520,623 τμ. το οποίο βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα, ... του Δήμου ..., στην ειδικότερη θέση "..." ή "...", όπως αυτό εμφαίνεται στο από μηνός Αυγούστου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Κ.
Α., που προσαρτάται στην αγωγή, προσδιορίζεται, με. τα στοιχεία ... και συνορεύει επί πλευρών με τα στοιχεία ... με ιδιοκτησία αγνώστου (ΚΑΕΚ ...), επί πλευρών με τα στοιχεία ... με ιδιοκτησία αγνώστου (ΚΑΕΚ ...), επί πλευρών με τα στοιχεία ... με ιδιοκτησία S. S. A. S. H. M. E. (KAEK ...), επί πλευρών με τα στοιχεία ... με ιδιοκτησία Ε.
Ρ. (ΚΑΕΚ ...), επί πλευρών με τα στοιχεία ... με ιδιοκτησία αγνώστου (ΚΑΕΚ ...) και επί πλευράς με τα στοιχεία ... με ιδιοκτησία Ε. Ρ. (ΚΑΕΚ ...). Ειδικότερα, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1996 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου ... Χ. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 204 και με αριθμό, η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, λόγω αγοράς από τον Ε.
Ρ. του Γ., ο οποίος είχε αποκτήσει την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό από το έτος 1950, οπότε και έγινε άτυπη διανομή της πατρομητρικής περιουσίας μεταξύ του ιδίου και των αδελφών του. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, το άνω ακίνητο εγγράφηκε εσφαλμένα, γιατί κατατμήθηκε σε πλείονα τμήματα, εκ των οποίων άλλα φέρονται ως τμήματα ιδιοκτησιών αγνώστου ιδιοκτήτη καθώς και του δεύτερου εναγόμενου, ενώ τμήμα του ακινήτου αυτού έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου ως δρόμος, ιδιοκτησίας του Δημοσίου.
Το ένδικο ακίνητο αποτελείται από τα εξής τμήματα: (Α) Το τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... το οποίο έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη, έχει εμβαδόν 2.049,487 τμ, εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., συνορεύει, δε, επί πλευρών με τα στοιχεία ... με το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., επί πλευρών με τα στοιχεία ...
με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο εσφαλμένα εμφαίνεται ως τμήμα ιδιοκτησίας αγνώστου, επί πλευρών με τα στοιχεία ... με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο εσφαλμένα εμφαίνεται ως ιδιοκτησία του δεύτερου εναγόμενου και επί πλευράς με τα στοιχεία ...
με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο εσφαλμένα εμφαίνεται ως δρόμος ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, (Β) Το τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., το οποίο έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη, έχει εμβαδόν 105,466 τμ, εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., συνορεύει, δε, επί πλευρών με τα στοιχεία ...
με το εναπομείναν τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., το οποίο εμφαίνεται ως ιδιοκτησία αγνώστου επί πλευράς με τα στοιχεία ... με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο εσφαλμένα εμφαίνεται ως ιδιοκτησία του δεύτερου εναγόμενου και επί πλευράς με τα στοιχεία ... με το ανωτέρω υπό (Α) ακίνητο, (Γ) Το τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., το οποίο έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία του δεύτερου εναγόμενου, έχει εμβαδόν 1.844,393 τμ, εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... ..., ..., συνορεύει, δε, επί πλευράς με τα στοιχεία ...
με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., το οποίο εμφαίνεται ως ιδιοκτησία αγνώστου, επί πλευρών με τα στοιχεία ... με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ..., επί πλευρών με τα στοιχεία ... με το εναπομείναν τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., το οποίο εμφαίνεται ως ιδιοκτησία του δεύτερου εναγόμενου, επί πλευράς με τα στοιχεία ... με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...
ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο εσφαλμένα εμφαίνεται ως ιδιοκτησία αγνώστου, επί πλευράς με τα στοιχεία ... με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο εσφαλμένα εμφαίνεται ως τμήμα, δρόμου, επί, πλευρών με τα στοιχεία ... με το ανωτέρω υπό (Α) ακίνητο, και επί πλευράς με τα στοιχεία ...
με το ανωτέρω υπό (Β) ακίνητο, (Δ) Το τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., το οποίο έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία αγνώστου, ιδιοκτήτη, έχει εμβαδόν 406,865 τμ, εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... συνορεύει, δε, επί πλευρών με τα στοιχεία ... με το εναπομείναν τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., το οποίο εμφαίνεται ως ιδιοκτησία αγνώστου, επί πλευρών με.
τα στοιχεία ... με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο εσφαλμένα εμφαίνεται ως δρόμος ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου και επί πλευράς με τα στοιχεία ... με το ανωτέρω υπό (Γ) ακίνητο, (Ε) Το τμήμα του δρόμου με ΚΑΕΚ ..., το οποίο εμφαίνεται ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, εμβαδού 114,412 τμ, εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., ..., συνορεύει, δε, επί πλευράς με τα στοιχεία ...
με το ανωτέρω υπό (Α) ακίνητο, επί πλευράς με στοιχεία ... με το ανωτέρω υπό (Γ) ακίνητο, επί πλευράς με τα στοιχεία ... με το ανωτέρω υπό (Δ) ακίνητο και επί πλευράς με τα στοιχεία ... εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Ρ. με ΚΑΕΚ ... και εν μέρει με το εναπομείναν τμήμα του δρόμου αυτού με ΚΑΕΚ .... Σύμφωνα δε και με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, τα ένδικα τμήματα-ακίνητα δεν ανήκουν στην ιδιοκτησία του δεύτερου εναγόμενου- δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, ούτε είναι αγνώστου ιδιοκτήτη, ενώ και το ένδικο τμήμα- δρόμος δεν αποτελεί δημόσιο δρόμο, αλλά ιδιωτική οδό που είχε διανοιχθεί εντός του ακινήτου, προκειμένου να έχει ο εκάστοτε ιδιοκτήτης αυτού πρόσβαση στον παρακείμενο αγροτικό δρόμο, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. .../1996 συμβόλαιο, στο οποίο αναφέρεται η ύπαρξη της ιδιωτικής αυτής οδού.
Σύμφωνα με την ίδια παραπάνω κατάθεση, τα τμήματα αυτά αποτελούν τμήματα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, τα όρια της οποίας είναι σαφώς καθορισμένα με παλαιά περίφραξη (λιθιά), ο δε δικαιοπάροχος της ενάγουσας έως το έτος 1996 και η ίδια στη συνέχεια, ασκεί πράξεις νομής με την καλλιέργεια και συλλογή ελαιοκάρπου, καθώς και με την εποπτεία αυτού.
Εξάλλου, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα επί των τμημάτων του ένδικου ακινήτου, τα οποία φέρονται ως αγνώστου ιδιοκτήτη (βλ. το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. πρωτ. .../10.12.2007 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού ...) και στην κρινόμενη αγωγή του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998, που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, έχει τηρηθεί ή προδικασία που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 24 του ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η §1 του άρθρου 8 του α ν. 1539/1938 και το εκκαλούν δεν απάντησε ούτε εναντιώθηκε στις αξιώσεις της ενάγουσας Εξάλλου, με το υπ’ αριθ.
πρωτ. ....7.1998 έγγραφο της Δ/νδης Δασών Ν. ... έχει χαρακτηριστεί η έκταση των 4.528,62 τμ που βρίσκεται στη θέση "Κεντρώματα" περιφέρειας κοινότητας ... (ένδικο ακίνητο) και περιλαμβάνεται στο από Ιούνιο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Α., τμήμα Ε1 =4.318,62 τ.μ. που προσδιορίζεται από τα στοιχεία ...,...,24,25,1 ως μη δασική και μη εμπίπτουσα στις διατάξεις του Ν. 998/79 και τμήμα Ε2=210 τ.μ.
που προσδιορίζεται από τα στοιχεία ... δάσος αείφυλλων πλατύφυλλων και υπάγεται στις δ/ξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 998/79, χωρίς να θίγονται δικαιώματα του Δημοσίου. Επομένως, η αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας στο ένδικο ακίνητο και πρέπει να διορθωθεί αυτή -αρχική εγγραφή- στα οικεία κτηματολογικά βιβλία".
Δέχεται, δηλαδή, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, ότι από τα επίδικα ακίνητα, συνολικής έκτασης 4.520,623τ.μ., το Ε1 τμήμα αυτών, έκτασης 4318,62τ.μ., δεν είναι δασική έκταση που εμπίπτει στις διατάξεις του ν.998/1979, ενώ αντίθετα το τμήμα Ε2 αυτών, έκτασης 210τ.μ., είναι δάσος αείφυλλων πλατύφυλλων και υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 του παραπάνω νόμου και ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του συνόλου των προαναφερόμενων ακινήτων με παράγωγο τρόπο (αγορά) από τον δικαιοπάροχο της, ο οποίος τα νεμόταν από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1996 και ότι έκτοτε μέχρι την άσκηση της ένδικης από 25/7/2007 αγωγής της τα νεμόταν η αναιρεσείουσα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, οι δε πράξεις νομής τους συνίσταντο στην καλλιέργεια, τη συλλογή ελαιοκάρπου και στην εποπτεία αυτών.
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε την τελευταία κυρία των επιδίκων και διέταξε τη διόρθωση υπέρ αυτής της σχετικής κτηματολογικής εγγραφής, απορρίπτοντας την έφεση και τον πρόσθετο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τα οποία ισχυριζόταν ότι τμήματα των επιδίκων, ως δημόσιες δασικές, άλλως, ως αδέσποτες εκτάσεις, ανήκαν στην κυριότητά του και ότι το Ε2 τμήμα αυτών είναι δάσος αείφυλλων πλατύφυλλων που υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.998/1979.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε τη κυριότητα και του Ε2 τμήματος των επίδικων ακινήτων, το οποίο είναι δάσος, με αγορά που φέρεται ότι έγινε από αληθινό κύριο με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς όμως οι πράξεις νομής (καλλιέργεια, συλλογή ελαιοκάρπου), που δέχεται το Εφετείο ότι άσκησε ο τελευταίος στο τμήμα αυτό των επιδίκων να προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, με αποτέλεσμα ο εν λόγω δικαιοπάροχος να μην έχει αποκτήσει την κυριότητα αυτού κατά το χρόνο μεταβίβασής του στην αναιρεσείουσα και, κατά συνέπεια, αυτή να μην έχει γίνει κυρία του πιο πάνω τμήματος με παράγωγο τρόπο.
Επομένως οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19ΚΠολΔ πλημμέλειες πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς το Ε2 τμήμα των επίδικων ακινήτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση που θα συντίθεται από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 παρ.1 και 3 ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, και όπως τούτο ισχύει μετά την ΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 22/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντίθεται από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ