Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, upholding lower court's rejection of unpaid salary claims.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment rejecting claims for unpaid salary differences. The plaintiffs, public servants, argued that a specific administrative decision unlawfully cut their benefits, violating constitutional equality principles. The court ruled that the claims were time-barred under the statute of limitations, finding no violation of constitutional rights.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 4(1) and 22(1) of the Constitution; Article 90(3) of the Code of Civil Procedure: Claims barred by the two-year limitation period are inadmissible even if based on alleged unconstitutional discrimination or administrative overreach.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 984 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 984/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε- δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1.Σ. Δ. του Θ. κατοίκου ..., 2.Θ. Π. του Μ. κατοίκου ... 3.Ε. Τ. του Σ. κατοίκου ..., 4. Σ. Π. του Γ. κατοίκου ..., 5.Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ... 6.Π. Γ. του Γ. κατοίκου ..., 7.Ε. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 8.Α. Λ. του Χ., κατοίκου ... 9.Π. Δ. του Ζ., κατοίκου ..., 10.Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., `11.Θ. Σ. του Β., κατοίκου ... 12.Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 13.Θ. Π. του Κ., κατοίκου ... 14.Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 15.Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 16.Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ανδριανής Μητροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Εμμανουήλ Μουστάκη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 873/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2579/2009 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 12-5-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 24-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής. Εξ άλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, ήτοι όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ και η άλλη σε ΝΠΙΔ ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα (ΑΠ 903/2013, ΑΠ 15/2013).
2.Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 2332/ 1995 (ΦΕΚ Α' 181), "Συνιστάται στο Υπουργείο Γεωργίας ειδικός λογαριασμός για την καλύτερη απορρόφηση των εισροών του αγροτικού τομέα, την έγκαιρη υλοποίηση των διαρθρωτικών προγραμμάτων προσανατολισμού και την εφαρμογή του ολοκληρωμένου προγράμματος διαχείρισης και ελέγχου του καθεστώτος των οικονομικών ενισχύσεων.
Πόρος του λογαριασμού αυτού είναι ποσοστό 2% επί του συνόλου των κεκτημένων πιστώσεων. Ο παραπάνω πόρος κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο "Ειδικός Λογαριασμός Διαρθρωτικών Προγραμμάτων του Υπουργείου Γεωργίας". Το προϊόν του ειδικού αυτού λογαριασμού κατανέμεται με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας και των ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από αυτό".
Εξ άλλου, στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2430/1996 (ΦΕΚ Α' 156), ορίζεται ότι εκ των εγγεγραμμένων, για την υλοποίηση των διαρθρωτικών προγραμμάτων προσανατολισμού και την εφαρμογή του ολοκληρωμένου προγράμματος διαχείρισης και ελέγχου του καθεστώτος των οικονομικών ενισχύσεων, πιστώσεων στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Γεωργίας και στον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων του τομέα γεωργίας, γενικά, παρακρατείται για κάθε ημερολογιακό έτος ποσοστό 3%, το οποίο μεταφέρεται σε ειδικό λογαριασμό εκτός προϋπολογισμού, που συστήνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Γεωργίας.
Επί πλέον, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.19 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ Α' 303), το προϊόν του ανωτέρω λογαριασμού θα διανεμόταν στους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας για την έγκαιρη υλοποίηση των διαρθρωτικών προγραμμάτων προσανατολισμού και την αύξηση της αποδοτικότητας των υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, ενώ, επί πλέον, με την ίδια ή άλλη όμοια απόφαση θα καθορίζονταν ο τρόπος διάθεσης του προϊόντος του ανωτέρω λογαριασμού, το ύψος του ποσού κατά κλάδο υπαλλήλων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία προς τούτο λεπτομέρεια.
Κατ' εξουσιοδότηση των ως άνω νόμων εκδόθηκαν καταρχήν οι ΚΥΑ 2293/4-3-1996 (ΦΕΚ Β' 176) και 21082/1996 (ΦΕΚ Β' 740), δυνάμει των οποίων χορηγήθηκε από την 1-1-1996 από τους ανωτέρω ειδικούς λογαριασμούς επίδομα αυξημένης ευθύνης και παραγωγικότητας στους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας. Εν συνεχεία, με το ν. 2470/1997 (ΦΕΚ Α' 40) περί ενιαίου μισθολογίου, καταργήθηκε το επίδομα παραγωγικότητας (άρθρο 10), το οποίο αντικαταστάθηκε από το κίνητρο απόδοσης με το άρθρο 13 του ως άνω νόμου.
Σε εκτέλεση των ως άνω διατάξεων του ν. 2470/1997 εκδόθηκαν διάφορες ΚΥΑ οι οποίες καθόρισαν το ύψος της παραπάνω διαφοράς κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-1-1997 έως 31-12-1999, καθώς και από 1-1-2000 έως και το έτος 2004. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297) "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ [...] και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκαν τα επιδόματα που χορηγούνται στο βασικό μισθό των υπαλλήλων, στο δε μέρος Β παρ.3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι "πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος άρθρου, όλα τα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του Μέρους Α' του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού".
Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα δεν περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.7 του ν. 2860/2000. Με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 του ως άνω νόμου χορηγήθηκε στους υπαλλήλους μηνιαίο χρηματικό ποσό ως κίνητρο απόδοσης, στη δε παρ.8 του εν λόγω άρθρου ορίστηκε ότι τα καταβαλλόμενα ποσά ή παροχές υπέρ των δικαιούχων από λογαριασμούς ή διατάξεις της παρ.9, μετά την αφαίρεση των ποσών της παρ.7 του άρθρου αυτού ρυθμίζονται από 1-1- 2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.
Μέχρι την έκδοση των κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι προβλεπόμενες από τους εν λόγω λογαριασμούς αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται στο ίδιο ύψος που έχουν διαμορφωθεί μέχρι την 31-12-2003, ενώ στην παρ. 9 του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου εμπίπτουν τα ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις διαφόρων νόμων, μεταξύ των οποίων του άρθρου 11 του ν. 2332/1995 και του άρθρου 8 του ν.2430/1996.
Επί πλέον δε, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.19 του ίδιου νόμου τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2430/1996. Με αυτήν κατ' αρχήν επαναλαμβάνεται η παλαιά ρύθμιση, κατά την οποία με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας το προϊόν του ειδικού λογαριασμού του Υπουργείου Γεωργίας διανέμεται στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας και των ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από αυτό, βάσει δε αυτής καθορίζονται ο τρόπος διάθεσης του προϊόντος του ανωτέρω λογαριασμού και του λογαριασμού του άρθρου 11 του ν. 2332/1995, το ύψος του ποσού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία προς τούτο λεπτομέρεια, ενώ προστέθηκε και επί πλέον διάταξη σύμφωνα με την οποία "σε κάθε περίπτωση από τα καθοριζόμενα με τις αποφάσεις του προηγούμενου εδαφίου ποσά θα αφαιρούνται οι καταβαλλόμενες με οποιαδήποτε μορφή πρόσθετες παροχές".
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2860/2000 "σύσταση, οργάνωση και στελέχωση ειδικών υπηρεσιών για τη διαχείριση και εφαρμογή επιχειρησιακών προγραμμάτων", ορίζεται ότι "1. Η διαχείριση κάθε επιχειρησιακού προγράμματος ασκείται μέσω ειδικής υπηρεσίας (διαχειριστική αρχή), η οποία συνιστάται για τους σκοπούς αυτούς στο οικείο Υπουργείο ή Περιφέρεια με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού. 2.
Η στελέχωση των ανωτέρω ειδικών υπηρεσιών γίνεται με μετακίνηση προσωπικού που υπηρετεί σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα του άρθρου 2 του ν. 2000/1991 με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή με πρόσληψη νέου προσωπικού. 6. Η δαπάνη μισθοδοσίας των αποσπασμένων στις ειδικές υπηρεσίες υπαλλήλων βαρύνει τους φορείς από τους οποίους προέρχονται. 7.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται το ειδικό επίδομα, το ύψος της εκτός έδρας αποζημίωσης και τα έξοδα μετακίνησης του προσωπικού που υπηρετεί στις ειδικές υπηρεσίες, ανάλογα με τη θέση, τα καθήκοντα που ασκούν και τα ειδικότερα τυπικά τους προσόντα, καθώς και η διαδικασία πληρωμής κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 2470/1997, του ν. 1256/1982 και του ν. 2685/1999".
Με το άρθρο 8 Β παρ.3 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297) "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίζεται ότι "3. Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος άρθρου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτoυν στις διατάξεις του Μέρους Α' του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 2860/2000 (ΦΕΚ Α' 251) της παρ.11 του άρθρου 4 του ν. 2819/2000 (ΦΕΚ Α' 84), της παρ.1 του όρθρου 21 του ν. 2965/2001 (ΦΕΚ Α' 270) και της παρ.2 του άρθρου 20 του ν. 2606/1998 (ΦΕΚ Α' 89)". Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης της παρ.7 του άρθρου 7 του ν. 2860/2000, εκδόθηκε η 19248/60/ΓΔΑΠΠΠΔΕ/8-6-2001 (ΦΕΚ Β' 760) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
Με το άρθρο 1 αυτής καθορίστηκε το ύψος του μηνιαίου ειδικού επιδόματος του προσωπικού που υπηρετεί στις διαχειριστικές αρχές, ανάλογα με τη θέση, τα καθήκοντα που ασκούν και τα ιδιαίτερα τυπικά τους προσόντα και συγκεκριμένα ορίστηκε ότι το ποσό του ειδικού επιδόματος από 1-1-2002, όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με την ΥΑ 214869 ΕΥΣ 5460/21-11-2002 (ΦΕΚ Β' 1499), ανά κατηγορία διαμορφώνεται στα εξής ποσά α) για την κατηγορία ΠΕ στα 790 € μικτά.
γ) για την κατηγορία ΔΕ στα 420 € μικτά. Η εν λόγω μάλιστα ΥΑ 19248/60/ΓΔΑ
ΙΙΠΠΠΔΕ/8-6-2001, περιέλαβε διάταξη, την υπό στοιχείο ζ', σύμφωνα με την οποία "ζ. Οι υπάλληλοι που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 2683/1999 και λαμβάνουν άλλα επιδόματα ή πρόσθετες αμοιβές (π.χ. αμοιβές από υπερωριακή απασχόληση κλπ.) από οποιοδήποτε Υπουργείο ή Περιφέρεια, πλην αυτών που προβλέπονται από τη συμμετοχή τους σε ομάδες εργασίας ή επιτροπές, δεν δικαιούνται το ειδικό επίδομα της παρούσας.
Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί να προβούν σε δήλωση επιλογής είτε του ειδικού επιδόματος της παρούσας είτε του επιδόματος / των πρόσθετων αμοιβών που ήδη λαμβάνουν". Εκ των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι υπηρετούντες στις ειδικές υπηρεσίες για τη διαχείριση και εφαρμογή επιχειρησιακών προγραμμάτων στο πλαίσιο εφαρμογής του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, με σχέση δημοσίου δικαίου ή με σχέση ιδιωτικού δικαίου, δεν δικαιούνται πέραν του προαναφερθέντος ειδικού επιδόματος και του επιδίκου επιδόματος.
Η μη χορήγησή του στους τελευταίους δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας του άρθρου 4, το άρθρο 6 παρ.1 και 13 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αφού αυτοί δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες με τους υπηρετούντες στο Υπουργείο, αφ' ετέρου δε με την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη δεν επετράπη η διεύρυνση των δικαιούχων του εν λόγω επιδόματος και στους αποσπασμένους από το Υπουργείο Ανάπτυξης στις Ειδικές Υπηρεσίες Διαχείρισης Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, η δε διάταξη της περ.
ζ' της προαναφερθείσας υπουργικής απόφασης εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 2860/2000.
3.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου δικογράφου της ένδικης αγωγής, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν τα εξής: Ότι τυγχάνουν εν ενεργεία υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, πανεπιστημιακής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προσληφθέντες από το εναγόμενο κατά τις αναφερόμενες αναλυτικότερα στην αγωγή ημερομηνίες, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι υπό την ως άνω ιδιότητά τους, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997 περί ενιαίου μισθολογίου και τη θέσπιση με αυτόν του επιδόματος κινήτρου απόδοσης, λάμβαναν μηνιαίως, πέραν του τελευταίου αυτού επιδόματος, και την οριζόμενη βάσει των εκάστοτε ισχυουσών κοινών υπουργικών αποφάσεων διαφορά μεταξύ αυτού και του πρώην επιδόματος των ειδικών λογαριασμών που είχαν συσταθεί βάσει σχετικών νόμων για το ως άνω Υπουργείο, στο οποίο υπηρεσιακά υπάγονταν.
Ότι αφότου καθένας εξ αυτών αποσπάστηκε στις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικές υπηρεσίες που συστάθηκαν για τη διαχείριση και εφαρμογή επιχειρησιακών προγραμμάτων στα πλαίσια εφαρμογής του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του εν λόγω Υπουργείου, η διοίκηση της υπηρεσίας τους σταμάτησε να τους καταβάλει την εν λόγω διαφορά, επικαλούμενη τις κείμενες, κατά τους σχετικούς τους ισχυρισμούς, εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και ως εκ τούτου μη ισχύουσες διατάξεις α) του εδ.
ζ' της ΥΑ 19248/60/ΓΔΑΙΙΓΠΙΔΕ/8-6-2001, η οποία τους παρείχε δικαίωμα επιλογής μεταξύ του ειδικού επιδόματος το οποίο δικαιούνταν ως υπάλληλοι των ως άνω ειδικών υπηρεσιών και της διαφοράς μεταξύ των παροχών των ειδικών λογαριασμών και του κινήτρου απόδοσης και β) της ΚΥΑ 175/6-11-2003, η οποία έθεσε υπό προϋποθέσεις την καταβολή της διαφοράς μεταξύ των παροχών των ειδικών λογαριασμών και κινήτρου απόδοσης, ρυθμίσεις οι οποίες επιπλέον αντίκεινται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον συνιστούν κατάργηση κεκτημένου περιουσιακού δικαιώματος.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, δυνάμει της συμβατικής εργασιακής τους σχέσης, τα ποσά που δικαιούται καθένας εξ αυτών και αντιστοιχούν στην εν λόγω διαφορά που έπρεπε να τους καταβληθεί και δεν τους καταβλήθηκε κατά τα έτη 2002, 2003 και 2004, ειδικότερα μάλιστα η 6η μόνο για το έτος 2004, ενώ η 8η από την 4-4-2002 και μετά, το ύψος των οποίων κυμαίνεται από 4.272 έως 11.850,60 €, νομιμοτόκως από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό.
Η ένδικη αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι μη νόμιμη, διότι σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί (βλ. παραπάνω, αρ.2), οι ενάγοντες δεν δικαιούνται της προαναφερθείσας διαφοράς. Η μη χορήγησή της σ' αυτούς αφ' ενός δεν παραβιάζει ούτε τη συνταγματική αρχή της ισότητας του άρθρου 4, ούτε τα άρθρα 6 παρ.1 και 13 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αφ' ετέρου δε με την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη δεν επετράπη η διεύρυνση των δικαιούχων του εν λόγω επιδόματος και στους υπηρετούντες στις Ειδικές Υπηρεσίες Διαχείρισης Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, ενώ η διάταξη της περ.
ζ' της προαναφερθείσας υπουργικής απόφασης εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 2860/2000. Το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ότι με το προαναφερθέν περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή, 1) είναι νόμιμη ως προς τους 1η, 3η, 4η, 5η, 7η, 9η, 10η, 11ο, 12ο, 13η, 14η, 15η, και 17η των εναγόντων για τις επίδικες αξιώσεις από 1-1-2002 έως 31-3-2002 και 2) είναι αόριστη ως προς τις αξιώσεις των προαναφερόμενων για το χρονικό διάστημα από 1-4-2002 έως 31-12-2004, καθώς και ως προς τις αξιώσεις των 6ης και 8ης των εναγόντων για το μεταγενέστερο της 1-4-2002 χρονικό διάστημα (της έκτης το έτος 2004, της όγδοης από 4-4-2002).
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία (ήτοι, όχι ως μη νόμιμη, αλλά ως αόριστη), απέρριψε την ένδικη αγωγή για την αιτούμενη διαφορά για το χρονικό διάστημα από 1-4-2002 έως 31-12-2004, σε ορθό διατακτικό κατέληξε. Επομένως, οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
4.Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους κλπ, "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της".
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.α' του ίδιου νόμου, "Με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης αυτής η γένεση μιας εκάστης.
Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά η έναρξη του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου, τοποθετούμενη στο τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Αυτό συνάγεται σαφώς από τη ρητή επιφύλαξη, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.α', ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 90 παρ.3, η οποία, κατά συνέπεια, κατισχύει της γενικής διάταξης (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 182/2014).
5.Επειδή, η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής, που ισχύει κατ' άρθρο 250 αρ.6 και αρ.17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (ΟλΑΠ 38/2005).
Εξ αυτού έπεται ότι η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται α) στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β` αυτής αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (ΑΕΔ 1/2012) και β) στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1474) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν μεν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και τα ενοχικά δικαιώματα, αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (πρβλ.
ΟλΑΠ 2/2011 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, ΑΠ 1047/2012, ΑΠ 538/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 93 περ. β' του ίδιου ως άνω νόμου, η παραγραφή διακόπτεται με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή (ΑΠ 1/2014).
6.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, μεταξύ των άλλων, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν εν ενεργεία υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, προσληφθέντες δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υπηρετούν στις ειδικές υπηρεσίες για τη διαχείριση και εφαρμογή επιχειρησιακών προγραμμάτων στο πλαίσιο εφαρμογής του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του εν λόγω Υπουργείου.
Ότι από τις ημερομηνίες πρόσληψής τους καταβαλλόταν σε καθένα των ως άνω εναγόντων και η οριζόμενη βάσει της εκάστοτε ισχύουσας κατά τα αντίστοιχα έτη κοινής υπουργικής απόφασης μηνιαία διαφορά μεταξύ των παροχών των ειδικών λογαριασμών και του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 του ν. 2470/1997. Ότι από την 1-10-2001 η Οικονομική Διεύθυνση του Υπουργείου διέκοψε την καταβολή σε αυτούς της ως άνω παροχής, με την αιτιολογία ότι η περικοπή αυτή έγινε κατ' εφαρμογή του εδαφίου ζ' της ΥΑ 12948/60/ΓΔΑΠΠΠΔΕ/2001, που έθετε στους εργαζόμενους στις ειδικές υπηρεσίες διαχείρισης των διαφόρων υπουργείων δικαίωμα επιλογής μεταξύ του ειδικού επιδόματος των εν λόγω υπηρεσιών και τυχόν άλλων πρόσθετων παροχών, εκτιμώντας ότι στις τελευταίες αυτές παροχές περιλαμβανόταν και η διαφορά των ειδικών λογαριασμών με το κίνητρο απόδοσης.
Ότι η εν λόγω ΥΑ ως προς τη συγκεκριμένη διάταξή της εξεδόθη καθ' υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης. Ότι ο καθένας εκ των 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης ,10ης, 11ου, 13ης, 14ης, 15ης και 17ης των εναγόντων δικαιούνταν, κατ' αρχήν, από 1-1-2002 έως 31-3-2002 τα αιτούμενα ποσά. Ότι, ωστόσο, από τη γένεση της κάθε αξίωσης εντός της χρονικής περιόδου από 1-1-2002 έως 31-3-2002 έως την υποβολή των αιτήσεων των εναγόντων προς το εναγόμενο (Σεπτέμβριος 2004) για την πληρωμή των αντίστοιχων απαιτήσεών τους, είχε ήδη παρέλθει διετία.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές και αφού, κατ' άρθρο 94 ΚΔΛ, λήφθηκε αυτεπαγγέλτως υπόψη η συμπλήρωση της διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ.3 ΚΔΛ, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 και δεν παραβίασε ούτε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
7.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα εν γένει, μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του ν. 3693/1955).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-5-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 2579/ 2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ