Supreme Court dismisses appeal against drug trafficking conviction citing sufficient reasoning and admissibility.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn a five-member court's conviction for drug trafficking and possession. The appellant argued the judgment lacked specific reasoning regarding the intent to sell and failed to address mitigating circumstances like good character or age. The court found the lower court's reasoning sufficient to establish criminal intent and properly rejected vague claims for leniency without specific facts.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 510(1)(d) and (e) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that a criminal judgment is not subject to cassation if the reasoning adequately addresses the elements of the crime and dismisses vague or unsupported claims for mitigating circumstances.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 984 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 984/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρύσανθο Παπούλια, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου) – Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Δέτση, Κωνσταντίνο Κούκλη και Γρηγόριο Μάμαλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου .... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο, περί αναιρέσεως της 76/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 394/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α΄ και ζ΄ του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκει-μένου χρόνο τελέσεως των πράξεων, κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2002, «με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ.
μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α΄) εισάγει στην επικράτεια ή εξάγει από αυτή ή διαμετακομίζει ναρκωτικά. … ζ΄) κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας τη αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο …».
Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, «αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του».
Με τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 2943/2001, με την οποία ρυθμίσθηκε (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, τα αναφερόμενα ποσά των 1.000.000 δρχ. και 100.000.000 δρχ. αναπροσαρμόσθηκαν σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, αντιστοίχως και τα ποσά των 10.000.000 δρχ. και 200.000.000 δρχ., σε τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ και εξακόσιες χιλιάδες (600.000) ευρώ, αντιστοίχως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ιδιαίτερα όμως πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών του κατηγορούμενου ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται εκ τούτου, ο ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.
Β΄ του Κ.Π.Δ., για έλλειψη ακρόασης. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε΄ του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 76/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της εισαγωγής στην επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή, σε ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) Ευρώ.
Από τα πρακτικά της απόφασης προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε στην αρχή της διαδικασίας σημείωμα ''αυτοτελών ισχυρισμών'', το οποίο ενσωματώθηκε στα πρακτικά και στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρεται κατά λέξη, «… η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικών περιστάσεων (πρότερος έντιμος βίος - ειλικρινής μεταμέλεια - καλή συμπεριφορά και μετεφηβική ηλικία) …», όταν δε του δόθηκε ο λόγος μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, «… τα ελαφρυντικά, του άρθρου 84 παρ. 2 α΄, δ΄ και ε΄ και 133 Π.Κ.
…». Εξάλλου στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμ-πλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται, ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, την απολογία του κατηγορούμενου και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων, τα εξής:
Ο κατηγορούμενος είναι Αλβανός υπήκοος και την 4η Αυγούστου 2002 προερχόμενος από την Αλβανία εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια και από το φυλάκιο της Κακαβιάς, ποσότητα δέκα εννέα (19) χιλιογράμων και τριακοσίων τεσσάρων (304) γραμμαρίων ηρωίνης, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, σε ειδική κρύπτη του οποίου είχε τοποθετήσει τα ναρκωτικά, τα κατείχε και τα μετέφερε από την Αλβανία στην Ελλάδα, με τελικό προορισμό την Αθήνα και σκοπό την εμπορία.
Κατά το γενόμενο δε στο φυλάκιο της Κακαβιάς αστυνομικό έλεγχο, βρέθηκε η αναφερόμενη ποσότητα ηρωίνης, ειδικά συσκευασμένη και τοποθετημένη σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη των πλαϊνών θόλων των πίσω τροχών του αυτοκινήτου του. Αυτά αποδεικνύονται δέχθηκε το δικαστήριο, κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού που εξετάσθηκε στο ακροατήριο.
Περαιτέρω αναφέρεται στην αιτιολογία, σε σχέση με την αναγνώριση ελαφρυντικών, ότι το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τέλεσης των πράξεών του, έζησε έντιμη βίο, δεδομένου ότι ναι μεν αυτός δεν έχει καταδικαστεί στο παρελθόν και μέχρι τη σύλληψή του εργαζόταν, τα περιστατικά όμως αυτά δεν είναι επαρκή για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου, ο οποίος προϋποθέτει έντιμη ζωή θετικώς, ούτε αποδείχθηκε ότι αυτός επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε την άρση των συνεπειών της πράξεώς του ή ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ούτε επικαλείται περιστατικά που οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό, μη αρκούσης της απλής συγγνώμης που ζήτησε και της παρακολούθησης μαθημάτων, κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του.
Σε σχέση δε με την μετεφηβική ηλικία του, αυτός δεν είχε μεν συμπληρώσει κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεών του το 21ο έτος της ηλικίας του (ήταν 20 ετών), είχε όμως αποκτήσει μεγάλη εμπειρία ζωής και ωριμότητα, εργαζόμενος από μικρός και οι πράξεις του δεν ήταν το αποτέλεσμα νεανικής απερισκεψίας και επιπολαιότητας, αλλά προϊόν συνειδητής απόφασης προς εύκολο πλουτισμό.
Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση, για τις πράξεις της εισαγωγής στην Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς της ίδιας ποσότητας ναρκωτικής ουσίας (19 χλγρ. και 304 γραμ. ηρωίνης), από μη τοξικομανή, που του αποδίδονταν, χωρίς να αναγνωρίσει τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικών περιστάσεων και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, καθώς και χρηματική ποινή.
III. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της εισαγωγής στην Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς της ίδιας ποσότητας ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανή, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 1729/1987, όπως έχουν αντικατασταθεί τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα δε αναφέ-ρεται στην αιτιολογία, σε σχέση με την πράξη της εισαγωγής στην Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, ο συγκεκριμένος τρόπος εισαγωγής από την Αλβανία στην Ελλάδα και από το μεθοριακό φυλάκιο της Κακαβιάς, σε σχέση με την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του την αναφερόμενη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας και ασκούσε τη φυσική έπ' αυτής εξουσία, δυνάμενος να τη διαθέτει κατά τη βούλησή του και τη φύλασσε σε ειδική κρύπτη του αυτοκινήτου που οδηγούσε και του οποίου ήταν ιδιοκτήτης και σε σχέση με την πράξη της μεταφοράς, ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε με το αυτοκίνητό του την αναφερόμενη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας από την Αλβανία στην Αθήνα, προς εμπορία.
Η ειδικότερη δε αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν αναφέρονται στην αιτιολογία περι-στατικά εμπορίας, είναι αβάσιμη, αφού από όλη την αιτιολογία προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος εισήγαγε τα ναρκωτικά, τα κατείχε και τα μετέφερε, μη όντας μάλιστα ο ίδιος τοξικομανής, προς εμπορία και μόνον. Εξάλλου, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση των ελαφρυν-τικών περιστάσεων, του πρότερου έντιμου βίου, της ειλικρινούς μετάνοιας και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 α΄, δ΄ και ε΄ του Π.Κ.), ο ισχυρισμός αυτός, έτσι όπως είχε υποβληθεί, χωρίς δηλαδή και την επίκληση σχετικών περιστατικών, ήταν αόριστος και απαράδεκτος και το Δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει σε απαράδεκτο ισχυρισμό, εκ περισσού δε διέλαβε στην αιτιολογία του, τις παραπάνω σχετικές αναφορές.
Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό για τη μετεφηβική ηλικία του κατηγορούμενου, η αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε, ότι δηλαδή αυτός, ''είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία ζωής και ωριμότητα και οι πράξεις του δεν ήταν το αποτέλεσμα νεανικής απερισκεψίας, αλλά προϊόν συνειδητής απόφασης προς εύκολο πλουτισμό'', δεν είναι ελλιπής.
Αναφέρονται επίσης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περι-στατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Από το γεγονός δε ότι εξαίρεται συγκεκριμένη μαρτυρική κατάθεση, δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως όλοι οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως, για ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με την ενοχή και την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. IV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2ας Φεβρουαρίου 2005 αίτηση του .... , για αναίρεση της υπ' αριθμό 76/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ