Legislator Giurisprudenza & Legislazione
983/2025 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest and procedural lapse.

Numero d'incarto 983/2025
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment confirming the extinction of debts owed to a third party. The State argued procedural flaws, but the court found the debt was fully extinguished by law, leaving no legal interest to challenge the lower court's ruling. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 3693/1957: An appeal is inadmissible if the appellant lacks a legal interest in the outcome, such as when the underlying debt has been legally extinguished, rendering the appeal baseless.

Parole chiave

Generato dall'IA
lack of legal interest inadmissible appeal extinguished debt guarantor liability procedural lapse legal costs final judgment

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 983 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 983/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λάρισας, που εδρεύει στη Λάρισα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ν. του Ν., 2) Χ. Ν. του Ν. αμφοτέρων κατοίκων ... και 3) της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΒΟΟΤΡΟΦΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΑΦΟΙ Ν. Ο.Ε." που εδρεύει στην Αγναντερή Λάρισας και εκπροσωπείται νόμιμα. Άπαντες οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Λαλούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-09-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2014, 89/2015 μη οριστικές και η 158/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-09-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν, μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ'αριθ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Κ. Ζ. του Εφετείου Αθηνών και Γ. Γ. του Εφετείου Λάρισας, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 28-9-2021 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 13-11-2023 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ελλ.Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ στην Κ.Υ. του ΝΣΚ και στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λάρισας (άρθ. 1 §1, 36 § 1 και 43 Ν.4389/2016). Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε αιτήσει του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο (άρθ. 226 § 4 ΚΠολΔ). Κατά την τελευταία δικάσιμο δεν εκπροσωπήθηκε το αναιρεσείον όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η υπόθεση θα συζητηθεί παρά την απουσία του(άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ). Η υπό κρίση από 28-9-2021 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 42/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9-3-2021, η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε από το αναιρεσείον Ελλ.Δημόσιο στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 30-9-2021 (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, την από 5-9-2010 αρνητική αναγνωριστική αγωγή εναντίον της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και του Ελλ.Δημοσίου, με την οποία εξέθεταν ότι είναι αγρότες (κτηνοτρόφοι), ότι συνήψαν με τους νόμιμους εκπροσώπους της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις δανείου, ότι οι οφειλές τους ρυθμίσθηκαν με την με αριθμό ...-2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών σε ποσό 468.787,34 ευρώ, ότι με τις από 17-9-2004 και 8-1-2009 αιτήσεις τους προς την πρώτη εναγόμενη ζήτησαν την υπαγωγή της οφειλής τους στη ρύθμιση της ειδικής διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, ότι η πρώτη εναγόμενη δεν ενέταξε το σύνολο των οφειλών στην παράγραφο 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, αλλά μόνον μέρος αυτών, ενώ όσες σχετίζονταν με δάνεια που έλαβε η τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρία τις υπήγαγε στη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του ως άνω νόμου και έτσι προέβη σε επαναπροσδιορισμό των οφειλών τους από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, ότι με την ΚΥΑ 4216/Β269/7.2.2001 προβλέφθηκε η παροχή εγγύησης του Ελλ.Δημοσίου υπέρ της ΑΤΕ σε περίπτωση που δεν καταβάλλονταν κανονικά οι δόσεις των οφειλών της τρίτης αναιρεσίβλητης, ότι σε εκτέλεση της άνω σύμβασης, η πρώτη εναγόμενη ΑΤΕ βεβαίωσε στο δεύτερο εναγόμενο/αναιρεσείον μέρος των οφειλών των εναγόντων/αναιρεσιβλήτων για ποσό 161.439,93 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια δια των υπηρεσιών του βεβαίωσε, ως εγγυητής των σχετικών δανείων και επομένως υποκατασταθείς στα δικαιώματα του δανειστή έναντι των οφειλετών το ως άνω ποσό με την έκδοση της με αριθ. 4700/12.10.2009 ατομικής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ.

Γ' Λάρισας, το οποίο πλέον και αναζητεί. Ότι ο ως άνω υπολογισμός δεν είναι νόμιμος, καθόσον στις 4-8-2004 οι αναιρεσείοντες δεν όφειλαν κανένα ποσό στην πρώτη εναγόμενη και ως εκ τούτου ούτε στο δεύτερο εναγόμενο/αναιρεσείον Ελλ.Δημόσιο. Κατόπιν δε τούτου ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους προς την πρώτη εναγόμενη, λόγω της αγροτικής τους ιδιότητας, υπάγεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και ότι αυτή δεν ανέρχεται στις 30-4-2009 στο ποσό των 420.207,73 ευρώ, αλλά κάθε απαίτηση της πρώτης εναγόμενης είναι πλήρως εξοφλημένη από 4.8.2004, ημέρα δημοσίευσης του ν. 3259/2004, να αναγνωριστεί ότι λόγω της ανυπαρξίας της οφειλής τους προς την πρώτη εναγόμενη την 4.8.2004, δεν υπάρχει καμία οφειλή τους προς το Ελλ.Δημόσιο ως εγγυητή αυτών με βάση την προμνημονευθείσα Κ.Υ.Α.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 43/2014 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και εν συνεχεία η επίσης μη οριστική υπ'αριθ. 89/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη περί του αν το υπόλοιπο που προκύπτει από τις επίμαχες συμβάσεις δανείων είναι πιστωτικό υπέρ των αναιρεσιβλήτων ή χρεωστικό υπέρ της πρώτης εναγομένης, ενώ σε κάθε περίπτωση (είτε δηλαδή είναι πιστωτικό είτε χρεωστικό) ο πραγματογνώμονας διατάχθηκε να προσδιορίσει ακριβώς το ύψος του υπολοίπου.

Μετά την διενέργεια και την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 158/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι η συνδέουσα τα συμβαλλόμενα μέρη έννομη σχέση, αναφορικά με τις κρίσιμες συμβάσεις, υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 και ότι μετά τον επαναπροσδιορισμό του ύψους της οφειλής των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, διαμορφώνεται πιστωτικό υπόλοιπο προς αυτούς, με αποτέλεσμα την ανυπαρξία οφειλής τους λόγω πλήρους εξόφλησης και προς το Ελλ.Δημόσιο.

Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το αναιρεσείον άσκησε την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 271/16-10-2017 έφεσή του, ενώ η υπό εκκαθάριση πλέον τραπεζική εταιρία την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 303/31-10-2017 έφεσή της κατά των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες (εφέσεις) συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και εκδόθηκε η με αριθμό 42/2021 απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις δέχθηκε τυπικά αλλά τις απέρριψε κατ'ουσίαν.

Στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται: α) Στην παράγραφο 1: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4, (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που συνομολογήθηκαν κατά την ισχύ του ν.2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ όπως διαμορφώθηκε την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους τον ανατοκισμό και τα λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ ), και 5 του παρόντος άρθρου", κατά δε την παρ. 8 του αυτού άρθρου "Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος".

Τέλος, κατά την παρ. 12. "Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει" . Επίσης με την παρ. 1 του άρθ. 8 του ν. 3723/2008 στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άνω άρθρου 39 προστέθηκε η ακόλουθη ερμηνευτική διάταξη "Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".

Με δε την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου "Οι οφειλέτες ή εγγυητές που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού, με αίτηση τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου." Με τις εν λόγω ρυθμίσεις επιχειρήθηκε σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του ν. (2789/2000) η αντιμετώπιση του μεγάλου κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος της υπέρμετρης επιβάρυνσης από τραπεζικό δανεισμό, πολλών δανειοδοτών ιδίως εμπόρων, βιοτεχνών, επαγγελματιών και εταιρειών, γι` αυτό περιορίσθηκε μόνον σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα και εξαιρέθηκε ρητά το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση (ΑΠ 408/2010).

Τέλος, από το άρθρο 41 του ν.3259/2004, το άρθρο 39 περιλαμβάνεται στο τέταρτο κεφάλαιο του εν λόγω νόμου και επομένως δεν έχει αναδρομική εφαρμογή, αλλά ισχύει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (4-8-2004). Ως εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι σχετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται σε οφειλές από συμβάσεις δανείων, πιστώσεων και αλληλόχρεων λογαριασμών που είτε θα συναφθούν μετά την ισχύ του, είτε έχουν συναφθεί πριν την ισχύ του, χωρίς όμως να έχουν εξοφληθεί οι αντίστοιχες οφειλές στις 4-8-2004.

Οφειλές που έχουν με οποιονδήποτε τρόπο εξοφληθεί (από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή) δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3259/2004 και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατός ο επανυπολογισμός των εξοφληθεισών αυτών οφειλών κατά τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου και η επιστροφή από τα πιστωτικά ιδρύματα στους οφειλέτες των τυχόν καταβληθέντων επί πλέον ποσών, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, ενόψει του ότι τα καταβληθέντα αυτά ποσά, κατά τη δημοσίευση του νόμου είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο "οικονομικό" του συμφέρον και συνεπώς ο νομοθέτης αποκλείοντας την αναζήτησή τους, δεν παραβιάζει υπέρτερης αξίας κανόνες (ΑΠ 1277/2008, ΑΠ 222/2006, ΑΠ 1780/2005).

Εξ αντιδιαστολής βεβαίως, προκύπτει ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους οφειλέτες μετά τη δημοσίευση και την ισχύ είτε της διάταξης του άρθρου 30 ν.2789/2000, είτε του άρθρ. 39 ν.3259/2004, οπότε είχε γεννηθεί η εκ του νόμου υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν σε επαναπροσδιορισμό των οφειλών και τα οποία ξεπερνούν τα εκ του νόμου ανώτατα επιβληθέντα όρια, δεν εξέρχονται νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος, αποτελούν περιουσιακό του στοιχείο και κατ' ακολουθίαν μπορούν να αναζητηθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα (ΑΠ 1657/2022).

Περαιτέρω, η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης των δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2322/1995 (και ιδίως εκείνες των άρθρων 1, 11, 12), των κατ' εξουσιοδότηση τούτου εκδιδομένων κάθε φορά οικείων αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, καθώς και από το άρθρο 65 του ν.2362/1995 παρ. 3 σύμφωνα με το οποίο "Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση της εγγύησής του μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, τόσο κατά του πρωτοφειλέτη όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυποχρέων (ΑΠ 1028/2020).

Οι διατάξεις αυτές ως ειδικές υπερισχύουν των γενικών περί εγγυήσεων διατάξεων του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά και εφόσον τούτο δεν αποκλείεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις και τις συναφείς υπουργικές αποφάσεις (ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 753/2003, ΑΠ 55/2002). Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 επιδιώχθηκε, αφενός ο περιορισμός της δικαιοπρακτικής ελευθερίας του Δημοσίου να παρέχει την εγγύησή του, με περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων για τις οποίες επιτρέπεται τέτοια δυνατότητα, αφετέρου για λόγους δημοσιονομικής ασφάλειας και σαφήνειας επιδιώχθηκε η συστηματοποίηση των θεμάτων που αφορούν την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου και την εκπλήρωση της εξ αυτής ευθύνης του (ΑΠ 1657/2022, ΣτΕ 3227/2002).

Στην περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 ν. 2322/1995, το Δημόσιο, ικανοποιώντας τη δανείστρια τράπεζα, υποκαθίσταται αυτοδίκαια (εκ του νόμου) στα δικαιώματά της. Μάλιστα, για την υποκατάσταση αυτή, αρκεί η βεβαίωση κατά του πρωτοφειλέτη στο δημόσιο ταμείο, χωρίς να απαιτείται να έχει συντελεστεί λογιστικώς η πληρωμή, ούτε και η επίκληση σχέσης παρέχουσας δικαίωμα αναγωγής στο Δημόσιο κατά του πρωτοφειλέτη, κατ' απόκλιση των γενικών περί εγγυήσεως διατάξεων, ιδίως του άρθρου 858 ΑΚ (ΑΠ 1657/2022, ΑΠ 915/2004, ΑΠ 1769/2001).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 361, 847, 851 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση της εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σε εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο (ΑΠ 1283/2018). Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση, που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.

Η απαίτηση του δανειστή εις βάρος του εγγυητή, από την μεταξύ τους σύμβαση εγγυήσεως, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από την υπερημερία του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσης δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 843/2011). Εφ` όσον από τη βούληση του εγγυητή ή από τις διατάξεις του νόμου (όπως από τα άρθρα 851 και 852 ΑΚ), που συμπληρώνουν τη βούληση αυτή, δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό, η εγγύηση καλύπτει την κυρία οφειλή, όπως αυτή υπήρχε κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως εγγυήσεως (ΑΠ 205/2020).

Λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 851 ΑΚ, ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Ενόψει δε του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, η ευθύνη του εγγυητή μπορεί να συμφωνηθεί εξ υπαρχής, με ειδικό συμβατικό όρο, μειωμένη.

Αντίθετα, μεταγενέστερη της εγγυήσεως μείωση της κύριας οφειλής από συμβατική ή νόμιμη αιτία αποβαίνει προς όφελος του εγγυητή, πράγμα συναγόμενο και από το άρθρο 483 παρ. 1 ΑΚ. Επομένως, δεν ενδιαφέρουν τον εγγυητή μεταγενέστερες της εγγυήσεως συμφωνίες, με τις οποίες ο πρωτοφειλέτης αναλαμβάνει πρόσθετες ή μεγαλύτερες εκτάσεως υποχρεώσεις έναντι του δανειστή (ΟλΑΠ 10/1992).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 864 ΑΚ, όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί έκφραση του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως, προκύπτει ότι η ελευθέρωση του εγγυητή επέρχεται αυτόματα, αρκεί η απόσβεση της κύριας οφειλής να μη προκλήθηκε από πταίσμα του.

Σε περίπτωση μερικής αποσβέσεως της κύριας οφειλής μειώνεται ανάλογα και η ευθύνη του εγγυητή. Για την ελευθέρωση του εγγυητή είναι αδιάφορος ο λόγος αποσβέσεως της κύριας οφειλής, αν δηλαδή η κύρια οφειλή αποσβεσθεί ή περιορισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, καταβολή, δόση αντί καταβολής, συμψηφισμό, δημόσια κατάθεση, παραγραφή της αξιώσεως του δανειστή κατά του οφειλέτη ή κάποιον άλλο τρόπο (ΑΠ 186/2001, ΑΠ 695/1993).

Μπορεί να γίνει π.χ. μετά από μείωση του συνολικού ύψους της κύριας οφειλής δυνάμει διατάξεως νόμου και καταβολή του τελικά οφειλόμενου μειωμένου ποσού, κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, αλλά και το άρθρο 39 ν. 3259/2004, όπως παραπάνω οι οικείες διατάξεις παρατίθενται.

Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω εξάγεται το συμπέρασμα ότι όταν το Δημόσιο έχει εγγυηθεί προς μία τράπεζα τη χρηματοδότηση ενός βιοτεχνικού δανείου υπό τους ειδικότερους όρους των ν. 2322/1995 και 2362/1995, αν, προ της καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, η προς την τράπεζα οφειλή μειωθεί λόγω υπαγωγής της στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 (μείωση η οποία όπως προαναφέρθηκε αποβαίνει προς όφελος του εγγυητή) και ο πρωτοφειλέτης ή ο εγγυητής του εξοφλήσουν την από τη νόμιμη αυτή μεταγενέστερη αιτία μειωμένη οφειλή, τότε επέρχεται αυτόματα και η ελευθέρωση του Δημοσίου ως εγγυητή.

Αν όμως αυτοί δεν εξοφλήσουν την αρχική οφειλή τους και καταπέσει η εγγύηση του Δημοσίου, ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 9 περ. γ` ν. 2789/2000) αποκλείει από το Δημόσιο το δικαίωμα να ζητήσει υπέρ αυτού την ευεργετική μείωση του αρχικού χρέους, διότι την επιφύλαξε αποκλειστικά υπέρ των ιδιωτών φυσικών και νομικών προσώπων εξαιρώντας ρητά το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ.

είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση. Αυτή είναι η ορθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως (άρθρο 30 παρ. 9 περ. γ` ν. 2789/2000), σύμφωνης άλλωστε και προς τις κατευθύνσεις των άρθρων 851, 863 και 483 ΑΚ, και όχι ότι για το υπόλοιπο (μετά την αφαίρεση από το αρχικό χρέος του καταβληθέντος από τον πρωτοφειλέτη μειωμένου λόγω της ανωτέρω ευνοϊκής ρυθμίσεως ποσού) εξακολουθεί το Δημόσιο να ενέχεται έναντι της Τράπεζας ως εγγυητής υπό τους ειδικότερους όρους του άρθρου 65 του ν.2362/1995, με την ψευδή ερμηνευτική αιτιολογία ότι ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 9 περ.

γ` ν. 2789/2000) αποκλείει από το Δημόσιο το δικαίωμα να ζητήσει υπέρ αυτού την ευεργετική μείωση του αρχικού (κατά το υπολειπόμενο μέρος) χρέους. Μία τέτοια ερμηνευτική εκδοχή οδηγεί σε αναίρεση του σκοπού του νομοθέτη (ν. 2789/2000) να ευεργετηθούν οι ιδιώτες οφειλέτες των τραπεζών αφού, αν γίνει δεκτή, θα υποχρεωθούν να πληρώσουν όχι μόνο το ευεργετικά μειωμένο ποσό της οφειλής (στην τράπεζα), αλλά και το υπόλοιπο του αρχικού ποσού αυτής (στο Δημόσιο) που θα υποκατασταθεί στα δικαιώματα της τράπεζας (ΑΠ 1657/2022 και AΠ 136/2018, υπό το προγενέστερο του ν.2362/1995 νομοθετικό καθεστώς που διέπει τα δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ).

Τα ίδια ως άνω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία οφειλές από δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, των οποίων οι πρωτοφειλέτες είχαν μεν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν.2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004, πλην όμως δεν επαναπροσδιορίστηκαν αρχικώς από τη δανείστρια τράπεζα, λόγω εσφαλμένης εκ μέρους της ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων, με αποτέλεσμα την κατάπτωση της εγγύησης και την εξόφληση της οφειλής από το Δημόσιο, αλλά επαναπροσδιορίστηκαν οι οφειλές αυτές μετά την ισχύ της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 8 του ν.3723/2008, κατόπιν σχετικού αιτήματος του πρωτοφειλέτη.

Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, εφόσον, με βάση τον γενόμενο αυτόν (εκ των υστέρων) επαναπροσδιορισμό, η επίμαχη οφειλή, κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης ισχύος των άνω ευεργετικών διατάξεων και προτού καταπέσει η εγγύηση του Δημοσίου, είχε εξοφληθεί (όπως επαναπροσδιορίστηκε), με βάση καταβολές του πρωτοφειλέτη, επέρχεται και πάλι η ίδια ως άνω έννομη συνέπεια, δηλαδή η ελευθέρωση του Δημοσίου ως εγγυητή έναντι της τράπεζας, ενώ, αν η οφειλή είχε εν μέρει εξοφληθεί, τότε το Δημόσιο ελευθερώνεται μόνον για το πέραν του ευεργετικά, μετά τον επανυπολογισμό, μειωθέντος ποσού, το οποίο, σημειωτέον, αχρεωστήστως θα έχει καταβάλει στην τράπεζα ως δήθεν οφειλόμενο υπόλοιπο του πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα στις περιπτώσεις αυτές να μη μπορεί να γίνει λόγος για υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος σε βάρος του πρωτοφειλέτη, αφού ο τελευταίος δεν ευθύνεται για άλλο ποσό πέραν αυτού που προέκυψε ως οφειλόμενο από τον επανακαθορισμό.

Κατά τη διάταξη του άρθ. 556 § 2 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο εν μέρει νικήσας διάδικος, αλλά και κάθε διάδικος, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο (ΑΠ 546/2018, ΑΠ 41/2016). Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Απαιτείται δε όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1251/2019, ΑΠ 1265/2019). Το έννομο συμφέρον του νικητή διαδίκου υπάρχει και στην περίπτωση που από τις αιτιολογίες της απόφασης δημιουργείται δυσμενές γι'αυτόν δεδικασμένο στην ίδια ή άλλη δίκη (ΑΠ 404/2010, ΑΠ 533/2017), όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας έλυσε προδικαστική έννομη σχέση με δύναμη δεδικασμένου σε βάρος του (ΑΠ 404/2010) ή δέχθηκε την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου κατ'αυτού (ΑΠ 658/1996 ΕλλΔνη 1997.120).

Εν προκειμένω το αναιρεσείον Ελλ.Δημόσιο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τόσον ευθέως όσον και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 39 παρ.1 του ν.3259/2004 την οποία εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού για την εφαρμογή της δεν αρκούσαν οι παραδοχές ότι οι δύο πρώτοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ήταν κτηνοτρόφοι και η τρίτη εναγομένη προσωπική εμπορική εταιρία με μοναδικούς εταίρους τους δύο πρώτους, αλλά απαιτείτο οι τελευταίοι να είναι κατά κύρια απασχόληση κτηνοτρόφοι, η δε εταιρία να είναι κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης από την οποία να αντλεί το σύνολο των εισοδημάτων της.

Επιπλέον ότι η προσβαλλομένη δεν αναφέρει την συστατική πράξη της τρίτης αναιρεσίβλητης και ότι βάσει αυτής κύρια δραστηριότητά της αποτελούσε η εκτέλεση συγκεκριμένων κτηνοτροφικών εργασιών ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν κατά τον κρίσιμο χρόνο αυτή είχε την ιδιότητα του κατ'επάγγελμα αγρότη και δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα, τη διάταξη της παρ.5 του άρθ.39 του ως άνω νόμου, ούτως ώστε να υπαγάγει τα δάνεια της τρίτης ενάγουσας στην τελευταία αυτή διάταξη με συντελεστή 3 και όχι με συντελεστή 2, όπως τα υπολόγισε.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την ιδιότητα της τρίτης αναιρεσίβλητης ως κατ'επάγγελμα αγροτικής επιχείρησης και των λοιπών αναιρεσιβλήτων ως κτηνοτρόφων και απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσής του, χωρίς να αναφέρει το αποδεικτικό μέσο από το οποίο προέκυπτε η εν λόγω ιδιότητα τόσον αυτής όσον και των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σ'αυτήν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι ενάγοντες είναι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι διατηρούν και εκμεταλλεύονται χοιροτροφική μονάδα στην Αγναντερή Λάρισας. Η τρίτη ενάγουσα είναι προσωπική εταιρία με μοναδικούς εταίρους τους δύο πρώτους ενάγοντες, η οποία έχει ως σκοπό την εκτροφή, πάχυνση και εμπορία βοοειδών κρεατοπαραγωγής (μόσχων).

Για την εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων τους οι ενάγοντες κατήρτισαν με την πρώτη εναγόμενη συμβάσεις "παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό". Ειδικότερα κατήρτισαν τις συμβάσεις με αριθμούς: α).....και ε).... Στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών, επρόκειτο να χορηγηθούν στους ενάγοντες - πιστούχους δάνεια βραχείας, μέσης και μακράς προθεσμίας για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες τους σε κεφάλαια κίνησης (δάνεια βραχείας προθεσμίας), καθώς και για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στις εκμεταλλεύσεις τους (δάνεια μέσης και μακράς προθεσμίας).

Ειδικότερα, στο πλαίσιο: α) της πρώτης σύμβασης ο πρώτος ενάγων έλαβε την 12-10-1995 μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 3.247.000 δρχ., διάρκειας 8 ετών, με επιτόκιο 20%, β) της δεύτερης σύμβασης ο δεύτερος ενάγων έλαβε την 12-20-1995 μεσομακροπρόθεσμο δάνειο ποσού 3.247.000 δρχ., διάρκειας 8 ετών, με επιτόκιο 20%, γ) της τρίτης σύμβασης οι δύο πρώτοι ενάγοντες έλαβαν μεσομακροπρόθεσμο δάνειο ποσού 2.830.000 δρχ.

και δ) της τέταρτης σύμβασης όλοι οι ενάγοντες έλαβαν την 10-10-1995 μεσομακροπρόθεσμο δάνειο ποσού 6.000.000 δρχ., διάρκειας 8 ετών, με επιτόκιο 24% και την 2-10-1996 έλαβαν άλλο μεσομακροπρόθεσμο δάνειο ποσού 7.450.000 δρχ., διάρκειας 8 ετών, με επιτόκιο 20%. Επίσης, στο πλαίσιο της σύμβασης με αριθμό ...-1983 οι ενάγοντες έλαβαν τα ακόλουθα βραχυπρόθεσμα δάνεια: (γίνεται αναλυτική παράθεση 23 συμβάσεων δανείων).

Για την παρακολούθηση των συμβάσεων αυτών ανοίχθηκαν ταυτάριθμοι αντίστοιχα λογαριασμοί, ενώ με το άρθρο 2 των πανομοιότυπων ως άνω συμβάσεων συμφωνήθηκε ότι: (...).

Συνεπώς, μεταξύ των εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης υπογράφτηκαν συμβάσεις για χορήγηση εκ μέρους της τελευταίας προς τους δύο πρώτους δανείων, βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων, προς εξυπηρέτηση αναγκών της γεωργικής - κτηνοτροφικής τους δραστηριότητας. Οι συμβάσεις που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δόθηκε σε αυτές, δεν διέπονται από τις διατάξεις του αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού καίτοι προβλέπουν ότι τα δάνεια θα παρακολουθούνται σε υπομερίδα του οφειλέτη με τη μορφή του ανοικτού τρεχούμενου λογαριασμού, ουδέν όμως διαλαμβάνουν περί συμφωνίας των συμβαλλομένων ότι οι χρεοπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλειά τους και ότι η αξίωση της πρώτης εναγομένης τράπεζας θα γεννάται μόνο από το προκύπτον κατάλοιπο, παρά, αντίθετα, ρητά αναγράφεται στο προπαρατεθέν άρθρο 2 ότι οι απαιτήσεις της δανείστριας τράπεζας θα αποδεικνύονται είτε με βάση τη σύμβαση είτε τα υπογραφόμενα εντάλματα ή άλλα αποδεικτικά έγγραφα για τη χρήση της πίστωσης, δίνοντας τη δυνατότητα στην πρώτη εναγόμενη να αποδείξει την απαίτησή της από τα έγγραφα αυτά - πράγμα που δεν συνάδει με την απώλεια της αυτοτέλειας των κονδυλίων - και όχι με βάση το κατάλοιπο του λογαριασμού και μόνο, όπως θα έπρεπε εάν επρόκειτο περί αληθώς αλληλόχρεου λογαριασμού.

Επίσης δεν συνάδει με την απώλεια της αυτοτέλειας των επιμέρους κονδυλίων και τα οριζόμενα στο προπαραταθέν άρθρο 9 των συμβάσεων περί των καθυστερουμένων δόσεων και των τόκων υπερημερίας επί αυτών. Ο δε αναφερόμενος σε αυτό το άρθρο ανοικτός τρεχούμενος λογαριασμός για την παρακολούθηση των δανείων σε υπομερίδα του οφειλέτη έχει την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, αφού η τήρηση λογαριασμού που απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, από τις οποίες, οι παροχές του ενός μέρους αποτελούν καταβολές απέναντι στις εκ των παροχών του άλλου απαιτήσεις, που δημιουργούνται εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, δεν αποτελεί αλληλόχρεο λογαριασμό, αλλά έχει χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού (...).

Έτσι η συνδέουσα τους ενάγοντες και την πρώτη εναγομένη έννομη σχέση δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πίστωσης, αλλά κοινός δανεισμός, καθότι συμφωνήθηκε η πρώτη εναγόμενη - τράπεζα να καταβάλει δάνεια στους ενάγοντες και οι τελευταίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να τα επιστρέψουν τμηματικά και ορίσθηκαν και οι τοκοχρεολυτικές δόσεις.

Ακολούθως, την 26-2-2002 υπογράφηκε από τους διαδίκους "πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών", δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκαν και έγιναν από κοινού δεκτά τα εξής: (...) . Συμφωνήθηκε ότι, από το συνολικό ποσό της οφειλής ύψους 168.313.013 δρχ. (493.948,68 ευρώ), διαγράφεται το ποσό των 8.653.556 δρχ., δυνάμει της απόφασης με αριθμό ...-2001 του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πλέον η οφειλή των εναγόντων περιορίσθηκε στο ποσό των 159.659.457 δρχ. (468.553,06 ευρώ), οφειλή για την οποία εγγυήθηκε το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Οι ενάγοντες μετά τη δημοσίευση του Ν. 3259/2004, έχοντας καθ' όλο το μεσοδιάστημα, προβεί σε διάφορες καταβολές προς την πρώτη εναγόμενη έναντι των οφειλών τους, υπέβαλαν στην τελευταία την από 17-9-2004 αίτησή τους για τον προσδιορισμό της συνολικής οφειλής τους, επί της οποίας η τελευταία απάντησε, με το έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου 3817/18-10-2004, ότι οι οφειλές τους δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, επειδή τα αρχικά χορηγηθέντα κεφάλαια υπερβαίνουν το ποσό των 400.000 ευρώ.

Μετά την ψήφιση του άρθρου 8 του Ν. 3723/2008, με το οποίο στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 προστέθηκε ερμηνευτική διάταξη σύμφωνα με την οποία η αληθής έννοια του νόμου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και χορηγήθηκε στους οφειλέτες δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του Ν. 3259/2004 με αίτησή τους εντός προθεσμίας ενός μηνάς από τη δημοσίευση του νόμου, οι ενάγοντες υπέβαλαν νέα αίτηση προσδιορισμού της συνολικής οφειλής τους προς την πρώτη εναγόμενη την 8-1-2009, η δε τελευταία, με το έγγραφό της με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2009, τους απάντησε ότι η οφειλή τους ανέρχεται στο ποσό των 420.207,73 ευρώ.

Από το εν λόγω έγγραφο αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγόμενη, για τον προσδιορισμό της οφειλής των εναγόντων βάσει του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, δεν ενέταξε όλες τις οφειλές τους στη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, αλλά μόνο μέρος αυτών, καθώς όσες σχετίζονταν με δάνεια που έλαβε η τρίτη ενάγουσα - ομόρρυθμη εταιρία, τα υπήγαγε στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν. 3259/2004, διότι θεώρησε ότι τα νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να φέρουν την ιδιότητα του αγρότη, ήτοι χρησιμοποίησε συντελεστή τρία (3) για τον πολλαπλασιασμό της "βάσης οφειλής".

Όμως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο πιο πάνω τρόπος επανακαθορισμού της οφειλής της ενάγουσας δεν είναι νόμιμος, δεδομένου, ότι η ενάγουσα είχε ως κύρια δραστηριότητα την εκτέλεση κτηνοτροφικών εργασιών, για τις οποίες και χορηγήθηκαν από την πρώτη εναγόμενη τα πιο πάνω δάνεια. Επομένως, για τον επανακαθορισμό της οφειλής της από κτηνοτροφικά δάνεια, έπρεπε να ληφθεί υπόψη από την πρώτη εναγόμενη ο συντελεστής δύο (2) και όχι ο συντελεστής τρία (3), κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004.

Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, αφού έκρινε, ότι η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 εφαρμόζεται και στα νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν ως κύρια δραστηριότητα την άσκηση κτηνοτροφικών εργασιών, και επομένως το άθροισμα των ληφθέντων δανείων πρέπει να πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνεπώς, οι λόγοι των εφέσεων, με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ιδίως δε την πραγματογνωμοσύνη με αριθμό ...-2015 της λογίστριας - φοροτεχνικού Α. Ι., αποδεικνύεται ότι (...) το τελικό συνολικό οφειλόμενο ποσό, όπως προκύπτει από το άθροισμα των παραπάνω ποσών είναι (+ 69.248,52 - 496.341,71 =) - 427.093,19 ευρώ, δηλαδή το υπόλοιπο είναι πιστωτικό υπέρ των εναγόντων.

Επομένως, οι σε βάρος των εναγόντων απαιτήσεις της πρώτης εναγόμενης, υπολογιζόμενες ευεργετικά κατά το άρθρο 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, εσφαλμένα υπολογίστηκαν από την τελευταία στο ύψος των 420.207,73 ευρώ. Αυτό έχει ως επακόλουθο αφενός μεν η διαφορά μεταξύ των ποσών αυτών κατ' εφαρμογή της αμέσως προαναφερόμενης διάταξης να θεωρείται ότι έχει αυτοδικαίως αποσβεσθεί, αφετέρου, δε, συντρέχει λόγος ανυπαρξίας οφειλής των εναγόντων προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε εγγυηθεί στην πρώτη εναγόμενη την καταβολή οποιουδήποτε ποσού δεν κατέβαλαν οι ενάγοντες δυνάμει της απόφασης με αριθμό ...-2001 του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και βεβαίωσε στην τρίτη ενάγουσα με την ατομική ταμειακή βεβαίωση με αριθμό ...-2009 της Γ' ΔΟΥ Λάρισας (πλέον Α') ποσό κεφαλαίου ύψους 161.439,93 ευρώ.

Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι η οφειλή των εναγόντων προς την πρώτη εναγόμενη υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004 και είναι πλήρως εξοφλημένη, με αποτέλεσμα την ανυπαρξία οφειλής των εναγόντων προς το δεύτερο εναγόμενο.

Τα ίδια κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εκκαλούντων είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι..". Με βάση τα προεκτεθέντα και ενόψει του ότι με την με αριθ. 42/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία επικύρωσε την με αριθ. 158/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κρίθηκε ότι η τρίτη ενάγουσα και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη προσωπική εταιρία, με σκοπό την εκτροφή, πάχυνση και εμπορία βοοειδών κρεατοπαραγωγής (μόσχων) με μοναδικούς εταίρους τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι είναι κτηνοτρόφοι και διατηρούν και εκμεταλλεύονται βοοτροφική μονάδα, η οφειλή των αναιρεσιβλήτων προς την ΑΤΕ υπαγόμενη στον ορθό υπολογισμό που ορίζει η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, είναι πλήρως εξοφλημένη από την 4.8.2004 και ότι κατ'ακολουθίαν δεν υφίσταται ούτε η οφειλή τους προς το Ελλ.Δημόσιο ως εγγυητή τους, το τελευταίο δεν βλάπτεται από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής αποφάσεως, αφού δεν επικαλείται προς τούτο άλλα περιστατικά, όπως π.χ.

ότι παρά την απόσβεση της οφειλής των αναιρεσιβλήτων προς την ΑΤΕ, αυτό εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι αυτής ως εγγυητής ή ότι έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα της δανείστριας έχοντας δικαίωμα αναγωγής κατά των οφειλετών, οι οποίοι δεν είχαν εξοφλήσει ή δεν είχαν εξοφλήσει πλήρως κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά αντίθετα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες που είχε επικαλεστεί η πιστώτρια τράπεζα αναφορικά με τον υπολογισμό του επιδίκου χρέους.

Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία το αναιρεσείον ζητεί την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτη. Μάλιστα οι αναιρεσίβλητοι με το υπόμνημά τους αναφέρουν ότι με την υπ'αριθ. 58/2017 απόφαση του Εφετείου Λάρισας ακυρώθηκε η υπ'αριθ. 4700/12.10.2009 ατομική ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ Γ Λάρισας ελλείψει κύριας οφειλής. Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημα που περιέχεται στο κατατεθέν υπόμνημά τους (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ και άρθ. 22 του ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2021 αίτηση του Ελλ.Δημοσίου για την αναίρεση της υπ'αριθ. 42/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική των αναιρεσιβλήτων εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ