Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding failure to cite prior arguments in retrial request.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's retrial request, ruling the specific ground of inadmissibility was legally unfounded. The appellant argued the lower court ignored his prior claims about illegal asset misappropriation and forgery, but the court found these were substantive evidentiary points rather than procedural errors. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(11g), 106, 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging the lower court failed to consider prior arguments is inadmissible if those arguments were substantively based on evidence evaluation rather than being mere procedural repetitions.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 983 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 983/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. (Μ.), Αρχιμανδρίτου Ιερομονάχου, εγκαταβιούντος στην ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θωμά Παπαλιάγκα και Νικόλαο Παπανικολάου και ο δεύτερος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Δ. και Μ., δικηγόρου … και κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως οριστικής κηδεμόνος της σχολάζουσας κληρονομίας του Σ. Μ., κατοίκου εν ζωή Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεοχάρη Δαλακούρα και Μαρία Πιέρρου με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που από κοινού κατέθεσαν προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως προσθέτως παρεμβαίνοντος, 3) Του Υπουργού των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, ως προσθέτως παρεμβαίνοντος, εποπτεύοντος τους κηδεμόνας σχολάζουσων κληρονομιών. Οι β' και γ' αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος Θωμάς Παπαλιάγκας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2011 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 6-10-2011 πρόσθετη παρέμβαση των β' και γ' αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2322/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1595/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09) Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Σύμφωνα ,δε, με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ` όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά τους (AΠ 363/2017).
Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ374/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, από τα ειδικότερα στην απόφασή του αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε τα εξής: <Στις 22-9-2005 απεβίωσε στην Αθήνα ο Σ. Μ., σε ηλικία 103 ετών, χωρίς να αφήσει νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους.
Ο τελευταίος κατέλιπε σημαντικής αξίας κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία αποτελείτο από 13 τραπεζικούς λογαριασμούς, 22 μισθωμένα ακίνητα στην .. και 3 αγροτεμάχια στους νομούς …. καθώς και πακέτο μετοχών, που φέρεται ότι διαχειριζόταν η εταιρία "....". Ήδη πριν τον θάνατο του ανωτέρω, που ήταν συνταξιούχος δικηγόρος, ζούσε μόνος του και αντιμετώπιζε, λόγω και της ηλικίας του, προβλήματα υγείας, είχαν αρχίσει προσπάθειες από πρόσωπα, που γνώριζαν την κατάστασή του, να υφαρπάσουν με παράνομα μέσα την περιουσία του.
Έτσι οι Κ. Σ., Ι. Κ. και Γ. Σ., μέχρι τις 20/7/2005 κατάρτισαν δύο πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας του Σ. Μ. και, εμφανιζόμενος ο πρώτος τούτων ως ανηψιός του, κατάφεραν, αφ' ενός μεν να μεταφέρουν τον Σ. Μ. από το νοσοκομείο "..." στην …, όπου αυτός νοσηλευόταν, σε οίκο ευγηρίας στην ... για να τον απομακρύνουν από τους γνωστούς του, αφ' ετέρου δε να ρευστοποιήσουν μεγάλο αριθμό μετοχών του και να εισπράξουν το συνολικό ποσό των 3.045.000 ευρώ.
Οι ανωτέρω έγιναν αντιληπτοί. όταν επεχείρησαν περαιτέρω πράξη υπεξαίρεσης στις 22/8/2005, συνελήφθησαν και ήδη με την καταστάσα αμετάκλητη 723/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έχουν καταδικασθεί σε πολυετείς ποινές κάθειρξης. Με αφορμή την ανωτέρω σύλληψη από την αρμόδια ανακριτική αρχή δόθηκε εντολή στον Ιατροδικαστή Σ.
Μ. να εξετάσει τον Σ. Μ., αυτός τον εξέτασε στις 2/9/2005, δηλαδή 20 ημέρες πριν τον θάνατό του, στον ανωτέρω οίκο ευγηρίας και διαπίστωσε ότι ο Σ. Μ. ήταν κλινήρης με ουροκαθετήρα και φλεβοκαθετήρα στο αριστερό κάτω άκρο και εμφάνιζε ικανού βαθμού σύγχυση και αδυναμία πλήρους επαφής με το περιβάλλον, καθώς και αδυναμία χωροχρονικού προσανατολισμού.
Επίσης, διαπιστώθηκε ότι με το 12.198/24-6-2005 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου … Ε. Μ. - Σ. ο Σ. Μ. εμφανίζεται να δίνει ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στους Μ. Τ. και Ι. Μ. να γίνουν συνδικαιούχοι στον με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, που διατηρούσε στην ... Τράπεζα και ότι με το .../29-3-2005 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου … Α.
Τ. ο Σ. Μ. διόρισε γενική και ειδική πληρεξούσια και αντίκλητό του την Π. Α.. Μετά από κυρία ανάκριση, που διενεργήθηκε, με το 495/2014 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε και ο εναγόμενος, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της αποφάσεως, έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών οι ανωτέρω (πλην του Μ.
Τ.) για να δικασθούν για τα κακουργήματα της ψευδούς βεβαίωσης, πλαστογραφίας και απάτης σε βάρος του δημοσίου ποσού άνω των 150.000 ευρώ κατά τις διακρίσεις του βουλεύματος. Ο Μ. Τ. δεν παραπέμφθηκε γιατί απεβίωσε, ήταν αυτός που είχε στην κατοχή του την γνήσια ταυτότητα του Σ. Μ. και επίσης ήταν αυτός, ο οποίος, κατά τον εναγόμενο και τους μάρτυρες του παρέδωσε την επίδικη διαθήκη στην Σ.
Κ. για να την παραδώσει αυτή στον εναγόμενο. Μετά τον θάνατο του Σ. Μ. με την 4/2006 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η ενάγουσα, Δικηγόρος Αθηνών, διορίστηκε προσωρινός κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομιάς του ως άνω Σ. Μ., προκειμένου να ερευνήσει κατεπειγόντως για την εξακρίβωση του ενεργητικού της κληρονομιάς αυτής και να λάβει όλα τα πρόσφορα και εξασφαλιστικά μέτρα για την προστασία της, ο διορισμός δε αυτός της κηδεμόνος κατέστη ακολούθως οριστικός, δυνάμει της υπ' αριθ. 41/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).
Περαιτέρω, κατόπιν αιτήσεως του εναγόμενου Χ. Μ., Α. Ι., διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ν. Κ., δημοσιεύτηκε στις 11-5-2007 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών..., η από 13-11-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του ανωτέρω αποβιώσαντος, με την οποία αυτός καθιστούσε μοναδικό και αποκλειστικό του κληρονόμο τον εναγόμενο, στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, που θα ευρισκόταν κατά το θάνατο του.
Επίσης με την εν λόγω διαθήκη υποχρέωνε τον εναγόμενο να συστήσει εντός ευλόγου χρόνου από την επαγωγή της κληρονομιάς σε αυτόν, κοινωφελές ίδρυμα με επωνυμία "...", το οποίο θα έχει σκοπό α) την παροχή χορηγιών και οικονομικών ενισχύσεων προς ιερές μονές και θρησκευτικά ιδρύματα της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και αλλοδαπά ιδρύματα και νομικά πρόσωπα πάσης φύσεως και μορφής, που επιδιώκουν του ίδιους σκοπούς και β) την εν γένει άσκηση φιλανθρωπίας, ενώ επιπροσθέτως όρισε όπως ο εναγόμενος - κληρονόμος του εισφέρει στο ανωτέρω ίδρυμα το ισόποσο της αντικειμενικής φορολογητέας αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων και των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών καθώς και τα έπιπλα, βιβλία και οικογενειακά του κειμήλια.
Η ενάγουσα, όπως άλλωστε έχει ήδη αναφερθεί, έχοντας αμφιβολίες για την εγκυρότητα της διαθήκης και ειδικότερα αν η τελευταία έχει γραφεί και υπογραφεί από τον διαθέτη, με την από 22-6-2007 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενημέρωσε τον τελευταίο, με την ιδιότητα της οριστικής κηδεμόνος της σχολάζουσας κληρονομιάς του διαθέτη, περί τούτου.
Η αναφορά αυτή διαβιβάστηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος αρχικά διέταξε τη διενέργεια προκαταρτικής εξέτασης. Στα πλαίσια αυτής, κατόπιν της υπ' αριθ. ... από 1-8-2007 Εισαγγελικής Παραγγελίας, διενεργήθηκε από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (5° Τμήμα - Εργαστήριο Δικαστικής Γραφολογίας - Τομέας Εξέτασης Εγγράφων και Γραφής) της Ελληνικής Αστυνομίας, γραφολογική εξέταση της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία διεξήχθη από τους Αστυνόμους Β Δικαστικούς Γραφολόγους Χ.
Γ. και Φ. Γ.. Οι τελευταίοι με την από 23- 11-2007 έκθεση γραφολογικής εξέτασης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι "1. Οι χειρόγραφες ενδείξεις γραφής που συνιστούν το κείμενο της από 13 Νοεμβρίου 1998 επίδικης διαθήκης καθώς και οι ενδείξεις "Σ. Π. ", που υπάρχουν κάτωθι της υπογραφής αυτής, δεν έχουν χαραχθεί από τον Σ.
Μ., αλλά από κάποιο άλλο άτομο, το οποίο προσπάθησε να απομιμηθεί - πλην όμως ανεπιτυχώς- τη γραφή του εκλιπόντος. 2. Η υπογραφή της επίδικης διαθήκης δεν πρέπει να έχει χαραχθεί από τον φερόμενο ως διαθέτη Σ. Μ., αλλά από κάποιο άλλο άτομο, το οποίο προσπάθησε να απομιμηθεί - με αξιοσημείωτη ως ένα μεγάλο βαθμό επιτυχία - την υπογραφή του εκλιπόντος".
Ακολούθως ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εναγομένου για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως στρεφόμενη κατά του Δημοσίου, από υπαίτιο που σκοπό είχε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, απειλώντας με αντίστοιχη ζημία το Δημόσιο, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση από την 1° Ειδική Ανακρίτρια Αθηνών.
Στα πλαίσια αυτής και δυνάμει της υπ' αριθ. ...2012 Διάταξης της τελευταίας, διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από τον Ειδικό Δικαστικό Γραφολόγο Ν. Κ., ο οποίος αφού έλαβε ενώπιον της ανακρίτριας δείγμα γραφής και υπογραφής από τον εναγόμενο και σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα που του προσκομίστηκαν, με την από 27-7-2012 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αποφάνθηκε ότι "1.
Δεν μπορεί να αποδοθεί η χάραξη της πλαστής υπογραφής διαθέτη επί της από 13-11-1998 διαθήκης φερόμενης του Σ. Μ. και δεν μπορεί να συνδεθεί από πλευράς χειρός χαράξεως με Χ. Μ.. 2. Δεν μπορεί να αποδοθεί η χάραξη του κειμένου της υπό έλεγχο από 13-11-1998 διαθήκης φερόμενης του Σ. Μ. και δεν μπορεί να συνδεθεί από πλευράς χειρός χαράξεως με Χ.
Μ., με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, καθώς το σύνολο των ευρημάτων αξιολογείται να έχει υψηλή αποδεικτική αξία και βρίσκεται σε απόλυτη συμβατότητα με την αποσύνδεση των εξεταζόμενων χαράξεων σε όλες τις πτυχές". Εξάλλου, δυνάμει του υπ' αριθ 495/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο εναγόμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως στρεφόμενη κατά του Δημοσίου, από υπαίτιο που σκοπό είχε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, απειλώντας με αντίστοιχη ζημία το Δημόσιο, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και ήδη η υπόθεση έχει προσδιοριστεί για τη δικάσιμο 17-2-2017.
Ο εναγόμενος αρνείται την κατηγορία αυτή, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τον διαθέτη, τον οποίο γνώρισε τον Ιανουάριο του έτους 1996 και ότι ο διαθέτης λόγω της ιεροσύνης του εναγόμενου, τον εμπιστευόταν απόλυτα και μάλιστα του είχε εμπιστευθεί όλα τα μυστικά της προσωπικής του ζωής, για το λόγο δε αυτό τον εγκατέστησε και αποκλειστικό κληρονόμο του.
Προς ενίσχυση των ισχυρισμών του προσκομίζει και επικαλείται την από 20 Ιανουάριου 2016 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης επί της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, της Δικαστικής Γραφολόγου Μ. Λ. Κ., η οποία μετά από εξέταση φωτοτυπικού αντιγράφου αυτής αποφαίνεται ότι "φέρει τα γενικά και ειδικά γνωρίσματα της γραφής του Σ.
Μ. ... χαράσσεται και υπογράφεται με αυθορμητισμό, συνέπεια και συνοχή μεταξύ των επιμέρους τμημάτων του χωρίς κανένα στοιχείο ενδεικτικό αφύσικης, πεποιημένης χάραξης ή προσπάθειας απομίμησης" και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "Ο συνδυασμός της αυθόρμητης ποιότητας χάραξης της γραφής και υπογραφής της διαθήκης, της έκτασης του κειμένου και της εξατομικευμένης φύσης των συγκρινόμενων στοιχείων (δισέλιδη διαθήκη η οποία φέρεται με συνοχή χωρίς διάσπαση του ρυθμού χάραξης) ενδεικνύουν τη γνησιότητα αποκλείοντας παράλληλα το ενδεχόμενο απομίμησης.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η από 13-11-1998 χειρόγραφη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ίδιο τον Σ. Μ. και αποτελεί τη γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη του (κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα)". Κατά την γνώμη που πλειοψηφεί αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον εμφανιζόμενο ως συντάξαντα αυτή Σ.
Μ. για τους ακόλουθους ιδίως λόγους: α) Η από 23/11/2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε σε χρόνο πριν την άσκηση της αγωγής από δύο έμπειρους δικαστικούς γραφολόγους της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας και στην οποία υπάρχει το ανωτέρω συμπέρασμα ότι η διαθήκη δεν έχει γραφεί από τον Σ.
Μ. και ότι η υπογραφή δεν πρέπει να έχει χαραχθεί από αυτόν, είναι απολύτως αναλυτική και εμπεριστατωμένη και γι' αυτό πειστική. Ειδικότερα, οι πραγματογνώμονες έλαβαν υπόψη το πρωτότυπο της διαθήκης και έτσι διαπίστωσαν την ύπαρξη επιχαράξεων με σκοπό την διόρθωση κάποιων γραμμάτων καθώς και την απόδοση ορισμένων γραμμάτων με αποσπασματικές κινήσεις, στοιχεία που δεν διαπιστώθηκαν στις γνήσιες δειγματικές γραφές του Σ.
Μ. και καταδεικνύουν τον δισταγμό του πλαστογράφου κατά την σύνταξη της διαθήκης, ώστε να απομιμηθεί καλύτερα την γνήσια γραφή του Σ. Μ.. Επίσης οι πραγματογνώμονες συνέκριναν την ανωτέρω διαθήκη με πλήθος εγγράφων που περιέχουν αδιαμφισβήτητα την γνήσια γραφή του Σ. Μ., αφού βρέθηκαν στην οικία του. Τα έγγραφα αυτά (κυρίως ημερολόγια και μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών) εκτείνονται από το 1958 έως και το 2005 προσδιορίζονται σε 72 ομάδες εγγράφων που αναφέρονται αναλυτικά στην πραγματογνωμοσύνη και χαρακτηριστικά και αντιπροσωπευτικά τμήματα αυτών έχουν περιληφθεί σ' αυτήν.
Από την σύγκριση της επίδικης διαθήκης με τα έγγραφα αυτά οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι. ακόμα και κατά τα έτη που είναι κοντινά με τον φερόμενο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο Σ. Μ. γράφει με ταχεία χάραξη των γραμμάτων, ευχέρεια και αυτοματισμό σε αντίθεση με την γραφή της διαθήκης που έχει γραφεί με μέτρια χαρακτική ταχύτητα, ευχέρεια, ρυθμό και αυτοματισμό γραφής.
Επίσης διαπίστωσαν ότι στην γνήσια γραφή του Σ. Μ. υπάρχει πλούσια συνδέσμωση των γραμμάτων τόσο στα ενδιάμεσα των λέξεων όσο και στις καταλήξεις αυτών, ενώ στην επίδικη διαθήκη υπάρχει μικρή συνδέσμωση μόνο στις καταλήξεις των λέξεων, το οποίο επίσης καταδεικνύει προσπάθεια αργής χάραξης των γραμμάτων για να μοιάζουν με του Σ.
Μ.. Περαιτέρω, οι πραγματογνώμονες καταδεικνύουν με φωτοτυπική αποτύπωσή τους την διαφορά των γραμμάτων "β, γ, φ, γ" στην επίδικη διαθήκη σε σχέση με την γνήσια γραφή, ενώ εντοπίζουν διαφορές και στα γράμματα "α, δ, ξ". Τέλος οι πραγματογνώμονες κρατούν επιφύλαξη για την υπογραφή γιατί η υπογραφή, επειδή είναι ένα μεμονωμένο στοιχείο, είναι ευκολότερο να τύχει επιτυχημένης απομιμήσεως.
β) Η από μηνός Ιανουάριου 2016 συνταχθείσα με πρωτοβουλία του εναγομένου έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ. Λ. - Κ., στην οποία περιέχεται το ανωτέρω συμπέρασμα ότι η διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Σ. Μ., δεν είναι αιτιολογημένη και γι' αυτό πειστική. Ειδικότερα, η πραγματογνώμονας, όπως αναφέρει στην αρχή της πραγματογνωμοσύνης, για την σύνταξή της δεν έλαβε υπόψη ούτε την διαθήκη σε πρωτότυπο ούτε τις ανωτέρω 72 ομάδες εγγράφων, που περιέχουν την γνήσια γραφή του Σ.
Μ. και είναι στην διάθεση του εναγομένου, αφού περιλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία στην οποία είναι κατηγορούμενος αυτός, έγγραφα τα οποία έλαβαν υπόψη οι πραγματογνώμονες της Αστυνομίας, αντίθετα δε για την σύνταξη της έκθεσης της έλαβε υπόψη μόνο αντίγραφο της πραγματογνωμοσύνης καθώς επίσης και ένα φωτοαντίγραφο σημειώματος με την ένδειξη "ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ - ΠΟΣΑ" και το φωτοαντίγραφο της ταυτότητας του Σ.
Μ., έγγραφα που, όπως αναφέρει, της παρέδωσε ο εναγόμενος. Όμως ο τελευταίος δεν προσδιορίζει πώς βρέθηκε στην κατοχή του το έγγραφο αυτό σημείωμα με την ένδειξη "ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ - ΠΟΣΑ" αφού μάλιστα στην κρινόμενη έφεσή του αναφέρει ότι την μόνη επικοινωνία που είχε με τον Σ. Μ. μετά τον Σεπτέμβριο του 1996 ήταν με ανταλλαγή επιστολών και καρτών, χωρίς να προσκομίζει κάποια τέτοια επιστολή ή κάρτα.
Περαιτέρω η πραγματογνώμονας κατά εντελώς μη επιστημονικό τρόπο για να στηρίξει το συμπέρασμά της συγκρίνει με παράλληλη φωτοτυπική αντιπαραβολή την επίδικη διαθήκη όχι με τα κομμάτια γνήσιας γραφής του Σ. Μ., που περιέχονται στην έκθεση των γραφολόγων της Αστυνομίας και ήταν στην διάθεσή της, αλλά μόνο με το έγγραφο που της παρέδωσε ο εναγόμενος με τον τίτλο "ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ - ΠΟΣΑ", το οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει γραφεί από τον Σ.
Μ. και έτσι καταλήγει σε αυθαίρετο συμπέρασμα, αφού αντικρούει την πραγματογνωμοσύνη των γραφολόγων της Αστυνομίας με βάση ένα έγγραφο που δεν έχει γραφεί από τον Σ. Μ. και του οποίου ούτε ο ίδιος ο εναγόμενος, που της το παρέδωσε, δεν αιτιολογεί την κατοχή. Τέλος η πραγματογνώμονας για να αντικρούσει την πραγματογνωμοσύνη των γραφολόγων της Αστυνομίας περιορίζεται σε γενικόλογες και γι' αυτό μη πειστικές αναφορές μη αναφέροντας ουσιαστικά τίποτα για τα ανωτέρω γράμματα που παρουσιάζουν διαφορές, γ) Ο εναγόμενος ενώ στο δικόγραφο της έφεσής του περιορίζεται σε εξιστόρηση της γνωριμίας του με τον Σ.
Μ. και της διαδικασίας μέσω της οποίας ήλθε στα χέρια του η διαθήκη αναφέροντας χαρακτηριστικά στην σελ. 20 "εγώ δεν μπορώ να κρίνω αν την έγραψε (ενν. την διαθήκη) ο Μ.. Δεν ήμην εκεί..." την ίδια δε στάση, που συνάδει και με την συμπεριφορά του από την δημοσίευση της διαθήκης μέχρι την άσκηση της έφεσης, τήρησε και στο ποινικό δικαστήριο, που είναι κατηγορούμενος, αφού στους από 19/5/2015 αυτοτελείς ισχυρισμούς που υπέβαλε και περιέχονται στην 2248/2015 αναβλητική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών αναφέρει επί λέξει ότι "συμμορφώθηκα με το νόμο, έστειλα αμέσως την διαθήκη στο δικηγόρο του Πατριαρχείου (ενν.
για δημοσίευση) χωρίς να υποπτευθώ ή να περάσει από το μυαλό μου ότι είναι πλαστή ... θα κρίνει το Εφετείο αν είναι πλαστή ή γνήσια" αίφνης εφευρίσκει έγγραφο που δήθεν προέρχεται από τον Σ. Μ. και με βάση αυτό μάχεται υπέρ της γνησιότητας της διαθήκης, δ) Η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Χ. Μ., που δόθηκε με πρωτοβουλία του εναγόμενου, στην οποία αυτός καταθέτει την πεποίθησή του ότι η επίδικη διαθήκη είναι γνήσια του Σ.
Μ. δεν είναι πειστική γιατί ο μάρτυς αυτός δεν έχει γνώσεις γραφολογίας και καταθέτει ότι την γραφή και την υπογραφή του Σ. Μ. έβλεπε τα έτη 1987-1990 ως στέλεχος Τράπεζας με την οποία συναλλάσσετο ο Σ. Μ., δηλαδή 26 χρόνια πριν δώσει την ένορκη βεβαίωση, χωρίς να προσδιορίζει πως ενθυμείτο την γραφή και την υπογραφή.
Ο εναγόμενος ζητεί την διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αλλά το αίτημά του πρέπει να απορριφθεί γιατί για το κρίσιμο θέμα αν η επίδικη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Σ. Μ. απαιτώντας ειδικές και όχι ιδιάζουσες γνώσεις της επιστήμης του γραφολόγου και αποδεικνύεται ιδίως από την ήδη γενομένη ποινική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη των ανωτέρω γραφολόγων της Αστυνομίας ότι η διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Σ.
Μ.. Επομένως η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν , όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. .Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα κατά τη γνώμη της Εισηγήτριας - Εφέτη Ελένης Θεοδωρακοπούλου , στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έπρεπε να αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς και να διατάξει τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης .
Και τούτο για τους εξής λόγους : Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 254, 522 και 524 παρ. 1, ΚΠολΔ έχει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εμποδίζεται, όταν κατά την κρίση του για την έρευνα της βασιμότητας της κρινόμενης αγωγής και την καλλίτερη διάγνωση της διαφοράς θεωρεί αναγκαίο, να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η πραγματογνωμοσύνη ...
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν διευκρινίστηκε πλήρως και επομένως παραμένει αμφίβολο το ουσιώδες για τη διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς ζήτημα της γνησιότητας ή μη της γραφής και υπογραφής του ανωτέρω θανόντος στην προσβαλλόμενη ιδιόγραφη διαθήκη αυτού, αν δηλαδή η επίδικη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από αυτόν ή όχι, ενόψει μάλιστα και της αντιφατικότητας των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους ως άνω γραφολογικών εκθέσεων.
αφενός της Δικαστικής Γραφολόγου Μ. Λ. - Κ. και αφετέρου των Αστυνόμων- Δικαστικών Γραφολόγων Χ. Γ. και Φ. Γ.. Το ζήτημα αυτό για να γίνει αντιληπτό απαιτεί ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης, τις οποίες το Δικαστήριο δεν διαθέτει. Προς άρση λοιπόν της αμφιβολίας που ανέκυψε κατά τη μελέτη της υπόθεσης, το δικαστήριο έπρεπε, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, να διατάξει νέες συμπληρωματικές αποδείξεις και ειδικότερα τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διευκρινιστεί το ζήτημα αν η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον θανόντα ή όχι.
Άλλωστε, αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υπέβαλε και ο εναγόμενος - εκκαλών>.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 11γΚΠοΛΔ,υποστηρίζων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αποδεικτικό μέσο, που νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις και προσκόμισε ενώπιόν του, και, δη, ότι, δεν έλαβε υπόψη του, προκειμένου να κρίνει τον ουσιώδη ισχυρισμό του περί γνησιότητας της επίδικης διαθήκης, την από Ιανουαρίου 2016 Έκθεση Γραφολογικής Γνωμοδότησης της Δικαστικής Γραφολόγου Μ. Λ.-Κ., αξιολογώντας την με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, καθόσον αντικρούει το περιεχόμενό της με παραδοχές που δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό της περιεχόμενο .
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του εκκαλούντος Ε. Γ. και Μ. Λ. - Κ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου , οι υπ' αριθ. 4370/14-12-2016 και 4378/21-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις των Σ.
συζ. Α. Κ. και Χ. Μ. αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Α. Π., που προσκομίζει ο εκκαλών και οι οποίες έχουν ληφθεί κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων του... και τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ,αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται το ως άνω αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, στο οποίο, μάλιστα, κάνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση του περιεχομένου του (βλ. 70 φύλλο, 2η σελ., 8ο φύλλο και 9ο φύλλο, 1η σελ.
της απόφασης). Εξάλλου, η αιτίαση από τον αριθ 20 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ,ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε την άνω έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Δικ. Γραφολόγου Μ. Λ. -Κ. είναι απαράδεκτη, αφού δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ5/2011).
2. Ως <ζητήματα>, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559αρ 19ΚΠοΛΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται, σαφώς, ούτε επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ115/2011).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ 19 του άρθρου559ΚΠοΛΔ,ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη πειστικό και αξιόπιστο το πόρισμα της από Ιανουαρίου 2016 έκθεσης πραγ/νης της δικαστικής γραφολόγου Μ. Λ.-Κ., που προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του, σε αντίκρουση του ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης και του ομοίου των προσθέτως παρεμβαινόντων, λοιπών αναιρεσιβλήτων, ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον αποβιώσαντα Σ. Μ., αμφισβητώντας τη γνησιότητα του σημειώματος με την ένδειξη <ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ-ΠΟΣΑ>, διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες αφού από τη μία δέχεται ότι το έγγραφο με τον τίτλο <ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ-ΠΟΣΑ> δεν αποδεικνύεται ότι έχει γραφεί από τον Σ. Μ. και από την άλλη δέχεται ως αποδεδειγμένο ότι το έγγραφο αυτό δεν έχει γραφεί από τον Σ. Μ..
Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην αξιολόγηση της πιο πάνω έκθεσης γραφολογικής γνωμοδότησης από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
3. Από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά και το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση που κάποιος απ` τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση, που, επίσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματός του, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, όπου οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται περιοριστικά (ΑΠ 1701/18).
Εξάλλου, o λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση όμως με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.
Αντιθέτως, η παραβίαση των δικονομικών κανόνων, δηλαδή, εκείνων που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται, περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(AΠ115/2011) Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 368 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας με αντιφατικές αιτιολογίες το αίτημά του για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με την γνησιότητα της επίδικης διαθήκης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το άρθρο 368 ΚΠολΔ αποτελεί δικονομικό κανόνα, που προβλέπει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, πραγματογνωμοσύνη, νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης, ανεξαρτήτως του ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας αν θα διαταχθεί ή όχι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, κρίση η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ1322/2012). 4.
Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ138/2010). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).
Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αριθ 10ΚΠοΛΔ, υποστηρίζοντας κατ' εκτίμηση αυτού, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας, κατά πλειοψηφία, το αίτημα του για διεξαγωγή νέας πραγ/νης σχετικά με την γνησιότητα της επίδικης διαθήκης και κρίνοντας μη πειστική την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ.
Μ. στην 4378/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Σ/φου Αθηνών Α. Π. -Β. δέχθηκε, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη, ως αληθινά, και, δη, ότι <Κατά τη γνώμη που πλειοψηφεί αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον εμφανιζόμενο ως συντάξαντα αυτή Σ. Μ. ...>.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του και δη ότι <Κατά τη γνώμη που πλειοψηφεί αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον εμφανιζόμενο ως συντάξαντα αυτή Σ. Μ. ...> σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά), με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και, δη, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του εκκαλούντος Ε.
Γ. και Μ. Λ. - Κ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, τις υπ' αριθ. 4370/14-12-2016 και 4378/21-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις των Σ. συζ. Α. Κ. και Χ. Μ. αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Α. Π.,... και τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται ...ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης. 5.
Κατά το άρθρο 6 παρ.1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ53/1974" παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ` ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ825/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει>>. Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 559αρ 1ΚΠοΛΔ και οι κανόνες του Συντάγματος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο από τον αριθμό αυτό, δηλαδή, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνιστάμενη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτού.
Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι στο άρθρο 6παρ 1 ΕΣΔΑ και στο άνω δικαίωμα της ακρόασης του άρθρου 20Σ/τος περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στην απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις: α) από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ότι με την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ως προς το αν η επίμαχη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Σ. Μ., παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθ. 20 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον ο δικαστής δεν έχει την εξουσία να αποκλείσει τον διάδικο από την δυνατότητα χρήσης κάποιου αποδεικτικού μέσου, αν αυτό είναι το μοναδικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών του και επίκειται η απόρριψή τους ως αναπόδεικτων β) από τον αριθ. 19 του πιο πάνω άρθρου, διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος και γ) από τον αριθ. 10 του ίδιου άρθρου, διότι παρά το νόμο δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλες τις προαναφερόμενες αιτιάσεις και, ειδικότερα, αναφορικά με την υπό στοιχείο α' αιτίαση ως αβάσιμος, διότι η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διατάζει πραγματογνωμοσύνη για την απόδειξη της πλαστότητας της υπογραφής και της γραφής της πιο πάνω διαθήκης δεν αποτελεί παραβίαση των άρθρ. 20 του Σ και του 6 § 1 της ΕΣΔΑ, ενόψει της πλήρους διάγνωσης της υπόθεσης από το Εφετείο με τη συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος, των ενόρκων βεβαιώσεων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο τελευταίος και όλων των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες στην απόφαση γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες) και της διασφάλισης των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος για δέκατη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας και υπεράσπισης των συμφερόντων του (πρβλ.
ΑΠ 1964/2007). Επίσης, αναφορικά με την υπό στοιχείο β'αιτίαση, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την απορριπτική του κρίση ως προς το αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου ότι το αίτημα αυτό δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια του άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1850/2007).
Τέλος, αναφορικά με την υπό στοιχείο γ' αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη του αιτήματος του διαδίκου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον, μάλιστα, στην κρινόμενη περίπτωση κατά τη γνώμη που επικράτησε, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι απαιτούνται "ιδιάζουσες γνώσεις της επιστήμης του γραφολόγου" για το αν η επίμαχη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Σ.
Μ. (ΑΠ 237/2016).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. <Πράγματα>, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, με την προϋπόθεση ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/03, 12/2000).
Δεν θεωρούνται, όμως, πράγματα οι ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/84, ΑΠ 1701/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση ΑΠ81/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 8α του ΚΠοΛΔ, ισχυριζόμενος ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά παράβαση άρθρου 240 ΚΠοΛΔ, επανέφερε τους πρωτόδικους ισχυρισμούς της "σχετικά με τη, δήθεν, συμπερίληψή του στα τρίτα πρόσωπα, που διήλθαν παράνομα μέσα, προς το σκοπό παράνομης ιδιοποίησης των στοιχείων του ενεργητικού της κληρονομιάς του Σ. Μ., μεταξύ των οποίων, και η πλαστογράφηση της επίδικης διαθήκης", αναφέροντας μόνο ότι <προσάγω με νόμιμη επίκληση επίσημο και επικυρωμένο αντίγραφο των υποβληθεισών προτάσεών μου (σχετ12 και 12α) και επαναφέρω όλους τους υποβληθέντες δι'αυτών ισχυρισμούς μου>, χωρίς τη συνοπτική περίληψη των πρωτοδίκως προβαλλόμενων ισχυρισμών της και χωρίς αναφορά στις σελίδες ή στα σημεία των πρωτόδικων προτάσεων της και των επ'αυτών προσθηκών, όπου ο καθένας από τους ισχυρισμούς αυτούς περιλαμβάνεται.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός, προτάθηκε με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, ούτε διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά για το ζήτημα αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, επειδή από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι τα αναφερόμενα σ'αυτές, σχετικά με την εμπλοκή του αναιρεσείοντος στην παράνομη ιδιοποίηση της επίδικης κληρονομιάς συνιστούν επιχειρήματα πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν <πράγμα> κατά την έννοια του άρθρου 559αριθ8ΚΠοΛΔ. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν με διαφορετικούς πληρεξουσίους, λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183 και 191 παρ 2ΚΠοΛΔ), και όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο και τον Υπουργό των Οικονομικών, αυτά θα καταλογιστούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2017 αίτηση αναίρεσης του Χ. Μ. κατά της 1595/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει για την μεν πρώτη αναιρεσίβλητη σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ, για δε τους λοιπούς αναιρεσίβλητους σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
και ταύτης καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ