Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive lack of impact on case outcome.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the University of Piraeus's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the Court of Appeal failed to consider specific evidence proving the plaintiff's bad faith. The court rejected this, ruling that the alleged evidence only supported a negative argument regarding moral damage and did not alter the case's outcome.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 522, 553, 558, 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 para. 11 gamma of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the alleged omission of evidence does not constitute a fact capable of having a decisive influence on the judgment's result.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 983 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 983/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε- δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Χριστογεώργη και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Λ. Ρ. του Β., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παλαιολόγου Παλαιολόγου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2642/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 75/2012 Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 23-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, ανέγνωσε την από 7-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, από τα άρθρα 522, 553, 558 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επί της οποίας το Εφετείο αποφάνθηκε επί της ουσίας στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και των προσθέτων λόγων, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση.
Τούτο, όμως, ισχύει μόνο ως προς το μέρος της υποθέσεως (ήτοι, τα αντίστοιχα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης) που έχει μεταβιβαστεί στο Εφετείο. Καθόσον, όμως, αφορά στα κεφάλαια που δεν είχαν εκκληθεί, η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη. Οπότε, μόνο η ίδια υπόκειται σε αναίρεση, η οποία πρέπει, για το παραδεκτό της, να απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη εκείνη, να αναφέρεται στα εν λόγω κεφάλαια και να κατατίθεται στο πρωτόδικο δικαστήριο (ΑΠ 637/2014, ΑΠ 581/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 19-11-2009 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία είχε απευθύνει κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, είχε ζητήσει να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει την αμοιβή του για παροχή διδακτικού έργου σ' αυτό με άκυρη σύμβαση εργασίας, κυρίως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και, επικουρικώς, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Επί της αγωγής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 2642/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως παραγραμμένη, δέχθηκε την επικουρική βάση αυτής και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 22.186,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 8-12-2010 έφεση του αναιρεσείοντος, επί της οποίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 75/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Ειδικότερα, το αναιρεσείον, με την έφεσή του, παραπονέθηκε ως προς το κεφάλαιο της εκκαλούμενης με το οποίο έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το επικουρικό αίτημα της αγωγής, για καταβολή αποζημίωσης για την παροχή του διδακτικού έργου.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προδιαληφθείσα απόφασή του, απέρριψε την έφεση στην ουσία της. Ήδη το αναιρεσείον ζητεί με την αίτησή του (την οποία απευθύνει κατ' αμφοτέρων των παραπάνω αποφάσεων) να αναιρεθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν και ειδικότερα:
α) για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω εσφαλμένης νομικής υπαγωγής των περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις διατάξεις του άρθρου 104 ΕισΝΑΚ, αντί αυτών των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (ΚΠολΔ 559 αρ.19) και β) για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, την από 30-11-2006 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσίβλητου και το από 20-10-2005 έγγραφο του Προέδρου του Τμήματος Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης), που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα (ΚΠολΔ 559 αρ.11 περ.
γ'). Από την επισκόπηση, όμως, του δικογράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος και του δικογράφου της εφέσεώς του προκύπτει ότι αυτό είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής, με την οποία επιδιωκόταν η καταβολή αποζημίωσης για την παροχή διδακτικού έργου.
Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αυτό το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με την ασκηθείσα έφεση. Ως εκ τούτου, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναίρεση ως προς αυτό.
Συνεπώς (πέραν του ότι δεν προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης έχει κατατεθεί και στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ΚΠολΔ 566 παρ.2), πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που με αυτήν προβάλλονται οι ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 και αρ.11 γ' ΚΠολΔ κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Κατά το μέρος, όμως, που με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (όπως εκτιμάται το δικόγραφο αυτής, ιδιαίτερα από το περιεχόμενο των δύο πρώτων αναιρετικών λόγων, αλλά και του γεγονότος ότι αυτή απευθύνεται και κατά της αποφάσεως του Εφετείου), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2.Επειδή, από το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει, δηλαδή, στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης (ΚΠολΔ 559 αρ.19), πρέπει, πλην των άλλων, να ττροσδιορίζεται αν υπάρχει έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης και σε τι αυτή συνίσταται (ΟλΑΠ 32/1996). Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει, επιπρόσθετα, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996).
Η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου δεν αρκούν, διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η επικαλούμενη πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, με το να δεχθεί ως νόμιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική εκ των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ βάση αυτής, "δεν έχει νόμιμη βάση" (όπως κατά λέξη αναφέρεται, χωρίς ουδεμία πρόσθετη αναφορά).
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο ουδόλως προσδιορίζεται αν πρόκειται για έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και δεν παρατίθεται κανένα από τα περιστατικά που προέβαλε το αναιρεσείον στην έφεσή του προς απόρριψη της ως άνω, επικουρικής βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, που είχε γίνει δεκτή, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.
Ομοίως, απαράδεκτος είναι και ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, ότι το δικαστήριο της ουσίας "εφάρμοσε και ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 905 και 300 του ΑΚ και του ν. 1268/1982 και απέρριψε τους ισχυρισμούς" του αναιρεσείοντος, χωρίς ουδόλως να καθορίζει το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή εκάστης διατάξεως.
3.Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη του "μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα, κυρίως την από 30-11-2006 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσίβλητου και το από 20-10-2005 έγγραφο του Προέδρου του Τμήματος Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης", από τα οποία αποδεικνυόταν ότι "ο αναιρεσίβλητος κακόπιστα εκ των υστέρων επιχειρεί να θεμελιώσει τις απαράδεκτες αξιώσεις του, αφού ενώ επικαλείται [...] ηθική βλάβη από τις ενέργειες του Πανεπιστημίου, αυτός συνέχισε να συνεργάζεται".
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι το περιστατικό, στην απόδειξη του οποίου θα μπορούσε να συμβάλει η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία φέρονται ως αγνοηθέντα, δεν αποτελεί γεγονός δυνάμενο να έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αρνητικό επιχείρημα ως προς το αν η παρανομία των οργάνων του αναιρεσείοντος προκάλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ηθική βλάβη στον αναιρεσίβλητο.
4.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-10-2012 αίτηση για αναίρεση της 75/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και της 2642/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ