Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination for vindictive motives and awards damages.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the labor court's decision to annul an employment contract termination. The lower court found the termination was motivated by vindictiveness and aimed at forcing the employee into heavy work, rather than justified anger. Consequently, the court ruled the termination abusive and awarded damages to the employee.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 535 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the assessment of evidence is admissible if it demonstrates the lower court reached a wrong verdict due to that error, requiring a full re-evaluation of the case substance.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 983 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 983/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Αφρώδους Ελαστικού και Προϊόντων Ξύλου" και τον διακριτικό τίτλο "Ι. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Δαμαλά-Μέτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παυλάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 986/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2292/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρ. 535 του Κ.Πολ.Δ., αν ο λόγος της έφεσης κρίθηκε βάσιμος η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και δικάζει την ουσία. Το προβαλλόμενο με τον λόγο εφέσεως σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων (που είναι ο συνηθέστερος των προβαλλόμενων λόγων έφεσης) δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται.
Αρκεί να προβάλλεται με τον λόγο έφεσης ότι εξαιτίας του προβαλλόμενου με αυτόν σφάλματος περί την εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλουμένη απόφαση ήχθη σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεπεία του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρ. 522 του Κ.Πολ.Δ.) είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρ. 534 του Κ.Πολ.Δ.) βάση της καθολικής επανεκτίμησης της ουσίας της υποθέσεως και όχι μόνο βάσει των προς αυτή συνδεομένων μερικότερων πράξεων του εκκαλούντος (ΑΠ 411/2007).
Εξ άλλου, επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος υπάρχει και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρ. 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αν το εφετείο εξαφάνισε την απόφαση ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο (ΑΠ 1415/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτώς περιορίσθηκε, ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ως καταχρηστική και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τον απασχολεί, β) να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 19-10-2005 μέχρι 1-10-2006 το συνολικό ποσό των 17.066, 50 ευρώ, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό 10.000 ευρώ, γ) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και μέχρι άρσεως της υπερημερίας της το ποσό των 1.177 ευρώ μηνιαίως, πλέον της νόμιμης προσαύξησης, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δ) να απειληθεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εις βάρος των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της αποφάσεως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς μεν τα υπό στοιχ. γ'(κατά το σκέλος που αναφέρεται στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-10-2006 και επέκεινα) και δ' αιτήματα ως μη νόμιμη, κατά δε τα λοιπά αιτήματα, δηλαδή περί ακυρότητας της καταγγελίας και της συνέπειας αυτής επιδίκασης μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως ουσία αβάσιμη.
Ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη του περί αναγνωρίσεως της καταγγελίας ως καταχρηστικής αιτήματος ζητώντας να γίνει δεκτή η αγωγή του. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση ως ουσία βάσιμη και αφού εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση, αναγνώρισε ότι ήταν άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον εργαζόμενο το ποσό των 17.066,50 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από την 19-10-2005 μέχρι 1-10-2006 και το ποσό των 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, διότι με το προσβληθέν με την έφεση περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας κεφάλαιο μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και το ως αναγκαία συνέπεια ελκόμενο και για τον λόγο αυτό απορριφθέν κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αίτημα περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Το αντίθετο δεν συνάγεται εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ερεύνησε και το αίτημα περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το από 1-10-2006 και μέχρι άρσεως αυτής χρονικό διάστημα, αφού αυτό είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμο (προώρως ασκηθέν) και δεν μπορούσε να θεωρηθεί, χωρίς ειδικό παράπονο, ότι περιέχεται στον λόγο εφέσεως που έπληττε το κατ' ουσίαν απορριφθέν κεφάλαιο της ακυρότητας της καταγγελίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι βάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του επιμελεία της εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα ..., την οποία είχε προσκομίσει με επίκληση και από την οποία προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου οφείλεται στη δικαιολογημένη αγανάκτηση του νόμιμου εκπροσώπου της εξ αιτίας της εριστικής και απρεπούς συμπεριφοράς που επέδειξε ο εργαζόμενος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη και "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης ως προς τη θεμελίωση των στοιχείων που καθιστούν καταχρηστική την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτή (καταγγελία) δεν οφείλεται στη "δικαιολογημένη αγανάκτηση" του νομίμου εκπροσώπου της ..., ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε και η επικαλούμενη ένορκη κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, ασχέτως του ότι κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται ειδική μνεία και σχολιασμός του περιεχομένου της σε αντίθετη με την κατάθεση του με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου εξετασθέντος μάρτυρα....
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι βάσιμος.
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρ. 57 και 59 του ΑΚ, αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέσθηκε υπό συνθήκες που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της προσωπικής και επαγγελματικής υπόληψης και αξίας), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον τελευταίο, εκτός από την αποζημίωση απολύσεως και χρηματική ικανοποίηση (άρθρ. 932 του ΑΚ).
Η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω της ηθική βλάβης που υπέστη στην προσωπικότητά του από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη συνίσταται στην πληρωμή ενός ορισμένου χρηματικού ποσού, που καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση, ύστερα από εκτίμηση των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή της προσωπικότητας, του είδους, του τόπου, του χρόνου και της διάρκειας της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας, του επαγγέλματος, της περιουσιακής καταστάσεως και των συνθηκών ζωής των διαδίκων μερών (ΑΠ 1730/2002, 542/1999).
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση τους αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου δυνάμει της οποίας ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρεία την 1-4-1994 ως ανειδίκευτος εργάτης στην επιχείρηση παραγωγής αφρώδους πλαστικού πολυουρεθάνης (αφρολέξ), που διατηρεί η τελευταία στο ....
Μέχρι τον Μάρτιο του 2001 ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο ως ελαιοχρωματιστής αλλά και ως εργάτης στην παραγωγή του αφρολέξ, πολλές φορές δε και ως χειριστής πριονοκορδέλας για την κοπή των κομματιών που προορίζονταν για τον μύλο. Από τον Μάρτιο του 2001 έως τον Μάϊο του 2003 απασχολήθηκε ως ελαιοχρωματιστής και χειριστής μύλου, καθώς και ως εργάτης στην παραγωγή αφρολέξ , ενώ από τον Ιούνιο του 2003 απασχολήθηκε ως χειριστής μύλου και στην παραγωγή αφρολέξ.
Μέχρι τον Ιούλιο του 2005 οι σχέσεις του με τα αρμόδια όργανα της εταιρείας και ιδίως με τον νομικό εκπρόσωπο αυτής ..., ήταν καλές. Έκτοτε όμως, η εμμονή του αναιρεσιβλήτου να επιδιώξει την ένταξή του στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας και ειδικότερα του νόμιμου εκπροσώπου της, οι οποίοι μετέβαλαν στάση απέναντί του, αναφερόμενοι με αρνητικά σχόλια για το πρόσωπο του και την παραγωγικότητά του.
Στα πλαίσια αυτής της τακτικής ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας του αφαίρεσε τα καθήκοντα του χειριστή μύλου που ασκούσε μέχρι τότε και τον απασχολούσε στη θέση του βοηθού χειριστή πριονοκορδέλας, δηλαδή σε εργασία αν όχι υποδεέστερη, τουλάχιστον πιο κοπιαστική από εκείνη του χειριστή μύλου.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι η αλλαγή αυτή της εργασίας του αναιρεσιβλήτου οφείλεται στη "δικαιολογημένη αγανάκτηση" του νόμιμου εκπροσώπου της, λόγω δήθεν απρεπούς και υβριστικής συμπεριφοράς του εργαζομένου και των προβλημάτων που δημιουργούσε την επιχείρηση. Αντίθετα, ο τελευταίος εξακολουθούσε να εργάζεται κανονικά μέχρι την 18-10-2005, που ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας από εκδικητικότητα και εχθρική διάθεση προς τον αναιρεσίβλητο, οφειλομένη αποκλειστικά αφενός μεν στην επιδίωξη του τελευταίου να υπαχθεί στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα ασκώντας προς τούτο όλα τα ένδικα βοηθήματα που του παρείχε ο νόμος και αφετέρου στο ότι την προηγουμένη της καταγγελίας ο αναιρεσίβλητος έδωσε ένορκη κατάθεση υπέρ του συναδέλφου του ..., ο οποίος είχε ασκήσει αγωγή κατά της εταιρείας προβάλλοντας αξιώσεις από εργατικό ατύχημα.
Κατόπιν αυτών, κατέληξε το Εφετείο, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, που έγινε από έχθρα και εκδικητικότητα της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπό του, είναι καταχρηστική και με τις προδιαληφθείσες ενέργειές της η εταιρεία προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά του, αφού εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική υπόσταση, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του και ότι λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ηθικής βλάβης, το είδος και το μέγεθος του πταίσματος της αναιρεσείουσας, καθώς και τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, από τους οποίους ο αναιρεσίβλητος είναι ηλικίας 63 ετών, ευρισκόμενος πλησίον της συνταξιοδότησής του, από τον μισθό δε της εργασίας του συντηρεί την τετραμελή οικογένειά του, ενώ η εργοδότρια εταιρεία είναι μια εύρωστη επιχείρηση με σημαντικό αριθμό εργαζομένων και σημαντικά κέρδη, η επιδικαστέα χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο περιστατικό ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες συντελέσθηκε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου και τις οποίες αναλυτικά αναφέρει, συνιστούν μείωση της κοινωνικής και επαγγελματικής του υπόστασης και δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθενται περαιτέρω περιστατικά αποδεικτικά της μείωσης της επαγγελματικής και κοινωνικής του υπόστασης.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2008 αίτηση της εταιρείας "Ι. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Αφρώδους Ελαστικού και Προϊόντων Ξύλου" για αναίρεση της 2292/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ