Supreme Court dismisses appeal for procedural defects and failure to address specific arguments regarding seed disease origin.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a dispute over imported seed potatoes. The appellants argued the court failed to examine whether the disease originated upon import or later, but the court found this argument irrelevant as the appellants had withdrawn their claims against the first and second defendants. Consequently, the appeal was rejected in its entirety for the remaining parties, and the appeal fee was collected.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 495, 500, 501 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellate court has already addressed the substantive arguments raised by the appellant, even if the appellant claims the court failed to consider specific points regarding the origin of the disease in the subject matter.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 982 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 982/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Φ., 3) Δ. Κ. του Ν., 4) Ν. Κ. του Κ., 5) Ι. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπότσαρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... S.A. ...", που εδρεύει στην Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ASSURANCES", που εδρεύει στην Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/8/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 301/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9755/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 252/2011 μη οριστική και 746/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 31/12/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 6/11/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Υπόκειται προς κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 746/2015 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε, κατά την τακτική διαδικασία, την από 12-4-2007 και με αριθμό κατάθεσης 1542/16-4-2007 έφεση κατά της με αριθμό 9755/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο 1) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς την πρώτη εφεσίβλητη- εναγομένη, 2) δέχθηκε την έφεση στην ουσία της, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κεφάλαια, ως προς τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εφεσίβλητων (τρίτη, τέταρτη των εναγομένων και προσθέτως παρεμβαίνουσα αντιστοίχως), 3) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς αυτούς τους διαδίκους, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή ως προς την δεύτερη και τρίτη των εφεσιβλήτων, την οποία απέρριψε στην ουσία της, αφού (δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση της τέταρτης εφεσίβλητης.
II. Από τη διάταξη του άρθρου 576παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και σε καταφατική περίπτωση το δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ119/2019, ΑΠ181/2013, ΑΠ1667/2012). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ119/2019, ΑΠ1664/2012, ΑΠ 1667/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, για δε τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005) συνάγεται α) ότι εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ή δεν παρίσταται κανονικά ο αναιρεσείων, χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο φερόμενος ως εκπροσωπών αυτόν δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με πληρεξούσιο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, τότε (και υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί νομίμως από τον αναιρεσίβλητο, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ), η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ασκήθηκε χωρίς τη συνδρομή της κατά νόμο απαιτουμένης πληρεξουσιότητας (ΑΠ119/2019, ΑΠ334/2017, ΑΠ227/2016) β) στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται μη παριστάμενος, δεν είναι έγκυρη η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αλλά να κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη (ΟλΑΠ 13/2008, Ολ.ΑΠ 9/2003, ΑΠ 334/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1,96 παρ.1 και 3,97,98,294,295 παρ.1,297,299,573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 297 αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο αριθ.1 του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εάν δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της; ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται (ΑΠ 369/2019, ΑΠ424/2019, ΑΠ 913/2018), έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στην συζήτηση, μη δημιουργουμένου στην τελευταία περίπτωση απαραδέκτου της συζήτησης κατ άρθρ.576 παρ.3 ΚΠολΔ (ΑΠ 424/2019, ΑΠ1581/2010, ΑΠ351/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των αναίρεσειόντων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Μπότσαρη, που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, ο οποίος τους εκπροσώπησε, δυνάμει του με αριθμό 18029/4-12-2017 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Καβάλας Φωτεινής Καραγεωργίου όσον αφορά τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο και του με αριθμό 18030/4-12-2017 πληρεξουσίου της ίδιας συμβολαιογράφου, όσον αφορά τον πέμπτο, δήλωσαν ότι παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ένδικης αίτησής τους ως προς την πρώτη και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως η παραίτησή τους είναι νομότυπη, η αίτηση θεω¬ρείται ότι δεν ασκήθηκε και η δίκη μεταξύ των παραπάνω αναιρεσειόντων και των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη.
Ο παραπάνω δικηγόρος, όμως, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκπροσωπεί και το δεύτερο αναιρεσείοντα, Α. Κ. και ότι παραιτήθηκε και αυτός από το δικόγραφο της αίτησης, δεν αποδεικνύει ότι είναι εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα και από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, καθόσον δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Επομένως, η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος δεν είναι νομότυπη και θεωρείται μη γενομένη. Επιπλέον, ούτε η κλήση προς συζήτησή της, εκ μέρους αυτού με την ιδιότητα του επισπεύδοντος, είναι έγκυρη και η συζήτηση ως προς αυτόν, απλό ομόδικο των λοιπών, πρέπει αφού χωρισθεί η υπόθεση να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτόν διότι ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Μπότσαρης, που φέρεται ότι έδωσε παραγγελία προς επίσπευση της συζήτησης και παραστάθηκε ως πληρεξούσιος όλων των αναιρεσειόντων, δεν απέδειξε, κατά τα παραπάνω, πληρεξουσιότητα και για τον άνω δεύτερο αναιρεσείοντα, ούτε αποδεικνύεται κλήτευση αυτού για την προκείμενη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τους λοιπούς ομοδίκους του, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης ή από τους αναιρεσίβλητους.
Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, από τη σειρά του πινακίου, η τρίτη και οι τέταρτη αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τις με αριθμό Γ/4532 και Γ/4533, από 8-2-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αθανασίου Βακαλούδη, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν της συζήτηση , αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη και στην τέταρτη αναιρεσίβλητες, με κλήση να παραστούν στη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η επίδοση έγινε με θυροκόλληση, λόγω άρνησης παραλαβής του δικογράφου, στο γραφείο της Δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ι. Β., η οποία είχε παρασταθεί και εκπροσωπήσει τις παραπάνω αναιρεσίβλητες στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, η κλήτευση τους είναι νόμιμη (άρθρα 122 παρ.1,123,124 παρ.2,127 παρ.1,130 παρ.1,143 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 143 αντικ. με τον αριθ.1 άρθρ. πρώτο του ν.4335/2015 ) και η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
III. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την ποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 741/2013, ΑΠ 1075/2011).
Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην πρωτοβάθμια δίκη, είχε παρέμβει προσθέτως με δικόγραφο (άρθρο 81 παρ.1 ΚΠολΔ) υπέρ της τέταρτης εναγομένης εταιρίας (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), αιτούμενη την απόρριψη της αγωγής και κατά της οποίας εναγομένης είχε στραφεί, μεταξύ των άλλων εφεσιβλήτων, η έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, είναι μεν απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην όμως εκτιμάται ως κλήτευση της παρεμβαίνουσας για να καταστεί παραδεκτή η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 868/2018).
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 52,553,556,557,558,564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ,).
IV. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015). Απαιτείται, όμως να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 1660/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το ένα σκέλος του από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, διατείνονται, ότι για το κρίσιμο ζήτημα αν τα ριζώματα σπαραγγιού, που είχαν προμηθευτεί από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και που παρήγαγε η τρίτη τούτων, έφεραν ελαττώματα κατά το χρόνο της πώλησής τους, έχοντας φθάσει ελαττωματικά από τον παραγωγό, προσκόμισαν με επίκληση α) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο Β.
Ο., Γεωπόνος, Τμηματάρχης Παραγωγής Διεύθυνσης Γεωργίας Καβάλας, σε εκτέλεση της με αριθμό 787/1998 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε διατάξει συντηρητική πραγματογνωμοσύνη, β) την από 18 Ιουνίου 1999 ιδιωτική γνωμάτευση, που συνέταξε ο Φ. Π., Υπάλληλος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Πηγών Καβάλας και γ) την από 20-7-1999 γνωμάτευση της Γεωπόνου της ΕΑΣ Καβάλας Α.
Ν., και δ) το από 12-2-1998,με αριθμό πρωτ. …/930 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Φυτ. Παραγωγής του Υπουργείου Γεωργίας, Διεύθυνση Εισροών Φυτ. Παραγωγής, αναφορικά με την εμπορία ριζωμάτων σπαραγγιών, στο οποίο παρέχεται η πληροφορία, ότι κατά τα έτη 1995 και 1996 εισαγωγή ριζωμάτων σπαραγγιού έκανε η πρώτη αναιρεσίβλητη, που είχε δικαίωμα εισαγωγής πολλαπλασιαστικού υλικού και κατείχε άδεια εμπορίας τύπου Α και ακόμα ότι η εν λόγω εταιρία εισήγαγε ριζώματα της ποικιλίας PRIMA από την Γαλλία τον Μάιο του έτους 1995, χωρίς να κάνει αναγγελία άφιξης των φορτίων στις τοπικές υπηρεσίες, όπως είχε υποχρέωση βάσει της Υ.Α. 366884/3-6-1994, με αποτέλεσμα να μην ελεγχθούν τα φορτία από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως προς τις ποσοτικές τους προδιαγραφές, όπως αυτές ορίζονται από την Υ.Α 436692/27-12- 1994.
Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αναφέρεται στο παραπάνω με στοιχ. δ' έγγραφο, ούτε καν στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις και επίσης δεν έλαβε υπόψη της την από 18-6-1999 ιδιωτική γνωμάτευση του Φ. Π., ούτε και την από 20-7-1999 γνωμάτευση της Γεωπόνου Α. Ν.. Το Εφετείο στην εισαγωγική σκέψη του ελάσσονος συλλογισμού του αναφέρει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, με ρητή μνεία ότι δεν παραλείπεται κάποιο από τα έγγραφα, έστω και αν δεν γίνεται αναφορά ειδική σε καθένα τους.
Περαιτέρω, στο πραγματικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες παραδοχές "Τα αντίθετα δεν αποδεικνύονται από την από 20.7.1999 γνωμάτευση της γεωπόνου Ε.Α.Σ Καβάλας, Α. Ν., η οποία ως υπεύθυνη της γεωτεχνικής κάλυψης της περιοχής του ενάγοντος Νέστορα Μπιρμπίλη, γνωμάτευσε ότι η φυτεία αυτού και του Γεωργίου Λεπίδα, εμφάνισαν καχεκτική εμφάνιση και ανάπτυξη με αραιώσεις στους βλαστούς, λόγω σηψιριζιών, με αποτέλεσμα το χάλασμα και την εγκατάσταση απ' αυτούς καλλιέργειας καλαμποκιού, ούτε από την από 18.6.1999 τεχνική έκθεση του Φωτίου Παλτόγλου, υπαλλήλου του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., υπεύθυνος της γεωτεχνικής κάλυψης των λοιπών εναγόντων, ο οποίος γνωμάτευσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν τα φουζάρια προϋπήρχαν στο έδαφος ή αν προέρχονται από τα ριζώματα, καθώς και ότι οι κλιματολογικές συνθήκες και οι εδαφογενείς ασθένειες, στην περίπτωση που προϋπήρχαν των φυτειών, δεν φαίνεται να έχουν επηρεάσει τις άλλες ποικιλίες, τουλάχιστον ως προς τη στρεμματική τους απόδοση, και ότι οι ενάγοντες χάλασαν τις φυτείες τους και εγκατέστησαν καλλιέργεια αραβόσιτου".
Στις παραπάνω ουσιαστικές του παραδοχές το Εφετείο διαλαμβάνει ρητή μνεία, μεταξύ των εγγράφων και των ιδιωτικών γνωματεύσεων (άρθρο 390 ΚΠολΔ) του Φ. Π., από 18 Ιουνίου 1999 και της Γεωπόνου Α. Ν., από 20-7-1999, τις οποίες και αξιολογεί. Επίσης, από την παραδοχή σε άλλον ελάσσονα συλλογισμό, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία κατέχει άδεια εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού τύπου και ότι τον Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 1995, καθώς και τους αντίστοιχους μήνες του έτους 1996 εισήγαγε από τη Γαλλία διάφορες ποσότητες ριζωμάτων σπαραγγιών, παραγωγής της τρίτης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας, από τις οποίες ποσότητες προμηθεύθηκαν οι ενάγοντες, δεν καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το με αριθμό πρωτ.
…/930/12-2-1998 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής του Υπουργείου Γεωργίας, έστω και αν δεν προέβη σε ειδική μνεία και ειδική αξιολόγηση τούτου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος του που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019).
Η πραγματογνωμοσύνη, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που διενεργείται στα πλαίσια συντηρητικής απόδειξης (άρθρο 338 ΚΠολΔ) αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρα 339, 368, 387 ΚΠολΔ) και η πορισματική έκθεση που συντάσσει ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν συγκαταλέγεται στο αποδεικτικό μέσο των εγγράφων (432 επ.
ΚΠολΔ). Επομένως, οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων δεν αποτελούν "έγγραφα" και η παραμόρφωση του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 581/2017, ΑΠ 152/2015). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον επίσης πρώτο λόγο της αίτησής τους κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης της με αριθμό 78/1999 πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο διορισμένος με την με αριθμό 787/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης Γεωπόνος Β.
Ο., διατεινόμενοι, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αναφέρει αναλυτικά το περιεχόμενο αυτής (πραγματογνωμοσύνης) παραλείπει την περικοπή της "Υπάρχουν κανονισμοί και νομοθεσία που ρυθμίζουν τόσο τη διακίνηση πολλαπλασιαστικού υλικού στις χώρες της Ε.Ε, όσο και την εξαγωγή τους σε τρίτες Χώρες" και παραμορφώνει το περιεχόμενο αυτής σε συγκεκριμένο κρίσιμο σημείο.
Ο λόγος αυτός της αίτησης κατά το πιο πάνω σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν ιδρύει το επικαλούμενο αναιρετικό σφάλμα.
VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της αίτησής τους, με επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 558 αριθ.8 ΚΠολΔ, εκθέτουν, ότι προκειμένου να θεμελιωθεί η ευθύνη των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων για την ελαττωματικότητα των ριζωμάτων σπαραγγιών προέβαλαν με την από 8-9-1998 ένδικη αγωγή τους τον ακόλουθο πραγματικό ισχυρισμό: "Οι εναγόμενοι ευθύνονται σε ολόκληρο για την αποκατάσταση της ζημίας μας για τον εξής λόγο:
α) η πρώτη και δεύτερος, διότι στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας αγόρασαν από την τέταρτη και εισήγαγαν στην Ελλάδα το 1995 και 1996 ριζώματα της ποικιλίας "ΠΡΙΜΑ" κατά παράβαση του νόμου ήτοι των διατάξεων των νόμων 2251/1994, 1564/1985, της ΥΑ 366884/3-6-1994 (Φ.Ε. Κ. 409 Β/94), της ΥΑ 436692/27-12-1994 (Φ.Ε.Κ. 22 Β/95), τα οποία στη συνέχεια διακίνησαν στην εσωτερική ελληνική αγορά μέσω της τρίτης εναγομένης, η οποία δεν είχε άδεια εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού και δεν μπορούσε να πωλήσει τα επίδικα ριζώματα".
Προέβαλαν, δηλαδή, ότι η πρώτη και η τρίτη εναγομένη και ήδη πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες εισήγαγαν και διακίνησαν στην Ελλάδα τα άνω ριζώματα κατά παράβαση της διαδικασίας που προέβλεπαν οι άνω Υπουργικές αποφάσεις και συγκεκριμένα χωρίς να αναγγείλουν την άφιξη των φορτίων στις αρμόδιες τοπικές υπηρεσίες του τόπου άφιξης, ώστε να διαπιστωθεί εάν ανταποκρίνονται στις ποιοτικές προδιαγραφές, που προέβλεπαν οι Υπουργικές αποφάσεις.
Ακολούθως ισχυρίσθηκαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη την έφεσή τους ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε και απέρριψε την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς όμως να ασχοληθεί με τον ως άνω ισχυρισμό τους που δίνει απάντηση στο κρίσιμο ζήτημα, αν δηλαδή τα ριζώματα σπαραγγιών έφεραν κατά την είσοδο τους στη χώρα την ασθένεια ή την απέκτησαν μετά την φύτευσή τους, παράλειψη που οδήγησε σε εσφαλμένα συμπεράσματα.
Ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια πως το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, χωρίς να ασχοληθεί με τον άνω ισχυρισμό τους, ανεξαρτήτως του ότι αναφέρεται σε ισχυρισμό που αφορά την ευθύνη της πρώτης και δεύτερης από τις αναιρεσίβλητες, ως προς τις οποίες όμως οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε με τις αντίθετες παραδοχές του, αφού δέχθηκε ότι τα ριζώματα σπαραγγιών υπέστησαν δευτερογενή προσβολή από μύκητες, που υπήρχαν στο έδαφος και εξαιτίας της παγωνιάς.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα πρέπει, για τους λόγους που προαναφέρθησαν, να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσειόντων κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ ).Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί διότι, ένεκα της ερημοδικίας των τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 31-12-2015 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 746/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα Α. Κ..
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης και κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία " ... και Σία Ο.Ε ".
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την ίδια παραπάνω αίτηση αναίρεσης Διατάσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ