Supreme Court partially allows appeal against four heirs but dismisses it against an insurance company due to lack of legal interest.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed the appeal against four heirs while dismissing it against an insurance company. The appellant argued for reversal of the lower court's judgment, but the court found no legal interest to prevent a binding precedent regarding the insurer. Consequently, the appeal was rejected against the insurer but allowed against the heirs, sending the case back for further proceedings.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576, 578, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a legal interest to prevent a binding precedent, but admissible if such interest exists against specific defendants.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 981 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 981/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. χας Ε. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ.. Τ.. του Γ.., 2) Μ.. Τ.. του Γ.., 3) Ν.. Γ.. του Σ.., κατοίκων ..., 4) Ε. Φ. του Γ., συζ. Σ. Κ., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 19-1-2004 Ι. Κ. του Ν. και 5) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Ε...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Πουλλή και η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 512/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2495/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ης, 2ης, 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) Οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 182/2022, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014) και 2) σε περίπτωση αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αν αυτός απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι αυτή παραδεκτή, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολομ.
ΑΠ 4/1994, Ολομ. ΑΠ 2/1992, ΑΠ 182/2022, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017). Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 245/2022, ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 07-12-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/20-01-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2495/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσδιορίστηκε με την από 30-06-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, για να συζητηθεί κατά την προκειμένη δικάσιμο της 07-10-2022. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της και, συνεπώς, λόγω της ερημοδικίας της, θεωρείται δικονομικά απούσα, ενώ αντίθετα εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι και ειδικότερα οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους και η πέμπτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσίβλητους επιδοθέντα σ' αυτούς αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναίρεσης, μετά της επ' αυτών επισημείωσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Η. Χ.. Ζ. και με την πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και την κάτω από αυτά παραγγελία προς επίδοση του υπογράφοντος ως πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας δικηγόρου Μ..
Ν., που υπογράφει και το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και στον οποίο, όπως προκύπτει από το με αριθμό …/22-01-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Λ.., Κ. Θ. Ν., η αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει νόμιμα πληρεξουσιότητα για τη διενέργεια των ανωτέρω πράξεων. Επομένως, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδει νόμιμα η απολειπόμενη αναιρεσείουσα, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2495/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Με τις από 25-4-2000 και 26-3-2001 αγωγές της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στρεφόμενη κατά των εναγομένων : 1) Ι. Ν.. Κ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Α..Ε..." και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκε ότι στις 4-3-2000, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου η ίδια, η οποία ήταν συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο αυτό, υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες και με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε :
α) με την από 25-4-2000 αγωγή την επιδίκαση αποζημίωσης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, κατά το χρονικό διάστημα από 4-3-2000 έως 20-10-2000, και χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, που υπέστη από τον τραυματισμό της και β) με την από 26-3-2001 αγωγή, την επιδίκαση περαιτέρω αποζημίωσης για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, που υπέστη από το ένδικο ατύχημα κατά το χρονικό διάστημα από 20-10-2000 έως 20-3-2001 και πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, επικαλούμενη ότι εξ αιτίας του ένδικου ατυχήματος υπέστη μόνιμη αναπηρία, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη κατά την άσκηση της ανωτέρω πρώτης αγωγής της.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 322/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία, αφού κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος, έγιναν κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι ανωτέρω αγωγές και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην ενάγουσα τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθμ. κατάθεσης …/28-6-2002 έφεσή της και η δεύτερη εναγόμενη (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) άσκησε αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 65/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, το οποίο δέχθηκε τυπικά αυτές, απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί των ανωτέρω αγωγών και αφού έκρινε ομοίως ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτές και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην ενάγουσα τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε τις από 18-2-2003 και 21-6-2004 αγωγές της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, στρεφόμενη κατά των ιδίων ανωτέρω εναγόμενων (ήτοι του Ι. Ν.. Κ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε...Α.Ε." και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης), με τις οποίες ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης για τη ζημία την οποία υπέστη από το ένδικο ατύχημα, για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και ειδικότερα έως και το Φεβρουάριο του έτους 2003 με την πρώτη των εν λόγω αγωγών και έως τον Ιούνιο του έτους 2004 με τη δεύτερη.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 209/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία, καταργήθηκε η δίκη ως προς τον πρώτο εναγόμενο Ι. Ν.. Κ., για το λόγο ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο των ανωτέρω αγωγών ως προς τον εναγόμενο αυτό και περαιτέρω απορρίφθηκαν οι εν λόγω αγωγές ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, επειδή κρίθηκε, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της τελευταίας, ότι οι ασκούμενες με τις αγωγές αυτές αξιώσεις της ενάγουσας έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθμ. κατάθεσης 168/2005 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 212/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, καθόσον έκρινε ότι οι αναφερόμενες στις εν λόγω αγωγές ζημίες της ενάγουσας ήταν δυνατό να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης των προηγούμενων αγωγών της και επιπλέον ότι η ενάγουσα δεν θεμελίωσε τις αξιώσεις της και στη συμβατική σωρευτική αναδοχή χρέους, κατ' άρθρο 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ώστε να ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε την από 4-12-2006 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη μόνο κατά της ανωτέρω ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε….ΑΕ." και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης για τη ζημία την οποία υπέστη από το ένδικο ατύχημα, κατά το χρονικό διάστημα από 29-6-2001 έως και τον Ιούνιο του έτους 2004.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3563/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή, καθόσον κρίθηκε ότι : α) κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωσή της στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976 η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 209/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 212/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων και αφορούσε την ίδια νομική και ιστορική αιτία και β) κατά το μέρος που θεμελιώνεται στη σωρευτική αναδοχή χρέους, κατ' άρθρο 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ.
καθώς επίσης ότι από την υπ' αριθμ. 65/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας δεν παράγεται δεδικασμένο, διότι οι αξιώσεις των αγωγών, που κρίθηκαν με την τελευταία αυτή απόφαση, είχαν διαφορετική νομική βάση και δη αυτή του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976, ενώ οι ασκούμενες, με την εν λόγω από 4-12-2006 αγωγή, αξιώσεις, ως στηριζόμενες σε διαφορετική νομική βάση και δη της σωρευτικής αναδοχής χρέους, δεν θεωρείται ότι έχουν βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου με την ως άνω υπ' αριθμ. 65/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και ως εκ τούτου δεν ισχύει για αυτές νέα εικοσαετής παραγραφή αρχόμενη από την τελεσιδικία της απόφασης αυτής.
Η ως άνω υπ' αριθμ. 3563/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη, διότι, όπως προκύπτει με το υπ' αριθμ. 11599/2012 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν ασκήθηκε κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο. Μετά από αυτά, η ενάγουσα άσκησε την από 30-9-2012 ευθεία αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά:
α) των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων και της Χ. Τ. του Ν. (η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), ως εκ διαθήκης κληρονόμων του κριθέντος ως υπαίτιου του ένδικου ατυχήματος και αποβιώσαντος στις 19-1-2004, Ι. Ν.. Κ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν και β) της ανωτέρω ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία είχε μετονομαστεί και έφερε την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Ε." - έκτης εναγόμενης και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη από το ένδικο ατύχημα κατά το χρονικό διάστημα από 20-3-2001 έως 30-9-2012, καθώς και πρόσθετη αποζημίωση, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., λόγω της αναπηρίας που υπέστη από το ατύχημα αυτό.
Στο δικόγραφο της ευθείας αυτής αγωγής της η ενάγουσα, σώρευσε επικουρικά και πλαγιαστική αγωγή, κατά της ως άνω έκτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας (πέμπτης αναιρεσίβλητης) και συγκεκριμένα για την περίπτωση που η εν λόγω έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ήθελε προτείνει την ένσταση της διετούς παραγραφής της αξίωσης της ευθείας αγωγής της και ήθελε γίνει αυτή δεκτή από το Δικαστήριο, με την οποία (πλαγιαστική αγωγή) επικαλούμενη ότι η άνω ασφαλιστική εταιρεία καλύπτει την αστική ευθύνη των πέντε πρώτων εναγόμενων, ως κληρονόμων του καλυπτόμενου ασφαλιστικά από αυτή υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Ι.
Ν.. Κ., καθώς και ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι του υπαίτιου οδηγού αδρανούν να ζητήσουν το ασφάλισμα από την άνω ασφαλιστική εταιρεία για να την αποζημιώσουν, ζήτησε, κατόπιν αυτών, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η άνω εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στους πέντε πρώτους εναγόμενους, το αιτούμενο από μέρους της παρ' αυτών με την ευθεία αγωγή της, χρηματικό ποσό των 160.456,15 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Κατά τη συζήτηση της ανωτέρω ευθείας αγωγής της και της σωρευόμενης πλαγιαστικής αγωγής της η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ευθείας αγωγής της ως την τρίτη εναγόμενη Χ. Τ. του Ν. και ως προς την ανωτέρω έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Επί των ανωτέρω αγωγών (ευθείας και πλαγιαστικής) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3379/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές αυτές.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 29-4-2014 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 930/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί των ανωτέρω σωρευόμενων στο ίδιο δικόγραφο αγωγών, απέρριψε αυτές και ειδικότερα;
α) απέρριψε την ευθεία αγωγή, ως προς τους πρώτη, δεύτερη, τέταρτο και πέμπτη των εναγόμενων ως αόριστη, γιατί κρίθηκε ότι δεν περιέχει τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για τον υπολογισμό της κληρονομικής μερίδας καθενός των ως άνω εναγόμενων, η οποία αποτελεί το μέτρο ευθύνης τους για τα χρέη της κληρονομιάς του θανόντος οδηγού και β) απέρριψε την επικουρικά ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή (μετά την παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο της κύριας - ευθείας αγωγής ως προς την έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία) ως άνευ αντικειμένου, λόγω της, κατά τα άνω επικουρικής άσκησης αυτής.
Τέλος, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη από 27-7-2015 ευθεία αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά: α) των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων και της Χ. Τ. του Ν. (η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), ως εκ διαθήκης κληρονόμων, του κριθέντος ως υπαίτιου οδηγού του ένδικου ατυχήματος και αποβιώσαντος στις 19-1-2004, Ι.
Ν.. Κ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν και β) της ανωτέρω ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η. Ε." - έκτης εναγόμενης και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης, για τη ζημία που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, κατά το χρονικό διάστημα από 20-3-2001 έως 30-9-2012, συνολικού ποσού 80.456,15 ευρώ, όπως το ποσό αυτό επιμερίζεται και ζητείται να επιδικαστεί, κατά το μέτρο της κληρονομικής μερίδας καθενός των πέντε πρώτων εναγόμενων - κληρονόμων του θανόντος υπαιτίου οδηγού.
Επίσης, στο δικόγραφο της εν λόγω ευθείας αγωγής της η ενάγουσα σώρευσε επικουρικά και πλαγιαστική αγωγή κατά της έκτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και συγκεκριμένα για την περίπτωση που η εν λόγω εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ήθελε προτείνει την ένσταση της διετούς παραγραφής της αξίωσης της ευθείας αγωγής της και ήθελε γίνει αυτή δεκτή από το Δικαστήριο, με την οποία (πλαγιαστική αγωγή) επικαλούμενη ότι η άνω ασφαλιστική εταιρεία καλύπτει την αστική ευθύνη των πέντε πρώτων εναγόμενων, ως κληρονόμων του καλυπτόμενου ασφαλιστικά από αυτή υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, Ι.
Ν.. Κ., καθώς και ότι οι ανωτέρω πέντε πρώτοι εναγόμενοι και κληρονόμοι του τελευταίου αδρανούν να ζητήσουν από την άνω ασφαλιστική εταιρεία το ασφάλισμα για να την αποζημιώσουν, ζήτησε να υποχρεωθεί η άνω έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στους πέντε πρώτους εναγόμενους, τα αιτούμενα από μέρους της παρ' αυτών με την ευθεία αγωγή της, χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο.
Κατά τη συζήτηση της ένδικης ευθείας αγωγής της και της σωρευόμενης πλαγιαστικής αγωγής της, η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ευθείας αγωγής της ως προς την ανωτέρω έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Επί των ανωτέρω αγωγών (ευθείας και πλαγιαστικής) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 512/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η ευθεία αγωγή ως προς την έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (λόγω της παραίτησης της ενάγουσας από το δικόγραφο της ευθείας αγωγής ως προς την εναγόμενη αυτή), δίκασε ερήμην της τρίτης εναγόμενης (Χ.
Τ. του Ν.), δέχθηκε κατά ένα μέρος την ευθεία αγωγή ως προς τους πέντε πρώτους εναγόμενους (ήτοι ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους και την Χ. Τ. του Ν.) και τους υποχρέωσε να καταβάλουν στην ενάγουσα τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ο καθένας, νομιμοτόκως, ενώ απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή κατά της έκτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, ως παραγεγραμμένη, και ειδικότερα επειδή έκρινε ότι έχει υποπέσει στην τετραετή παραγραφή του άρθρου 10 του Ν. 2496/1997.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν: α) η από 31-7-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) η από 10-5-2018 έφεση των πρώτης, δεύτερης, τέταρτου και πέμπτης των εναγόμενων και ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2495/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο:
α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 31-7-2017 έφεση της αναιρεσείουσας και β) δέχθηκε τυπικά και ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10-5-2018 έφεση των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 512/2017 πρωτόδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη από 27-7-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του Κ.Πολ.Δ. δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη, στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 975/2021, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 1255/2015, ΑΠ 1550/2010). Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 του Κ.Πολ.Δικ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoμες συνέπειες (ΑΠ 975/2021, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 1229/2015, ΑΠ 1397/2012).
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν, αντίθετα, το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΑΠ 612/2020, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ.
α' Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχάς, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή, [πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει], η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί.
Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 401/2020, Απ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Η παραπάνω πενταετής παραγραφή, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται όμως αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, ισχύει νέα αυτοτελής πενταετής παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 52/2018).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015). Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης.
Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή πρόσθετου ποσού αποζημίωσης για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή.
Έτσι, αν από το χρόνο γνώσης από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία η αξίωση αποζημίωσης που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή (Ολ. ΑΠ 40/1996). Μόνον αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν, όταν καθορίσθηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 1365/2010, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του Α.Κ. ορίζεται ότι : "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται, κατ' αρχάς, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.
Και τούτο διότι, και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 Α.Κ.) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία (Ολ.
ΑΠ 24/2003, Ολ. ΑΠ 38/1996). Αναγκαία όμως προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο, να μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί, διότι σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και τις αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα (ΑΠ 52/2018).
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, σε εικοσαετή, κατά τους όρους του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.
ΑΠ 24/2003, Ολ. ΑΠ 38/1996, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
Συνεπώς, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α' Α.Κ. από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ.
από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων (ΑΠ 767/2016, ΑΠ 1365/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδάφιο β' Α.Κ., αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών, νοούνται στη διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και στις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 254 Α.Κ.
και 11 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησή τους να εξαρτάται από αίρεση. Δεν αποτελούν, επομένως, περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι από αδικοπραξία αξιώσεις από τα άρθρα 928 και 929 Α.Κ., οι οποίες δεν εντάσσονται στις ως άνω (περιοδικές) παροχές, γιατί δεν έχουν εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και δεν παράγονται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, αλλά εξαρτώνται από την κατά τον κρίσιμο χρόνο επέλευση των εν λόγω αντίστοιχων ζημιών και του ύψους τους.
Επομένως, αν, οι ανωτέρω αξιώσεις, καθ' ό μέρος αφορούν μελλοντική ζημία βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, παραγράφονται μετά από είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ., όμως η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει, στην, μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα, βραχυχρόνια παραγραφή (ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 767/2016, ΑΠ 732/2015, ΑΠ 660/2001).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 19/2017). Εξάλλου, κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι εκείνοι που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Κανόνες δε δικονομικού δικαίου είναι αυτοί που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1012/2021, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005).
Τέτοιοι δικονομικής φύσεως κανόνες είναι και οι κανόνες για το δεδικασμένο, των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 1012/2021, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 1524/2007, ΑΠ 261/1997), οι οποίοι ως εκ τούτου δεν δικαιολογούν λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι προϋποθέτουν πλημμέλειες από το ουσιαστικό και όχι από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1021/2021, ΑΠ 436/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 20/2005).
Εάν από τον αναιρεσείοντα έγινε εσφαλμένος χαρακτηρισμός του προτεινομένου σφάλματος, που συνιστά λόγο αναίρεσης από τους προβλεπόμενους στο ως άνω άρθρο, διαφορετικό από εκείνον που πραγματικά θεμελιώνει, ο Άρειος Πάγος κάνει τον ορθό χαρακτηρισμό και εξετάζει το λόγο αναίρεσης (ΑΠ 751/2019, ΑΠ 695/2010), υπό την προϋπόθεση ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης εκτίθενται με πληρότητα όλα τα στοιχεία που συνιστούν τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο ( ΑΠ 147/2019, ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 301/2013, ΑΠ 133/2012, ΑΠ 648/2011, ΑΠ 484/2010).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση του νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούσαν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 743/2022, ΑΠ 644/2015).
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 743/2022, ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).
Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένα, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.
ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού, σε αντικατάσταση του εσφαλμένου ( Ολ.
ΑΠ 6/2019, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 390/2017). .
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2495/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : " Η ενάγουσα με τις από 25-4-2000 και από 26-3-2001 αγωγές της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ισχυρίστηκε ότι στις 4-3-2000 ο (τότε) εναγόμενος, Ι.
Κ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο κινούνταν επί της Ε.Ο. Λαμίας Καρπενησίου με κατεύθυνση προς Λαμία, ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Η. Ε.", στο οποίο (αυτοκίνητο) επέβαινε η ενάγουσα και προκάλεσε μετά από σύγκρουση με το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, σωματικές βλάβες στην ίδια. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμό 322/2001 απόφασή του, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμό 65/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία δέχτηκε ότι ο εναγόμενος- οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος.
Δέχτηκε επίσης η παραπάνω απόφαση ότι η ενάγουσα μετά τον τραυματισμό της μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας και στη συνέχεια διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ- ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ ΕΕΣ", όπου χειρουργήθηκε και στη συνέχεια στην "ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", όπου νοσηλεύτηκε από 6-3-2000 μέχρι 11-3-2000 και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε και πάλι στο "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ- ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ ΕΕΣ".
Τέλος δέχτηκε η απόφαση ότι η ενάγουσα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας από 16-3-2000 έως 24-3-2000, εξαιτίας δε του τραυματισμού της παρουσιάζει παράλυση και ατροφία του (ΔΕ) άνω άκρου, αδυναμία ανύψωσης του βραχίονα κάμψης και έκτασης αντιβραχίου και άκρου χειρός, ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει καθόλου το εν λόγω άκρο και είναι ανίκανη για εργασία και φροντίδα του εαυτού της και χρειάζεται την καθημερινή φροντίδα άλλου ατόμου.
Βάσει των ανωτέρω το Δικαστήριο επιδίκασε στην ενάγουσα δαπάνες που έγιναν μέχρι την 20-3-2001, για νοσήλια, για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου, για φυσιοθεραπείες, για μεταφορά της στο νοσοκομείο, για πρόσληψη οικιακής βοηθού, για μετακινήσεις με TAXI, για επίσκεψη σε ιατρούς, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε κατά των ίδιων διαδίκων τις από 18-2-2003 και από 21-6-2004 αγωγές της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμό 209/2005 απόφαση του Δικαστηρίου που κατήργησε τη δίκη ως προς τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, λόγω παραιτήσεως της ενάγουσας ως προς αυτόν και στη συνέχεια απέρριψε τις αγωγές ως αβάσιμες λόγω διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 ν. 489/76.
Μετά από έφεση της ενάγουσας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 212/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία απέρριψε την έφεση διότι δέχθηκε ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας είχαν υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή. Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4-12-2006 αγωγή της για δαπάνες ιατρικές, που πραγματοποίησε το διάστημα από 29-6-2001 έως τον Ιούνιο του 2004.
Το Δικαστήριο με την υπ' αριθμό 3563/2007 απόφασή του απέρριψε την αγωγή λόγω παραγραφής. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμό …/2012 προσκομιζόμενο πιστοποιητικό της γραμματέως του Δικαστηρίου. Ακολούθως η ενάγουσα με την από 30-9-2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επικαλούμενη τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, πλην της τρίτης, Χ.
Τ. και της έκτης ασφαλιστικής εταιρίας για τις οποίες παραιτήθηκε, είναι κληρονόμοι του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, ο οποίος απεβίωσε στις 19-1-2004, υποχρεούνται να της καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη και ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, ενώ παράλληλα σώρευσε και πλαγιαστική αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας για την περίπτωση που η τελευταία προτείνει την ένσταση διετούς παραγραφής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την 3379/2013 απόφασή του, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμό 930/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Με την τελευταία αυτή απόφαση κρίθηκε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη ως προς την πρώτη, δεύτερη, τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων, ενώ είναι απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου η σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή.
Περαιτέρω συνάγεται ότι η υπό κρίση αγωγή αφορά εν μέρει ιατρικές δαπάνες απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμας, φυσιοθεραπείες, αμοιβές λογιστή, που αφορούν το χρονικό διάστημα από το 2001 έως και το τέλος του 2004. Κατά το σκέλος αυτό η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καθώς προσκρούει στις διατάξεις περί δεδικασμένου των άρθρων 321 έως 325 ΚΠολΔ.
Το δεδικασμένο παράγεται από την προαναφερόμενη με αριθμό 3563/ 2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη και η οποία απέρριψε την από 4-12-2006 αγωγή της ενάγουσας ως αβάσιμη, λόγω πενταετούς παραγραφής των όμοιων αξιώσεών της. Η αγωγή αυτή στηριζόταν στην ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 1 ν. 489/76, καθώς και στη σωρευτική αναδοχή χρέους κατ' άρθρο 471 επ.
ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρα 43 παρ. 6 ν. 2696/99, όπως και η υπό κρίση αγωγή (11η σελίδα αυτής). Επίσης οι ίδιες αξιώσεις, θεμελιωμένες εκ των υστέρων και στην συμβατική σωρευτική αναδοχή χρέους που προκύπτει από την κατάθεση κατ' άρθρο 43 παρ. 6 ΚΟΚ, του αποδεικτικού ασφαλίσεως από τον ασφαλιστή στο αστυνομικό τμήμα, κρίθηκαν τελεσίδικα με την προαναφερόμενη υπ' αριθμό 212/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και απορρίφθηκαν ως αβάσιμες λόγω παραγραφής και συνεπώς παράγεται δεδικασμένο και για την αιτία αυτή.
Συνεπώς για τις παραπάνω αξιώσεις η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καθώς προσκρούει στο υπάρχον δεδικασμένο, το οποίο ελέγχεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.
Συνεπώς έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτό τον ισχυρισμό περί μη ύπαρξης δεδικασμένου, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού τέταρτου λόγου έφεσης των εναγομένων. Ακολούθως για τις μετέπειτα δαπάνες της ενάγουσας και συγκεκριμένα για τις δαπάνες περί πλασματικής αμοιβής της αδελφής της από την 1-7-2004 μέχρι την 30-9-2012, αυτές έχοντας ως βάση την σωρευτική αναδοχή χρέους κατά τις διατάξεις των άρθρων 471 επ.
ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 43 παρ. 6 ΚΟΚ και υποκείμενες στην πενταετή παραγραφή κατ' άρθρο 937 ΑΚ, έχουν υποπέσει στην σχετική παραγραφή, δεδομένου ότι από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής έχει παρέλθει μεγαλύτερο της πενταετίας διάστημα, αλλά και του γεγονότος ότι οι επίδικες ζημιές ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρόνο άσκησης των προηγούμενων αγωγών, όπως έκρινε και η απόφαση 212/2006 του Εφετείου Λαμίας.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268α ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι' αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή [...]. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με προφορική δήλωση του δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προς απόκρουση της προτεινομένης ένστασης παραγραφής από τους εναγομένους, ισχυρίζεται ότι οι ένδικες αξιώσεις της, οι οποίες ασκούνται 15 έτη μετά το ατύχημα, βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση και ως εκ τούτου από την τελεσιδικία έχει αρχίσει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας της.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αντένσταση, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε με την εκκαλουμένη ότι η μόνιμη και μη αναστρέψιμη βλάβη στο δεξί άνω άκρο της ενάγουσας είχε ήδη διαγνωστεί και βεβαιωθεί με την υπ' αριθμό 65/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας που δημοσιεύτηκε στις 14-4-2004 ήτοι εντός της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από το ένδικο ατύχημα (4-3-2000) και επομένως η παραγραφή της σχετικής αξίωσης της ενάγουσας κατά των εναγομένων επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή κατ' άρθρο 268 ΑΚ, η οποία άρχισε από τη δημοσίευση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Θα πρέπει ωστόσο να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: Οι αγωγές που κρίθηκαν με την υπ' αριθμό 65/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας είχαν ως βάση, όπως προελέχθη, την ευθεία αγωγή που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 v. 489/76, ενώ η υπό κρίση αγωγή έχει ως βάση της την συμβατική σωρευτική αναδοχή χρέους που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΟΚ.
Συνεπώς ενόψει του ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν αποτελούν μέρος της όλης αξίωσης που κρίθηκε με την υπ' αριθμό 65/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, αφού στηρίζονται σε διαφορετική νομική βάση, δεν θεωρείται ότι έχουν βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου με την παραπάνω απόφαση και ως εκ τούτου δεν ισχύει γι' αυτές νέα εικοσαετής παραγραφή αρχομένη από την τελεσιδικία της. Τα ανωτέρω δέχτηκε τελεσίδικα και η υπ' αριθμό 3563/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτό τον ισχυρισμό περί επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής κατ' άρθρο 268 ΑΚ, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης των εναγομένων. Περαιτέρω γίνεται νομολογιακά δεκτή η δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξιώσεως κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή.
Πρόκειται βεβαίως για δύο διαφορετικές αξιώσεις που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο. Η πρώτη αξίωση (παθόντος κατά του υπόχρεου) έχει ως βάση την αδικοπραξία. Η δεύτερη αξίωση έχει ως βάση την σύμβαση ασφαλίσεως. Πηγή της δεύτερης είναι βέβαια η αδικοπραξία του ασφαλισμένου [...]. Στην υπό κρίση περίπτωση θα πρέπει να απορριφθεί η πλαγιαστική αγωγή που στρέφεται κατά της έκτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αφού κρίνεται απορριπτέα η ευθεία αγωγή κατά των λοιπών εναγομένων, που αποτελεί και τη βάση της πλαγιαστικής αγωγής.
Η εκκαλουμένη απόφαση που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης της ενάγουσας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 31-7-2017 έφεση της ενάγουσας και να γίνει δεκτή η από 10-5-2018 έφεση των εναγομένων.
Στη συνέχεια θα πρέπει να [...] εξαφανισθεί για το ενιαίο της εκτέλεσης η εκκαλουμένη με αριθμό 512/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσία, να απορρίψει την αγωγή...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 31-7-2017 έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε τυπικά και ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10-5-2018 έφεση των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 512/2017 πρωτόδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη από 27-7-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτή.
Ήδη με το λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, φερόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 261 παρ. 1, 268 παρ. 1, 298, 914 και 937 παρ. 1 του ΑΚ, 221 παρ. 1, 321 έως 325 (περί δεδικασμένου) και 72 του ΚΠολΔ και 10 του Ν. 2496/1997:
α) ως προς την απόρριψη της ευθείας αγωγής της κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων λόγω δεδικασμένου και λόγω παραγραφής και β) ως προς την απόρριψη της πλαγιαστικής αγωγής της κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης ως άνευ αντικειμένου. Κατά το μέρος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα με τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο προβάλλει αιτίαση για ευθεία παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των αμέσως προαναφερομένων διατάξεων, ως προς την απόρριψη της ευθείας αγωγής της κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων λόγω παραγραφής (για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1.7.2004 μέχρι 30.9.2012) και της πλαγιαστικής αγωγής της κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης, ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος ορθά θεμελιώνεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Κατά το μέρος όμως, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα, με τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο προβάλλει αιτίαση για παραβίαση, των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 321 έως 325 του ΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη της ευθείας αγωγής της, κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, λόγω δεδικασμένου (για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από το έτος 2001 έως και το τέλος του 2004), ο λόγος αυτός, κατ' ορθή εκτίμηση των εκτιθέμενων στο αναιρετήριο και κατ' ορθή υπαγωγή και χαρακτηρισμό αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο των προβαλλόμενων σχετικών αιτιάσεων, θεμελιώνεται αληθώς στον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου, άλλωστε, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης εκτίθενται με πληρότητα όλα τα στοιχεία που συνιστούν τον αναιρετικό αυτό λόγο και, ειδικότερα, καθορίζονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια τα πρόσωπα που μετείχαν ως διάδικοι στις δίκες και το αντικείμενο των δικών, που προηγήθηκαν, από τις οποίες έγινε αναφορά του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτές σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης και οι παραδοχές του Εφετείου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν ή μη οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί πρωτοδίκως και στη κατ' έφεση δίκη από τους αναιρεσίβλητους.
Με τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο, και ειδικότερα κρίνοντας ότι η ένδικη ευθεία αγωγή, όσον αφορά τις ασκούμενες με αυτή αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, που αφορούν το χρονικό διάστημα "από το 2001 έως και το τέλος του 2004", είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί προσκρούει στις διατάξεις περί δεδικασμένου των άρθρων 321 έως 325 ΚΠολΔ, το οποίο, όπως δέχθηκε, παράγεται από τις τελεσίδικες υπ' αριθμ. 3563/2007 και 212/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Λαμίας αντίστοιχα, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου και ειδικότερα κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 324 του ΚΠολΔ, το οποίο απαιτεί, για να υπάρχει δεδικασμένο, ταυτότητα των διαδίκων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα και στην ένδικη περίπτωση δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, καθόσον στις δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 3563/2007 και 212/2006 αποφάσεις δεν ήταν διάδικος ο Ι.
Ν.. Κ., ούτε οι κληρονόμοι του - τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι διάδικοι στην ένδικη ευθεία αγωγή (δεδομένου ότι η ένδικη ευθεία αγωγή μόνο ως προς αυτούς εισήχθη προς συζήτηση μετά την παραίτηση από το δικόγραφό της ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη) και, ως εκ τούτου, δεν παράγεται δεδικασμένο από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν υπάρχει μεταξύ τους ταυτότητα διαδίκων.
Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης, στην υπ' αριθμ. 3563/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 4-12-2006 αγωγής της αναιρεσείουσας, διάδικος και ειδικότερα εναγόμενη ήταν μόνο η πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και επίσης στην υπ' αριθμ. 212/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε επί των 8-2-2003 και 21-4-2004 αγωγών της αναιρεσείουσας, διάδικος και ειδικότερα εναγόμενη ήταν ομοίως μόνο η πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία (αφού έλαβε παραδεκτή παραίτηση από το δικόγραφό τους ως προς τον άλλο εναγόμενο Ι.
Ν. Κ. και, συνεπώς, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν οι εν λόγω αγωγές ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο καταργήθηκε η δίκη), ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της από 27-7-2015 αγωγής της αναιρεσείουσας, διάδικοι και ειδικότερα εναγόμενοι, όσον αφορά την ερευνώμενη ευθεία αγωγή, είναι [ μετά την παραίτηση από το δικόγραφό της ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη ], μόνο οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι ως κληρονόμοι του Ι.
Ν. Κ. (ο οποίος, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν συμμετείχε στις προαναφερθείσες δίκες ως προς τις οποίες έκρινε το Εφετείο ότι παράγεται δεδικασμένο) και, συνεπώς, αφού δεν υπάρχει η αναγκαία προϋπόθεση της ταυτότητας των διαδίκων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, δεν παράγεται δεδικασμένο από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την ευθεία αγωγή, όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό από το Εφετείο.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθά εκτιμώμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη της ευθείας αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, όσον αφορά τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από το 2001 έως το τέλος του 2004, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του και, ειδικότερα, δεχόμενο ότι οι ασκούμενες, με την ένδικη ευθεία αγωγή, αξιώσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν το χρονικό διάστημα "από 1-7- 2004 μέχρι την 30-9-2012", έχουν ως βάση τη σωρευτική αναδοχή χρέους των άρθρων 471 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, καθώς και ότι είναι απορριπτέα η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα αντένσταση από τη διάταξη του άρθρου 268 εδαφ.
α'του ΑΚ [περί επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετή, γιατί οι αξιώσεις της βεβαιώθηκαν με την υπ' αριθμ. 65/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας], για το λόγο ότι, όπως έγινε δεκτό με την πληττόμενη απόφαση, οι αγωγές που κρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 65/2004 απόφαση είχαν ως βάση τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976, ενώ η ένδικη ευθεία αγωγή έχει ως βάση τη συμβατική σωρευτική αναδοχή χρέους κατά το άρθρο 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν μέρος της αξίωσης που κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 65/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, γιατί στηρίζονται σε διαφορετική νομική βάση και δεν ισχύει για αυτές η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 268 εδαφ.
α' ΑΚ, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251, 261 παρ. 1, 268 παρ. 1, 298, 914 και 937 παρ. 1 του ΑΚ. Και τούτο διότι, οι από 25-4-2000 και 26-3-2001 αγωγές της αναιρεσείουσας επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 65/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, είχαν ως νομική θεμελίωση, ως προς τον εκεί εναγόμενο - υπαίτιο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου Ι.
Ν. Κ., τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρο 914 ΑΚ) [και όχι το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση], ενώ και η ένδικη ευθεία αγωγή της αναιρεσείουσας έχει ως νομική θεμελίωση ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, που ενάγονται ως κληρονόμοι του άνω θανόντος οδηγού, επίσης τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρο 914 ΑΚ) σε συνδυασμό με αυτές περί κληρονομικής διαδοχής [και όχι τη συμβατική σωρευτική αναδοχή χρέους κατά το άρθρο 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση] και, συνεπώς, οι ασκούμενες, με την ένδικη ευθεία αγωγή, αξιώσεις της αναιρεσείουσας, κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων (ως προς τους οποίους και μόνο ήταν ερευνητέα αυτή), που αφορούν το χρονικό διάστημα "από 1-7-2004 μέχρι την 30-9-2012", στηρίζονταν στην ίδια νομική αιτία, με αυτές, επί των οποίων εκδόθηκε η άνω τελεσίδικη υπ' αριθμ. 65/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και, επομένως, το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε με την προαναφερθείσα αιτιολογία, την, παραδεκτά προβληθείσα πρωτοδίκως και νόμιμα επαναφερθείσα στην κατ' έφεση δίκη, αντένσταση της αναιρεσείουσας από τη διάταξη του άρθρου 268 εδαφ.
α' ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση, καθόσον, αφού επί των από 25-4-2000 και 26-3-2001 αγωγών της αναιρεσείουσας κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Ι. Ν.. Κ., ο οποίος, λόγω του επισυμβάντος μεταγενεστέρως θανάτου του, κληρονομήθηκε από τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους (και τη μη διάδικο Χ.
Τ. του Ν.), οι οποίες θεμελιώνονται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, για τις οποίες ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 65/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που δημοσιεύτηκε στις 14-4-2004, ήτοι εντός της πενταετίας από το χρόνο του ατυχήματος (4-3-2000) και διέγνωσε και βεβαίωσε τη μόνιμη σωματική βλάβη της αναιρεσείουσας, αναγνώρισε τις αγωγικές αξιώσεις της για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, καθώς και την υποχρέωση του άνω θανόντος οδηγού σε αποζημίωση της αναιρεσείουσας, επήλθε επιμήκυνση της παραγραφής σε εικοσαετία από τη δημοσίευση της άνω τελεσίδικης απόφασης.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν αποτελούν περιοδικές παροχές κατά την έννοια του εδαφίου β' του άρθρου 268 ΑΚ, οι αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας, που ασκήθηκαν με την ένδικη ευθεία αγωγή της και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας αυτής διάταξης, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι.
Επομένως, ο ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη της ευθείας αγωγής της αναιρεσείουσας, κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, λόγω παραγραφής των αξιώσεών της, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 30-9-2012, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι θα πρέπει να απορριφθεί η πλαγιαστική αγωγή, που στρέφεται κατά της έκτης εναγόμενης και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, αφού έκρινε απορριπτέα την ευθεία αγωγή κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, που αποτελεί τη βάση της πλαγιαστικής αγωγής.
Όμως, η ένδικη σωρευομένη πλαγιαστική αγωγή κατά της έκτης εναγόμενης και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ασκήθηκε επικουρικά και, συγκεκριμένα, για την περίπτωση που η εν λόγω έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ήθελε προτείνει την ένσταση της διετούς παραγραφής της αξίωσης της ευθείας αγωγής της αναιρεσείουσας και ήθελε γίνει αυτή δεκτή από το Δικαστήριο και, συνεπώς, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ευθείας αγωγής της, ως προς την έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, η, επικουρικά ασκηθείσα με το ίδιο δικόγραφο, πλαγιαστική αγωγή, ήταν απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένδικη πλαγιαστική αγωγή, με την προεκτιθέμενη διαφορετική αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. και επομένως ο κρινόμενος σχετικός αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που αφορά την πλαγιαστική αγωγή, είναι απορριπτέος, κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., ως αβάσιμος, καθόσον άλλωστε δεν γίνεται επίκληση εννόμου συμφέροντος προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου.
Κατόπιν όλων αυτών και μετά την ουσιαστική απόρριψη του ανωτέρω λόγου αναιρετικού λόγου ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά την αναιρεσίβλητη αυτή και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Αντίθετα, μετά την ουσιαστική παραδοχή των ανωτέρω αναιρετικών λόγων ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά τους αναιρεσίβλητους αυτούς και να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά την ευθεία αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου να ερευνηθεί μόνο κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής και μόνο όσον αφορά τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης αυτής (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων και υπέρ της αναιρεσείουσας, ως ηττώμενων ως προς αυτή, διαδίκων, καθόσον η τελευταία λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 7-12-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …..20-1-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2495/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά την πέμπτη αναιρεσίβλητη.
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πέμπτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
-Δέχεται την αίτηση αναίρεσης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους. -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2495/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το ως άνω κεφάλαιο, ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους.
-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το ως άνω κεφάλαιο, ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, στο ίδιο ανωτέρω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ