Legislator Giurisprudenza & Legislazione
981/2014 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against guarantee fund judgment regarding investment services compensation limits.

Numero d'incarto 981/2014
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece rejected the guarantor's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision awarding compensation to five investors. The guarantor argued the lower court lacked a legal basis due to insufficient reasoning regarding investment portfolios and asset values at the time of the license revocation. The court found the appellate judgment's reasoning sufficient and legally sound, thereby upholding the original award.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on sufficient and non-contradictory reasoning that adequately addresses the substantive issues presented by the parties.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility insufficient reasoning contradictory arguments guarantee fund investment compensation legal basis court of appeal fondo d'investimento estero

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 68 of Law 2533/1997
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
OL AP 4/2005
OL AP 1/1999
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 981 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 981/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2. Ι. Ο. του Β., κατοίκου ... 3. Π. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 4.Ν. Π. του Π., κατοίκου ... και 5. Π. συζ. Ν. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λιναρίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουνίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3329/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 85/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, ύστερα από απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εκδόθηκε η σχετική με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, και την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων" επενδύσεων Οδηγία 97/9/ΕΚ της 3ης Μαρτίου 1997, σκοπός της οποίας υπήρξε η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης, τα οποία πρέπει να καλύπτουν τους σχετιζόμενους με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή τίτλους ή το κεφάλαιο, που κρατεί μία επιχείρηση επενδύσεων και δεν μπορεί να επιστρέψει σε περίπτωση αδυναμίας της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές.

Η Οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο το υφιστάμενο τότε Κοινό Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Ασφάλειας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών μετονομάστηκε σε Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών και αναδιαρθρώθηκε, για να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού σύμφωνα με τις προβλέψεις της κοινοτικής νομοθεσίας.

Το Συνεγγυητικό αυτό Κεφάλαιο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με χαρακτήρα εξασφαλιστικό και υποχρεωτική σ' αυτό συμμετοχή κάθε εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που αποτελεί και προϋπόθεση της εκάστοτε παροχής καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών (άρθρα 61 παρ. 2 και 64). Σκοπός ειδικότερα του εν λόγω Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, κατά το άρθρό763 του πιο πάνω νόμου, είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέλη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας ΕΠΕΥ να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και η υποστήριξη, με τον τρόπο αυτό, της σταθερότητας και αξιοπιστίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.

Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, κατά το άρθρο 65 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν 2651/1998, είναι διαζευκτικά: α) η παροχή γνωστοποίησης στο Συνεγγυητικό από την ΑΕ ΑΠΟΘ, ότι μέλος δεν έχει εκπληρώσει εμπρόθεσμα υποχρεώσεις παράδοσης κινητών αξιών ή μετρητών για την εκκαθάριση χρηματιστηριακής συναλλαγής, β) η υποβολή αίτησης αποζημίωσης στο Συνεγγυητικό από εντολέα, γ) η υποβολή δήλωσης από ΕΠΕΥ προς το Συνεγγυητικό αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεών της προς εντολείς, δ)η έκδοση οριστικής πτωχευτικής απόφασης κατά ΕΠΕΥ και ε) η ανάκληση της άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση της θέσης της ΕΠΕΥ σε ειδική εκκάθαριση, το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους, που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, με βάση παραστατικά και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται στη διάθεση της ΕΠΕΥ ή του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων ή διαβιβάζονται σε αυτό από τον Επόπτη και τα οποία ο επόπτης εκκαθάρισης υποχρεούται να διαβιβάσει στο Συνεγγυητικό (άρθρο 65 παρ. 7).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 66 του ίδιου νόμου, η αποζημίωση του εντολέα για το σύνολο των απαιτήσεών του κατά ΕΠΕΥ, που απορρέουν από πράξεις ή παραλείψεις της, δεν μπορεί να είναι ανώτερη από το μικρότερο των εξής ποσών: α) της συνολικής απαίτησης του εντολέα, όπως θα προσδιοριστεί με απόφαση του Συνεγγυητικού ή β) του ποσού των 30.000 ευρώ, όπως το ποσό αυτό ορίστηκε με την ΥΑ (ΥΠΕΘΟ)Α 14082/Β. 809/2000.

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 7 του τελευταίου αυτού άρθρου, σε περίπτωση που το Συνεγγυητικό κρίνει ότι έχει προκληθεί ζημία σε εντολέα ή αντισυμβαλλόμενο μέλος που δημιουργεί το δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση που κρίνει ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α)μέρος της αίτησης του εντολέα ή του αντισυμβαλλόμενου μέλους ελέγχεται ως ψευδές, (β) ο εντολέας ή το αντισυμβαλλόμενο μέλος έχει κάνει χρήση απατηλών μέσων προκειμένου να λάβει αποζημίωση από το Συνεγγυητικό, (γ) ο εντολέας δρα ως παρένθετο πρόσωπο ως προς την καλυπτόμενη υπηρεσία από την οποία απορρέει η απαίτησή του και δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι ο τελικός δικαιούχος είναι πρόσωπο που δικαιούται αποζημίωσης ως εντολέας ή το ύψος τυχόν αποζημιώσεων τις οποίες έχει λάβει ο τελικός δικαιούχος για την ίδια αιτία, (δ) η ζημία του εντολέα ή του αντισυμβαλλόμενου μέλους απορρέει σε ουσιώδες μέρος από δόλο ή βαρεία αμέλειά του, ή (ε) η αίτηση έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων του ν. 2533/1997, που αποτυπώνουν διατάξεις της προαναφερόμενης Οδηγίας 97/9/ΕΚ και ερμηνεύονται από το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας αυτής για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν αποτελέσματος, προκύπτει ότι η εκ μέρους του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς

επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και αντισυμβαλλόμενα μέλη, προϋποθέτει τη διαπίστωση οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας ΕΠΕΥ προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών. Τέτοια αδυναμία συντρέχει και όταν ανακαλείται η άδεια σύστασης ΕΠΕΥ και τίθεται αυτή σε ειδική εκκαθάριση.

Το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο δικαιούται να αρνηθεί να αποζημιώσει τους επενδυτές για απαιτήσεις τους, μόνον όταν αποδειχθεί ότι συντρέχει κάποια από τις διαζευκτικά διατυπωμένες αρνητικές προϋποθέσεις, που αναφέρονται ρητά και περιοριστικά στο πιο πάνω άρθρο 66 παρ. 7. Καμιά άλλη εξαιρετική περίπτωση δεν τίθεται στο νόμο, που να δικαιολογεί απαλλαγή του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου ή άρνηση αυτού προς καταβολή της πιο πάνω προβλεπόμενης ελάχιστης αποζημίωσης στον επενδυτή, του οποίου το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων σε καλυπτόμενες από το νόμο επενδυτικές υπηρεσίες εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών απολέσθηκε, λόγω αδυναμίας (οριστικής ή μη αναστρέψιμης) της τελευταίας προς εκπλήρωση των απορρεουσών από τη σχετική σύμβαση υποχρεώσεών της.

Ειδικότερα δεν συνδέεται με καμιά διάταξη του νόμου αυτού η υποχρέωση του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου για αποζημίωση του επενδυτή με την ύπαρξη ή μη θετικού καταλοίπου στο λογαριασμό του εντολέα επενδυτή κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας σύστασης της ΕΠΕΥ και της θέσης της σε ειδική εκκαθάριση. Άλλωστε μια τέτοια σύνδεση της εν λόγω υποχρέωσης του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου με την ύπαρξη κάποιου καταλοίπου στο λογαριασμό του επενδυτή θα αντιστρατευόταν τον ίδιο το σκοπό του νόμου για την παροχή μιας ελάχιστης προστασίας, κατεξοχήν στους μικροεπενδυτές, λόγω απώλειας των συμβατικώς εμπιστευμένων επενδύσεων τους σε νομίμως αδειοδοτηθείσα και λειτουργούσα

εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία έχει περιέλθει σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι ανέθεσαν στην εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών WORLDWIDE INVESTMENT ΑΕΠΕΥ, η οποία, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της στις 21.1.2003 με την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους για καλυπτόμενες από τον πιο πάνω νόμο επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, έχουν την προβλεπόμενη από τον προαναφερόμενο νόμο αξίωση αποζημίωσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, λόγω απώλειας του χαρτοφυλακίου τους, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη υπολοίπου στο λογαριασμό τους κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2533/1997, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του μεταξύ άλλων, και τα εξής : " Οι ενάγοντες συνήψαν με την εταιρία WORLDWIDE, INVESTMENT ΑΕΠΕΥ τις ακόλουθες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, που είναι μεταξύ τους πανομοιότυπες ως προς τη διατύπωση και τις ρήτρες τους:

Ο πρώτος ενάγων Ι. Α. την από 25.4.2000 σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου με τα παραρτήματά της Ι και II με αντικείμενο τη διαχείριση συνόλου μετρητών και χρηματοπιστωτικών μέσων...Αποδείχθηκε στη συνέχεια η διενέργεια επενδύσεων σε τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures) και δικαιώματα προαίρεσης (options) στο όνομα των πέντε πρώτων από τους ενάγοντες με τους κατωτέρω κωδικούς αριθμούς, μέσω των εταιριών...Επομένως, εφόσον τα ως άνω κεφάλαια κατατέθηκαν σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία και μάλιστα επενδύθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, η ως άνω ΕΠΕΥ, στα πλαίσια της εντολής τους, παρείχε στους παραπάνω ενάγοντες επενδυτική υπηρεσία διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, η οποία συνιστά καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία.

Η διενέργεια συγκεκριμένων επενδύσεων από την εταιρία στο όνομα των πρώτων πέντε εναγόντων σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα (τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων και δικαιώματα προαιρέσεως) δεν αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο Συνεγγυητικό Κεφάλαιο. Σύμφωνα με τη ρήτρα II

της αυτής σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου η εταιρία διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του πελάτη κατά τη διακριτική της ευχέρεια και ελεύθερη κρίση, επιδεικνύουσα επαγγελματική ευσυνειδησία και τηρώντας τους κανόνες της νομοθεσίας, ιδίως τους απορρέοντες από τον Κώδικα Δεοντολογίας...Επιπλέον συμφωνήθηκε η παροχή εκτεταμένης εξουσιοδότησης προς την ως άνω ΑΧΕΠΕΥ...Αποδείχθηκε ότι το χαρτοφυλάκιο των πέντε πρώτων εναγόντων κατά το ένδικο διάστημα περιείχε χρηματοπιστωτικά μέσα και ότι τα χρηματικά ποσά που κατέθεσαν στην ως άνω εταιρία στα πλαίσια σχετικής εντολής τους, που ενσωματώνεται στις ως άνω συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου κατά τη διάρκεια της διαχείρισης επενδύθηκαν σε χρηματοπιστωτικά μέσα...Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι με τη 2/261/21.1.2003 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εταιρίας WORLDWIDE INVESTMENT ΑΕΠΕΥ, και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση...Ο εκκαθαριστής προέβη σε επαλήθευση των απαιτήσεων των πρώτων πέντε εναγόντων, η οποία περατώθηκε με την υποβολή εκ μέρους του στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 68 του ν. 2533/1997 Επιτροπή Αποζημιώσεων της από 23.10.2003 αναφοράς-γνωστοποίησης, για τον πρώτο ενάγοντα για το ποσό των 383.853 ευρώ, για το δεύτερο ενάγοντα για το ποσό των 303.499 ευρώ, για τον τρίτο ενάγοντα για το ποσό των 144.814 ευρώ, για τον τέταρτο ενάγοντα για το ποσό των 97.481 ευρώ, για την πέμπτη ενάγουσα για το ποσό των 56.101 ευρώ...Από τα με ημερομηνία 17.1.2033 και 20.1.2003 σημειώματα εκκαθάρισης συναλλαγών επί παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων της εκκαθαρίστριας Τράπεζας, σε συνδυασμό και με την ως άνω αναφορά-γνωστοποίηση, ρητά επιβεβαιώνεται η διενέργεια συγκεκριμένων επνδύσεων, στο όνομα των πρώτων πέντε εναγόντων, με τους κωδικούς...επίσης αποδείχθηκε ότι τη 17.1.2003, προτελευταία ημέρα της κατάρρευσης της ως άνω εταιρείας, το χαρτοφυλάκιό τους περιελάμβανε στο σύνολό τους επενδύσεις σε τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures) και δικαιώματα προαίρεσης (options), οι οποίες την 20.1.2003 μηδενίστηκαν.

Με βάση τις ως άνω εγγραφές οι πιο πάνω απαιτήσεις των πέντε πρώτων εναγόντων που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της εταιρίας να ικανοποιήσει τις αναγγελθείσες απαιτήσεις τους και εφόσον αυτές, κατά τα ως άνω ποσά που επαληθεύτηκαν, υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, που είναι το ανώτατο όριο αποζημίωσης που εντολέας δικαιούται να λάβει από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει να καταβάλει το πιο πάνω ποσό σε καθε ένα από τους πέντε πρώτους ενάγοντες...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες στην αναιρεσιβαλλόμενη αναφορικά με τη θεμελιούμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2533/1997 αξίωση των αναιρεσιβλήτων, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τα ζητήματα, 1) της ύπαρξης ή μη θετικού καταλοίπου υπέρ των εναγόντων από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της προαναφερόμενης ΑΕΠΕΥ, 2) του αντικειμένου των πραγματοποιηθεισών συναλλαγών κατά τη διάρκεια διαχείρισης των χαρτοφυλακίων των αναιρεσιβλήτων και 3) της αξίας των χρηματοπιστωτικών μέσων κατά τη 17.1.2003, κρίνονται αβάσιμα.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.10.2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών για αναίρεση της απόφασης 85/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισάγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18 Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ