Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to vague and insufficiently reasoned grounds of appeal.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipal Water Supply Company against the final judgment of the Monomelous District Court of Nafplio. The appellant argued that the lower court failed to adequately justify why it could maintain a contractual relationship with the private company despite the public utility's monopoly status and lack of recorded invoices. The court rejected this claim because the grounds of appeal were vague and did not specify the violated substantive law provisions or the factual contradictions required for a valid review.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the violated substantive law provisions, the factual contradictions, and the connection between the reasoning and the operative part of the judgment.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 980 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 980/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΥΑ ΝΑΥΠΛΙΟΥ" που εδρεύει στο Ναύπλιο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Γκολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/5/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 159/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 119/2020 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στο άρθρο 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής: "1.
Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3.
Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ' αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 891/2018). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό, είναι σχέση δημοσίου δικαίου.
Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 891/2018).
Το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο οι διαφορές από συμβάσεις με το Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ υπάγονταν είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για διοικητική σύμβαση, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, και το οποίο ρητά προβλεπόταν και στο Ν. 4412/8-8-2016 "Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)", με τον οποίο θεσπίστηκαν ενιαίοι κανόνες για τις διαδικασίες προγραμµατισµού, ανάθεσης, σύναψης και εκτέλεσης δηµοσίων συµβάσεων, μεταβλήθηκε, αφενός μεν ως προς τις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών με τα άρθρα 21 και 22 του Ν. 4491/13-10-2017, με τα οποία αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως οι διατάξεις των άρθρων 175 και 198 του Ν. 4412/2016 και ορίστηκε ότι κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, διοικητικό εφετείο, στις οποίες διατάξεις μάλιστα προσδόθηκε αναδρομική ισχύς με τη διάταξη του άρθρου 376 παρ. 14 του Ν.4412/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 23 ν. 4491/2017 και ορίζει ότι το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016 (στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 198 του ιδίου νόμου) εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4412/2016, αφετέρου δε ως προς τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών με το άρθρο 43 παρ. 24 περ.
α' του ν. 4605/1-4-2019, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 205 Α' στον προαναφερόμενο Ν. 4412/2016, το οποίο άρχισε να ισχύει τρεις μήνες μετά από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4605/2019) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ήτοι από 01.07.2019), σύμφωνα με το οποίο: "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο διοικητικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση ...".
Στη διάταξη αυτή δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, όπως, κατά τα ανωτέρω, δόθηκε για τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών με το άρθρο 23 Ν.4491/2017, στην δε αιτιολογική έκθεση του Ν. 4605/2019 αναφέρεται ότι το άρθρο 205 Α' προστέθηκε στο νόμο 4412/2016, προκειμένου να επιτευχθεί η ενιαία εφαρμογή στις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών του νόμου αυτού, ο οποίος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 376 παρ.1 αυτού, εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες συμβάσεις, καθώς και σε όλους τους διαγωνισμούς μελετών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων, σύμφωνα με τα άρθρα 61, 120, 290 και 330, λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, ήτοι μετά από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 08.08.2016.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι η προσθήκη του άρθρου 205 Α' στο νόμο 4412/2016 έγινε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος, χάριν της ενιαίας εφαρμογής των κανόνων του Ν. 4412/2016 και μόνον, αφού στη διάταξη αυτή δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, όπως δόθηκε για τα άρθρα 175 και 198 του ιδίου νόμου με το Ν.4491/2017 για τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών και συνεπώς το άρθρο αυτό (205Α') εφαρμόζεται για τις προσφυγές ή αγωγές που κατατίθενται μετά την 1/7/2019, που άρχισε να ισχύει ο νόμος 4605/2019, που το προσέθεσε στο Ν. 4412/2016, και αφορά σε συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων έλαβε χώρα μετά τις 08.08.2016 και για τις οποίες συνεπώς εφαρμόζεται ο Ν. 4412/2016, αντίθετα δε, δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν το νόμο 4412/2016, για τις οποίες δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός, και τούτο ακόμα και αν η προσφυγή ή αγωγή κατατεθεί μετά την 1/7/2019.
Για τις συμβάσεις αυτές, που συνήφθησαν πριν το νόμο 4412/2016, εφόσον δεν είναι διοικητικές αλλά είναι ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, παραμένει η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 205 Α' του νόμου 4412/2016, που αφορά μόνο τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες εφαρμόζεται ο Ν. 4412/2016. (ΑΠ 268/2023).
Με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ A 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ A 107/31.07.2017), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ενώ και μετά την αντικατάσταση του άνω άρθρου 1 του νόμου 1069/1980, με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α 107/31.7.2017), ορίστηκε ότι "1.
Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α' 114), έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010 (Α' 87)".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του ως άνω νόμου, όπως είχε πριν την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 3 του Ν. 4483/2017, το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την επιχείρηση και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους αυτής, αποφασίζει δε για κάθε θέμα που αφορά την επιχείρηση, πλην των περιπτώσεων για τις οποίες ορίζεται άλλως στον παρόντα νόμο, κατά δε την παρ. 2 του παραπάνω άρθρου, το Διοικητικό Συμβούλιο της επιχείρησης αποφασίζει περί αναθέσεως συντάξεως μελετών, έργων και προμηθειών και εγκρίνει αυτές.
Επίσης αποφασίζει περί του τρόπου εκτελέσεως των έργων και ενεργείας των προμηθειών της επιχειρήσεως και εγκρίνει τις προς τούτο αναγκαίες δαπάνες. Επιπλέον, κατά το άρθ. 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 9 του ως άνω Ν. 4483/2017, (ΦΕΚ Α' 107/31.7.2017), τα έργα και οι προμήθειες για την κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία των συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης εκτελούνται από την επιχείρηση.
Περί του τρόπου εκτελέσεως των έργων και ενεργείας των προμηθειών αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της επιχείρησης. Από τις διατάξεις δε του Ν. 1069/1980 εν συνόλω συνάγεται ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, αν και εξοπλίζονται από το νόμο με αρμοδιότητες που προσιδιάζουν σε δημόσια αρχή (όπως π.χ.
κατά τα άρθρα 11, 24, 27 του εν λόγω νόμου), είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, ίδια περιουσία και δικούς τους πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησης αυτών, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται (Ολ ΑΠ 5/2022, ΑΠ 173/2023, ΑΠ 740/2021, ΑΠ 829/2018, ΑΠ 113/2017), ενώ οι συμβάσεις που συνάπτουν οι επιχειρήσεις αυτές με ιδιώτες στο πλαίσιο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, προς εκπλήρωση του σκοπού τους, αποτελούν συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο ένας τουλάχιστον από τους αντισυμβαλλομένους δεν είναι διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 268/2023, ΑΠ 891/2018).
Περαιτέρω η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, αν πρόκειται για απόφαση ειρηνοδικείου ή απόφαση πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 3 περιπτ. α' ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου.
Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο αντίστοιχος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αν πρόκειται για απόφαση ειρηνοδικείου ή απόφαση πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου), λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην επίκληση της πλημμέλειας της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 268/2023, ΑΠ 1529/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, που δίκασε ως Εφετείο, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : Ότι δυνάμει διαδοχικών - προφορικών και γραπτής - συμβάσεων προμήθειας και παροχής υπηρεσιών που κατήρτισε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ίδρευσης Αποχέτευσης Ναυπλίου", το οποίο παρέχει υπηρεσίες κοινωφελούς χαρακτήρα ύδρευσης και αποχέτευσης στα όρια του νέου Καλλικρατικού Δήμου Ναυπλιέων Αργολίδας, πώλησε και παρέδωσε προσηκόντως σ'αυτό τα αναλυτικώς αναφερόμενα κατ' είδος και αξία εμπορεύματα και παρείχε τις αναφερόμενες υπηρεσίες λογιστικής και μηχανογραφικής υποστήριξης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 31.12.2016, συνολικής αξίας μετά του Φ.Π.Α. 36.182,60 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου οφειλής, κατόπιν καταβολών από το αναιρεσείον, ποσού 17.661,50 ευρώ, το οποίο αρνείται να της καταβάλει, παρότι παρήλθε η δήλη ημέρα πληρωμής.
Ζήτησε δε η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλει νομιμοτόκως το άνω οφειλόμενο ποσό των 17.661,50 ευρώ, με βάση τις συμβάσεις προμήθειας και παροχής υπηρεσιών και, επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας των συμβάσεων, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, διότι οι επίδικες -προφορικές και γραπτή - συμβάσεις προμήθειας και παροχής υπηρεσιών, είτε έγκυρες, είτε άκυρες, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ., που παρέχει υπηρεσίες κοινωφελούς χαρακτήρα, είναι ιδιωτικού δικαίου και η διαφορά που προκύπτει απ' αυτές είναι ιδιωτική, υπαγόμενη στα πολιτικά δικαστήρια.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 205Α του ν. 4412/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 43 παρ. 24α του ν. 4605/2019 και άρχισε να ισχύει τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4605/2019) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ήτοι από 01.07.2019), σύμφωνα με την οποία "κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο διοικητικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση...", εφαρμόζεται για τις προσφυγές ή αγωγές που κατατίθενται μετά την 1.7.2019 και αφορούν σε συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων έλαβε χώρα μετά τις 8.8.2016 και για τις οποίες εφαρμόζεται ο Ν. 4412/2016.
Επομένως, η ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, διότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου στις 18.12.2017, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος της και επιπλέον αφορά και σε συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν τις 8.8.2016. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεχόμενο ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 205Α του Ν. 4412/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 43 παρ. 24α του ν. 4605/2019, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση και δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 293/2018).
Επίσης ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού, όχι του δικονομικού δικαίου (ΑΠ 14/2023). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 339/2023).
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996).
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 1199/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, επιδίκασε σε βάρος του το ποσό των 7.440 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλής δυνάμει των υπ'αριθ. 108/8.9.2016 και 223/3.4.2017 τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς πως, ενώ υπήρχε άλλη εταιρία που παρείχε με σύμβαση το ίδιο έργο, μια Δ.Ε.Υ.Α., που ελέγχεται προληπτικά και κατασταλτικά από το Ελεγκτικό Συνέδριο, μπορούσε να διατηρεί και άλλη συμβατική σχέση με την αναιρεσίβλητη, όταν τα επίδικα τιμολόγια ούτε είχαν καταγραφεί στα βιβλία της Δ.Ε.Υ.Α., ούτε είχαν παραληφθεί.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, το δε αναιρεσείον, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ. 1 και 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του Ν.3463/2006 "Περί κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη είτε σε βάρος είτε υπέρ των Δ.Ε.Υ.Α. (ΑΠ 339/2023, ΑΠ 378/2020), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Σημειώνεται, τέλος, ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ., ως Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.), απολαμβάνον όλων ανεξαιρέτως των ατελειών που παρέχονται στο Δημόσιο (άρθρ. 276 παρ.1 Ν.3463/2006), δεν υποχρεούται σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης, γι' αυτό και δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.5.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 159/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ