Legislator Giurisprudenza & Legislazione
980/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of substantive law violation and insufficient grounds.

Numero d'incarto 980/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued for a change in title based on specific facts, but the court found these arguments unsupported by evidence and inconsistent with the lower court's findings. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it failed to demonstrate a violation of substantive law or other statutory grounds for review.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated or the decision lacks legal basis, requiring proof of a specific legal error rather than mere disagreement with facts.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility substantive law violation inadmissible appeal property ownership dispute legal basis requirement zone agricole zona di conservazione diritto fondiario rurale

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 980 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 980/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Δ. Κ., θυγατέρας Δ. Μ., 2. Θ. Κ. του Δ., 3 Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Στάμου που ανακάλεσε την από 5-12-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο Των αναιρεσίβλητων: 1.Ν. Ζ. του Ν., 2. Γ. Ζ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σαμουρέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2460/2014 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 246/2019 του Εφετείου Αθηνών

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-4-2019 αίτησή τους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 12/4/2019 (με αριθμό κατάθεσης 315/2019) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 246/2019 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοσή της. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τις αναιρεσείουσες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παράγραφος 2 του νόμου 4446/2016.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παράγραφος 1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΟΛ.ΑΠ 32/1996) Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό, διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, άσκηση δε νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με το συμβόλαιο .../15-6-2009 της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Π. Χ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ..., στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό …, η Χ.

σύζυγος Ν. Ζ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα τέκνα της Ν. και Γ. Ζ., ήδη ενάγοντες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 720,06 τετ. μέτρων, που βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του ..., εντός…, στη θέση ... -Στην ανωτέρω δικαιοπάροχο τους, Χ. σύζυγο Ν. Ζ., το εν λόγω αγροτεμάχιο περιήλθε κατόπιν άτυπης δωρεάς το έτος 1985 από την αδελφή της μητέρας της και νονά της Δ.

χήρα Χ. Α., στην οποία είχε περιέλθει το έτος 1940 λόγω άτυπης προίκας από τον πατέρα της Σ. Α. Ν. ο οποίος ήταν κύριος μεγάλης έκτασης στην περιοχή. Η Δ. χήρα Χ. Α. από την παραχώρηση του αγροτεμαχίου στην ίδια, καλλιεργούσε αυτό με κριθάρι και βρώμη τα οποία πωλούσε η χρησιμοποιούσε για την εκτροφή των ζώων.

Όταν δε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της αδυνατούσε να το καλλιεργεί συνέχιζε να το καθαρίζει να το επιβλέπει και να φροντίζει τη διατήρηση των ορίων του μέχρι το έτος 1985 οπότε το δώρισε στην ανεψιά της που την φρόντιζε, η οποία, με δεδομένο ότι η περιοχή άρχισε να κατοικείται και να ανεγείρονται προς τούτο στα αγροτεμάχια κατοικίες, οπότε σταμάτησαν οι καλλιέργειες, εξακολούθησε τις ίδιες πράξεις νομής, ήτοι το καθάριζε, επέβλεπε τα όρια του, ανάθεσε την εμβαδομέτρηση του σε μηχανικό και τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, ενώ επέτρεψε στον εκ των εναγόντων Δ.

Κ. να εναποθέσει σε τμήμα αυτού οικοδομική ξυλεία. Ενόψει των ανωτέρω τόσο η Δ. χήρα Χ. Α. από το έτος 1940 έως το έτος 1985 και, στη συνέχεια, η Χ. σύζυγος Ν. Ζ. από το έτος 1985 έως το έτος 2009 με τη συμπλήρωση υπέρ εικοσαετούς συνεχούς και αδιατάρακτης, νομής στο άνω ακίνητο, με διάνοια κυρίου, απέκτησαν διαδοχικά την κυριότητα αυτού με προσόντα έκτακτης χρησικτησίας...Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι δυνάμει του με αριθμό .../1967 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Κρωπίας Λ.

Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Δ. και Α. Κ. (δύο πρώτοι των εναγόμενων) απέκτησαν με δωρεά εν ζωή από την Μ. Χ. ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 300 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ... το οποίο κατά τον τίτλο κτήσης συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Ν., πατέρα της Δ. χήρας Χ. Α., ενώ ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό .../1970 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Β.

Γ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησαν λόγω αγοράς την συγκυριότητα άλλου όμορου αγροτεμαχίου εμβαδού 300 τ.μ. Από τους εν λόγω τίτλους προκύπτει ότι η ενιαία αυτή ιδιοκτησία συνόρευε προς νότο και δύση με ιδιοκτησία Φ. Φ. και όχι με αγροτική οδό ή την οδό .... Στα εν λόγω ακίνητα, αφού τα περιέφραξαν και διαμόρφωσαν είσοδο από την οδό ... (βλ κατάθεση του μάρτυρά τους στο ακροατήριο), ανήγειραν κατοικία και κατάστημα τα έτη 1962 και 1970, αντίστοιχα.

Ακολούθως, το έτος 2008 δυνάμει του με αριθμό .../2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής στα τέκνα τους Θ. και Ε. Κ., ήδη τρίτη και τέταρτη των εναγόμενων, την ψιλή κυριότητα του ενιαίου αγροτεμαχίου, το οποίο κατά τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο αυτό είχαν αποκτήσει με τους ανωτέρω τίτλους, ήτοι εν μέρει με το με αριθμό .../1967 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λ.

Δ. και εν μέρει δυνάμει του με αριθμό .../1970 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Β. Γ. Γ., προσδιορίζουν δε την επιφάνειά του σε 600 τ.μ. κατά τους τίτλους κτήσης και 1216 τ.μ. κατά νεώτερη και επακριβή καταμέτρηση. Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είχαν καταστεί συγκύριοι με παράγωγο τρόπο συνολικής έκτασης 600 τ.μ., και όχι 1216 τ.μ., ενώ ο ισχυρισμός τους ότι για φορολογικούς λόγους ανέγραψαν στους τίτλους κτήσης λιγότερη έκταση από την αληθινά κτηθείσα δεν αντέχει σε καμία λογική εξήγηση όταν μάλιστα ουδεμία πράξη νομής αυτών επί εκτάσεως πλην της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους αποδείχθηκε.

Ειδικότερα εξ αρχής περιέφραξαν, όπως προελέχθη, μόνο την ιδιοκτησία τους, έκτασης εξακοσίων μέτρων, ενώ επέκτειναν την περίφραξη συμπεριλαμβάνοντας το επίδικο αγροτεμάχιο μόλις το έτος 2009 (τα τελευταία δύο έτη κατά την κατάθεση του μάρτυρά τους στο ακροατήριο). Σημειωτέον ότι από την έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου Ι.

Σ. που προσκομίζεται προκύπτει ότι το επίδικο στις αεροφωτογραφίες εμφανίζεται χέρσο και ακαλλιέργητο, στην αεροφωτογραφία του 2007 δεν διαπιστώνεται περιτοίχιση αυτού από την οδό ..., ενώ στην αεροφωτογραφία του έτους 1962 το ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. εμφανίζεται με μερική περιτοίχιση. Η αναφορά στην εν λόγω έκθεση ότι στις αεροφωτογραφίες παρατηρείται εναπόθεση ξυλείας εντός του επιδίκου και χρήση αυτού ως χέρσου προς εξυπηρέτηση των οικιών των εναγόμενων δεν οδηγεί σε διαφορετική εκδοχή ;αφού όπως προειπώθηκε η εναπόθεση ξυλείας έλαβε χώρα μετά από άδεια της Χ.

Ζ., ενώ η όποια άλλη χρήση του επιδίκου αγροτεμαχίου δεν προέκυψε ότι γινόταν με διάνοια κυρίο, δεδομένου μάλιστα ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι έως και το έτος 1989 τουλάχιστον αναγνώριζαν ως κυρία του επιδίκου αγροτεμαχίου την Δ. χήρα Χ. Α. κατά την αναφορά στους τίτλους τους και όχι τους εαυτούς τους." Το αίτημα των εναγόμενων - εκκαλούντων, που υποβλήθηκε με την υπό κρίση έφεση, περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι δεν κρίνεται αναγκαία η διεξαγωγή της, αφού τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν κρίνονται επαρκή για τη διαμόρφωση ασφαλούς κρίσης από το Δικαστήριο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το πρώτον τον Οκτώβριο του έτους 2009, λίγο μετά την μεταβίβαση του επιδίκου στους ενάγοντες, οι εναγόμενοι τοποθέτησαν περίφραξη από συρματόπλεγμα στο επί της οδού ... δυτικό όριο του ακινήτου μήκους 8,80 μέτρων, όπως και συρματόπλεγμα και πόρτα από το βορινό κοινό όριο όπου το ακίνητο συνορεύει με ιδιοκτησίες Π.

και Κ. μέχρι το νότιο κοινό όριο που συνορεύει με Ιδιοκτησίες Κ. και Φ. επί πλευράς 6,40 μέτρων, φύτεψαν εντός αυτού ελαιόδενδρα, κατασκεύασαν οικίσκο που βρίσκεται στο στάδιο των επιχρισμάτων και τοποθέτησαν διάφορα πράγματα, αποβάλλοντας τους ενάγοντες από τη νομή του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πλήρως κατά τη βάση της παράγωγης κτήσης αποδείχθηκε το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων πάνω στο επίδικο καθώς και η εκ μέρους των εναγόμενων παράνομη έναντι αυτών άσκηση της νομής του και συνακόλουθα το κατ' ουσίαν βάσιμο της υπό κρίση αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του και με τις ίδιες όπως και η παρούσα απόφαση αιτιολογίες, δέχθηκε την υπό κρίση αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν , δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς τις αποδείξεις εξετίμησε και συνεπώς οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης με τους οποίους οι εναγόμενοι ήδη εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα προς τις πιο πάνω παραδοχές είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και απορριπτέοι".

Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των οποίων δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045 και 974 του ΑΚ και οι από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο α' πρώτος, δεύτερος και πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα ως προς την με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ'αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την έκταση του επίδικου ακινήτου και τις πράξεις νομής επ'αυτού της δίκαιοπαρόχου των εναγόντων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε και, επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτών, λόγοι αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 3.

Από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ύπαρξη ανάγκης για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, όταν ζητείται από κάποιο διάδικο, για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την απορριπτική κρίση του, καθόσον το σχετικό αίτημα δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ.

Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει το αίτημα των εναγομένων-αναιρεσειόντων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς την ακριβή θέση του επίδικου ακινήτου και τις καλλιέργειες αυτού, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά ίο τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

4. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και, μάλιστα, από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε ρητά ή και σιωπηρά για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (Ολ.ΑΠ 25/2003), ενώ (ο ίδιος λόγος) δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, 559/2008, 1321/2007, 50/2008).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια α) της λήψεως υπόψη πράξεων νομής στο επίδικο πριν από το έτος 1985 από την απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων , ενώ στην ένδικη αγωγή αναφέρονταν πράξεις νομής επί του επίδικου μόνο μετά το έτος 1985 από την άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων, προς θεμελίωση της με έκτακτη χρησικτησία κτηθείσας απ' αυτήν κυριότητας επί του επιδίκου, και β) της μη λήψεως υπόψη των εκτιθεμένων πράξεων νομής επί του επίδικου των εναγομένων - αναιρεσειόντων, που θεμελιώνουν την προταθείσα από τους τελευταίους ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επίδικου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία.

Ο λόγος αυτός, κατά το με στοιχείο α' σκέλος του, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής, που στηρίζεται σε παραγωγό τρόπο κτήσης της κυριότητας και, ειδικότερα, ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου δυνάμει του αναφερόμενου σ' αυτή συμβολαίου λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα τους, η οποία ήταν κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας άνω των 20 ετών τις αναφερόμενες σ' αυτήν πράξεις νομής στο επίδικο από το έτος 1985 και εφεξής μέχρι το έτος 2009, οπότε καταρτίστηκε με τους ενάγοντες το συμβόλαιο γονικής παροχής και, ως εκ τούτου, η λήψη υπόψη από την προσβαλλόμενη πράξεων νομής στο επίδικο από την απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων κατά το προγενέστερο του έτους 1985 χρονικό διάστημα, δεν επιδρά στο διατακτικό αυτής, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές δεν συγκροτούν ισχυρισμό που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι οι πράξεις νομής από την απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων πριν από το έτος 1985, οι οποίες πράγματι δεν περιέχονται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, προέκυψαν από τις αποδείξεις κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και με αυτές δεν επήλθε μεταβολή της γενομένης δεκτής κυρίας βάσης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, ερειδομένης επί παραγώγου τρόπου κτήσεως της συγκυριότητας των εναγόντων.

Ο ίδιος λόγος, κατά το με στοιχείο β' σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η προαναφερθείσα ένσταση ίδιας κυριότητας των εναγομένων - αναιρεσειόντων επί του επιδίκου, κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, ελήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε από το Εφετείο σιωπηρώς κατ' ουσίαν, αφού δέχθηκε ότι "ουδεμία πράξη νομής των εναγομένων αποδείχθηκε επί της επίδικης έκτασης".

5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο "αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις", ιδρύεται όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την λαβούσα χώρα διάπλαση ή διάγνωση, οχι δε αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό.

Συνεπώς, ο τρίτος από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, που συνίσταται, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, στην ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό της ως προς την έκταση του ακινήτου των εναγομένων και του επίδικου, καθώς και ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό αυτής ως προς τα ίδια στοιχεία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 6. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό.

Συνεπώς, ο έκτος (και τελευταίος) από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, στον οποίο, πλην της αναφοράς του αριθμού 10, δεν διαλαμβάνεται κανένα στοιχείο για τη θεμελίωσή του, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και απορριπτέος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12/4 /2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 246/ 2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο, και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ