Legislator Giurisprudenza & Legislazione
980/2018 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to death of defendant and procedural defects.

Numero d'incarto 980/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Third Instance Court's final judgment in a succession dispute. The appellant sought to challenge the decision after the death of a defendant, arguing the lower court failed to consider specific evidence. The court ruled the appeal inadmissible because it was directed at the wrong parties and the lower court had explicitly acknowledged all submitted evidence.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 34, 35 of the Civil Code; Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Article 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal filed by a defendant's successor after the death of the original defendant must be directed against the universal successors, and the court must consider all evidence presented unless specific grounds for non-consideration are met.

Parole chiave

Generato dall'IA
succession dispute death of defendant universal successors inadmissible appeal evidence consideration

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 34, 35 of the Civil Code
Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 and following of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338-340 and 346 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 980 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 980/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Α. Γ., 2) Ν. Χ. του Μ., κατοίκων ..., 3) Β. χας Β. Τ.() Τ., το γένος Κ., 4) Η. Τ.() Τ., 5) Ι. Τ.() Τ., κατοίκων ..., ως νομίμων (3η έως και 5ος) εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Β. Τ.() Τ. του Η., 6) Ε. χας Κ. Κ., 7) Β. συζ. Α. Σ., 8) Α. Γ. του Ν., κατοίκων ..., 9) Δ. Ζ. του Γ., 10) Μ. Ζ. του Γ., 11) Β. Ζ. του Γ., 12) Α. Ζ. του Γ., 13) Α. Ζ. του Γ., 14) Ι. Ζ. του Γ. και 15) Ε. Ζ. του Γ., κατοίκων ..., ως νομίμων (9ος έως και 15η) εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Ζ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2003 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου, 6ης, 7ης, 8ου των αναιρεσιβλήτων, των ήδη αποβιωσάντων Β. Τ. Τ. και Γ. Ζ., καθώς και των Π. Γ. και Α. συζ. Σ. Μ., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 392/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1516/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 16-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 10-6-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1516/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 του Α.Κ. και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ’ του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα, που, κατ` άρθρο 573 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που ασκείται κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δικ., να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεως είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1165/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 10.6.2015 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 26.6.2015, με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της ...2015 πράξεως καταθέσεως, απευθύνεται δε, εκτός άλλων, και κατά του δεκάτου αναιρεσιβλήτου Μ. Ζ. του Γ., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Ζ., αντιδίκου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά την εφετειακή δίκη (εβδόμου εφεσιβλήτου), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (1516/2012).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ο ως άνω δέκατος αναιρεσίβλητος (Μ. Ζ. του Γ.), ο οποίος είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με τον Μ. Ζ. του Γ. (βλ. το με αριθμό πρωτ. ... 2017 πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας του Δήμου ... Νομού Πιερίας), απεβίωσε στις 21.8.2012 (βλ. την με αριθμό .../2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος Λεπτοκαρυάς του Δήμου ...

του νομού Πιερίας), δηλαδή μετά την έκδοση της προαναφερόμενης εφετειακής αποφάσεως, που, όπως εξ αυτής προκύπτει δημοσιεύθηκε στις 10.7.2012 και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του: α) την σύζυγό του Ε. χήρα Μ. Ζ. και β) τα τέκνα του Γ. Ζ.

του Μ. και Π. Ζ. του Μ.. Η ιδιότητα αυτή των τελευταίων προκύπτει από: α) το με αριθμό πρωτ. .../2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... Πιερίας, β) τα με αριθμούς πρωτ. ...2017, ...2017 και ...2017 πιστοποιητικά περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης των γραμματέων των: Ειρηνοδικείου Κατερίνης, Πρωτοδικείου Κατερίνης και Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα και γ) το με αριθμό πρωτ. ...2017 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κατερίνης περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας αυτού από τους προαναφερθέντες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στο αναιρεσείον από τους κληρονόμους του θανόντος ως άνω αναιρεσιβλήτου περί του θανάτου αυτού κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νόμιμους κληρονόμους του.

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 10.6.2015 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της 1516/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, της οποίας, με πράξη του Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της υποθέσεως η 3.3.2017, κατά την οποία ανεβλήθη εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1.12.2017).

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ενώ οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Από την υπ’ αριθμ. ... /1.11.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει την συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3.3.2017, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Εμμανουήλ Μουστάκη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς τον, θεωρούμενο, κατά τα ανωτέρω, ως αντίκλητο των μη εμφανισθέντων:

πρώτης (Α. συζ. Α. Γ.), δευτέρου (Ν. Χ. του Μ.), έκτης (Ε. χας Κ. Κ.), εβδόμης (Β. συζ. Α. Σ.) και ογδόου (Α. Γ. του Ν.) εκ των ως άνω αναιρεσιβλήτων, Κωνσταντίνο Ταούλα, Δικηγόρο Κατερίνης, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως, στις 30.1.2012, ήτοι στην δίκη ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1516/2012 απόφασή του.

Επίσης από τις υπ’ αριθμ. ... /24.10.2016, ... /24.10.2016, ... /29.11.2016 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον, όπως προαναφέρθηκε, την συζήτηση, αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3.3.2017, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία του προαναφερθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων:

τρίτη (Β. Τ.() Τ. χήρα Β., το γένος Κ.), τέταρτο (Η. Τ.() Τ.), πέμπτο (Ι. Τ.() Τ.), ένατο (Δ. Ζ. του Γ.), ενδέκατη (Β. Ζ. του Γ.), δωδέκατη (Α. Ζ. του Γ.), δέκατο τρίτο (Α. Ζ. του Γ.), δέκατο τέταρτο (Ι. Ζ. του Γ.) και δέκατη πέμπτη (Ε. Ζ. του Γ.). Δεδομένου δε ότι, η μετά την αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με την επίσης εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 εδ.

β’ του Κ.Πολ.Δικ.) διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, πρέπει άπαντες οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Περαιτέρω, στους κληρονόμους του δεκάτου αναιρεσιβλήτου (Μ. Ζ. του Γ.): Ε. χήρα Μ. Ζ. ή Μ. Ζ. του Γ. (σύζυγο), Γ.

Ζ. του Μ. και Π. Ζ. του Μ. (τέκνα), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από το αναιρεσείον υπ’ αριθμ. ... /27.4.2017 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, το αναιρεσείον, που, όπως προαναφέρθηκε, επισπεύδει την συζήτηση, επέδωσε σ’ αυτούς, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη καταθέσεώς της και προσδιορισμένο χρόνο συζητήσεώς της την αρχική δικάσιμο της 3.3.2017, καθώς και ακριβή αντίγραφα της από 23.3.2017 βεβαιώσεως του Γραμματέα του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου περί αναβολής της υποθέσεως από την δικάσιμο της 3.3.2017, στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία κλήθηκαν να παραστούν.

Αυτοί, όμως, δεν παρέστησαν κατά την τελευταία δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και γι’ αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των γαιών αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες μετά την απελευθέρωσή τους, κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, που είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο και η παραχώρηση τούτων στους ιδιώτες γίνεται με χορήγηση τίτλου (ταπίου), με τον οποίο παρέχεται σ’ αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), ενώ, κατά το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "περί γαιών", εάν κάποιος εξουσιάσει και καλλιεργήσει επί δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκαταστάσεως και, είτε κατέχει είτε στερείται έγγραφο τίτλο, οι γαίες αυτές δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά πρέπει να του δοθεί δωρεάν εκ νέου (ταπίο).

Αυτός ο τελευταίος τίτλος είναι όχι συστατικός αλλά αποδεικτικός του δικαιώματος. Από την παραπάνω διάταξη αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω νόμου και ιδίως εκείνων των άρθρων 9, 24, 30, 68 και 71 καθίσταται φανερό ότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί δασών και γενικότερα μη καλλιεργησίμων γαιών, που εξουσιάζονται μόνο με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο έπρεπε να αναφέρεται ότι το παραχωρούμενο ήταν δάσος.

Από τότε που άρχισε να ισχύει η διάταξη του άρθρου 2 του διατάγματος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, δηλαδή από τις 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, με το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου να παραμένει στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 επανέλαβε στα άρθρα 49 επ.

τις διατάξεις του παραπάνω διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101 - 104 του διατάγματος της 11/12.11. 1929, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ’ ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Με την συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, το παραπάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926, με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων σ’ αυτά, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των δικαιοστασίων που ίσχυσαν από τότε δυνάμει του Ν.

ΔΞΗ/1912, δεν έχουν εφαρμογή στο εν λόγω ακίνητο, αφού, κατά νόμο, έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Α.Κ., στο οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, τα εργαστήρια και οι αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε πόλεις, χωριά και κωμοπόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες (δηλαδή αγρούς, λιβάδια, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση).

Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το 1914 και εφεξής, οπότε ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του ν. 147/1914). Τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της Συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25-8-1923 ν.δ.

Συνεπώς στα κτήματα αυτά, ως δημόσια, χωρεί μεν έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυσε πριν από τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή ύστερα από άσκηση σ’ αυτά νομής με καλή πίστη για το χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του, αλλά η τριακονταετής νομή, με τα προαναφερόμενα προσόντα, πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21- 6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ’ /1912, των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", δηλαδή σε χρόνο που απέχει ένα μόλις έτος από την ισχύ στις Νέες Χώρες του ελληνικού δικαίου (1914).

Με τις διατάξεις αυτές έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων σε αυτά (Α.Π. 528/2017, Α.Π. 292/2014, Α.Π. 946/2013, Α.Π. 995/2012, Α.Π. 217/2009, Α.Π. 1122/2008, Α.Π. 439/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π.

Ολομ. 28/1998, Α.Π. Ολομ. 32/1996). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στην διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ.

Λόγος αναιρέσεως που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία απερρίφθη η από 28.9.2007 έφεσή του κατά της, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, 392/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 10.2.2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημιώσεως που καθορίστηκε με την 1552/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και αφορά τμήματα ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια, για τον λόγο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης με την υπ’ αριθμ. 129/1995 απόφασή του απείχε από την έκδοση αποφάσεως για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημιώσεως, επειδή το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες), τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται λεπτομερώς στο αναιρετήριο, όπως αυτοί παρατέθηκαν και στην αρχή της παρούσας σκέψεως, οι οποίοι ρυθμίζουν την κτήση κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, δασικών εκτάσεων και γενικότερα δημόσιων γαιών στις Νέες Χώρες από πρόσωπο διαφορετικό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά το οθωμανικό, αλλά και κατά το ελληνικό δίκαιο μέχρι τις 11-9-1915.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, κατά τα προεκτιθέμενα, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως για τα ζητήματα αυτά, χωρίς να αρκούν οι αποσπασματικές και μεμονωμένες παραδοχές της και η παράθεση της έννοιας που το αναιρεσείον αποδίδει στις διατάξεις που, κατά την άποψή του, έπρεπε να εφαρμοστούν.

Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως, έγινε δεκτό, ανέλεγκτα, ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν πάντοτε καλλιεργήσιμοι αγροί (που ανήκαν σε ιδιώτες) και όχι δάσος ή δασικές εκτάσεις ή "δημόσιες γαίες" και γενικά δεν υπάρχει παραδοχή ότι αυτά ανήκαν κατά κυριότητα στο Τουρκικό Δημόσιο και, συνακολούθως, ότι, στην συνέχεια, μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, περιήλθαν στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, "δικαιώματι πολέμου", ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του αναιρεσείοντος μέχρι τις 11-9-1915, αφού τα περιστατικά αυτά είναι απαραίτητα για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία στην περίπτωση που πρόκειται για δημόσιο κτήμα, δηλαδή για ακίνητο του οποίου το αναιρεσείον έχει γίνει κύριος και όχι όταν πρόκειται για καλλιεργούμενη ιδιωτική ιδιοκτησία (ΑΠ 719/2015, ΑΠ 86/2007, ΑΠ 1788/2005, ΑΠ 325/2002), αν ληφθεί υπόψη ότι δεν προβλέπεται στο νόμο γενικό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ούτε γενικό -διαδικαστικό προνόμιο αυτού, κατ’ εφαρμογή του οποίου, σε περίπτωση αντιδικίας του με ιδιώτη, ο τελευταίος φέρει πάντοτε το βάρος της απόδειξης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός στηρίζεται και στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επίδικα αποτελούσαν "δημόσιες γαίες" που ανήκαν κατά κυριότητα στο Τουρκικό Δημόσιο και, ακολούθως, στο αναιρεσείον. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού με το οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι άμεσοι ή απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσιάσεως και, κατ’ επέκταση, δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, με συνεχή υπερδεκαετή καλλιέργειά τους, αρχομένη κατά την τουρκοκρατία που να έχει συμπληρωθεί την 20-5-1917, είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος και 26 παρ. 1 του ν. 2732/1999, κρίνοντας ότι η υπ’ αριθμ. .../ 19.8.1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας είναι νόμιμη και ισχυρή και βρίσκεται εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που δόθηκε με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2732/ 1999, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται, με βάση όσα προβάλλονται από το αναιρεσείον, στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ τούτο δεν συμβαίνει, καθ’ όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα επίδικα θεωρήθηκαν ότι δεν είναι δημόσιες εκτάσεις, ούτε μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτά ανήκουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, έχοντα περιέλθει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο είτε με την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, είτε ότι περιήλθαν στην κυριότητά του (Ελληνικού Δημοσίου), λόγω της απαλλοτριώσεώς τους.

Αντίθετα μνημονεύεται σ’ αυτήν ότι τα "επίδικα τμήματα (των ακινήτων) διακατεχόταν από ιδιώτες ήδη από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και περιήλθαν στους ενάγοντες - ήδη εφεσιβλήτους με τους ακόλουθους τρόπους και ειδικότερα: 1) Στην πρώτη των εφεσίβλητων: Α. συζ. Α. Γ.. Αυτή, ως κυρίως παρεμβαίνουσα είχε αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης με την άνω 129/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης επί του υπ’ αριθμ. ...

για 350 τ.μ., αποκτήσασα τούτο με τακτική χρησικτησία και με τον ...1981 τίτλο κυριότητας του δικαιοπαρόχου πατέρα της Γ. Α.. Επί των επιδίκων ακινήτων που την αφορούν, φέροντα τους κωδικούς ... και …, που βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής "..., τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο τμήμα, απαλλοτριώθηκε συνολική έκταση 2.275 τετρ.

μέτρων. Επί των αυτών απέκτησε την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον ο πατέρας της, Γ. Α., τα κατείχε και νεμόταν ήδη από το έτος 1900, μετά το θάνατο δε αυτού, ο οποίος απεβίωσε το 1971 σε ηλικία 88 ετών (βλ. την υπ’ αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Κοινότητας Πόρων), βάσει της υπ’ αριθ. .../63 δημόσιας διαθήκης του τ.

συμβολαιογράφου Κατερίνης Β. Λ., που δημοσιεύθηκε με το υπ’ αρ. 5/72 πρακτικό του Πρωτοδικείου Κατερίνης τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στην κατοχή και νομή της ίδιας ως ψιλής κυρίας και της μητέρας της Ευανθίας χήρας Γ. Α., ως επικαρπώτριας, αντιστοίχως. Η μητέρα της ανωτέρω, Ευανθία απεβίωσε το 1975, (βλ. την υπ’ αρ.

…/75 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Κοινότητας Πόρων), οπότε η επικαρπία περιήλθε στην κληρονόμο-δικαιούχο, πρώτη ενάγουσα, η οποία καθ’ ολοκληρία, (ήδη από του θανάτου του πατέρα της), καλλιεργούσε τα

ακίνητα αυτά, αρχικά με σιτάρι, και αργότερα με ελιές, καστανιές επί διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και έτσι κατέστη αποκλειστική κυρία αυτών, με τα δένδρα που υπήρχαν στην απαλλοτριωθείσα έκταση του ΚΠ ..., ήτοι 17 μεγάλες ελιές και 1 μεγάλη αχλαδιά. 2) Στον δεύτερο των εφεσιβλήτων Ν. Χ. του Ε.: Από το ακίνητο με κωδικό αριθμό ...

το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., έχει εμβαδόν 6.500 τ.μ. απαλλοτριώθηκε έκταση συνολικά 1.750 τετρ. μέτρων, από την οποία, έκταση 534,5 τετρ. μέτρων είναι δασική, όπως ήδη κρίθηκε με την εκκαλουμένη, η οποία δεν προσβάλλεται κατά την έκταση αυτή, η οποία και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης.

Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον δεύτερο ενάγοντα δυνάμει της από 10-6-83 μυστικής διαθήκης του παππού του Ν. Χ. του Α., (ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1897 και πέθανε την 2-12-85, (βλ. την υπ’ αριθμ. …85 ληξιαρχική πράξη θανάτου της κοινότητας ...) κατόπιν δημοσίευσης με τα υπ’ αρ. 68/17-4-1986 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης της υπ’ αριθμ. .../17-6-1983 πράξης κατάρτισης μυστικής διαθήκης του ανωτέρω αποβιώσαντα.

Ο τελευταίος είχε αποκτήσει το ακίνητο από τον πατέρα του ο οποίος το αξιοποιούσε ως αμπέλι και αργότερα φυτεύοντας σ’ αυτό μηλιές, φυρικιές, τις ίδιες δε πράξεις νομής ενεργούσε κι αυτός (παππούς του δευτέρου ενάγοντος) στην συνέχεια, ο δε δεύτερος εφεσίβλητος από τότε που το απέκτησε το καλλιεργεί με ελιές, αχλαδιές και καστανιές, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον κτηματολογικό πίνακα που καταρτίστηκε τον Ιούνιο του 2000.

Επομένως το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του δευτέρου ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου στον χρόνο της νομής του και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ήτοι προ του 1900. Επομένως δικαιούται της καθορισθείσης με την 1552/2001 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου αποζημίωσης για την έκταση των 1.215,5 τετρ.

μέτρων της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε (1.750 - 534,5 = 1.215,5), συμπεριλαμβανομένης και της αποζημίωσης για τα καταστραφέντα δένδρα, ήτοι 8 ελιές Γ, 4 αχλαδιές Γ και 7 καστανιές Γ. 3) Στον τρίτο των εφεσιβλήτων Β. Τ. Τ. του Η.: Αυτόν αφορά το ακίνητο που αναφέρεται στον κτηματολογικό πίνακα με τον κωδικό ... και βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., έχει εμβαδόν κατά ακριβή εμβαδομέτρηση 3.350 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώθηκε τμήμα συνολικής εκτάσεως 2.105 τετρ.

μέτρων στην οποία περιλαμβάνονται και τα 24 ελαιόδεντρα του ελαιώνα που υπήρχε εντός του τμήματος αυτού. Έκταση εμβαδού συνολικά 204,10 τετρ. μέτρων της άνω περιορισθείσης κυριότητας, κρίθηκε με την εκκαλουμένη ότι αποτελεί δημόσια δασική έκταση, και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης. Το επίδικο κατείχε και νεμόταν από το 1900 με διάνοια κυρίου ο πατέρας του άνω εφεσίβλητου Η.

Τ., γεννηθείς το 1884 και αποβιώσας το 1963, σε ηλικία 79 ετών σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ...63 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Λαρίσης. Έκτοτε, από το 1963 και εντεύθεν το κατείχε και το νεμόταν με διάνοια κυρίου, δυνάμει της υπ’ αρ. .../63 δημόσιας διαθήκης του συμ/φου Λάρισας Χ. Θ. ο τρίτος εφεσίβλητος, γεγονός που συνάγεται από το ότι μόνο σε δυο μέρη διαπιστώθηκε από τον προαναφερθέντα δασολόγο (έκταση 135,9 τετρ.

μέτρων στο βορειοανατολικό τμήμα αυτού και έκταση 68,20 τετρ. μέτρων στο νοτιοδυτικό τμήμα αυτού = 204,10 τετρ. μέτρα) χαμηλή και αραιή βλάστηση από αείφυλλα, ενώ στο υπόλοιπο υπήρχε καλλιέργεια των ελαιοδένδρων, η καταστροφή των οποίων είναι αποζημιωτέα, μαζί με την αντιστοιχούσα αποζημίωση για τον περιορισμό της κυριότητάς του κατά 1.900,9 τετρ.

μέτρα (2.105 -204,10 = 1.900,9). Δ) Στις τέταρτη και πέμπτη των εφεσιβλήτων Ε. σύζυγο Κ. Κ. και Β. σύζυγο Α. Σ.: Από το ακίνητο με κωδικό αριθμό ..., το οποίο βρίσκεται θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., κι έχει συνολικά εμβαδόν 2.880 τ.μ. απαλλοτριώθηκε έκταση συνολικά 2.260 τετρ. μέτρων, από την οποία, έκταση 1.472,45 τετρ. μέτρων είναι δασική, όπως ήδη κρίθηκε με την εκκαλουμένη, η οποία δεν προσβάλλεται κατά την έκταση αυτή, η οποία (έκταση) και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης.

Το εν λόγω ακίνητο (2.880 τετρ. μέτρων) περιήλθε σ’ αυτές δυνάμει της προαναφερθείσης (για τον εφεσίβλητο Ν. Χ. του Ε.), από 10-6-83 μυστικής διαθήκης του πατέρα τους Ν. Χ. του Α., (ο οποίος, όπως προεκτέθηκε γεννήθηκε το έτος 1897 και πέθανε την 2-12-85, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ...85 ληξιαρχική πράξη θανάτου της κοινότητας ...) κατόπιν δημοσίευσης με τα υπ’ αρ. 68/17-4-1986 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης της υπ’ αριθμ. .../17-6-1983 πράξης κατάρτισης μυστικής διαθήκης του ανωτέρω αποβιώσαντα.

Ο τελευταίος είχε αποκτήσει το ακίνητο από τον πατέρα του, ο οποίος το αξιοποιούσε ως αμπέλι στην συνέχεια δε και ο ίδιος, μέχρι του θανάτου του, οι δε τετάρτη και πέμπτη των εφεσιβλήτων από τότε που το απέκτησαν με την άνω διαθήκη και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία το καλλιεργούν με ελιές. Επομένως, πρέπει ν’ αναγνωρισθούν δικαιούχοι της καθορισθείσης αποζημίωσης για την υπόλοιπη έκταση των 787,55 τετρ.

μέτρων (2.880 - 1.472,45 = 787,55). 5) Ο έκτος των εφεσιβλήτων Α. Γ. του Ν.: Αυτός είναι κύριος του 110450012 ακινήτου, που βρίσκεται στην θέση "...", ή "... " της κτηματικής περιοχής ..., έχει εμβαδόν 3.418 τετρ. μέτρων και η κυριότητά του περιήλθε σ’ αυτόν από τον πατέρα του δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...1988 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κ.

Σ., από την έκταση αυτή απαλλοτριώθηκε τμήμα 1.101 τετρ. μέτρων, που πρέπει να αποζημιωθεί καθώς και οι εντός αυτού τρεις μεγάλες μηλιές -δένδρα και 6) Στην κληρονομιά του εβδόμου των εφεσιβλήτων Γ. Ζ. του Μ., στην οποία υπεισέρχονται οι ανωτέρω καθολικοί του διάδοχοι (κληρονόμοι) που νομίμως συνεχίζουν την δίκη, ανήκει το με αριθμό ...

ακίνητο -τεμάχιο το οποίο βρίσκεται στη θέση "... - ..." συνολικής εκτάσεως 6.527 τ.μ., το οποίο απέκτησε υπεισελθών στην κληρονομιά του πατέρα του, κατόπιν ατύπου διανομής με τ’ αδέλφια του. Στο ακίνητο αυτό ασκούσε πράξεις νομής ο πατέρας του μέχρι τον θάνατό του, τις οποίες συνέχισε ο έβδομος εφεσίβλητος, καλλιεργώντας το συνέχεια με σιτάρι και καλαμπόκι, έχοντας μάλιστα κατασκευάσει και καλύβες στα οποία εξέτρεφε πρόβατα και γίδες, αποκτώντας το έτσι με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου στον χρόνο νομής του, και τον χρόνο νομής του πατέρα του, ο οποίος το νεμόταν συνεχώς τουλάχιστον από το 1900.

Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώθηκε έκταση εμβαδού 2.710 τ.μ. καθώς και ένα μαντρί με ξύλινη κατασκευή και λαμαρίνες, ενώ εντός αυτού υπήρχαν και έξι (6) μεγάλες ελιές -δέντρα, δύο (2) μέτριες μηλιές - δέντρα, μία (1) μέτρια κερασιά -δέντρο, τέσσερις (4) μέτριες καρυδιές, δέκα (10) μεγάλα ακτινίδια, τρεις (3) μεγάλες συκιές και μία (1) μεγάλη αχλαδιά.

Επομένως στην κληρονομιά αυτού ανήκει το δικαίωμα της καθορισθείσης αποζημίωσης το οποίο πρέπει ν’ αναγνωρισθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον στα παραπάνω ακίνητα αποδείχθηκε κυριότητα των εφεσιβλήτων και υφίσταται δικαίωμα αποζημιώσεως σύμφωνα με τα οριζόμενα στην άνω .../19-8-1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, κατά τα οριζόμενα στην οποία, μεταξύ άλλων: "κάτοχοι των απαλλοτριωθέντων τμημάτων θεωρούνται δικαιούχοι αυτών πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, άλλως την συντέλεση αυτής και δικαιούνται να εισπράξουν την αναλογούσα στον καθένα αποζημίωση", η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ν’ αναγνωρισθεί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα το δικαίωμα εκάστου των εφεσιβλήτων στην καθορισθείσα με την 1552/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αποζημίωση.

Σημειώνεται εξάλλου, ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-1-2002 εγγράφου της διεύθυνσης δασών, πέραν των άνω επί μέρους αναφερομένων τμημάτων δεν διεκδικούνται άλλα τμήματα ως δημόσιες δασικές εκτάσεις". Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η αναφερομένη πράγματι στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι "...υφίσταται δικαίωμα αποζημιώσεως σύμφωνα με τα οριζόμενα στην .../19.8.1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, κατά τα οριζόμενα στην οποία, μεταξύ άλλων, κάτοχοι των απαλλοτριωθέντων τμημάτων θεωρούνται δικαιούχοι αυτών πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, άλλως την συντέλεση αυτής και δικαιούνται να εισπράξουν την αναλογούσα στον καθένα αποζημίωση", διατυπώθηκε στην πληττόμενη απόφαση εκ περισσού, για την ενίσχυση απλώς της κρίσεώς του και δεν ήταν απαραίτητη για την στήριξη αυτής, ενόψει των προεκτεθεισών παραδοχών του, με βάση τις οποίες, ως αναγκαίες, κατέληξε στην τελική κρίση του για την παραδοχή της αγωγής (Α.Π. 125/2017, Α.Π. 1008/2007).

Κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, εκτός από τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις, που το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και τις οποίες αναφέρει, δεν εκτίθενται σ’ αυτόν καθόλου οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχή, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στην δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 168/2015, Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003, Α.Π. 139/2001).

Νομίμως θεωρείται ότι έχει προταθεί στο Εφετείο, του οποίου η, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, ο ισχυρισμός από τον εναγόμενο - εκκαλούντα μόνον διά του δικογράφου της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (Α.Π. 556/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση, με την επίκληση ότι εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αποκτήσει κυριότητα επί των επιδίκων εκτάσεων και, συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστούν δικαιούχοι της καθορισθείσας με την 1552/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης αποζημιώσεως, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τους κάτωθι ισχυρισμούς του:

α) ότι όλη η έκταση, εντός της οποίας βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων και β) ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν δημόσιες γαίες, ισχυρισμούς, τους οποίους είχε προτείνει ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου με τις νομοτύπως κατατεθείσες ενώπιον αυτού από 26.1.2012 έγγραφες προτάσεις του.

Οι λόγοι αυτοί, στους οποίους αναφέρεται ότι οι ως άνω ισχυρισμοί προτάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, όχι με λόγους εφέσεως, αλλά με τις προτάσεις, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον υπό στοιχ.

β’ ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, διαλαμβάνοντας παραδοχές αντίθετες με αυτόν (Α.Π. Ολ. 11/ 1996, Α.Π. 1150/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναιρέσεως (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 161/2013).

Με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε σ’ αυτό με επίκληση και ειδικότερα τις υπ’ αριθμ. 37/1965 και 28/31 αποφάσεις της Ε.Α.Κ.

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, χωρίς να γίνει λόγος για δικαστικά έξοδα γιατί οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι ερημοδίκησαν, δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.6.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1516/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ