Legislator Giurisprudenza & Legislazione
980/2014 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses bank's appeal on tort liability, ruling joint defendants must pay full damages for fraud.

Numero d'incarto 980/2014
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Alpha Bank's appeal against the Second Instance Court of Dodecanese regarding a tort claim for fraud. The plaintiff alleged the bank and its employee jointly defrauded him of €219,883 through forgery and misappropriation. The court rejected the appeal, holding that both defendants are jointly liable for the full amount due to their causal link to the plaintiff's loss.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 68, 74, 556 para. 1 and 558 of the Code of Civil Procedure; In joint torts, an appeal by one defendant is directed only against the opposing party, not the co-defendant, who remains liable for the full damages.

Parole chiave

Generato dall'IA
joint tort liability fraudulent misappropriation forgery damages appeal admissibility joint and several liability falsificazione di valori di bollo ufficiali riproduzione e imitazione di biglietti di banca produzione di banconote in euro

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 68, 74, 556 para. 1 and 558 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176.183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 980 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 980/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" που έχει έδρα την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο και 2. Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 2008 αγωγή του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως και την από 10 Νοεμβρίου 2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 285/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 150/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί α'λής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της κοινής εναγωγής των από αδικοπραξία εις ολόκληρον ενεχομένων προστήσαντος και προστηθέντος (άρθρα 481, 914 και 926 ΑΚ), η εκ μέρους του ενός από αυτούς ασκούμενη αίτηση αναίρεσης είναι απευθυντέα κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνο ως ομόδικός του μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 785/2010, ΑΠ1227/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 18.2.2008 αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, για αποζημίωσή του από αδικοπραξία, την οποία διέπραξε ο τελευταίος, προστηθείς από την αναιρεσείουσα στην υπηρεσία της, ως υπάλληλος του κεντρικού καταστήματος Ρόδου, με την οικειοποίηση ύστερα από την πλαστογράφηση των σχετικών δικαιολογητικών, του ποσού των 219.883 ευρώ (74.925.000 δρχ.) από εκείνο των 75.000.000 δρχ., το οποίο του παρέδωσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος με την εντολή να το καταθέσει σε λογαριασμό τρίτου προσώπου, εκδόθηκε η απόφαση 285/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση, το εν λόγω ποσό των 219.883 ευρώ.

Ακολούθως, ύστερα από την άσκηση εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων των από 18.1.2011 και 14.2.2011 εφέσεων αντίστοιχα, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις αυτές και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Συνακόλουθα η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά την έκταση που στρέφεται εναντίον του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, συνεναγομένου της αναιρεσείουσας σε απλή ομοδικία, είναι απαράδεκτη.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 273/2011).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε (Ολ ΑΠ 2/200). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Τράπεζα προβάλλει, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε, α) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι το πιο πάνω ποσό των 75.000.000 δρχ.

προήλθε από δάνειο που πήρε ο πρώτος αναιρεσίβλητος από την Εμπορική Τράπεζα, ενώ τα προσκομισθέντα από τον ίδιο έγγραφα 501/1.7.2002 του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Ρόδου και 475/3.7.2002 της Εμπορικής Τράπεζας αναφέρουν ως δανειολήπτρια την ομόρρυθμη εταιρία "…" και β)στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, διότι από εσφαλμένη ανάγνωση των προαναφερόμενων εγγράφων δέχθηκε ότι το πιο πάνω δάνειο χορηγήθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ενώ βεβαιώνεται από την Τράπεζα ότι το δάνειο χορηγήθηκε προς την ομόρρυθμη εταιρία "…".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος με τον ισχυρισμό του για τη λήψη δανείου από την Εμπορική Τράπεζα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής του, δεν θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της αγωγής του, το οποίο στηρίζεται στην αδικοπραξία με την οικειοποίηση εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου του ποσού των 74.925.000 δρχ., που του παρέδωσε ο ίδιος (ενάγων), ενεργώντας στο δικό του όνομα, αλλά, αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία του, αιτιολογεί απλώς την προέλευση των εν λόγω χρημάτων.

Ανεξάρτητα από αυτό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα για την προέλευση των χρημάτων, ύστερα από εκτίμηση όλων των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.

Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σωστά ανέγνωσε τα προαναφερόμενα έγγραφα και στη συνέχεια συνήγαγε ανελέγκτως αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη εσφαλμένη ανάγνωση των προαναφερόμενων εγγράφων δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της απόφασης αυτής.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ625/2008). Δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1998).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009). Εξάλλου, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος και της ενεργητικής νομιμοποίησης του τελευταίου δεν συνιστά ένσταση και συνακόλουθα πράγμα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 137/2008).

Περαιτέρω η νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 481/2012).

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία, που ορίστηκε για τη φύλαξή του (1402/2012).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια στο Εφετείο, α)ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν νομιμοποιείται ενεργητικά και δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής, ενόψει του ότι μετά την κατάθεση του ποσού των 75.000.000 δρχ., ύστερα από υπόδειξη εκείνου, στο λογαριασμό του τρίτου Β.

Λ., δικαιούχος του ποσού αυτού είναι ο τελευταίος και όχι ο ενάγων και β)ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ και 830 ΑΚ, δεχόμενο ότι νομιμοποιείται ενεργητικά, ως αμέσως ζημιωθείς από την επίμαχη αδικοπραξία, ο ενάγων, ενώ δικαιούχος στης σχετικής αξίωσης, μετά την κατάθεσή του ποσού των 75.000.000 δρχ.

στο λογαριασμό του Β. Λ., κατέστη ο τελευταίος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της εναγομένης για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος δεν αποτελεί ένσταση, δηλαδή πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8, αλλά άρνηση της αγωγής.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, όπως εκτιμάται, και όχι από τον αριθμό 14, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο πρώτος εναγόμενος (υπάλληλος της εναγομένης Τράπεζας) παρέλαβε από τον ενάγοντα ιδιοχείρως το ποσό των 75.000.000 δρχ.

με την εντολή να το καταθέσει στο λογαριασμό του Β. Λ., ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος), μετά την υπογραφή από τον ενάγοντα του σχετικού εντύπου στην οικεία θέση, επικαλούμενος στους προϊσταμένους του λάθος πληκτρολόγηση τριών μηδενικών προέβη σε αντιλογισμό και πληκτρολόγησε, ως ανάληψη το ποσό των 75.000.000δρχ.

και στη συνέχεια εξέδωσε έντυπο κατάθεσης ποσού 75.000 δρχ. και ότι τελικά πιστώθηκε ο λογαριασμός του δικαιούχου Β. Λ. με το ποσό των 75.000 δρχ., γίνεται φανερό ότι, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο το ποσό των 75.000 δρχ. εισήχθη με κατάθεση στο λογαριασμό του τελευταίου, δηλαδή συντελέστηκε κατάθεση μόνο του ποσού αυτού, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 74.925.000 δρχ., το οποίο παρέδωσε ο ενάγων στον πρώτο εναγόμενο, ιδιοποιήθηκε ο τελευταίος, δικαιούχος της σχετικής αξίωσης, ως αμέσως ζημιωθείς από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου είναι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα εξής: "...Εν συνεχεία ο πρώτος εναγόμενος, επικαλούμενος στους προϊσταμένους του, λάθος πληκτρολόγηση τριών μηδενικών κατά την παραπάνω συναλλαγή (των 75.000.000 δρχ.), προέβη σε αντιλογισμό, όπως ονομάζεται στην τραπεζική ορολογία η ακύρωση λανθασμένης συναλλαγής.

Συγκεκριμένα επικαλέστηκε ότι έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των 75.000 δρχ. και στο σχετικό έντυπο κατάθεσης πληκτρολόγησε κατά λάθος το στοιχείο 75.000.000 δρχ. και έτσι εκτυπώθηκε το προαναφερόμενο παραστατικό. Μόλις δε αντελήφθη το λάθος πληκτρολόγησε ως ανάληψη το ποσό των 75.000.000 δρχ. και εξέδωσε το με αριθμό 9703126400230009 έντυπο ανάληψης και στη συνέχεια εξέδωσε άλλο έντυπο κατάθεσης, το με αριθμό ...

και πραγματοποίησε την κατάθεση του ποσού των 75.000 δρχ. Τα τρία αυτά έγγραφα είχαν συνεχόμενη καταληκτική αρίθμηση, εκδόθηκαν δηλαδή αμέσως. Στο έντυπο ανάληψης όμως, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος συμπλήρωσε αριθμητικώς και ολογράφως με το ποσό των 75.000.000δρχ., έθεσε κάτω από την ένδειξη "υπογραφή πελάτη" κατ' απομίμηση την υπογραφή του ενάγοντος, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση αυτού, έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι ο τελευταίος υπέγραψε και έκανε ανάληψη του ως άνω ποσού, που πριν από δευτερόλεπτα του είχε παραδώσει για να το εμβάσει στο λογαριασμό του Β.

Λ., στο με αριθμό ... λογαριασμό που διατηρούσε στην ίδια Τράπεζα. Ακολούθως εν αγνοία του ενάγοντος και στο τρίτο έντυπο (ένταλμα κατάθεσης) συμπλήρωσε αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό 75.000 δρχ. και έθεσε κάτω από την ένδειξη "υπογραφή πελάτη" κατ' απομίμηση την υπογραφή του ενάγοντος, έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι στις 12.3.1997 ο τελευταίος είχε καταθέσει στο λογαριασμό του Β.

Λ. 75.000 δρχ., με το οποίο πιστώθηκε τελικά ο λογαριασμός του δικαιούχου αυτού. Κατόπιν υπέβαλε τα έντυπα αυτά για θεώρηση στους Κ. Κ. και Γ. Σ., οι οποίοι υπό την ιδιότητα του προϊσταμένου του τμήματος συναλλάγματος και τη υποδιεύθυνση του υποκαταστήματος της δεύτερης εναγόμενης αντιστοίχως, θεώρησαν τα έντυπα θέτοντας στην οικεία θέση τις υπογραφές τους.

Με τον τρόπο αυτό εναγόμενος εμφάνισε στη δεύτερη εναγομένη Τράπεζα ότι ο ενάγων προέβη σε ακύρωση του αρχικού εμβάσματος των 75.000.000 δρχ. και τελικά έκανε κατάθεση υπέρ του Β. Λ., ποσού μόνο 75.000 δρχ. επιτυγχάνοντας με τον παράνομο αυτό τρόπο να προσποριστεί περιουσιακό όφελος ύψους 74.925.000 δρχ., που ήταν ισόποσο με τη διαφορά του αρχικού ποσού των 75.000.000 δρχ.

που παρέδωσε ο ενάγων στον πρώτο εναγόμενο προς κατάθεση και την τελική κατάθεση των 75.000 ευρώ...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω σε βάρος του ενάγοντος αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου αποτελεί κολάσιμη πράξη κατά το ποινικό δίκαιο, στηριζόμενη στις διατάξεις της υπεξαίρεσης και της κακουργηματικής πλαστογραφίας.

Η πράξη της πλημμεληματικής υπεξαίρεσης έχει παραγραφεί. Η αδικοπρακτική όμως συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου αποτελεί και την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, η οποία παραγράφεται σε 15 έτη....Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, ο πρώτος εναγόμενος που ζημίωσε τον ενάγοντα κατά το ποσό των 74.925.000 δρχ., το οποίο αποκόμισε από την πλαστογράφηση της υπογραφής του τελευταίου, αλλά και η δεύτερη εναγομένη Τράπεζα, λόγω της σχέσης πρόστησης, που τη συνδέει με τον πρώτο, πρέπει να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 219.883 ευρώ (74.925.000 δρχ.)...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου θεμελιώνεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η αδικοπρακτική ευθύνη του πρώτου εναγομένου, που στηρίζεται αυτοτελώς στο ποινικό αδίκημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας, ως παράνομης συμπεριφοράς, που συνδέεται αιτιωδώς με το σύνολο της προκληθείσας ζημίας, ύψους 74.925.000 δρχ. (219.883 ευρώ), και περαιτέρω η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας από τη σχέση πρόστησης με τον πρώτο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ζήτημα μη κήρυξης απαραδέκτου, ως πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, δεν ανακύπτει από τα ιστορούμενα στο αναιρετήριο), για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα της πρόκλησης αυτοτελώς ολόκληρης της επίμαχης ζημίας από μόνη την πράξη της πλαστογραφίας, ως παράνομης συμπεριφοράς, και ειδικότερα για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολόγηση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πιο πάνω ζημιογόνου συμπεριφοράς και της ζημίας του ενάγοντος, είναι αβάσιμος.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου (176,183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.10.2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε για αναίρεση της απόφασης 150/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ν. Κ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ