Legislator Giurisprudenza & Legislazione
97/2026 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against second-instance conviction for illegal forest encroachment due to inadmissible grounds.

Numero d'incarto 97/2026
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for illegal forest encroachment, ordering him to pay the legal costs. The appellant challenged the judgment on procedural grounds, including the validity of the summons and the court's handling of mitigating circumstances. The court ruled that several arguments were inadmissible as they attacked the final judgment's discretion or sought corrections outside the statutory time limits.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 466, 474, 320, 321, 174, 175, 510, 578 of the Code of Civil and Administrative Procedure; The Supreme Court holds that appeals attacking the final judgment's discretionary evaluation of evidence are inadmissible, and procedural defects in summons or requests for record corrections must be raised within specific statutory deadlines.

Parole chiave

Generato dall'IA
illegal forest encroachment inadmissible appeal grounds procedural deadline compliance discretionary judgment review legal costs imposition second instance appeal mitigating circumstances violazione della sovranità territoriale di uno Stato estero

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 466, 474 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Articles 320, 321 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 174, paragraph 2 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 175, paragraph 1 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 510, paragraph 1, item D of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 578 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Law 5090/2024

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 97 / 2026 (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 97/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά, Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Παναγιώτη Μπολτέτσο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Α. του Φ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ευταξία, για αναίρεση της υπ' αριθ. 236, 262, 263/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 22-7-2025 και με αριθμό .../2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Η κρινόμενη από 22-7-2025 αίτηση του Β. Α. του Φ. , κατοίκου ... (άνευ οδού) για αναίρεση της με αριθμό 236, 262, 263/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δάσους, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ και καταδικάστηκε σε ποινή οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, με δήλωσή του στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 466 παρ.1, 474 παρ. 1 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 4-7-2025.

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 462, 464, 474 παρ. 4, 504 παρ. 1 και 4, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων.

2.- Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας (άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ), μεταξύ άλλων και τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται. Η ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει δε, κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατά το άρθρο 175 παρ.1 ΚΠΔ.

Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλει εναντίωση στην πρόοδό της, προτείνοντας την ακυρότητα. Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 176 παρ. 2 ΚΠΔ), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο έφεσης κατά της σχετικής εκκλητής απόφασης.

Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων. Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει, ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α, Β' ΚΠΔ, ήτοι για έλλειψη ακρόασης που δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα (κατ' άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα) και σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, ενώ, αν την απορρίψει αναιτιολόγητα, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ήτοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 1000/2024, ΑΠ 712/2023), αφού τέτοια αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή προπαρασκευαστικές, όπως είναι η συγκεκριμένη (ΑΠ 482/2025).

Αντίθετα αν η ως άνω ένσταση (ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος) δεν επαναφερθεί με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, αφού, κατά το άρθρο 468 παρ. 2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης (ΑΠ 615/2024) και συνεπώς δεν θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος (ΑΠ 150/2025, ΑΠ 141/2025).

3.- Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης με αριθμό 236, 262, 263/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας και των οικείων πρακτικών της, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη, με αριθμό 663/2024 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας καθώς και της με αριθμό 66 και με ημερομηνία 3-7-2024 έφεσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας με τη με αριθμό 663/2024 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, κήρυξε αυτόν ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δάσους και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την προαναφερθείσα έφεση. Κατά την εκδίκαση της έφεσής του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτού, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο, κατέθεσαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικά ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας αυτού, ως προς τον ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της παράνομης εκχέρσωσης δάσους.

Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε ένσταση αυτή με το ακόλουθο σκεπτικό:

"Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών, που δεν είχε εμφανισθεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικάστηκε ερήμην, το πρώτον στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, και δη στο ακροατήριο, προέβαλε τον ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Ωστόσο από την ανάγνωση της υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεσης έφεσης του προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προβληθεί με ειδικό λόγο έφεσης, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, και συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος", στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την παραπάνω πράξη, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ως άνω έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει ότι αυτός δεν διέλαβε ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Ειδικότερα, με την ανωτέρω έφεση του ο αναιρεσείων, όπως, κατά πιστή μεταφορά, αναγράφεται σε αυτή "ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία για όσους λόγους θα εκθέσει αργότερα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας και επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως την οποία δεν εκτέλεσε".

Συνεπώς ο εκκαλών περιόρισε την έφεση του σε συγκεκριμένο κεφάλαιο και προέβαλε συγκεκριμένους λόγους και ειδικότερα την περιόρισε στο κεφάλαιο της κρίσης επί της ουσίας της υπόθεσης και προέβαλε ως λόγους ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με τις παραπάνω παραδοχές, απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της αξιόποινης πράξης της παράνομης εκχέρσωσης δάσους, παρότι δεν είχε υποχρέωση να την εξετάσει, καθόσον, αφού, όπως προεκτέθηκε, προϋπόθεση τέτοιας υποχρέωσης του δικαστηρίου για έρευνά του σχετικού ισχυρισμού ήταν προβολή του με ειδικό και ορισμένο έφεσης, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας ως άνω απορριπτικής κρίσης του σχετικά με την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος.

4.- Κατά το άρθρο 71 παρ. 3 Ν. 998/1979, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 41 του Ν.4280/2014 : "Όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος, δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση των ανωτέρω κατηγοριών που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή φυτεύει μη δασικά φυτά ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους, δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσας παράνομα έκτασης πράξεις διακατοχής και σε κάθε περίπτωση, όποιος πραγματοποιεί επέμβαση σε δάσος, δασική έκταση χωρίς την έγκριση της παραγράφου 2 ή την πράξη της παραγράφου 6 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου....". Οι ποινές δε που προβλέπονται στην εν λόγω παρ. 2 του ως άνω άρθρου 71 του Ν.998/1979 είναι φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από 2.000 μέχρι 20.000 ευρώ.

Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1, 2 Ν. 998/1979 "1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2.

Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι: Α) Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη από αυτές και που είναι υπαλλακτικά μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποίησης του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής έκτασης, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω Ν. 998/1979 και ενέργεια του υπαίτιου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες και Β) Ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικά το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη της κάθε μορφής, τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφάνειας του εδάφους και της πυκνής ή αραιής φυτοκάλυψης της τελευταίας (εδαφικής επιφάνειας).

Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία, με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας, προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του δάσους ή της δασικής έκτασης, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία κάθε δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος (ΑΕΔ 27/1999, ΟλΣτΕ 32/2013).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας σχετικά με το έγκλημα της παράνομης εκχέρσωσης δάσους δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση βάσει ποιας πράξης ή απόφασης της διοίκησης η έκταση αυτή επί της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη έχει χαρακτηρισθεί ως δάσος, γιατί οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικράτειας δημόσιας ή ιδιωτικής που εμφανίζει τα προαναφερθέντα στην παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 χαρακτηριστικά, αποτελεί δάσος (ΑΠ 842/2017, ΑΠ 597/2013, ΑΠ 1072/2009), ενώ ο ισχυρισμός ότι η έκταση που εκχερσώθηκε δεν ήταν δάσος, αλλά ιδιωτικός αγρός είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει (ΑΠ 1072/2009).

Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται, ποιο βάρυνε περισσότερο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε απαιτείται να διευκρινίζεται, από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, αρκεί να προκύπτει (και να μην καταλείπεται ουδεμία σχετική αμφιβολία) ότι το δικαστήριο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά, από αυτά, επιλεκτικά (ΟλΑΠ 3/2012, ΑΠ 779/2022, ΑΠ 101/2022).

Όμως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, δεν συγκροτούν τον αναιρετικό λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1662/2022).

5.- Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων που αναγνώσθηκαν, συμπεριλαμβανομένης μεταξύ αυτών και της από ...-2019 Έκθεσης Αυτοψίας του δασοπόνου Γ.

Μ. , για την οποία περιλαμβάνει εκτιμητικές κρίσεις στο σκεπτικό της απόφασης, απολογίας κατηγορουμένου), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος, σε μη επακριβώς εξακριβωμένο χρόνο, αλλά πάντως εντός του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2017, προέβη στην παράνομη εκχέρσωση τμήματος δάσους, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο και δη χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής.

Ειδικότερα, αυτός, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και χωρίς να έχει λάβει άδεια από την αρμόδια δασική αρχή, διά της χρήσεως αλυσοπριόνων και άλλων χειρονακτικών εργαλείων, προέβη στην αποψίλωση έκτασης συνολικού εμβαδού 3.013 τ.μ. (τριών στρεμμάτων και δεκατριών χιλιοστών του στρέμματος). Η εν λόγω έκταση, που κείται στη δασική θέση "Στάρνα-Βέρνα" της περιφέρειας Αγιάς Πρέβεζας, προ της εκχερσώσεώς της έφερε δασική βλάστηση πυκνότητας 90%, συντιθέμενη από αείφυλλα πλατύφυλλα (πουρνάρια, φιλίκια, αγριελιές κ.λπ.), και αποτελούσε δάσος, κατά την έννοια του νομού, ήτοι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανάδα, αποτελούν, μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), συνορεύει δε η έκταση αυτή γύρωθεν και εν όλω μόνο με δάσος.

Με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος προξένησε ζημία στο δάσος ανερχόμενη στο ποσό των 4.793,84 ευρώ. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο της δασοφύλακα Ι. Κ. και του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δασών Πρέβεζας Β. Κ. , σε συνδυασμό και με την από ...-2019 έκθεση αυτοψίας του δασοπόνου Γ.

Μ. και του δασοφύλακα Β. Ζ. Στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας βεβαιώνεται τόσο η διενέργεια της παράνομης εκχέρσωσης και η έκτασή της όσο και η προαναφερθείσα σύνθεση δασοκάλυψης, που προϋπήρχε αυτής. Σημειωτέον πως η μεγάλη καθυστέρηση στη σύνταξη της ανωτέρω έκθεσης αυτοψίας, ως και στην υποβολή της υπ' αριθμ. .../2019 μήνυσης της I.

Κ. κατά του κατηγορουμένου για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης, ήτοι 1,5 και πλέον έτος μετά από τη διενέργειά της, οφειλόταν στην υποστελέχωση της ως άνω υπηρεσίας. Ωστόσο δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί των ανωτέρω, δοθέντος ότι η I. Κ. , που είχε μεταβεί επί τόπου αμέσως αφού περιήλθε σχετική καταγγελία στην υπηρεσία της, και δη στις 5-12-2017 (σχετ.

η από 5-12-2017 αναφορά της προς τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δασών Πρέβεζας), ήτοι αφού είχε παρέλθει μόνο μικρό χρονικό διάστημα από την εκχέρσωση, διαπίστωσε ιδίοις όμμασι τα απομεινάρια της, ήτοι φύλλα και πρέμνα, που μαρτυρούν τη διενέργεια της αποψίλωσης και το προϋπάρχον είδος της δασοκάλυψης. Ο κατηγορούμενος αφενός αρνείται ότι προέβη σε εκχέρσωση της επίμαχης έκτασης, αφετέρου υποστηρίζει πως η αυτή δεν αποτελεί δάσος.

Ωστόσο, σύμφωνα με την κατηγορηματική ένορκη κατάθεση της I. Κ. στο ακροατήριο, σε επικοινωνία που είχε η ίδια με τον κατηγορούμενο αμέσως μετά την επίσκεψή της στο χώρο και τη διαπίστωση της εκχέρσωσης, αυτός παραδέχθηκε ότι είχε προβεί στην εκχέρσωση, ισχυριζόμενος παράλληλα ότι τούτο έγινε εκ παραδρομής, δηλαδή από λάθος των εργατών, στους οποίους είχε αναθέσει τον καθαρισμό παρακείμενου ελαιοκτήματος ιδιοκτησίας του.

Απολογούμενος στο ακροατήριο, βέβαια, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε παραδέχθηκε κάτι τέτοιο, ότι η ανωτέρω μάρτυρας ψεύδεται και ότι ο ίδιος έχει εν γένει "στοχοποιηθεί" από τα στελέχη της Διεύθυνσης Δασών Πρέβεζας, ισχυρισμοί όμως που δεν είναι πειστικοί, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να δώσει καμία ικανοποιητική εξήγηση για την επικαλούμενη στοχοποίησή του, ούτε έχει προβεί σε υποβολή εγκλήσεων κατά των στελεχών της Διεύθυνσης Δασών, μολονότι κατά την άποψή του τον κατέστησαν αδίκως κατηγορούμενο.

Εξάλλου, καμία αμφιβολία δεν καταλείπεται στο Δικαστήριο και περί της δασικής μορφής της επίμαχης έκτασης, εφόσον τούτο προκύπτει από την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας και κατηγορηματικά βεβαιώνεται και από αμφότερους τους ανωτέρω δύο μάρτυρες (I. Κ. και Β. Κ.), που τυγχάνουν υπάλληλοι της Διεύθυνσης Δασών Πρέβεζας και έχουν τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις προς τούτο. Επιπλέον, σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο Β. Κ. , η επίμαχη έκταση μεταγενέστερα της εκχερσώσεώς της περιλήφθηκε στους Δασικούς Χάρτες, ενώ με την υπ' αριθμ. .../2021 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ ...-2021, αυτή κηρύχθηκε αναδασωτέα (σχετ. το με Α.Π. ...-2022 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πρέβεζας), γεγονότα που επίσης μαρτυρούν το δασικό της χαρακτήρα. Άλλωστε, μολονότι ο κατηγορούμενος καταμηνύθηκε από τη Διεύθυνση Δασών για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και επιπλέον πρωτοδίκως καταδικάστηκε γι' αυτή, ουδέποτε έως σήμερα προέβη στην κίνηση κάποιας διαδικασίας, ώστε να χαρακτηριστεί η επίμαχη έκταση ως μη δασική, όπως ισχυρίζεται ότι είναι, ούτε μεταγενέστερα προσέφυγε κατά της περίληψής της στου Δασικούς Χάρτες".

Στη συνέχεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δάσους και τον καταδίκασε, μετά από αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό:

"Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι στην τοπική κοινότητα Αγιάς του Δήμου Πάργας και ειδικότερα στη δασική θέση "Στάρνα Βέρνα", τον Νοέμβριο του έτους 2017, με πρόθεση προέβη σε παράνομη εκχέρσωση τμήματος δάσους, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο και δη χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής. Ειδικότερα, αυτός, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και χωρίς να έχει λάβει άδεια από την αρμόδια δασική αρχή, δια της χρήσεως αλυσοπρίονων και άλλων χειρονακτικών εργαλείων, προέβη στην αποψίλωση έκτασης συνολικού εμβαδού 3.013 τ.μ. (τριών στρεμμάτων και δεκατριών χιλιοστών του στρέμματος), κείμενης στη δασική θέση "Στάρνα-Βέρνα" της περιφέρειας Αγιάς Πρέβεζας, η οποία προ της εκχερσώσεώς της έφερε δασική βλάστηση πυκνότητας 90%, συντιθέμενη από αείφυλλα πλατύφυλλα (πουρνάρια, φιλίκια, αγριελιές κ.λπ.), και αποτελούσε δάσος, κατά την έννοια του νόμου, ήτοι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), συνορεύει δε η έκταση αυτή γύρωθεν και εν όλω μόνο με δάσος. Με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος προξένησε ζημία στο δάσος ανερχόμενη στο ποσό των 4.793,84 ευρώ".

6.- Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η ως άνω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την καταδικαστική κρίση της, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν τη νομοτυπική υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της παράνομης εκχέρσωσης δάσους, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη αναφέρεται: α) ότι ο αναιρεσείων προέβη με πρόθεση στην αποψίλωση (εκχέρσωση) έκτασης συνολικού εμβαδού 3.013 τ.μ. (τριών στρεμμάτων και δεκατριών χιλιοστών του στρέμματος), κείμενης στη δασική θέση "Στάρνα-Βέρνα" της περιφέρειας Αγιάς Πρέβεζας, η οποία προ της εκχέρσωσής της έφερε δασική βλάστηση πυκνότητας 90%, συντιθέμενη από αείφυλλα πλατύφυλλα (πουρνάρια, φιλίκια, αγριελιές κ.λπ.) και ότι η έκταση αυτή υπό την προαναφερθείσα μορφή αποτελούσε δάσος, κατά την έννοια του νόμου, ήτοι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), συνορεύει δε η έκταση αυτή γύρωθεν και εν όλω μόνο με δάσος, κρίσεις επαρκείς για το χαρακτηρισμό της ένδικης έκτασης ως δάσους και β) ότι στην πράξη του προέβη χωρίς να έχει λάβει άδεια από την αρμόδια δασική αρχή.

Αντίθετα δεν απαιτείτο να αναφέρεται βάσει ποιας πράξης ή απόφασης της διοίκησης η έκταση αυτή είχε χαρακτηρισθεί ως δάσος κατά τον χρόνο που αναιρεσείων-κατηγορούμενος προέβη στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη, αφού η έκταση αυτή ήδη αποτελούσε δάσος κατά την έννοια του νόμου. Περαιτέρω, σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση.

Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα, ούτε και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας καθενός, αφού ουδόλως συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, αφού από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.

Όσο δε αφορά τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, ότι η επίδικη έκταση είναι αγρός που ανήκει στην κυριότητά του και ότι αυτός δεν προέβη σε εργασίες εκχέρσωσης, οι οποίοι αποτελούν αμφισβήτηση της συνδρομής των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψή τους, αφού αυτή εμπεριέχεται στην προαναφερθείσα κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της απόφασης, με την οποία καταφάσκεται η από μέρους του τέλεση του ως άνω εγκλήματος.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτοί, όπως και τα σχετικά με αυτούς επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, ερευνήθηκαν με επιμέλεια από το Δικαστήριο.

Συνεπώς, οι δεύτερος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι εμπεριεχόμενοι στους ως άνω αναιρετικούς λόγους ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αποτελούν απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της προσβαλλομένης απόφασης, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαράδεκτα προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

7.- Κατά το άρθρο 510 περ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παράλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.

Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος υποβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 362 παρ. 1 ΚΠΔ, αίτημα ανάγνωσης εγγράφου που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας ή που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακρόασης.

Για να επέλθει όμως η από το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και επί πλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο υπό τούτου της προσφυγής ή παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί (ΑΠ 1178/2022).

Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακριβείας αυτών, παρά μόνο η προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους, κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 παρ. 3 ΚΠΔ (ΑΠ 212/2024, ΑΠ 602/2023).

8.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους και επομένως αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σ' αυτά, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος υπέβαλε δια των συνηγόρων του κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστήριου και ζήτησε να αναγνωσθούν τα σαράντα ένα (41) έγγραφα, τα οποία και αναγνώσθηκαν και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά (σελ. 44-45 των πρακτικών), ενώ ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος υπέβαλε κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο δια των συνηγόρων του, προκειμένου να αναγνωσθούν άλλα έγγραφα και τα οποία το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε. Επομένως ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, ούτε παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου από τη μη λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και συνακόλουθα, οι τρίτος και δέκατος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Α' ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω έλλειψης ακρόασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν ανέγνωσε ορισμένα έγγραφα που προσκόμισε, είναι αβάσιμοι.

9.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας), υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 221/2025). Ειδικότερα θετική υπέρβαση εξουσίας ιδίως υπάρχει και όταν:

α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (άρθρα 41 και 53) ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 56) ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (άρθρο 438).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ "1. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. 2. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου".

Εξ άλλου κατά το άρθρο 61 του ίδιου Κώδικα, "Όταν στο πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ή διοικητικής.

Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεπιμπτόντως κάθε ζήτημα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων αρκεί μόνο να μην είναι από εκείνα για τα οποία ο νόμος, απαιτεί υποχρεωτικά, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίωξη, να έχει αποφανθεί προηγούμενα το πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όταν το ποινικό δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση απόφασης, λύοντας προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, για το οποίο σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου απαιτείται υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγούμενα το διοικητικό δικαστήριο και χωρίς το τελευταίο να έχει αποφανθεί, ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Θ' στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Αντίθετα αν δεν υφίσταται διάταξη νόμου, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης, μέχρις ότου αποφανθεί προηγούμενα το πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο για ζήτημα που υπάγεται στην αρμοδιότητά του και το οποίο αναφύεται κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης ενώπιον του ποινικού δικαστήριο, το τελευταίο έχει την εξουσία αφενός να εξετάσει παρεπιμπτόντως το ως άνω ζήτημα αστικής (ή διοικητικής) φύσης περί του οποίου κρίνει και να μορφώνει πεποίθηση και αφετέρου να κρίνει περί του αναγκαίου ή μη της αναβολής της ποινικής δίκης, μέχρι πέρατος της πολιτικής (ή διοικητικής), χωρίς από την ως άνω κρίση του (ποινικού δικαστηρίου) να δημιουργείται υπέρβαση εξουσίας.

Εξάλλου, τέτοια διάταξη, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις πράξεις της παράνομης εκχέρσωσης δάσους ή δασικής έκτασης που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 2, 71 παρ. 3 Ν. 998/1979, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 41 του Ν.4280/2014, μέχρις ότου αποφανθούν αμετάκλητα διοικητικές αρχές ή διοικητικά δικαστήρια περί του χαρακτηρισμού της έκτασης ως τέτοιας, δεν υφίσταται (πρβ. ΑΠ 483/2006, ΑΠ 127/2006).

10.- Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, ισχυρίζεται ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο της ουσίας, παρότι γνώριζε ότι αυτός είχε ασκήσει ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων τη με αριθμό ...-2023 αίτηση περί ακύρωσης της με αριθμό .../2021 Απόφασης του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δ.

Μακεδονίας, με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα η επίδικη και φερόμενη ως δάσος και παράνομα εκχερωθείσα έκταση και συνεπώς ότι εκκρεμούσε το ζήτημα του δασικού χαρακτήρα της (γεγονός μάλιστα που διέλαβε στις εκτιμητικές κρίσεις του στο σκεπτικό της απόφασης) και όφειλε να μην προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης, δεν ανέστειλε την ποινική δίκη, αλλά άσκησε δικαιοδοσία η οποία ανήκε στα δοικητικά δικαστήρια και ειδικότερα τούτο προχώρησε στη επί της ουσίας κρίση του και στην περαιτέρω καταδίκη του.

Όμως ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' περ. β' ΚΠΔ (κατ' αληθή έννοια και όχι από το στοιχ. ΣΤ' που αφορά την παραβίαση του δεδικασμένου και της εκκρεμοδικίας, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων), είναι αβάσιμος, γιατί, κατά τα προεκτεθεντα, εφόσον δεν υφίστατο διάταξη νόμου, με την οποία να καθίσταται υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίωξης για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δάσους, μέχρις ότου αποφανθούν αμετάκλητα διοικητικά δικαστήρια περί του χαρακτηρισμού της έκτασης ως τέτοιας, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, είχε δικαιοδοσία, αφενός να εξετάσει παρεπιμπτόντως το ως άνω ζήτημα διοικητικής φύσης και να μορφώνει πεποίθηση και δεν χρειαζόταν να αποφανθεί προηγουμένως το διοικητικό δικαστήριο, ούτε επομένως να αναβληθεί (ανασταλεί) η ποινική δίκη μέχρι πέρατος της ως άνω διοικητικής δίκης.

11.- Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ, η οποία δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μεταβολή της κατηγορίας, διότι παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο.

Μεταβολή της κατηγορίας υπάρχει όταν με τη σχετική απόφαση ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε πράξη ουσιωδώς διαφορετική κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα, από εκείνη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και όχι από εκείνη που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, η οποία με την τυπική παραδοχή της έφεσης ατονεί, το δε εφετείο επανεξετάζει την υπόθεση σε νομική και ουσιαστική βάση, δεσμευόμενο μόνο να μην εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα κατηγορούμενο.

Αντίθετα, δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή όταν με την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη, ή όταν διορθώνονται ή συμπληρώνονται και βελτιώνονται κάποια ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μεταβάλλεται ουσιωδώς η ταυτότητα της πράξης.

Σε αυτήν την περίπτωση, δεν αποδίδεται στον κατηγορούμενο νέα και διαφορετική πράξη, από εκείνη που έχει αποδοθεί σ' αυτόν με την άσκηση ποινικής δίωξης, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται η διάταξη για την άσκηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, ούτε βλάπτονται ή παρεμποδίζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί τα στοιχεία της εναντίον του κατηγορίας (ΑΠ 269/2025, ΑΠ 268/2024).

12.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του πέμπτου λόγου αναίρεσης, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράνομη εκχέρσωση δάσους (άρθρο 71 παρ. 3, 2 του Ν. 998/1979, σε συνδυασμό και με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16,17,18γ', 26 α', 27, 50, 51, 53, 57, 79 ΠΚ) και με το με αριθμό ...

κλητήριο θέσπισμα παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας ως υπαίτιος του ότι "στην τοπική κοινότητα Αγιάς του Δήμου Πάργας και ειδικότερα στη δασική θέση "Στάρνα Βέρνα", τον Νοέμβριο του έτους 2017, με πρόθεση προέβη σε παράνομη, ήτοι χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, εκχέρσωση δάσους.

Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, προέβη στην παράνομη εκχέρσωση δημοτικού δάσους, συνολικού εμβαδού 3,013 στρεμμάτων, που καλυπτόταν από δασική βλάστηση (πουρνάρια, φιλίκια και αγριελιές) πυκνότητας 90%, η δε ζημία που προκλήθηκε από την πράξη του αυτή ανέρχεται στο ποσό των 4.793,84 ευρώ" και ακολούθως καταδικάστηκε με την πρωτόδικη με αριθμό 663/2024 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας για την ως άνω πράξη.

Σύμφωνα δε με το με το ήδη προαναφερθέν διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας κηρύχθηκε ένοχος της ως άνω αξιόποινης πράξης της παράνομης εκχέρσωση δάσους. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στο Εφετείο καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για την ίδια πράξη για την οποία ασκήθηκε σε η βάρος του ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε να δικασθεί με το ως άνω κλητήριο θέσπισμα, ωστόσο η κατηγορία βελτιώθηκε στο Εφετείο ως προς τον τρόπο τέλεσης της και συγκεκριμένα ότι αυτός προέβη στην εκχέρσωση με αλυσοπρίονα και άλλα χειρωνακτικά εργαλεία, ενώ διευκρινίσθηκε το είδος της δασικής βλάστησης που κατέστρεψε.

Κατά συνέπεια, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας και επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ είναι αβάσιμος.

13.- Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατ' άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, μεταξύ των είναι και αυτοί που τείνουν στη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όμως, η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διάταξης που τον προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε, ούτε και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους (ΑΠ 660/2023, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 722/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκοπούμενα πρακτικά συνεδρίασης της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι στην σελίδα 64 αυτών αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ακολούθως, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, στους οποίους δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωριστούν στο πρόσωπο του εντολέα τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο ανέγνωσε το περιεχόμενο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου που βρίσκεται σε αδιαφανή κλειστό φάκελο και το περιεχόμενό του έγινε γνωστό στους παράγοντες της δίκης κι από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και να απορριφθεί ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

ε' του ΠΚ. Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, αφού έλαβαν τον λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησαν να αναγνωριστούν στο πρόσωπο του εντολέα τους αμφότερες οι ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις. Στη συνέχεια ο Πρόεδρος, με παρόντα και τον Γραμματέα, κατάρτισε και δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, την υπ' αριθ. 236/2025 και 262/2025 και 263/2025 απόφασή του, η οποία έχει ως εξής:

Το αίτημα περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ πρέπει να απορριφθεί, επειδή από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ήτοι δεν προσκομίστηκε καμία απόδειξη της επικαλούμενης καλής του συμπεριφοράς, η οποία μάλιστα έχει την έννοια της θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη (...).

Αντιθέτως, το αίτημα περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ πρέπει να γίνει δεκτό ενόψει του δελτίου ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, που είναι λευκό".

Στη συνέχεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, αποφάνθηκε επί των ως άνω προβληθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντα με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό:

"ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ.

ΔΕΧΕΤΑΙ τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του ΠΚ", εν συνεχεία τον καταδίκασε αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μολονότι η προβολή από τον αναιρεσείοντα του αυτοτελούς ισχυρισμού περί της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ έγινε κατά τρόπο μη ορισμένο, αφού περιορίστηκε μόνο στην επανάληψη της διάταξης που τον προβλέπει και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ήταν παντελώς αόριστος και απαράδεκτος και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, ως εκ περισσού τον απέρριψε με την ως άνω αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν προέκυψε ότι υφίσταται διαφορά του διατακτικού της απόφασης με αυτό που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο.

14.- Οι αναφερόμενες στον όγδοο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά τα αναγνωστέα έγγραφα και την έκθεση αυτοψίας, δεν συνιστούν παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, ενόψει του ότι πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως προεκτέθηκε (υπό τον αριθμό 6) και ο σχετικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Επίσης το αίτημα του αναιρεσείοντος (σελ. 21 και 22 αίτησης αναίρεσης αναφερόμενος ως ένατος λόγος), περί συμπλήρωσης των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (όπως αυτό εκτιμάται) είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, αφού το Δικαστήριο, που δικάζει τελευταίο δεν μπορεί να εξετάσει σχετικό αίτημα και τούτο διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 145 παρ. 3 και 142 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚΠΔ, προκύπτει ότι τα πρακτικά συνεδρίασης διορθώνονται ή συμπληρώνονται, κατόπιν αίτησης των διαδίκων, του εισαγγελέα ή αυτεπάγγελτα, αποκλειστικά εντός της προβλεπόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας των είκοσι ημερών από την κατά το άρθρο καταχώρισή τους στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων, από τον διευθύνοντα τη συνεδρίαση, και σε περίπτωση άρνησής του από το δικαστήριο που δίκασε, αποτελούμενο από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατό, το οποίο διατηρεί την αρμοδιότητά του και σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 1178/2022).

15.- Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-7-2025 αίτηση του Β. Α. του Φ. , κατοίκου ... (άνευ οδού) για αναίρεση της με αριθμό 236, 262, 263/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας.

Και

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οχτακόσια (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ