Legislator Giurisprudenza & Legislazione
97/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision regarding unpaid wages in a property management dispute.

Numero d'incarto 97/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's ruling on unpaid wages. The appellant argued that insufficient income receipts justified withholding payments, but the court found these arguments legally irrelevant to the obligation to pay. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant bears the litigation costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible and must be examined, but if the grounds are substantively baseless or the evidence is unnecessary for the judgment, the appeal is dismissed.

Parole chiave

Generato dall'IA
administrative appeal unpaid wages property management substantive baselessness litigation costs Code of Civil Procedure insufficient evidence

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court of Greece, Case 17/1978

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 97 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 97/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Ι., κατοίκου Λάρισας, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Δημήνικου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Α., κατοίκου Αγιάς Λάρισας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αστέριου Λαχανά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 311/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 393/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 14.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας 61/2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 393/2020 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το κανονιστικό διάταγμα της 19/23.7.1941 "Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των Αναγκαστικών Νόμων 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532/1940 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους" (Α' 244) προβλέπεται στο άρθρο 1 ότι "Εν τη περιφερεία εκάστου ειρηνοδικείου λειτουργούσιν έν ή πλείονα υποθηκοφυλακεία, παρ' οις μόνον δύνανται να ενεργώνται εγκύρως κατά τας διατάξεις των κειμένων νόμων α) η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως ή κατασχέσεως επί ακινήτων κειμένων εν τη περιφερεία της δικαιοδοσίας του υποθηκοφυλακείου, β) η μεταγραφή των εις τοιαύτην υποκειμένων πράξεων κατά τον περί μεταγραφής νόμον επί ακινήτων κειμένων εν τη αυτή περιφερεία, γ) Η καταχώρησις αγωγών ως και πάσα άλλη πράξις εγγραφή ή σημείωσις σχετική προς ακίνητα, οριζομένη υπό του νόμου", στο άρθρο 3 ότι "1.

Τα Υποθηκοφυλακεία είναι άμισθα ή έμμισθα"... και στο άρθρο 45 παρ. 7, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν.δ. 4201/1961, ότι "Αι εργάσιμοι ώραι εν τοις εμμίσθοις και αμίσθοις υποθηκοφυλακείοις, αι ώραι παραλαβής των προσκομιζομένων προς καταχώρισιν εγγράφων, αι ώραι ερεύνης των βιβλίων, και πάσα λεπτομέρεια της διεξαγωγής της υπηρεσίας ρυθμίζονται δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης".

Περαιτέρω, το ανωτέρω δ/γμα της 19/23.7.1941 ορίζει στο άρθρο 12 ότι "Το προσωπικόν εκάστου ειδικού αμίσθου Υποθηκοφυλακείου σύγκειται εξ ενός υποθηκοφύλακος, δυναμένου να βοηθήται παρ' ενός ή πλειόνων υπαλλήλων υπ' αυτού προσλαμβανομένων και αμειβομένων" και στο άρθρο και στο άρθρο 35 παρ. 1 ότι "Η κατά τους κειμένους νόμους εποπτεία και επιθεώρησις των υποθηκοφυλακείων εν γένει του Κράτους ανήκει εις τους οικείους παρά πρωτοδίκαις Εισαγγελείς, ασκούντας και επί του προσωπικού των υποθηκοφυλακείων πάντα τα εκ του άρθρ. 96 και επ.

του Οργανισμού των δικαστηρίων και λοιπών νόμων παρεχόμενα αυτοίς σχετικά δικαιώματα ... Ως προς την πειθαρχικήν διαδικασίαν και τας πειθαρχικάς ποινάς εφαρμόζονται επίσης αι δαιτάξεις του Οργανισμού των δικαστηρίων, ως ετροποποιήθησαν". Εξάλλου, το ως άνω διάταγμα (στο Κεφάλαιο Η') καθόριζε, στα άρθρα 53, 54 και 55, τα εισπραττόμενα "δικαιώματα των αμίσθων υποθηκοφυλάκων", τα οποία καθορίζονται ήδη από τον ν. 325/1976 "Περί καθορισμού των εισπραττομένων εν τοις αμίσθοις και εμμίσθοις Υποθηκοφυλακείοις δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου και των Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων" (άρθρο 25).

Ο νόμος αυτός ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι "Οι Άμισθοι Υποθηκοφύλακες, ανεξαρτήτως των νομίμων τελών, εισπράττουσι παρά των αιτούντων εγγραφήν εις τα παρ' αυτοίς τηρούμενα βιβλία, δικαιώματα πάγια και αναλογικά κατά τας εν τοις επομένοις άρθροις διακρίσεις" και στα άρθρο 2 έως 9 καθορίζει ειδικότερα τα εισπραττόμενα στα άμισθα υποθηκοφυλακεία πάγια και αναλογικά δικαιώματα.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου αυτού "1. Εκ των υπέρ αυτού εισπραττομένων δικαιωμάτων, ο Αμισθος Υποθηκοφύλαξ ... παρακρατεί δι' αμοιβήν αυτού και προς αντιμετώπισιν των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου, το σύνολον τούτων, εφ' όσον ταύτα δεν υπερβαίνουσι τας δραχμάς 360.000 ετησίως. 2.

Εάν τα εισπραττόμενα δικαιώματα υπερβαίνωσι τας δραχμάς 360.000, ο ειδικός Αμισθος Υποθηκοφύλαξ ... παρακρατεί πλέον του ποσού τούτου και ποσοστόν 20% επί των πέραν των 360.000 δραχμών εισπραττομένων ετησίως δικαιωμάτων, μη δυναμένου του ποσού των συνολικώς παρακρατουμένων δικαιωμάτων του να υπερβή τας δραχμάς 40.000 μηνιαίως ή τας δραχμάς 480.000 ετησίως ..." Τα οριζόμενα στο ως άνω άρθρο 16 ποσά αναπροσαρμόσθηκαν διαδοχικά με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδοθείσες βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του νόμου με τελευταία και ισχύουσα την υ.α. 26233/2005 (Β' 341).

Περαιτέρω, το άρθρο 56 του προαναφερθέντος κωδικοποιημένου διατάγματος της 19/23.7.1941, το οποίο αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 1 του α.ν. 153/1967 και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν.δ. 811/1971, ορίζει στις παραγράφους 4 και 5 και στη συνέχεια στις αναριθμηθείσες ως 7 και 8 παραγράφους, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 12 του ν. 1868/1989 που προσέθεσε νέα παρ. 6, τα εξής: 4.

Ο ειδικός άμισθος Υποθηκοφύλαξ ... παρακρατεί επί πλέον του εν τη προηγουμένη παραγράφω ποσού, τας υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφοράς τας αναλογούσας εις το πέραν του κατά την παρ. 3 παρακρατουμένου ποσού, ως και τας δαπάνας μισθοδοσίας των υπ' αυτού απασχολουμένων υπαλλήλων και των υπέρ των οικείων ασφαλιστικών Ταμείων αντιστοίχως εισφοράς τούτων ως εργοδοτών.

Αι δι' έκαστον υπάλληλον παρακρατούμεναι δαπάναι μισθοδοσίας δεν δύναται να υπερβαίνουν τα υπό των οικείων συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων καθοριζόμενα όρια. 5. Ο αριθμός των απαραιτήτων δια την κανονικήν λειτουργίαν εκάστου αμίσθου Υποθηκοφυλακείου υπαλλήλων, καθορίζεται δι' αποφάσεων των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδιδομένων κατόπιν ειδικώς ητιολογημένης γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως Πρωτοδικών, επί τη βάσει του αριθμού των εισαγομένων πάσης φύσεως αιτήσεων και κατ' αναλογίαν ενός υπαλλήλου προς χιλίας τουλάχιστον αιτήσεις εκ των κατ' έτος υποβαλλομένων (στην παρ.

αυτή προστέθηκε τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 108 παρ.5 του ν.4055/2012, περί του οποίου βλ. στην συνέχεια). 6. ... 7. Εάν τα εισπραττόμενα δικαιώματα, μηνιαίως ή ετησίως, είναι κατώτερα των όσων κατά τας προηγουμένας παραγράφους δικαιούται να παρακρατήση ο άμισθος υποθηκοφύλαξ ... δι' αμοιβήν αυτού και προς αντιμετώπισιν των γενικών εξόδων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου και μισθοδοσίας του υπ' αυτού απασχολουμένου προσωπικού, ως και εργοδοτικών εισφορών, ουδεμίαν υποχρέωσιν αναλαμβάνει το Δημόσιον προς συμπλήρωσιν του παρακρατουμένου ποσού μέχρι των κατά τας προηγουμένας παραγράφους οριζομένων ορίων. 8.

Πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος εν οις και ο τρόπος αποδείξεως του ποσού των καταβαλλομένων εις έκαστον των απασχολουμένων υπαλλήλων αποδοχών καθορισθήσεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης". Επίσης, το άρθρο 2 του α.ν. 153/1967 προβλέπει ότι "1. Τα επί πλέον των κατά την παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου [ήδη άρθρο 16 του ν. 325/1976] ποσών, εισπραττόμενα δικαιώματα, κατατίθενται εις το οικείον Δημόσιον Ταμείον.

Η κατάθεσις γίγνεται ανά τρίμηνον και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου. 2. Εάν τα εισπραχθέντα υπό τινός των ως άνω Υποθηκοφυλάκων δικαιώματα τριμήνου τινός είναι κατώτερα των όσων συμφώνως τω παρόντι νόμω δικαιούται να παρακρατήση ούτος δι' εαυτόν, διά τας αποδοχάς των υπαλλήλων του, συμπληρούνται ταύτα εκ των επί πλέον εισπραττομένων δικαιωμάτων των επομένων τριμήνων, εις τρόπον ώστε τα παρακρατούμενα να μη υπερβαίνουσι τα κατά την παρ.2 του προηγουμένου άρθρου [ήδη άρθρο 16 του ν. 325/1976] ποσά κατ' έτος".

Συναφώς, η 28771/1971 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης "Περί καθορισμού των αναγκαίων λεπτομερειών δια την εφαρμογήν του Α.Ν. 153/1967 ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη υπό του Ν.Δ. 811/1971", η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ. 3 του α.ν.153/1967 και 56 παρ. 8 του κωδ. δ/τος της 19/23.7.1941, ορίζει (παρ. 3 έως 5) ότι οι άμισθοι υποθηκοφύλακες τηρούν και "βιβλίο εισοδημάτων", στο οποίο καταχωρίζονται και αθροίζονται ανά τρίμηνο, κατά τον αναλυτικώς παρατιθέμενο στην απόφαση αυτή τρόπο, αφενός το σύνολο των εισπραττόμενων ποσών των δικαιωμάτων που προκύπτουν από το "βιβλίο εισαγομένων εγγράφων" και το "βιβλίο εκδόσεως πιστοποιητικών και αντιγράφων" και αφετέρου τα ποσά υπέρ του άμισθου υποθηκοφύλακα (άρθρο 16 ν. 325/1976), τα καταβαλλόμενα για τη μισθοδοσία των απασχολούμενων στο άμισθο υποθηκοφυλακείο υπαλλήλων-βοηθών και για την εργοδοτική εισφορά του άμισθου υποθηκοφύλακα στο ΙΚΑ ή σε άλλο ασφαλιστικό ταμείο καθώς και οι αναλογούσες υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές του.

Το προκύπτον υπόλοιπο από τα ποσά αυτά κατατίθεται από τον άμισθο υποθηκοφύλακα στο δημόσιο ταμείο, ως δημόσιο έσοδο, ανά τρίμηνο και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 108 παρ. 5 του ν. 4055/2012 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 5 του άρθρου 56 του προαναφερθέντος κωδ. δ/τος της 19/23.7.1941, ως εξής: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την επιλογή, πρόσληψη, υπηρεσιακή κατάσταση, με οποιονδήποτε τρόπο μετατροπή ή λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων των Υποθηκοφυλακείων".

Κατ' εφαρμογή της προστεθείσης, κατά τα ανωτέρω, με το άρθρο 108 παρ. 5 του ν. 4055/2012 εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η 37480/4.5.2012 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τίτλο "Ρυθμίσεις για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του ν.δ. 811/1971, όπως ισχύει" (Β' 1532/4.5.2012) με το ακόλουθο περιεχόμενο:

Α) Το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του ν.δ. 811/1971, όπως ισχύει, είναι πλήρους απασχόλησης, παρέχει τις υπηρεσίες του κατά το ωράριο λειτουργίας του άμισθου Υποθηκοφυλακείου και σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο υποδοχής του κοινού. Β) Προκειμένου να γίνει οποιαδήποτε πρόσληψη σε άμισθο Υποθηκοφυλακείο, ο άμισθος υποθηκοφύλακας που αιτήθηκε την δημιουργία της θέσης προσωπικού υποχρεούται να αναρτήσει τη σχετική ανακοίνωση σε εμφανές σημείο του καταστήματος του Υποθηκοφυλακείου, στον ΟΑΕΔ της περιοχής όπου υπάγεται το άμισθο Υποθηκοφυλακείο και στο κατάστημα του οικείου Πρωτοδικείου, καθώς και στο κατάστημα της οικείας Εισαγγελίας Πρωτοδικών.

Επίσης, η ανωτέρω ανακοίνωση αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με μέριμνα του Τμήματος Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων. Γ) Στην ανακοίνωση αναγράφεται υποχρεωτικά α) η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου που αφορά η θέση εργασίας, β) εάν απαιτείται πτυχίο ΑΕΙ, ΤΕΙ ή απολυτήριο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) ο τόπος και η προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών, η οποία δεν δύναται να είναι μικρότερη του ημερολογιακού μήνα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Δ) Τα δικαιολογητικά κατατίθενται σε Επιτροπή Επιλογής, η οποία συνεδριάζει εντός ωραρίου στο κατάστημα της εκάστοτε Εισαγγελίας Πρωτοδικών και θα απαρτίζεται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών που εξέδωσε τη σχετική γνωμοδότηση ως Πρόεδρο, τον οικείο άμισθο Υποθηκοφύλακα, καθώς και έναν εκπρόσωπο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Υπαλλήλων Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων ως μέλη.

Στην Επιτροπή Επιλογής θα παρέχεται γραμματειακή υποστήριξη από την Εισαγγελία Πρωτοδικών ή από τον συμμετέχοντα εκπρόσωπο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Υπαλλήλων Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων...Ζ) Σε περίπτωση που ο άμισθος Υποθηκοφύλακας προτίθεται να προβεί σε μείωση προσωπικού ενημερώνει εγγράφως τον οικείο Εισαγγελέα Πρωτοδικών και τους εργαζόμενους στο Υποθηκοφυλακείο, στο εν λόγω έγγραφο αναφέρονται ρητά οι λόγοι μείωσης προσωπικού.

Ο Εισαγγελέας συγκροτεί Επιτροπή με την ίδια σύνθεση με την Επιτροπή πρόσληψης και κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής, εντός ωραρίου, δικαιούνται να παρίστανται και οι εργαζόμενοι στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Η Επιτροπή αποφασίζει αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα της μείωσης προσωπικού.

Από το σύνολο των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα άμισθα υποθηκοφυλακεία έχουν ταυτόσημο με τα έμμισθα αντικείμενο αρμοδιοτήτων που συνίσταται στη διενέργεια, αποκλειστικώς σε αυτά, των σχετικών προς ακίνητα πράξεων που αναφέρονται στον νόμο. Αποτελούν αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες υπό λειτουργική έννοια ή κατ' άλλη διατύπωση δημόσιες υπηρεσίες σε περιορισμένο βαθμό κατά παραχώρηση, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες ή υπηρεσίες εξαρτημένες από τις δικαστικές αρχές (ΟλΣτΕ 1991/1951, ΣτΕ 2573/2015, γνμδ.

ΕισΑΠ 2/1987) και υπάγονται στην αρμοδιότητα και εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία ασκείται "με σκοπό τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας τους" (βλ. άρθρο 7 παρ. 3 περ. γ' του π.δ. 36/2000, Οργανισμός του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Ενόψει δε της σπουδαιότητας των καθηκόντων του άμισθου υποθηκοφύλακα από απόψεως δημοσίου συμφέροντος, τα οποία είναι σύμφυτα με την κατά νόμον αποστολή του υποθηκοφυλακείου και δεν διαφέρουν από τα καθήκοντα του έμμισθου υποθηκοφύλακα (βλ.

και το άρθρο 23 παρ. 5 εδ. α' του ν. 2664/1998, στο οποίο ο άμισθος υποθηκοφύλακας χαρακτηρίζεται ως "άμισθος δημόσιος λειτουργός"), ο νομοθέτης ρύθμισε ειδικώς το υπηρεσιακό καθεστώς του και υπέβαλε σε έντονη κανονιστική ρύθμιση την οργάνωση των άμισθων υποθηκοφυλακείων και το εργασιακό καθεστώς του προσλαμβανόμενου προς υποβοήθηση του έργου του άμισθου υποθηκοφύλακα προσωπικού, τόσο με τις ισχύουσες όσο και με τις προ της εκδόσεως της προαναφερθείσας κοινής υπουργικής απόφασης σχετικές διατάξεις, επεμβαίνοντας ειδικότερα στην επιλογή, πρόσληψη, υπηρεσιακή κατάσταση και την με οποιονδήποτε τρόπο μετατροπή ή λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων των άμισθων υποθηκοφυλακείων, αλλά και στον αριθμό των υπαλλήλων του υποθηκοφυλακείου, το εργασιακό αντικείμενο, τον τύπο της εργασιακής σχέσης, τη μισθοδοσία και το ωράριο εργασίας τους.

Εκτός της διασφάλισης της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των άμισθων υποθηκοφυλακείων, στόχος των ανωτέρω διατάξεων είναι και η δυνατότητα πορισμού κρατικών εσόδων από τη λειτουργία τους, η οποία επιτυγχάνεται με την περιστολή των απαιτούμενων δαπανών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δαπάνες μισθοδοσίας του προσωπικού τους.

Έτσι ο αριθμός των απαραίτητων για την κανονική λειτουργία κάθε άμισθου υποθηκοφυλακείου υπαλλήλων δεν καθορίζεται ελευθέρως από τον διευθύνοντα αυτό άμισθο υποθηκοφύλακα, αλλά, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 56 παρ. 5 του κωδ. δ/τος της 19/23.7.1941, προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδιδόμενη κατόπιν ειδικώς αιτιολογημένης γνωμοδότησης του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, και τελεί σε συνάρτηση προς το καθοριζόμενο στη διάταξη αυτή αριθμητικό κριτήριο (αριθμός των εισαγομένων στο υποθηκοφυλακείο πάσης φύσεως αιτήσεων και κατ' αναλογία ενός υπαλλήλου προς χίλιες τουλάχιστον αιτήσεις εκ των κατ' έτος υποβαλλομένων).

Κατά παρέκκλιση δε από τους κανόνες του κοινού εργατικού δικαίου, προβλέπεται στη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου 56 του ανωτέρω διατάγματος ότι οι δαπάνες μισθοδοσίας του απασχολούμενου προσωπικού προς υποβοήθηση του έργου του άμισθου υποθηκοφύλακα δεν μπορεί να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις.

Το εν λόγω προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατόπιν επιλογής, υπό το προϊσχύσαν της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης καθεστώς, αποκλειστικώς από τον άμισθο υποθηκοφύλακα κατά τη δική του κρίση και ήδη, με συμμετοχή του, κατά τη διαγραφόμενη στην προπαρατειθέμενη κοινή υπουργική απόφαση ειδική διοικητική διαδικασία.

Το υπαλληλικό αυτό προσωπικό συνδέεται με τον άμισθο υποθηκοφύλακα με σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν διατελεί σε δημοσιοϋπαλληλική ή άλλη εργασιακή σχέση προς το Δημόσιο (ΣτΕ 974/1970), ανεξαρτήτως αν ειδικές διατάξεις αναγνωρίζουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ως πραγματική δημόσια υπηρεσία την προϋπηρεσία υπαλλήλων σε άμισθο υποθηκοφυλακείο (άρθρα 42 παρ. 2 κωδ.

δ/τος της 19/23.7.1941, 26 παρ. 3 ν. 1968/1991 και 23 παρ. 7 εδ. ε' ν. 2664/1998). Περαιτέρω, το εργασιακό αντικείμενο του απασχολούμενου στα άμισθα υποθηκοφυλακεία δεν διαμορφώνεται ελεύθερα από τον οικείο άμισθο υποθηκοφύλακα βάσει της σχετικής συμβατικής σχέσης, αλλά παρέχεται αυστηρώς στο πλαίσιο του νομοθετικώς προσδιοριζόμενου αντικειμένου αρμοδιοτήτων του άμισθου υποθηκοφυλακείου και σε συνάρτηση προς τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του διευθύνοντος αυτό άμισθου υποθηκοφύλακα.

Το ωράριο εργασίας του προσωπικού παρακολουθεί το ωράριο λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, ώστε να επιτυγχάνεται η εξυπηρέτηση του κοινού και εκ του νόμου ορίζεται ως πλήρες, αποκλειομένης της εργασίας με μειωμένο ωράριο. Οι περιορισμοί της συμβατικής ελευθερίας του υποθηκοφύλακα ως εργοδότη από την αυστηρή κανονιστική ρύθμιση του νομοθέτη δικαιολογούνται ενόψει του ότι α) η εκτέλεση του επιτελούμενου στα άμισθα υποθηκοφυλακεία έργου έχει αναχθεί από τον νομοθέτη σε αντικείμενο δημόσιας υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια και η άσκηση της δραστηριότητας αυτής, που ασκείται κατά κρατική παραχώρηση, τελεί υπό ειδικό καθεστώς προσιδιάζον στη φύση της αποστολής του άμισθου υποθηκοφυλακείου και β) ο άμισθος υποθηκοφύλακας, ο οποίος κατά νόμον διευθύνει το υποθηκοφυλακείο του οποίου προΐσταται υπό την ιδιότητα του άμισθου δημόσιου λειτουργού και έχει καθήκοντα νομοθετικώς καθοριζόμενα και ομοειδή με εκείνα του έμμισθου υποθηκοφύλακα-δικαστικού υπαλλήλου, δεν ασκεί τα καθήκοντα αυτά υπό την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία, έστω και αν υπέχει ορισμένες επιμέρους υποχρεώσεις (όπως φορολογικές και εργοδοτικές υποχρεώσεις, αστική ευθύνη), που προσιδιάζουν σε τέτοιου είδους επαγγελματία, ούτε ως ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα στο πλαίσιο της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας (βλ.

σχετικά ΣτΕ 2573/2015, η οποία απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως της προαναφερθείσας ΚΥΑ 37480/4.5.2012). Είναι, ωστόσο, σαφές ότι ο άμισθος υποθηκοφύλακας, παρά τους περιορισμούς της συμβατικής του ελευθερίας και την ιδιαιτερότητα που αυτή επιφέρει στις συμβάσεις εργασίας που ο υποθηκοφύλακας συνάπτει με τους υπαλλήλους του υποθηκοφυλακείου, εξακολουθεί να φέρει την ιδιότητα του εργοδότη, δηλαδή του προσώπου που αφενός έχει την αξίωση να απαιτήσει την παροχή της εργασίας, έστω και υπό τις ανελαστικές προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει, χωρίς να μπορεί επιφέρει τις μεταβολές που επιθυμεί, ακόμη και αν αυτές δικαιολογούνται από τις περιστάσεις, αν δεν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει την έγκριση της τριμελούς επιτροπής, στην οποία και ο ίδιος μετέχει, και αφετέρου την υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή.

Ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι το Δημόσιο, ωφελείται από την παροχή της εργασίας των υπαλλήλων του άμισθου υποθηκοφυλακείου, η λειτουργία του οποίου υποκαθιστά την εκ μέρος του Δημοσίου οφειλόμενη προς τους πολίτες οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας που παρέχει, η ωφέλεια αυτή είναι έμμεση, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι του υποθηκοφυλακείου χαρακτηρίζονται εκ του νόμου ως βοηθοί του άμισθου υποθηκοφύλακα, τον οποίον πράγματι ενισχύουν στο έργο του, μέσω του οποίου ο υποθηκοφύλακας εισπράττει τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιώματα.

Ο άμισθος υποθηκοφύλακας καθίσταται με τον τρόπο αυτό το αμέσως ωφελούμενο από την εργασία των υπαλλήλων πρόσωπο, γεγονός που ενισχύει την ιδιότητά του ως εργοδότη σε σχέση με αυτή του άμισθου δημόσιου λειτουργού που διευθύνει υπηρεσία η οποία, αν και δεν ανήκει στο Δημόσιο, το υποκαθιστά στην άσκηση δημόσιας λειτουργίας (πρβλ.

ΑΠ 167/2013, 930/2017, 721/2018 και 1864/2019 ποιν). Ως εργοδότης δε ευθύνεται, κατ' άρθρο 648 του ΑΚ, στην καταβολή του μισθού του υπαλλήλου ως αντιπαροχής της εργασίας που παρασχέθηκε από τον τελευταίο. Συνακολούθως νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή με αντικείμενο την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων δώρων εορτών.

Σημειωτέον ότι η αντίθετη εκδοχή, η οποία αρνείται την εργοδοτική ευθύνη του υποθηκοφύλακα, υποστηρίζοντας ότι αυτή εξαντλείται στην υποχρέωση απόδοσης των αποδοχών των υπαλλήλων μόνο όταν τα εισπραττόμενα έσοδα του υποθηκοφυλακείου επαρκούν προς τούτο, επιρρίπτει ανεπιτρέπτως τον οικονομικό κίνδυνο της λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου στον εργαζόμενο, δεδομένης και της ρητής ρύθμισης, με την οποία το Δημόσιο δεν ευθύνεται για τη συμπλήρωση των ποσών που ελλείπουν ώστε να συμπληρωθούν οι νόμιμες αποδοχές του.

Ενισχυτικό της άποψης ότι ο υποθηκοφύλακας ενέχεται πάντοτε στην καταβολή του μισθού είναι και η δυνατότητά του να μετακυλήσει την υποχρέωσή του για απόδοση εσόδων στο Δημόσιο στα επόμενα τρίμηνα, αλλά μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Εξάλλου, παθητική νομιμοποίηση ως διαδικαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αγωγής υπό όρο (αυτόν της επάρκειας των εσόδων), δεν νοείται και μόνο ως ένσταση διακωλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος θα ήταν αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι τα έσοδα δεν επαρκούν, αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο υποθηκοφύλακας δεν φέρει την ευθύνη του εργοδότη, που οφείλει πάντοτε μισθό, ανεξαρτήτως εισπράξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλομένη εξαφανίσθηκε η 311/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως παθητικώς ανομιμοποίητη, και έγινε δεκτή η αγωγή ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Σύμφωνα με όσα δέχθηκε το δικαστήριο, η αναιρεσείουσα προσέλαβε την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την 7.7.1993 για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου στο Υποθηκοφυλακείο Αγιάς Λάρισας, με πλήρες ωράριο και αμοιβή την προβλεπόμενη από τις οικείες σσε.

Ότι από τον Οκτώβριο του 2011 η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη μείωση των εσόδων, προσπάθησε να επιβάλει παρατύπως στην αναιρεσίβλητη μειωμένη απασχόληση, αλλά και να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς αυτό να γίνει αποδεκτό από την τριμελή επιτροπή. Ότι, παρά την απόρριψη των σχετικών αιτήσεων, τής κατέβαλε μέρος μόνο των δεδουλευμένων αποδοχών της στα αναφερόμενα στην απόφαση χρονικά διαστήματα, ενώ δεν τής κατέβαλε επίδομα δώρου Χριστουγέννων 2011 και επίδομα άδειας 2014, με αποτέλεσμα να τής οφείλει για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 32.362,84 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό.

Ότι τα παραπάνω αποδεικνύονται από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, αλλά και από τη δήλωση της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι έλεγξε τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή ως καταβληθέντα και είναι ορθά, ενώ δεν αμφισβήτησε ρητώς τα οφειλόμενα. Περαιτέρω, οι κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης σχετικά με τη νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας είναι οι ακόλουθες:

α) ότι δεν προβλέπεται ειδική ρύθμιση για την περίπτωση που τα εισπραττόμενα κατά νόμο δεν επαρκούν για την κάλυψη μιας ή περισσότερων υποχρεώσεων, β) ότι τα άμισθα υποθηκοφυλακεία αποτελούν αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες οι οποίες λειτουργικά υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ ο άμισθος υποθηκοφύλακας έχει την ιδιότητα δικαστικού υπαλλήλου, εξ αυτού δε συνάγεται ότι ο υποθηκοφύλακας προΐσταται ή διευθύνει τα υποθηκοφυλακεία ως εκπρόσωπος δημόσιας αρχής και δεν έχει την ιδιότητα απλού επιχειρηματία, που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα για ίδιο λογαριασμό και για ίδιο κέρδος, παρότι από φορολογικής απόψεως το εισόδημά του θεωρείται ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελματιών (με αναφορά στις ΑΠ 286/2019 και 203/2015), γ) ότι ο υποθηκοφύλακας δεν διαχειρίζεται ως "ίδια" κέρδη τα εισπραττόμενα για τις διενεργούμενες πράξεις δικαιώματα, ούτε δύναται να διαθέτει αυτά κατά βούληση δίδοντας, ελεύθερα, δυνάμει διευθυντικού δικαιώματός του, στους υπαλλήλους οποιεσδήποτε παροχές, αλλά αντιθέτως τα εισπραττόμενα δικαιώματα αποτελούν χρήματα του Δημοσίου και για το λόγο αυτό οφείλει να τα αποδώσει αφού παρακρατήσει....δ) ότι επομένως ο υποθηκοφύλακας οφείλει να εφαρμόζει τους όρους των εν λόγω συλλογικών συμβάσεων με τρόπο που να μη διασπαθίζει τα εισπραχθέντα δικαιώματα ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο, ε) ότι (λόγω της έντονης κανονιστικής ρύθμισης) η εργασιακή σχέση του προσωπικού των άμισθων υποθηκοφυλακείων μολονότι τυπικώς εμφανίζεται ως σύμβαση εργασίας μεταξύ άμισθου υποθηκοφύλακα και των υπαλλήλων του υποθηκοφυλακείου, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών του προσώπου του υποθηκοφύλακα που δεν αποτελεί ένα κοινό "εργοδότη", ασκούντα ιδιωτική επιχείρηση, και των ισχυρών στοιχείων δημοσίου δικαίου που διέπουν την όλη λειτουργία των υποθηκοφυλακείων, δεν είναι δυνατόν αυτή να αντιμετωπιστεί ως μια συνήθης σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου στ) ότι συνεπώς δεν εφαρμόζεται η κοινή εργατική νομοθεσία σε όλο το εύρος της στο προσωπικό τους και ιδίως σε θέματα που συνάπτονται με την οργάνωση του χρόνου εργασίας και την αμοιβή αυτών, ζ) ότι, ωστόσο, οι υπάλληλοι του άμισθου υποθηκοφυλακείου δεν συνδέονται με δημοσιοϋπαλληλική ή άλλη σχέση με το Δημόσιο αλλά μετά του άμισθου υποθηκοφύλακα με σύμβαση εργασίας, προσλαμβανόμενοι και μισθοδοτούμενοι από τον ίδιο, κατά τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις και η) ότι πριν την έκδοση της ΚΥΑ 37480/2012 η πρόσληψη και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων γινόταν από τον ίδιο τον υποθηκοφύλακα, ενώ μετά από αυτήν και την τήρηση της ειδικής διοικητικής διαδικασίας που προσομοιάζει με τη διαδικασία της πρόσληψης στο δημόσιο τομέα από το ΑΣΕΠ η εν λόγω υπαλληλική σχέση δεν έχει τον ελεύθερο χαρακτήρα που έχουν οι λοιπές εργασιακές σχέσεις εξαρτημένης εργασίας του ιδιωτικού τομέα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη συνδεόταν με την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσληφθείσα και μισθοδοτούμενη από αυτήν κατά τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις, ενώ στην εργασιακή αυτή σχέση ουδόλως αναμείχθηκε το Δημόσιο, πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά από αυτή.

Κρίνοντας, επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη ότι, παρά την έντονη κανονιστική επέμβαση του νόμου στο συγκεκριμένο είδος σύμβασης εργασίας, η αναιρεσείουσα είναι, παρά ταύτα, η εργοδότρια της αναιρεσίβλητης, συνδεόμενη με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία ενέχεται στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.

Είναι δε άλλο ζήτημα εάν οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως αυτές εκτέθηκαν για να υποστηρίξουν την έλλειψη της παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, θα μπορούσαν, με την προσθήκη και άλλων περιστατικών, να στοιχειοθετήσουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είτε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης που αναζητά τις αποδοχές της (ένσταση η οποία δεν προτάθηκε ούτε επικουρικώς) είτε εκ μέρους του Δημοσίου που ενδεχομένως θα αναζητούσε τα δικαιώματά του, εάν η αναιρεσείουσα, καθ' υπέρβαση της διαχειριστικής της εξουσίας, μετακυλούσε την οφειλή σε απώτερο από το επιτρεπόμενο χρονικό διάστημα, όταν, ενδεχομένως, τα έσοδα του υποθηκοφυλακείου θα επαρκούσαν για να καλύψουν τις λειτουργικές δαπάνες του (πρβλ ως προς την τελευταία εκδοχή ΟλΑΠ 17/1978).

Αβάσιμος είναι και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίον για να έχει ορισμένο περιεχόμενο η αγωγή, θα έπρεπε να διαλαμβάνονται σε αυτή οι τακτικές μηνιαίες εισπράξεις του Υποθηκοφυλακείου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν οι εισπράξεις αρκούσαν για να καλύψουν τις αποδοχές της, καθώς, όπως ήδη εκτέθηκε, η επάρκεια των εισπράξεων δεν συνιστά προϋπόθεση για την καταβολή στην αναιρεσίβλητη των οφειλόμενων αποδοχών της.

Με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι σε κάθε περίπτωση η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει αντίγραφα των τηρούμενων από την ίδια βιβλίων εισοδημάτων των ετών 2011-2013 για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι κατά τα διαστήματα αυτά τα έσοδα δεν κάλυπταν τις λειτουργικές δαπάνες του Υποθηκοφυλακείου, μεταξύ των οποίων και τη μισθοδοσία του προσωπικού, ενώ για τα έτη 2014-2015 προσκομίζει μεν σε αντίγραφα σελίδες των βιβλίων εισοδημάτων τον Υποθηκοφυλακείου, όμως, σύμφωνα με αυτά ,τα τριμηνιαία πιστωτικά υπόλοιπα-παθητικά προκύπτουν μετά την καταχώριση και άθροιση στα έξοδα και των δικαιουμένων ποσών για τις κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές και για τη μισθοδοσία της αναιρεσίβλητης, που όμως δεν της αποδόθηκαν ή αποδόθηκαν μειωμένα. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, καθώς πλήττουν την πλεοναστική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας οι ελλειμματικές εισπράξεις δεν απαλλάσσουν την αναιρεσείουσα από την υποχρέωση καταβολής στην αναιρεσίβλητη των δεδουλευμένων αποδοχών της και επομένως η απόδειξη του ύψους των εισπράξεων και η διαπίστωση του ελλείμματος ήταν αδιάφορη για την κρίση του δικαστηρίου.

Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης αυτή πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας δεν επιβάλλονται ελλείψει αιτήματος, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας 61/2020 αίτηση για αναίρεση της 393/2020 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ