Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to judicial misconduct and procedural errors.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens decision, finding the lower court committed a procedural error. The appellant argued that the appellate judge's criticism of his conduct and alleged negligence constituted a violation of his personality rights and judicial duty. The court agreed, ruling that the judge's remarks regarding the appellant's absence and alleged lack of diligence were factually inaccurate and legally improper.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 57 and 59 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: Judicial criticism of a party's conduct or alleged negligence, when factually incorrect and damaging to their reputation, constitutes a procedural error subject to appeal.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 979 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 979/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Βγόντζα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Σ. του Π., 2) Κ. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Φλώρου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7865/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 502/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/5/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμόν 502/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμόν 7865/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 7.9.2015 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α) την άρση της προσβολής, β) την παράλειψή της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της, από άλλον γενομένης, ανακοινώσεως.
Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.
Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας (ΑΠ 257/2022, ΑΠ 632/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 257/2022, Α.Π. 40/2021, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 14/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, με την μη υπαγωγή στην έννοια του γεγονότος των αξιολογικών κρίσεων, εκφράσεων και των χαρακτηρισμών της πρώτης αναιρεσίβλητης για το πρόσωπό του, οι οποίες συνδέονται και σχετίζονται με τα διαλαμβανόμενα στην αναφορά της γεγονότα.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα:
"Η πρώτη εναγομένη την 30-5-2013 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου την υπ' αριθ. 122/2013 αίτηση της στρεφόμενη κατά της Χ. Κ., με την οποία ζητούσε να ανασταλεί, κατ' άρθρο 938 Κ.Πολ.Δ, η επισπευδόμενη από την τελευταία (δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης πλοίου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ζακύνθου, Β.
Α. και την υπ. αριθ. ...-2013 περίληψη αυτής του ιδίου δικαστικού επιμελητή) διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης του ανήκοντος στην κυριότητα της πλοίου, που έφερε την ονομασία "Καπετάν Νόμο". Η εν λόγω αίτηση προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 26ης-6-2013. Την 21-6-2013, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της άνω αιτούσης (εδώ πρώτης εναγομένης) Δημήτριος Ποταμίτης εμφανίστηκε στον Πρόεδρο Υπηρεσίας του άνω Δικαστηρίου, που συγκροτείτο από τον ενάγοντα Πρωτοδίκη (ο οποίος είχε αποσπασθεί από το Πρωτοδικείο Τριπόλεως στο άνω Πρωτοδικείο και υπηρετούσε πλέον σ' αυτό από την 10-6-2013), προτιθέμενος να καταθέσει νέα αίτηση περί αναστολής, κατ' άρθρο 1000 Κ.Πολ.Δ.
του ορισθέντος πλειστηριασμού του άνω πλοίου και ζήτησε τον κατά προτίμηση προσδιορισμό της συζήτησης της εν λόγω αιτήσεως κατά τη δικάσιμο της 26-6-2013 (ότε είχε προσδιορισθεί για να συζητηθεί και η προαναφερθείσα από 30-5-2013 αίτηση) προκειμένου οι δύο αιτήσεις να συνεκδικασθούν και έτσι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και να ελαχιστοποιηθούν τα έξοδα.
Ο ενάγων, υπό την προαναφερομένη ιδιότητα του απέρριψε το άνω αίτημα και προσδιόρισε ημερομηνία συζήτησης της αιτήσεως (η οποία κατετέθη με αριθμό 42/2013) την 28-6-2013. Την 26-6-2013 συζητήθηκε ενώπιον του προαναφερθέντος Πρωτοδικείου που συγκροτείτο από τον ενάγοντα Δικαστή, η από 30-5-2013 (αριθ. κατ. 122/2013) αίτηση της πρώτης εναγομένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον προαναφερόμενο Δικηγόρο της και η καθ' ης η εν λόγω αίτηση εκπροσωπήθηκε από το Δικηγόρο Παναγιώτη Κεφαλληνό.
Μετά την εξέταση των μαρτύρων και την ολοκλήρωση της συζητήσεως της αιτήσεως στο ακροατήριο, ο δικηγόρος της επισπεύδουσας ζήτησε προθεσμία από το Δικαστήριο για να καταθέσει σημείωμα και τα έγγραφα και ο ενάγων απευθυνόμενος προς τους δικηγόρους των διαδίκων, τους πρότεινε να αναβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως προκειμένου αυτή να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 Κ.Πολ.Δ που είχε καταθέσει η πρώτη εναγομένη, λέγοντας τους επιπροσθέτως ότι :"δεν έχω γράψει ακόμη το συζητείται".
Οι ανωτέρω Δικηγόροι του απήντησαν ότι δεν ζητούν αναβολή και τότε ο ενάγων εκφώνησε τη λέξη "Συζητείται" (η υπόθεση) την οποία και ανέγραψε επί του δικογράφου της αιτήσεως. Δύο ημέρες μετά, ήτοι την 28/6/2013, εκδόθηκε από τον ενάγοντα η υπ' αριθ. 99/2013 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η άνω αίτηση αναστολής (του άρθρου 938 Κ.Πολ.Δ), διότι -σύμφωνα με την αιτιολογία της αποφάσεως - δεν πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ για την ακύρωση της προαναφερθείσας έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης.
Η πρώτη εναγομένη, μετά την απόρριψη της άνω αιτήσεως της, ήτοι την 1-8-2013, υπέβαλε στο συμβούλιο Επιθεώρησης Δικαστηρίων του Αρείου Πάγου, την από 9-7-2013 αναφορά της κατά του ενάγοντος (που έλαβε αριθ. εμπ. πρωτ ΑΠ 648/2013), την οποία κοινοποίησε και στους: α) Υπουργό Δικαιοσύνης β) Πρόεδρο του Αρείου Πάγου γ) Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δ) Πρόεδρο Εφετών Πατρών ε) Πρόεδρο της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος στ) Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ζακύνθου, με την οποία ισχυρίσθηκε: 1) Ότι στις 21-6-2013 κατά την κατάθεση της αιτήσεως της περί αναστολής του πλειστηριασμού κατ' άρθρο 1000 Κ.Πολ.Δ.
ο ενάγων απέρριψε το υποβληθέν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αίτημα της, περί προσδιορισμού της συζητήσεως της αιτήσεως κατά προτίμηση στη δικάσιμο της 26-6-2013, ότε είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί η αίτηση αναστολής του άρθρου 938 Κ.Πολ.Δ, με τους ίδιους διαδίκους το οποίο αίτημα της αποσκοπούσε - κατά τους ισχυρισμούς της - στην αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, στην οικονομία της δίκης, στον περιορισμό των εξόδων αφού ο μάρτυρας της, εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν θα αναγκαζόταν να μεταβεί δύο φορές από την Κέρκυρα στη Ζάκυνθο 2) Ότι ο ενάγων δεν δέχθηκε το άνω αίτημα της από φυγοπονία, διότι στις 26-6-2013 είχε ο ίδιος υπηρεσία ενώ στις 28-6-2013 που εν τέλει προσδιόρισε τη συζήτηση της αιτήσεως αναστολής του άρθρου 1000 Κ.Πολ.Δ είχε υπηρεσία άλλη συνάδελφος του και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο απέφυγε να αναλάβει την εκδίκαση μιας επιπλέον υποθέσεως. 3) Ότι στις 26-6-2013 ο ενάγων ενώ δίκαζε την αίτηση αναστολής του άρθρου 938 Κ.Πολ.Δ, όταν αντελήφθη ότι η έκδοση της απόφασης απαιτούσε μελέτη και κόπο μετά την περάτωση της συζητήσεως της στο ακροατήριο, από φυγοπονία του επιχείρησε να μεθοδεύσει την αναβολή της υπόθεσης για τις 28-6-2013 μετακυλίοντας έτσι το βάρος στη συνάδελφο του που είχε υπηρεσία εκείνη την ημέρα και ειδικότερα ότι ο ενάγων μετά το πέρας της συζητήσεως της υποθέσεως, πρότεινε στους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων να αιτηθούν την αναβολή της συζήτησης προκειμένου αυτή να συνεκδικασθεί με την από 21-6-2013 αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 ΚΠολΔ που είχε καταθέσει η αιτούσα και ότι απευθυνόμενος σ' αυτούς τους είπε: "Δεν έχω γράψει ακόμη το συζητείται, οπότε μπορούμε να πούμε ότι δεν έγινε η συζήτηση" πλην όμως δεν έγινε δεκτή η παρότρυνση του και έδωσε προθεσμία στους διαδίκους για την κατάθεση του σημειώματος και των εγγράφων μέχρι την επομένη της δικασίμου (27-6-2013 και ώρα 9:00 πμ) 4) Ότι ο ενάγων κατά την κρίση της άνω αιτήσεως της, προδήλως εσφαλμένα, πρόχειρα επιπόλαια, αυθαίρετα και προκλητικά πιθανολόγησε την απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής περί καταχρηστικής επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθόσον, δεχόμενος ότι "ενώ η καθ' ης συνήνεσε στην άρση της κατάσχεσης, η αιτούσα δεν προέβη στην απαραίτητη συμπλήρωση αίτησης ως πλοιοκτήτριας, για την καθέλκυση του πλοίου ", δεν έλαβε καθόλου υπόψη του (δεν ανέγνωσε καν) το από 27-6-2013 έγγραφο σημείωμα της και δυο επικαλούμενα με αυτό και προσκομισθέντα έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή αυτή (πρώτη εναγομένη) είχε παράσχει την άδεια της, ως πλοιοκτήτρια για την καθέλκυση του πλοίου και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του το από 13-5-2013 έγγραφο της προς το Λιμεναρχείο Ζακύνθου, διά του οποίου γνωστοποίησε ότι παρέχει κάθε άδεια ή διευκόλυνση προς την κατεύθυνση της από μέρους της καθ' ης παράδοσης του σκάφους, στα πλαίσια των μεταξύ τους συμφωνηθέντων δια του ως άνω από 13-5-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού και την από 30-5-2013 εξώδικη πρόσκληση της προς την καθ' ης με την οποία της δήλωσε ότι εμμένει στα συμφωνηθέντα και της παρέχει διευκόλυνση προκειμένου και αυτή να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, την οποία εξώδικη κοινοποίησε προς το Λιμεναρχείο Ζακύνθου και προς τον Ελληνικό Νηογνώμονα 5) Ότι από την παράθεση των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών καθίσταται προφανές ότι ο άνω Πρωτοδίκης, κ.
Θωμάς Παπαδογρηγοράκος, όχι μόνο παραβίασε θεμελιώδεις δικονομικούς κανόνες κατά τη διαδικασία της εκδίκασης, αλλά και εξέδωσε απόφαση σε υπόθεση αναγκαστικής εκτελέσεως, στην οποία διακυβευόταν η τύχη (λόγω του επικείμενου πλειστηριασμού) σημαντικότατου περιουσιακού της στοιχείου, ήτοι του προαναφερόμενου σκάφους της, χωρίς να μπει στον κόπο να αναγνώσει το από 27-6-2013 έγγραφο σημείωμα που κατέθεσε, χωρίς να ανοίξει τον φάκελο με τα σχετικά της έγγραφα, τα οποία προσήγαγε με επίκληση και γενικά χωρίς να επιδείξει την επιβαλλόμενη σε δικαστικό λειτουργό επιμέλεια, ευθύνη και σοβαρότητα, παραβιάζοντας έτσι το καθήκον του και εμφανίζοντας ανεπάρκεια περί την άσκηση του λειτουργήματος του.
Ότι η συμπεριφορά του ως άνω δικαστικού λειτουργού εντός υπηρεσίας αντίκειται προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις (άρθρα 20 παρ. 1 και 93 παρ. 3 Σ., άρθρο 6 παρ. 14 της ΕΣΔΑ, άρθρα 241, 242 παρί, 246, 270 παρ. 6, 281, 304, 305 αρ. 3 και 4, 691 παρ. 5 Κ.Πολ.Δ) με αποτέλεσμα να είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμα του και να θίγει το κύρος του και το κύρος της Δικαιοσύνης γενικότερα.
Κατόπιν αυτών, ζήτησε (η πρώτη εναγομένη με την άνω αναφορά της) από τους αρμόδιους να πράξουν ό,τι είναι απαραίτητο προς την κατεύθυνση του ελέγχου και του κολασμού του ως άνω δικαστικού λειτουργού αλλά και της δικής της προστασίας και όλων των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι προσφεύγουν στα Δικαστήρια της χώρας μας από επιπόλαιες και ανεύθυνες συμπεριφορές, όπως η περιγραφείσα.
Εν συνεχεία, διατάχθηκε, με το υπ' αριθ. εμπ. πρωτ. 661/10-10-2013 έγγραφο του Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεωρήσεως Δικαστηρίων του Αρείου Πάγου προς την Διευθύνουσα το Εφετείο Ναυπλίου, η διενέργεια πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης, προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα των αναφερομένων στην άνω αναφορά.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ο δεύτερος εναγόμενος (σύζυγος της πρώτης εναγομένης), ο οποίος, στην από 15-1-2014 ένορκη κατάθεση του ενώπιον της Εφέτη Κέρκυρας, Ευαγγελίας Καρδάση επανέλαβε τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στην άνω έγγραφη αναφορά της πρώτης εναγομένης, χωρίς να επεκταθεί σε κρίσεις και χαρακτηρισμούς σχετικά με τον ενάγοντα.
Συγκεκριμένα αυτός κατέθεσε ότι ο ενάγων, παρά την παράκληση του δικηγόρου (της πρώτης εναγομένης) να προσδιορίσει και την δεύτερη αίτηση στην ίδια δικάσιμο στην οποία είχε προσδιορισθεί η πρώτη (26-6-2013) προκειμένου να συνεκδικασθούν και να μην υποβληθούν σε διπλές δαπάνες μετάβασης τους στη Ζάκυνθο από την Κέρκυρα όπου διαμένουν, απέρριψε το αίτημα αυτό και ότι κατά την εκδίκαση της πρώτης αιτήσεως (του άρθρου 938 Κ.Πολ.Δ) επικαλούμενος το γεγονός ότι δεν είχε γράψει ακόμη τη λέξη "συζητείται" για την υπόθεση, τους πρότεινε να αναβληθεί η συζήτηση επί της αιτήσεως που ήδη είχε εκδικασθεί προκειμένου να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 Κ.Πολ.Δ που ο ίδιος (ο ενάγων) είχε προσδιορίσει δυο ημέρες μετά, ήτοι στις 28-6-2013, ότι εντός της δικογραφίας υπήρχε η από 13-5-2013 αίτηση της πρώτης εναγομένης (συζύγου του) προς το Λιμεναρχείο Ζακύνθου (την οποία ο μάρτυρας προσκόμισε) και η από 30-5-2013 εξώδικη πρόσκληση της προς την αντίδικο της κ.
Κ., η οποία κοινοποιήθηκε προς το Λιμεναρχείο Ζακύνθου και προς τον Ελληνικό Νηογνώμονα, από τα οποία προκύπτει η υποχρέωση της τελευταίας να παραδώσει το πλοίο μέσα στο λιμάνι της Ζακύνθου μετά την καθέλκυση του, διότι υπόχρεη σύμφωνα με τα συμφωνητικά τους ήταν η κ. Κ. να προβεί στην καθέλκυση. Μετά το πέρας της πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης, ασκήθηκε κατά του ενάγοντος η από 6-5-2014 (υπ' αριθ. 68/2014) πειθαρχική αγωγή, ενώπιον του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία του αποδόθηκαν τα πειθαρχικά παραπτώματα: 1) της παραβίασης διατάξεων που αναφέρονται στην απονομή της δικαιοσύνης και συγκεκριμένα αυτών που επιβάλλουν στους δικαστικούς λειτουργούς, όταν εκδικάζουν μια υπόθεση, να λαμβάνουν υπόψη τους, ύστερα βεβαίως από μελέτη, και να αξιολογούν όλους τους ισχυρισμούς των διαδίκων καθώς και των υπ' αυτών επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, πειθαρχικό παράπτωμα που αντιστοιχούσε στον υπό -ως άνω- στοιχ. 4 ισχυρισμό της αναφοράς και 2) της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς εντός της υπηρεσίας, που αντιστοιχούσε στους υπό - ως άνω - στοιχ. 1-3 ισχυρισμούς της αναφοράς (άρθρο 91 παρ. 2 περ.
β' και δ' ΚΟΔΚΔΛ). Επί της ανωτέρω πειθαρχικής δίωξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 27/2014 απόφαση του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Πειραιώς με την οποία απεφάνθη ότι ο πειθαρχικώς διωκόμενος (ενάγων) δεν τέλεσε τα αποδιδόμενα σε αυτόν πειθαρχικά παραπτώματα.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι είναι αληθή τα κάτωθι, διαλαμβανόμενα στην αναφορά της α' εναγομένης γεγονότα, ήτοι: α) ότι ο ενάγων, ως Πρόεδρος Υπηρεσίας στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου, απέρριψε το αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου της, περί προσδιορισμού της αιτήσεως της (περί αναστολής του ορισθέντος κατ' άρθρο 1000 Κ.Πολ.Δ) στη δικάσιμο της 26-6-2013 (ημέρα που είχε υπηρεσία ο ενάγων) προκειμένου η εν λόγω αίτηση της να συνεκδικασθεί με προγενέστερη, ήδη προσδιορισθείσα στη δικάσιμο αυτή αίτηση της (περί αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ' άρθρο 938 Κ.Πολ.Δ), αλλά προσδιόρισε αυτήν για την 28-6-2013, ημέρα που δεν είχε ο ίδιος υπηρεσία αλλά η συνάδελφος του και β) ότι ο ενάγων στη δικάσιμο της 26-6-2013 κατά την εκδίκαση της αίτησης της(του άρθρου 938 Κ.Πολ.Δ), μετά την ολοκλήρωση της συζήτησης στο ακροατήριο, προέτρεψε τους πληρεξούσιους δικηγόρους της υπόθεσης να ζητήσουν αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για την δικάσιμο της 28-6-2013 που είχε υπηρεσία η συνάδελφος του.
λέγοντας τους ότι: "Δεν έχω γράψει ακόμη το συζητείται, οπότε μπορούμε να πούμε ότι δεν έγινε η συζήτηση". Ως εκ τούτου τα άνω καταγγελλόμενα από την α' εναγομένη γεγονότα δεν συνιστούν συκοφαντικούς ισχυρισμούς αυτής, εις βάρος του ενάγοντος. Επίσης ο β' εναγόμενος, καταθέτοντας ενόρκως την 15-1-2014 τα υπό -ως άνω-στοιχ.
α', β' γεγονότα ενώπιον της Εφέτου Κέρκυρας Ευαγγελίας Καρδάση, δεν ισχυρίσθηκε συκοφαντικά για το πρόσωπο του ενάγοντος γεγονότα, διότι -ως προελέχθη- τα γεγονότα αυτά ήσαν αληθή. Δεν συνιστούν όμως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 363 ΠΚ, οι κάτωθι διαλαμβανόμενες στην άνω αναφορά της α' εναγομένης φράσεις που αφορούσαν το πρόσωπο του ενάγοντος, ήτοι: 1) ότι ο ενάγων από προφανή φυγοπονία έπραξε τα ανωτέρω, υπό -ως άνω- στοιχ α', β' αναφερόμενα 2) ότι η δικαστική κρίση του ενάγοντος (όπως αυτή αποτυπώνεται στην υπ' αρ. 99/2013 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου που αυτός εξέδωσε επί της άνω αιτήσεως της, του άρθρου 938 Κ.Πολ.Δ), είναι προδήλως εσφαλμένη, πρόχειρη, επιπόλαιη και αυθαίρετη, διότι δεν έλαβε υπόψη του δύο έγγραφα που αυτή επικαλέσθηκε με το από 27-6-2013 σημείωμα της (ήτοι το από 13-5-2013 έγγραφο της προς το Λιμεναρχείο Ζακύνθου και την από 30-5-2013 εξώδικη πρόσκληση προς την καθ' ης), ότι ο ενάγων παραβίασε θεμελιώδεις δικονομικούς κανόνες κατά την εκδίκαση της άνω υποθέσεως, καθ' όσον εξέδωσε την άνω απόφαση χωρίς να μπει στον κόπο να αναγνώσει το άνω έγγραφο σημείωμα της και να ανοίξει το φάκελο με τα σχετικά έγγραφα της που προσήγαγε και γενικά χωρίς να επιδείξει την επιβαλλόμενη σε δικαστικό λειτουργό επιμέλεια, ευθύνη και σοβαρότητα, παραβιάζοντας έτσι το καθήκον του και εμφανίζοντας ανεπάρκεια περί την άσκηση του λειτουργήματος του 3) ότι αυτή (α' εναγομένη) αιτείται να πράξουν (οι αρμόδιοι) ότι είναι απαραίτητο προς την κατεύθυνση του ελέγχου και του κολασμού του ενάγοντος αλλά (και προς την κατεύθυνση) της προστασίας αυτής και όλων των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι προσφεύγουν στα δικαστήρια της χώρας μας, από επιπόλαιες και ανεύθυνες συμπεριφορές όπως αυτή του ενάγοντος.
Οι προαναφερόμενες φράσεις αποτελούν υποκειμενικές αξιολογικές δυσμενείς κρίσεις της α' εναγομένης ως προς τις άνω αναφερόμενες ενέργειες του ενάγοντος και την δικαστική κρίση του, όπως αυτή αποτυπώνεται στην άνω απόφαση που αυτός εξέδωσε και η α' εναγομένη τις διέλαβε στην αναφορά που κατέθεσε εναντίον του, προκειμένου να στηρίξει το αίτημα της περί πειθαρχικού ελέγχου αυτού, καθ' όσον αυτή θεώρησε ότι αδικήθηκε από το χειρισμό των υποθέσεων της από τον ενάγοντα και από την δικαστική κρίση του, ήτοι αυτή χρησιμοποίησε τις ανωτέρω εκφράσεις (διατυπώνοντας ελεύθερα τη γνώμη της) από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ) και θέλησε να αποδοθούν ευθύνες σε βάρος του.
Επίσης, με τον τρόπο που διατυπώθηκαν οι ανωτέρω δυσμενείς για τον ενάγοντα αξιολογικές κρίσεις αυτής (α' εναγομένης) δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος εκ μέρους της, ήτοι δεν προκύπτει πρόθεση αυτής που να κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος και γενικότερα στην αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του (άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ).
Εξάλλου, η α' εναγομένη, αναγράφοντας στην εν λόγω αναφορά της τις προαναφερόμενες φράσεις που αναφέρονταν στον ενάγοντα, χρησιμοποίησε γλώσσα συνήθη για την περίσταση, ήτοι για την υποστήριξη της αναφοράς της και δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο προς προάσπιση του άνω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της. Το γεγονός του ότι η α' εναγομένη κοινοποίησε την εν λόγω αναφορά της που περιείχε τις προαναφερόμενες δυσμενείς κρίσεις για τον ενάγοντα στα προαναφερόμενα πρόσωπα (Υπουργό Δικαιοσύνης, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Πρόεδρο Εφετών Πατρών. Πρόεδρο Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ζακύνθου) δεν καταδεικνύει σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος εκ μέρους της, καθόσον τα πρόσωπα αυτά σχετίζονται απόλυτα με την απονομή της δικαιοσύνης και η α' εναγομένη θεώρησε αναγκαίο τούτο για την εξέταση της αναφοράς της.
Συνεπώς οι διαλαμβανόμενες ως άνω φράσεις στην εν λόγω αναφορά, δεν αποτελούν άδικη πράξη της α' εναγομένης (άρθρο 367 παρ. 1 εδ. γ', 2 ΠΚ).
Εν προκειμένω πρέπει να σημειωθεί ότι ο β' εναγόμενος, στην ως άνω ένορκη κατάθεση του δεν συμπεριέλαβε τις προαναφερόμενες δυσμενείς κρίσεις για τον ενάγοντα τις οποίες συμπεριέλαβε η α' εναγόμενη στην εν λόγω αναφορά της..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την υπ' αριθμόν 7865/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή του αναιρεσείοντος την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, τα διαλαμβανόμενα στην αναφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης ότι:
α) ο αναιρεσείων στις 21.6.2013 κατά την κατάθεση της αιτήσεώς της περί αναστολής του πλειστηριασμού, κατ' άρθρο 1000 ΚΠολΔ, απέρριψε το υποβληθέν αίτημά της περί προσδιορισμού της συζητήσεως της αιτήσεως κατά προτίμηση στη δικάσιμο της 26.6.2013 , ότε είχε προσδιοριστεί η συζήτηση της αιτήσεως αναστολής του άρθρου 938 ΚΠολΔ, με τους ίδιους διαδίκους, από φυγοπονία, διότι στις 26.6.2013 είχε ο ίδιος υπηρεσία, ενώ στις 28.6.2013 που προσδιόρισε τελικά την συζήτηση της αιτήσεως είχε υπηρεσία άλλη συνάδελφός του και κατ' αυτόν τον τρόπο απέφυγε να αναλάβει την εκδίκαση μιας επιπλέον υποθέσεως, β) στις 26.6.2013 κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναστολής του άρθρου 938 ΚΠολΔ, όταν ο αναιρεσείων αντελήφθη ότι η έκδοση της αποφάσεως απαιτούσε μελέτη και κόπο, μετά την περάτωση της συζητήσεως στο ακροατήριο, από φυγοπονία του, επιχείρησε να μεθοδεύσει την αναβολή της υποθέσεως για τις 28.6.2013 μετακυλίοντας έτσι το βάρος στη συνάδελφό του που είχε υπηρεσία εκείνη την ημέρα, και, ειδικότερα πρότεινε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων να αιτηθούν την αναβολή, προκειμένου η υπόθεση να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, στους οποίους είπε: "δεν έχω γράψει ακόμη το συζητείται οπότε μπορούμε να πούμε ότι δεν έγινε η συζήτηση", όμως δεν έγινε δεκτή η παρότρυνσή του, γ) ο αναιρεσείων προδήλως εσφαλμένα, πρόχειρα, επιπόλαια, αυθαίρετα και προκλητικά πιθανολόγησε την απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής περί καταχρηστικής επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα έγγραφα και δ) ο αναιρεσείων όχι μόνον παραβίασε θεμελιώδεις δικονομικούς κανόνες κατά την διαδικασία της εκδικάσεως της ως άνω αιτήσεως, αλλά εξέδωσε απόφαση χωρίς να λάβει υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, χωρίς να επιδείξει την επιβαλλόμενη σε δικαστικό λειτουργό επιμέλεια, ευθύνη και σοβαρότητα, παραβιάζοντας έτσι το καθήκον του και εμφανίζοντας ανεπάρκεια περί την άσκηση του λειτουργήματός του, αποτελούν αξιολογικές κρίσεις για τον αναιρεσείοντα, οι οποίες όμως υπάγονται στην έννοια του γεγονότος των άρθρων 362, 363 ΠΚ, διότι συνδέονται και σχετίζονται άμεσα με τα ως άνω αναφερόμενα γεγονότα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα των εν λόγω γεγονότων.
Ειδικότερα, η κρίση της πρώτης αναιρεσίβλητης περί φυγοπονίας του αναιρεσείοντος συναρτάται άρρηκτα αφενός με το γεγονός του προσδιορισμού της αιτήσεώς της σε διαφορετική δικάσιμο κατά την οποία δεν είχε υπηρεσία ο αναιρεσείων και αφετέρου με το γεγονός ότι κατά την εκδίκαση στις 26.6.2013 της αιτήσεως αναστολής του άρθρου 938 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προέτρεψε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων να αναβάλουν την συζήτηση της αιτήσεως αυτής για τη δικάσιμο της 28.6.2013 για να συνεκδικαστεί από άλλη συνάδελφό του με την αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η κρίση στην οποία προβαίνει η πρώτη αναιρεσίβλητη με την αναφορά της, ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε την απόφαση επί της αιτήσεως αναστολής χωρίς να μελετήσει και να λάβει υπόψη του τα έγγραφα που εκείνη είχε προσκομίσει, παραβιάζοντας έτσι θεμελιώδεις δικονομικούς κανόνες, χωρίς να επιδείξει την επιβαλλόμενη σε δικαστικό λειτουργό επιμέλεια, ευθύνη και σοβαρότητα, εμφανίζοντας ανεπάρκεια περί την εκπλήρωση του λειτουργήματός του ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, συνδέεται και σχετίζεται άμεσα με τα προαναφερόμενα γεγονότα, αποτελώντας αδιάσπαστο και ενιαίο σύνολο με αυτά.
Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως (από τους αριθμούς 8, 14, 11, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναιρέσεως στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 502/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου της αναιρέσεως στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ