Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to specify substantive law violation and lack of new facts.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the authenticity of a document. The appellant argued the lower court failed to consider new claims and lacked sufficient reasoning, but the Court found these arguments legally insufficient. Specifically, the appeal failed to identify the exact substantive rule violated or explain why the reasoning was inadequate beyond merely copying the lower court's text.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559(8) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider new facts requires the new claim to be legal and capable of affecting the outcome, while an appeal citing insufficient reasoning must specify the violated substantive rule and the nature of the defect.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 979 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 979/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αλμπανίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/1999 μη οριστική και 98/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2124/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/12/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 12/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Υπό την έννοια αυτή, αποτελούν πράγματα και επομένως η μη λήψη αυτών υπ' όψη ιδρύει που προκείμενο λόγο αναιρέσεως, οι λόγοι της εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν ιδρύει τον λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή μη νόμιμο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 460 Κ.Πολ.Δ "κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό. Τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια". Κατά την διάταξη δε του άρθρου 461 του Κ.Πολ.Δ, "αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας".
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 463 του αυτού "Κώδικα" όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι.
Η τελευταία αυτή διάταξη είναι ενταγμένη στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, εν όψει της θέσεώς της, κανόνα της αποδεικτικής μόνον διαδικασίας, ο εισαγόμενος δε με αυτή περιορισμός τείνει στην ανατροπή της στρεψοδικίας και της παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (Ολ. ΑΠ 23/1999). Εν όψει τούτων, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά έγγραφα, είτε αυτά προσκομίζονται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αρκεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας να προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή.
Ο κατ' ένσταση δε προβαλλόμενος ισχυρισμός, χωρίς την προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (αρ. 461), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος και το δικαστήριο της ουσίας, αν δεν τον λάβει υπ' όψη, δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1377/2005).
Εξ άλλου, για το παραδεκτό του περί πλαστότητας εγγράφου ισχυρισμού, απαιτείται η κατά το άρθρο 98 του Κ.Πολ.Δ ειδική πληρεξουσιότητα. Τέτοια ειδική πληρεξουσιότητα δεν απαιτείται όταν το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παραγραφεί. Στην περίπτωση, όμως, αυτή (παραγραφής του αδικήματος), αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, ο περί αυτής ισχυρισμός δεν μπορεί να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, αλλά πρέπει να προταθεί, επί ποινή απαραδέκτου, κατά την συζήτηση, κατά την οποία προσήχθη το έγγραφο.
Και τούτο γιατί εκλείπουν οι ποινικές συνέπειες που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και επέβαλαν την εν λόγω ρύθμιση. Στην παρούσα περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, που είχε προταθεί με λόγο της εφέσεώς του, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προδικαστική του απόφαση εσφαλμένως απέρριψε τον ισχυρισμό αυτού, περί πλαστότητας του προσκομισθέντος από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο από 14-11-1985 ιδιωτικού εγγράφου (προς απόδειξη του ύψους του τιμήματος των προς αυτόν πωληθεισών μετοχών και της περί εξοφλήσεως αυτού ενστάσεώς του), με την αιτιολογία ότι ο ίδιος (αναιρεσείων), αποδίδοντας την πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο (εναγόμενο), δεν είχε προσκομίσει το έγγραφο που επικαλέσθηκε προς απόδειξη της πλαστότητας, προσέτι δε η περί πλαστότητας ένστασή του προτάθηκε χωρίς την απαιτουμένη, κατ' άρθρου 98 Κ.Πολ.Δ, ειδική πληρεξουσιότητα.
Όμως, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, ο ανωτέρω περί πλαστότητας του εγγράφου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος-ενάγοντος (ανεξαρτήτως του ότι δεν απαιτείτο για την παραδεχτή πρόταση αυτού η, κατ' άρθρου 98 του Κ.Πολ.Δ, ειδική πληρεξουσιότητα, εν όψει του ισχυρισμού τούτου, ότι το αδίκημα της πλαστογραφίας είχε παραγραφεί), συνεπεία και μόνο της μη προσκομιδής του εγγράφου που είχε επικαλεσθεί προς απόδειξη της πλαστότητας, ήταν απαράδεκτος και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο δεν απάντησε επ' αυτού, ως λόγου της εφέσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ο ισχυρισμός δε του αναιρεσείοντος ότι, εφ' όσον η πλαστογραφία απεδίδετο σε ορισμένο πρόσωπο και μπορούσε να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ήταν δυνατή η προσκομιδή του εγγράφου στην μετ' απόδειξη συζήτηση, δεν ασκεί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση, έννομη επιρροή, καθόσον το αδίκημα της πλαστογραφίας είχε παραγραφεί, γεγονός που επέβαλλε την υποχρεωτική πρόταση του περί πλαστότητας ισχυρισμού κατά την πρώτη συζήτηση, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την οποία το έγγραφο είχε προσαχθεί.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο έλαβε υπ' όψη, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση. Με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε, υιοθετώντας την κρίση του πρωτοδίκου δικαστηρίου, ότι το τελευταίο ορθώς έλαβε υπ' όψη το από 14-11-1985 έγγραφο, το οποίο είχε προσαχθεί ενώπιον αυτού, όχι στο πρωτότυπο αλλά σε φωτοτυπικό αντίγραφο και επομένως "ορθώς τέθηκαν τα θέματα αποδείξεως". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι δεν ανάγεται σε αποδείξεις τις οποίες ανεπιτρέπτως έλαβε υπ' όψη το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείο.
Επειδή, ως αίτηση, η μη εκδίκαση της οποίας ιδρύει τον, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης ή κάθε μη αυτοτελής αίτηση αυτών, στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, που προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο δεν απάντησε σε αίτημα, με το οποίο εζητείτο να προβεί σε διαδικαστική ενέργεια, που εναπόκειτο στην διακριτική του ευχέρεια. Εξ' άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει αποδείξεις. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 368 § 1 του Κ.Πολ.Δ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".
Κατά την διάταξη δε της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων, με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσει επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες.
Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας, περί του εάν, για την αντίληψη του ζητήματος για το οποίο ζητείται η πραγματογνωμοσύνη, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπ' όψη ισχυρισμού για ενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη ρητώς ή σιωπηρώς τέτοιου αιτήματος δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αντιστοίχως (ΑΠ 1038/2008).
Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια οτι δεν έλαβε υπ' όψη και δεν απεφάνθη επί του αιτήματος του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, για επίδειξη από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο του πρωτοτύπου του από 14-11-1985 ιδιωτικού συμφωνητικού, που είχε υποβάλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αποτελούσε λόγο της εφέσεώς του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, βεβαιώνει ότι το από 14-11-1985 συμφωνητικό (που είχε επικαλεσθεί ο εναγόμενος- αναιρεσίβλητος) προσκομίσθηκε στο πρωτότυπο και επομένως το ανωτέρω αίτημα ήταν χωρίς αντικείμενο.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 9 και 10 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο και δεν απεφάνθη επί του αιτήματος του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προσέτι δε, ενώ ο ίδιος είχε επικαλεσθεί ότι για την διαπίστωση της γνησιότητος της υπογραφής του επί του επιμάχου από 14-11-1985 συμφωνητικού απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, δεν διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αλλά απεφάνθη επί του ζητήματος αυτού χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπ' όψη το ανωτέρω αίτημα του ήδη αναιρεσείοντος και με αιτιολογία, με προσόντα διατακτικού, απέρριψε ρητώς αυτό, ως αβάσιμο.
Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει ωσαύτως να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτή, δεν περιλαμβάνεται παραδοχή του Εφετείου, ότι για το προαναφερόμενο ζήτημα και για την αντίληψη αυτού απαιτούνται "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης.
Το γεγονός ότι έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, την ιδιωτική γνωμάτευση της ειδικής γραφολόγου ..., δεν σημαίνει παραδοχή τέτοιων γνώσεων, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων.
Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο: Ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, να γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου ήτοι να πρόκειται για ανεπάρκεια αιτιολογίας να καθορίζονται τα περιστατικά που έπρεπε επί πλέον να αναφέρονται, αν δε πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες να καθορίζονται αυτές και σε τι συνίσταται η αντίφαση, ενώ δεν αρκούν οι γενικές εκφράσεις "για ανεπάρκεια της αιτιολογίας" ή "διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία".
Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή αυτή αποτελεί αντιγραφή της πρωτοδίκου αποφάσεως και επομένως "διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες", εν σχέσει προς το ζήτημα της γνησιότητας ή μη του από 14-11-1985 εγγράφου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιος κανόνας "ουσιαστικού δικαίου" παραβιάσθηκε και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, δηλαδή τι έπρεπε επί πλέον να διαλαμβάνεται σ' αυτή, ώστε να είναι επαρκής. Μόνη δε η, κατά, την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πιστή επανάληψη της πρωτοδίκου αποφάσεως δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2007 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2124/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ