Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague and unsupported arguments regarding employment contract modification.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding an employment contract dispute. The appellant argued that the lower court misinterpreted a resignation letter and failed to consider specific legal grounds for the dismissal. The court rejected these claims as inadmissible because they were either not independent legal arguments or lacked the necessary specific details required by law.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(20) and 559(21) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is not an independent claim or lacks the specific elements required to substantiate the alleged error.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 978 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 978/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Νικολαΐδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μπακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 3965/10-9-2012. Εκδόθηκαν η 3239/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 5118/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 484/13-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 662, 663 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι η μονομερής εκ μέρους του εργοδότη μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, που είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δεν συνεπάγεται τη λύση της, αλλά παρέχει στον εργαζόμενο, που δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να αξιώσει την τήρηση των συμβατικών όρων, οπότε, αν ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες, τις οποίες ο μισθωτός του προσφέρει κατά τους όρους της σύμβασης, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει τους αντίστοιχους μισθούς.
Εξάλλου, ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό δικαίωμά του (ΑΚ 652), μπορεί για να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία της με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία, όμως, αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της είναι η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια, αν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της, αντίκειται στα κριτήρια της άνω διάταξης (ΑΚ 281) και δη αν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων δικαιολογείται ή μη από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης ή από λόγους που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 944/2005).
2.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Όμως δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 191/2016, ΑΠ 2027/2014).
3.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 7-9-2012 (με αριθμό κατάθεσης 3965/10-9-2012) αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, στην έκταση που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι προσλήφθηκε την 26-3-1986 από την εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία το έτος 1993 συγχωνεύτηκε με την εναγομένη εταιρία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του, εξελιχθείς, λόγω των προσόντων που διέθετε, σε διάφορες βαθμίδες, αναλαμβάνοντας από 12-1-2009 ως υπεύθυνος εκπαίδευσης πωλητών υπαλλήλων και υπεύθυνος εμπορικών έργων.
Ότι ο συμβατικός μηνιαίος μισθός του από 8-1-2010 ανερχόταν στο ποσό των 6.775 ευρώ και επιπλέον ελάμβανε ως πριμ παραγωγικότητας ποσοστό 20% επί των ετησίων αποδοχών του, το οποίο καταβαλλόταν επί σειρά ετών ως συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του. Ότι η εναγομένη, το Σεπτέμβριο του 2011, τον περιόρισε μόνο στα καθήκοντα του υπευθύνου εκπαίδευσης πωλητών και το Μάιο του 2012 αξίωσε να αποδεχθεί μείωση των τακτικών αποδοχών του κατά ποσοστό 40% και από 1-1-2014 περιορισμό του πριμ παραγωγικότητας σε ποσοστό 8% επί των ετήσιων αποδοχών του.
Ότι σε περίπτωση άρνησης να δεχθεί μείωση των αποδοχών, του πρότεινε να παραιτηθεί λαμβάνοντας αποζημίωση μεγαλύτερη της νόμιμης, στην οποία όμως δεν θα περιλαμβανόταν η αναλογία του πριμ παραγωγικότητας ποσού 1.550 ευρώ και ακολούθως επανήλθε με νεότερη πρόταση καταβολής μεγαλύτερης αποζημίωσης συνολικού ποσού 189.000 ευρώ.
Ότι μετά την άρνησή του να αποδεχθεί τη μείωση των αποδοχών, η εναγομένη, την 3-8-2012, προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του με την καταβολή αποζημίωσης συνολικού ύψους 173.891,67 ευρώ. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, οφειλόμενη στην νόμιμη άρνησή του να δεχθεί τη μείωση των αποδοχών του, είναι απολύτως άκυρη διότι α) ο μοναδικός λόγος της ήταν η νόμιμη άσκηση του δικαιώματός του να αρνηθεί τη μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών του και β) η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης ήταν ελλιπής, διότι για τον προσδιορισμό αυτής δεν υπολογίσθηκε το πριμ παραγωγικότητας.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του για τους προαναφερόμενους λόγους και να υποχρεωθεί η εναγομένη, αφενός να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, όπως και πριν την απόλυση, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης του διευθύνοντος συμβούλου της για κάθε ημέρα άρνησής της και αφετέρου να του καταβάλει το ποσό των 8.325 ευρώ μηνιαίως, ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 3239/2014 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη και μετά από έφεση του ενάγοντος κατ' αυτής, εκδόθηκε η 5118/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
4.Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης ως άνω 5118/2017 απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "...", την 26-3-1986, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 26-3-1986 έως 26-9-1986, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος και ειδικότερα ως εκπαιδευόμενος υπεύθυνος προϊόντων.
Ότι με τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης, καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών η από 26-9-1986 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας ο ενάγων προσλήφθηκε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εκπαιδευόμενος βοηθός υπευθύνου προϊόντων, με πλήρη απασχόληση, αντί μηνιαίου μισθού ανερχόμενου στο ποσό των 75.000 δραχμών.
Ότι το έτος 1993 η ανωτέρω εργοδότρια εταιρία συγχωνεύθηκε με την εναγομένη ανώνυμη εταιρία, η οποία, ως καθολικός διάδοχος, υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ενώ αναγνώρισε και την προϋπηρεσία του, που είχε διανυθεί με την προηγηθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την 3-8-2012, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε (περί της οποίας γίνεται λόγος κατωτέρω). Ότι, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, ο ενάγων, λόγω και των προσόντων του (πτυχιούχος οικονομικών και πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου ..., διπλωματούχος μεταπτυχιακών σπουδών του ιδίου Πανεπιστημίου, διπλωματούχος μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου ...
και άριστος γνώστης της αγγλικής και γαλλικής γλώσσας), εξελίχθηκε ιεραρχικά και άσκησε σημαντικά καθήκοντα, ενώ από την 1-12-2009 κατείχε τη θέση του υπευθύνου της εκπαίδευσης πωλητών και του υπευθύνου εμπορικών έργων. Ειδικότερα, ο ενάγων, με την ιδιότητα του υπευθύνου της εκπαίδευσης πωλητών, είχε την ευθύνη για την εκπαίδευση των πωλητών υπαλλήλων της εναγομένης, αλλά και των διανομέων αυτής και οι ευθύνες, τα καθήκοντα και οι στόχοι του αφορούσαν, κατά κύριο λόγο, την εν λόγω ιδιότητα.
Ότι με την άλλη ιδιότητα του υπευθύνου εμπορικών έργων, ο ενάγων είχε πιο περιορισμένα καθήκοντα, ευθύνες και στόχους και ειδικότερα απασχολείτο με τη μελέτη έργων, που κατά καιρούς του ανατίθεντο. Ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν από 18-2-2009 στο ποσό των 6.640 ευρώ και από 8-1-2010 στο ποσό των 6.775 ευρώ, ενώ ελάμβανε και επίδομα παραγωγικότητας (bonus), το οποίο η εναγομένη χορηγούσε στους εργαζομένους της με την τήρηση των αυστηρών προϋποθέσεων, που η ίδια όριζε και το οποίο, σε σχέση με τον ενάγοντα, ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί των ετήσιων αποδοχών του και ανάλογα με το βαθμό επίτευξης των στόχων, που του είχαν τεθεί στην αρχή κάθε χρόνου και των αποτελεσμάτων της εταιρίας.
Ότι, ως επίδομα παραγωγικότητας, του καταβλήθηκε το έτος 2009 το ποσό των 16.919 ευρώ, το έτος 2010 το ποσό των 16.864 ευρώ και το έτος 2011 το ποσό των 18.600 ευρώ. Ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2011 ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων της εναγομένης ο Σ. Τ., ο οποίος, εκτιμώντας ότι οι πραγματικές ευθύνες και οι στόχοι, που έθετε η εναγομένη στον ενάγοντα, αφορούσαν μόνο την πρώτη από τις ανωτέρω ιδιότητές του, ήτοι του υπευθύνου της εκπαίδευσης πωλητών, του αφαίρεσε τον τίτλο και τα καθήκοντα ως υπευθύνου εμπορικών έργων και περιορίσθηκε μόνο στα καθήκοντα, στις ευθύνες και στους στόχους της πρώτης θέσης του.
Ότι η αφαίρεση του τίτλου και των αντίστοιχων καθηκόντων του ενάγοντος, ως υπευθύνου εμπορικών έργων, που από την 1-12-2009 κατείχε (έστω και πιο περιορισμένων σε σχέση με αυτά της άλλης θέσης του ως υπευθύνου της εκπαίδευσης πωλητών), ακόμη και αν δεν συνοδευόταν, τότε, με τη μείωση του μισθού του, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, για την οποία ο ενάγων δεν διατύπωσε αντιρρήσεις, επειδή εμφανίσθηκε από την εναγομένη ότι αυτό γίνεται προκειμένου να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στο θέμα της εκπαίδευσης των πωλητών και των διανομέων της και έτσι ο ενάγων την αποδέχθηκε.
Ότι το Μάιο του 2012, ο προαναφερόμενος διευθυντής πωλήσεων της εναγομένης ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι οι μηνιαίες αποδοχές του, ύψους 6.775 ευρώ, τότε, ήταν πολύ υψηλές για τη θέση που κατείχε και ακολούθως ζήτησε από τον ενάγοντα τη μείωση του μισθού του, ώστε να ανταποκρίνεται στο επίπεδο της θέσης του υπευθύνου της εκπαίδευσης πωλητών, στην οποία είχε περιορισθεί και παρέμεινε.
Ότι, συγκεκριμένα, την 14-6-2012, ο ανωτέρω διευθυντής πωλήσεων Σ. Τ., μετά από συνεννόηση με τη γενική διεύθυνση της εναγομένης, ζήτησε από τον ενάγοντα να αποδεχθεί τη μείωση του μηνιαίου μισθού του από την 1-9-2012 στο ποσό των 4.000 ευρώ και να παραμείνει στο υφιστάμενο ποσοστό του επιδόματος παραγωγικότητας, αλλά από το έτος 2014 να περιορισθεί σε ποσοστό 8% επί των ετήσιων αποδοχών του.
Ότι η πρόταση αυτή της εναγομένης προς τον ενάγοντα για την κατά τα άνω μείωση των αποδοχών του, έγινε με τη μορφή της τροποποιητικής καταγγελίας, καθόσον του προτάθηκε ως ηπιότερη εναλλακτική λύση, προκειμένου να διατηρήσει τη θέση εργασίας του με τις προτεινόμενες μειωμένες αποδοχές και να αποφύγει έτσι την απόλυσή του.
Ότι η απαίτηση αυτή της εναγομένης για τη μείωση των αποδοχών του ενάγοντος, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου και χωρίς σχετικό δικαίωμα (προβλεπόμενο από νομοθετική διάταξη ή κανονισμό εργασίας ή από την ατομική σύμβαση εργασίας) και η οποία δεν συνδεόταν με το πρόσωπο του ενάγοντος ως εργαζομένου και δη σε αδυναμία του να ανταπεξέλθει στα συμβατικά του καθήκοντα, στα οποία αντίθετα ανταποκρινόταν με συνέπεια, καταλληλότητα και αποδοτικότητα, όπως άλλωστε δεν αμφισβητεί η εναγομένη, η οποία δεν του προσάπτει τίποτε μεμπτό, αναφορικά με την υπηρεσιακή του απόδοση, συνιστούσε αναμφίβολα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία του προκαλούσε υλική- μισθολογική βλάβη.
Ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα ως εργαζόμενος, είτε να αποδεχθεί την προτεινόμενη μεταβολή, δηλαδή την άνω μισθολογική μείωση, οπότε θα συναπτόταν νέα σύμβαση, τροποποιητική ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων αποδοχών του, που θα καθοριζόταν πλέον στο άνω μικρότερο προτεινόμενο από την εναγομένη ποσό, είτε να μην την αποδεχθεί, οπότε θα επακολουθούσε η απόλυσή του, όπως του είχε καταστήσει σαφές η εναγομένη, δεδομένου ότι η εν λόγω πρόταση μείωσης των αποδοχών του είχε το χαρακτήρα τροποποιητικής καταγγελίας.
Ότι τελικά ο ενάγων, την 18-6-2012, σε σχετική συνάντησή του με τον ως άνω διευθυντή πωλήσεων της εναγομένης, απέρριψε την ανωτέρω πρόταση για συνέχιση της απασχόλησής του με μειωμένες αποδοχές, που του πρότεινε και δήλωσε ότι δεν αποδέχεται τη μείωση των αποδοχών του, αλλά προτιμά την απόλυσή του. Ότι ο ενάγων ουδέποτε απαίτησε από την εναγομένη την αποδοχή της εργασίας του με την τήρηση των συμφωνημένων όρων, ήτοι των καταβαλλόμενων έως τότε αποδοχών του, δηλώνοντας προς αυτή ότι διαφορετικά καθίσταται υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας του, υποχρεούμενη στην καταβολή μισθών υπερημερίας.
Ότι την 28-6-2012, σε συνάντηση μεταξύ του ενάγοντος, του άνω διευθυντή πωλήσεων και της διευθύντριας ανθρωπίνου δυναμικού, Π. Κ., ερωτήθηκε ο ενάγων εάν επιμένει στην απόλυσή του, όπως είχε δηλώσει την 18-6-2012, ήτοι στη λύση της σύμβασής του με καταγγελία από την εναγομένη, ή επιθυμεί να παραιτηθεί, μετά από συζήτηση και σχετική συμφωνία περί των όρων της παραίτησής του.
Ότι ο ενάγων δήλωσε ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο της παραίτησής του (οικειοθελούς αποχώρησης), εφόσον συμφωνηθούν κοινά αποδεκτοί όροι προς τούτο. Ότι, ακολούθως, την 12-7-2012, οι προαναφερόμενοι διευθυντές του γνωστοποίησαν ότι, εάν η αποχώρησή του γίνει με καταγγελία, θα λάβει τη νόμιμη αποζημίωση με βάση τη συνολική έως τότε προϋπηρεσία του, συμπεριλαμβανόμενης και αυτής που είχε διανυθεί με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ειδικότερα το ποσό των 173.892 ευρώ, η οποία αντιστοιχεί σε αποδοχές 22 μηνών, ενώ εάν επιλέξει να αποχωρήσει με παραίτηση, του γνωστοποίησαν ότι, εκτός από την ανωτέρω αποζημίωση, θα λάβει από την εναγομένη και το ποσό των 4.320 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο επίδομα ανεργίας, που θα ελάμβανε από τον ΟΑΕΔ, εάν γινόταν απόλυση με καταγγελία της σύμβασής του από την εναγομένη και συνολικά 180.000 ευρώ.
Ότι σε μεταγενέστερη συνάντηση, την 16-7-2012, ο ενάγων ζήτησε από την ως άνω διευθύντρια (Π. Κ.) να του καταβληθεί και το κόστος αυτασφάλισης ενός έτους στο ΙΚΑ, ποσού 9.000 ευρώ περίπου, η οποία δέχθηκε την πρόταση αυτή μόνο για την περίπτωση που η αποχώρηση του ενάγοντος γινόταν με παραίτησή του, καθόσον, σε περίπτωση απόλυσής του, η παροχή αυτή καλύπτεται από το ΙΚΑ.
Ότι στην τελευταία συνάντηση, που έγινε μεταξύ αυτών την 31-7-2012, η ως άνω διευθύντρια ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την εναγομένη, θα του καταβληθεί το ποσό των 173.892 ευρώ και, σε περίπτωση παραίτησής του, το ποσό των 189.000 ευρώ, οπότε ο ενάγων δήλωσε οριστικά πλέον ότι θέλει να αποχωρήσει με καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εναγομένη.
Ότι, στη συνέχεια, του ανακοινώθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του θα πραγματοποιηθεί την 3-8-2012. Ότι το γεγονός ότι ο ενάγων δεν αποδέχθηκε την προτεινόμενη μείωση των αποδοχών του, αλλά, κατόπιν της ως άνω στάσης της εναγομένης, κατέληξε στην απόφαση να αποχωρήσει από την εργασία του με απόλυσή του από την εναγομένη, αποδεικνύεται και από την, με ημερομηνία 2-8-2012, αποχαιρετιστήρια ηλεκτρονική επιστολή, που ο ίδιος απέστειλε προς τους συναδέλφους του, προς εξωτερικούς συνεργάτες της εναγομένης και προς τον Αντιπρόεδρο Ευρώπης του Ομίλου, στην οποία, αφού εξέθεσε όλο το άνω χρονικό της επικείμενης την επόμενη ημέρα (3-8-2012) απόλυσής του, ρητά αναφέρει ότι "η απόφασή μου ήταν η αρχικώς ληφθείσα στις 18 Ιουνίου, η απόλυση, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν πρόσθετα κίνητρα για να προστατέψω τον εαυτό μου σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον".
Ότι, πράγματι, την 3-8-2012, η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και συγχρόνως του κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 173.891,67 ευρώ. Ότι ο ενάγων ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του ότι η καταγγελία αυτή της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι μοναδικός λόγος της ήταν η νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επί του μισθού του και των αποδοχών του.
Ότι το στοιχείο αυτό (έστω και αν είναι αληθές), δεν επαρκεί για να θεμελιώσει ακυρότητα της επίμαχης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν αποδίδει ευθέως, με πληρότητα και σαφήνεια, στην εναγομένη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της προς καταγγελία της εν λόγω σύμβασης, δεν πλήττει το κύρος της καταγγελίας ως καταχρηστικής, δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά καταχρηστικής άσκησης του ως άνω δικαιώματος (το ανωτέρω στοιχείο από μόνο του δεν στοιχειοθετεί καταχρηστική συμπεριφορά), ενώ σε όλο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής η επίμαχη καταγγελία ούτε καν χαρακτηρίζεται, έστω και επιγραμματικά, ως καταχρηστική, ούτε και ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητάς της για την αιτία αυτή, δηλαδή λόγω προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΑΚ 281), δεδομένου ότι η καταγγελία, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί την προτεινόμενη από τον εργοδότη μεταβολή των όρων εργασίας του, δεν είναι καταχρηστική και άκυρη από μόνο το γεγονός ότι αιτία της είναι η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 ΑΚ και τέτοια συγκεκριμένα περιστατικά καταχρηστικής άσκησης, όχι μόνο δεν επικαλείται ο ενάγων, αλλά ούτε καν προσβάλλει το κύρος της καταγγελίας ως καταχρηστικής, ούτε αιτείται την ακύρωσή της για την αιτία αυτή και συνακόλουθα το δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει τέτοιο χαρακτηρισμό στην ένδικη καταγγελία.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκεί εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, από μόνο το γεγονός ότι έγινε λόγω της νόμιμης άσκησης του δικαιώματός του να αρνηθεί τη μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών του και απέρριψε τους συναφείς τέσσερις πρώτους λόγους της έφεσης.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αποζημίωση απόλυσης του ενάγοντος, ως εκ του χρόνου υπηρεσίας του και των καταβαλλόμενων τακτικών αποδοχών κατά τον τελευταίο πριν την απόλυσή του μήνα (χωρίς συνυπολογισμό του επιδόματος παραγωγικότητας διότι συνιστούσε οικειοθελή παροχή), προσαυξημένων κατά το 1/6 (για αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας), ανέρχεται στο ποσό των 173.891,67 ευρώ, το οποίο έχει καταβληθεί στον ενάγοντα και συνεπώς δεν είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, λόγω καταβολής μειωμένης αποζημίωσης, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη 3239/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε αποφανθεί ομοίως.
5.Υπό τις άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ορθά δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, δεν περιείχε βάση περί ακυρότητας της καταγγελίας, ως γενομένης κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, ούτε αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας για την αιτία αυτή, καθόσον μόνο η άσκηση του νομίμου δικαιώματος του ενάγοντος να αρνηθεί τη μείωση των αποδοχών του, δεν επαρκεί για τη θεμελίωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, το δε στοιχείο αυτό από μόνο του, ακόμη και αν ο ενάγων υπονοούσε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, δεν στοιχειοθετεί καταχρηστική συμπεριφορά, όπως ορθώς δέχθηκε το Εφετείο. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είναι αβάσιμοι.
6.Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι της απόλυσής του προηγήθηκε τροποποιητική καταγγελία, ενώ δεν υπήρξε τέτοια καταγγελία, αφού ελλείπει ο έγγραφος τύπος που ισχύει και για τις τροποποιητικές καταγγελίες και, συνεπώς, η κρίση ότι η αναιρεσίβλητη προσπάθησε να αποφύγει την απόλυσή του, ελέγχεται ως αντίθετη προς το νόμο και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίασή του, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό. Πέραν τούτου, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε παραδοχή, ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα κατόπιν τροποποιητικής καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές (με αριθμό 4), δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, δια των αρμοδίων οργάνων της, πρότεινε τη μείωση των αποδοχών του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν την αποδέχθηκε και ότι στη συνέχεια, αφού προηγήθηκε σχετική συζήτηση μεταξύ αυτών ως προς τον τρόπο και τους όρους αποχώρησης του τελευταίου, προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας με τη συναίνεσή του, ο οποίος προέκρινε ως πιο συμφέροντα γι' αυτόν τρόπο την καταγγελία της σύμβασης από την εργοδότρια.
7.Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με τις παραδοχές ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στον περιορισμό των καθηκόντων του, χωρίς αυτός να διατυπώσει αντιρρήσεις, επειδή εμφανίσθηκε ότι έγινε για να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στην εκπαίδευση των πωλητών και διανομέων και ακολούθως ζήτησε τη μείωση των αποδοχών του, ώστε να ανταποκρίνεται στο επίπεδο της θέσης αυτής, δέχθηκε αθέμιτη ενέργειά της αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη και ότι, με βάση τις παραδοχές αυτές, θα έπρεπε, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 178 ΑΚ, να δεχθεί ότι κατόπιν εξαπάτησής του εμφάνισε τις αποδοχές του "περίπου υπέρογκες" για να δικαιολογήσει την απόλυση. Από την επισκόπηση, όμως, των διαδικαστικών εγγράφων παρατηρείται ότι δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός από το άρθρο 178 ΑΚ (που ορίζει ότι "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη"), με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η θεμελίωση αναιρετικού λόγου επί ισχυρισμού, που δεν είχε προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2). Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται αληθώς η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
8.Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 άλλως αρ.11 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι από την αποχαιρετιστήρια επιστολή, με ημερομηνία 2-8-2012, ουδόλως προκύπτει επιλογή του αναιρεσείοντος υπέρ της απόλυσής του και ότι το Εφετείο, που δέχθηκε συγκατάθεση αυτού για την αποφασισθείσα απόλυσή του, υπέπεσε στις ως άνω πλημμέλειες. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος, είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό, που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προταθεί, αλλά για επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, και κατά το δεύτερο μέρος, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι αναφέρεται μόνο ο αριθμός (11) της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει και ουδόλως προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.
9. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως, όπως και όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 699/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2-8-2012 αποχαιρετιστήριας επιστολής του για να καταλήξει στο πόρισμα, ότι τάχα αποδέχθηκε την απόλυσή του και ότι έτσι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, δεχόμενη πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτό.
Με βάση τις παραδοχές που παρατίθενται ανωτέρω (με αριθμό 4), το δικαστήριο της ουσίας ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2-8-2012 επιστολής, διότι δεν δέχθηκε κάτι περισσότερο από τα αναγραφόμενα στο έγγραφο αυτό. Αντίθετα, συνεκτίμησε το περιεχόμενό του με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα που αναφέρθηκε, στη συνέχεια δε υπήγαγε ορθώς το πόρισμα αυτό στην ουσιαστική διάταξη, που εφάρμοσε.
Επομένως, ο εξεταζόμενος έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
10.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 484/13-6-2018 αίτηση για αναίρεση της 5118/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 31η Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ