Legislator Giurisprudenza & Legislazione
978/2015 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence evaluation and legal basis of the lawsuit.

Numero d'incarto 978/2015
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific prior judgments and evidence, claiming a violation of procedural rules. The court ruled that the lower court had properly evaluated all submitted evidence and that the appellant's claims regarding the omission of specific documents were unfounded. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1), 559(8), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals for violations of substantive law or procedural rules, finding that the lower court's evaluation of evidence and consideration of all submitted documents constitutes a valid exercise of judicial discretion.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal dismissal evaluation of evidence procedural violation legal basis of lawsuit judicial discretion Code of Civil Procedure court costs cattiva gestione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court of Greece, 18/1998
Supreme Court of Greece, 2/2008
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 978 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 978/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κουντουριώτη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22513/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2195/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 19-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ.Α.Π 18/1998).

Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ.2, 216 παρ. 1, 335 προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των εκτιθεμένων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου του 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και ζημίας.

Από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 Α.Κ. και 386 του Π.Κ. προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή σε επιχείρηση πράξεως από την οποία υφίσταται ζημία εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρισίμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε Ειδικότερα η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφωτίσεώς του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη (Α.Π. 541/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει στην ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής ότι η τρίτη των εναγομένων, που ήταν γνωστή του, τον έφερε σε επαφή με τον τέταρτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), πατέρα της και πρόεδρο της εταιρείας αλληλεγγύης αποστράτων αξιωματικών του στρατού (ΕΤ.ΑΛ) και εν συνεχεία αμφότεροι , από κοινού ενεργούντες τον παρότρυναν να δανείσει εντόκως, με επιτόκιο 8%, χρήματα στον δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (επίσης μη διαδίκους στην παρούσα δίκη), τα οποία αυτός θα χρησιμοποιούσε σε επενδύσεις στο όνομα και για λογαριασμό του μέσω της πρώτης εναγομένης εταιρείας του, την οποία είχε ιδρύσει για αυτό το σκοπό και ότι ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκαν ότι, εντός έτους από την κατάθεση των χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό του δεύτερου εναγόμενου, αυτός θα του επέστρεφε το κεφάλαιο με τους συμφωνημένους τόκους, εκδίδοντας και σχετική επιταγή.

Ότι επίσης συμφώνησαν τη δυνατότητα ανανεώσεως κατ' έτος του δανείου, κατ' επιλογήν του, με την έκδοση αναλόγου επιταγής. Ότι σε εκτέλεση των ως άνω συμφωνηθέντων την 11-11-2001 ο ενάγων, κατόπιν παροτρύνσεων των τρίτης και τέταρτου εναγομένων, δάνεισε στον δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 12.765.000 δραχμών με επιτόκιο 8% και αυτός του χορήγησε επιταγή της πρώτης εναγομένης ποσού 13.786.200 δραχμών.

Ότι κάθε έτος λίγο πριν τις ημερομηνίες πληρωμής των επιταγών, οι εναγόμενοι επικοινωνούσαν μαζί του προκειμένου να αποσπάσουν την συναίνεση του για ανανέωση του δανείου και εξέδιδαν νέες επιταγές με ποσά προσαυξημένα κατά το συμφωνηθέν επιτόκιο. Ότι η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγομένου, εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη την 11-12-2006 σε διαταγή του ενάγοντος την με αριθμό ...

μεταχρονολογημένη επιταγή από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα Κύπρου ποσού 59.449 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ποσό του κεφαλαίου του δανείου προσαυξημένο κατά τους μέχρι τότε συμφωνημένους τόκους, η οποία, εμφανισθείσα νομίμως και εμπροθέσμως από τον ενάγοντα στην πληρώτρια τράπεζα την 13-12-2007, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων και σφραγίσθηκε αυθημερόν.

Ότι οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι πέραν των ανωτέρω διέπραξαν και το ποινικό αδίκημα της απάτης σε βάρος του, διότι τον έπεισαν να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας του, με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και δη του παρέστησαν ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος για την απώλεια των χρημάτων του, ότι πλήθος προσώπων και δη απόστρατοι αξιωματικοί, όπως ήταν και ο ίδιος ο ενάγων, εμπιστεύθηκαν στον δεύτερο εναγόμενο τα χρήματα τους προκειμένου αυτός να τα επενδύσει, και ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία και ο δεύτερος εναγόμενος είναι απολύτως φερέγγυοι, ότι υπάρχει σχετική κάλυψη στις επιταγές και ότι ανά πάσαν στιγμήν τα χρήματα του θα ήταν στη διάθεση του, αν και εγνώριζαν ότι όλα τα ανωτέρω δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, προέβησαν δε στην πράξη τους αυτή με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη της δικής του περιουσίας, καθόσον αποκλειστικός τους σκοπός ήταν να τον εξαπατήσουν και να εκμεταλλευτούν την εμπιστοσύνη που είχε ιδίως στην τρίτη εναγομένη, συνεργάτιδα του δευτέρου εναγομένου, η οποία τον εκπροσωπούσε σε όλες τις μετ' αυτού συναλλαγές του, παραλαμβάνοντας τις επιταγές και παραδίνοντας του νέες κάθε φορά, και τον έπειθε να ανανεώσει το δάνειο και να μην αναζητήσει το ποσό αυτού, καταρτίζοντας τα σχετικά έντυπα, θέτοντας το όνομα της επ' αυτών και διαβεβαιώνοντας τον ότι οι απαιτήσεις του ήταν εξασφαλισμένες.

Ότι, συνεπεία της παρανόμου και υπαιτίου αυτής συμπεριφοράς των εναγομένων, ο ίδιος υπέστη περιουσιακή ζημία συνολικού ποσού 59.449 ευρώ, ενώ υπέστη και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση. Αιτείται δ' ακολούθως ο ενάγων με βάση το ως άνω ιστορικό να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 65.449 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοσης της αγωγής, έως εξοφλήσεως.

Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία, για την νομική θεμελίωση της επί των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ. και 386 Π.Κ. Συγκεκριμένα προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής με σαφήνεια και πληρότητα τα απαιτούμενα από τις ρηθείσες διατάξεις στοιχεία, για την γένεση της εξ αδικοπραξίας ενδίκου αξιώσεως προς αποζημίωση και δη η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας όπως και των λοιπών μετ' αυτής συνεναγομένων, η ζημία που υπέστη ο ενάγων - αναιρεσίβλητος και ο πρόσφορος μεταξύ αυτών αιτιώδης σύνδεσμος.

Ειδικότερα η ζημιογόνος συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, όπως περιγράφεται στην αγωγή, συγκροτεί την πράξη της απάτης, την οποία μετήλθε εις βάρος του ενάγοντος, από κοινού με τον πατέρα της, τέταρτο εναγόμενο, τόσο κατά την σύναψη της αρχικής συμφωνίας όσο και κατά τις ανανεώσεις της που επακολούθησαν, με συνέπεια να τον πείσει να προβεί αρχικώς μεν στην παράδοση εν συνεχεία δε στην μη αναζήτηση των χρημάτων του με συνέπεια την απώλεια τούτων, προς όφελος της ιδίας και των συνεναγομένων της.

Επομένως το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου ταύτης, λόγω αοριστίας της και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8, και 14 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικές αιτιάσεις κατά την νοηματική δε εκτίμηση του περιεχομένου μόνο η τελευταία (αριθ.14), είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "... Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ... απόστρατος αξιωματικός της ...

Αστυνομίας, γνώριζε την τρίτη εναγόμενη ... (ήδη αναιρεσείουσα) ... Ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος είναι πατέρας της τρίτης εναγομένης, ήταν αντιπρόεδρος της ... Εταιρίας Αλληλεγγύης των Απόστρατων Αξιωματικών με την επωνυμία ΕΤ.ΑΛ. Ο δεύτερος εναγόμενος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) ήταν διαχειριστής της πρώτης εναγομένης (επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ..., που είχε ως αντικείμενο την αξιοποίηση χρηματικών κεφαλαίων των πελατών της μέσω παροχής χρηματοπιστωτικών και επενδυτικών υπηρεσιών.

Ο ενάγων στα πλαίσια της γνωριμίας του με την τρίτη εναγομένη πληροφορήθηκε απ' αυτήν ότι είχε τη δυνατότητα να επενδύσει τα χρήματα του με ασφαλή τρόπο και υψηλές αποδόσεις μέσω του δευτέρου εναγομένου και για το λόγο αυτό τον έφερε σε επαφή με τον τέταρτο εναγόμενο πατέρα της και στη συνέχεια αμφότεροι (τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι) το Δεκέμβριο του 2001 τον παρότρυναν να προβεί στην επένδυση των χρημάτων του, καταθέτοντας τα σε λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος θα τα επένδυε στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης εταιρίας, της οποίας τύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος, προκειμένου δε να τον πείσουν να προβεί στην εν λόγω επένδυση του παρέστησαν ότι στην εταιρία του δεύτερου εναγομένου εμπιστεύονταν τα χρήματα τους πολλοί απόστρατοι αξιωματικοί, καθώς και οι ίδιοι και συγγενικά τους πρόσωπα, ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία και ο δεύτερος εναγόμενος είναι απολύτως φερέγγυοι, ότι προς διασφάλιση της επένδυσης του θα ελάμβανε επιταγές εκδόσεως της πρώτης εναγομένης με ενσωματωμένο το ποσό απόδοσης της επένδυσης, ότι υπάρχει σχετική κάλυψη για τις επιταγές και ότι ανά πάσα στιγμή ο ενάγων θα είχε στη διάθεση του τα χρήματα του.

Ενόψει των διαβεβαιώσεων αυτών ο ενάγων εμπιστεύτηκε τους τρίτη και τέταρτο εναγομένους και προχώρησε στην επένδυση των χρημάτων του και συγκεκριμένα στις 11-12-2001, κατόπιν υποδείξεως των τελευταίων, κατέθεσε σε λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου το ποσό των 12.765.000 δραχμών, αφού προηγουμένως υπέβαλε σχετικό έντυπο - αίτηση επένδυσης κεφαλαίου, που συνέταξε η τρίτη εναγομένη, στο οποίο αναγράφονταν το ποσό της επένδυσης (12.765.00 δραχμές), ο χρόνος διάρκειας αυτής (ένα έτος), η απόδοση του κεφαλαίου, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 8% ετησίως, το ποσό στο οποίο θα ανέρχονταν το κεφάλαιο μαζί με την απόδοση αυτού σε ένα έτος και ανέρχονταν σε 13.786.200 δραχμές ή 40.458,40 ευρώ, για το οποίο του χορηγήθηκε ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως της πρώτης εναγομένης, που την υπέγραφε ο δεύτερος εναγόμενος, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος...

και το όνομα της τρίτης εναγομένης στην ένδειξη "συνεργάτης" ... Οι τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα ότι κάθε έτος θα δύναται να ανανεώνει την επένδυση με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια απόδοση, εφόσον το επιθυμούσε και ότι τα χρήματα του θα είναι στη διάθεση του όποτε τα χρειαστεί.

Έτσι ο ενάγων, πεισθείς από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις των τρίτης και τετάρτου εναγομένων ως προς την απόδοση και το ασφαλές της επένδυσης των χρημάτων του, καθώς και ως προς τη φερεγγυότητα της πρώτης και του δευτέρου των εναγομένων, συνέχισε να ανανεώνει κάθε έτος την ανωτέρω επένδυση του, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και με την ίδια απόδοση, αφού τον διαβεβαίωνε κάθε φορά η τρίτη εναγομένη ότι ισχύουν όλα τα παραπάνω και ότι μπορεί οποτεδήποτε να πάρει τα χρήματα του, και έτσι, προς διασφάλιση των επενδυόμενου κεφαλαίου του και της συμφωνηθείσας απόδοσης αυτού (8% κατ' έτος), το Δεκέμβριο του 2002 έλαβε επιταγή 43.696,00 ευρώ, το Δεκέμβριο του 2003 έλαβε επιταγή 47.192,00 ευρώ, το Δεκέμβριο του 2004 έλαβε επιταγή 50.967,00 ευρώ, το Δεκέμβριο του 2005 έλαβε επιταγή 55.045,00 ευρώ, που ήταν όλες μεταχρονολογημένες κατά ένα έτος από το χρόνο ανανέωσης της επένδυσης, εκδόσεως της πρώτης εναγομένης δια του δευτέρου εναγομένου, πληρωτέες σε διαταγή του ενάγοντος και στις 11 Δεκεμβρίου του 2006 ανανέωσε και πάλι την επένδυση του με τους ίδιους όρους και η πρώτη εναγομένη εταιρία δια του διαχειριστή της δεύτερου εναγομένου ...

εξέδωσε την μεταχρονολογημένη με ημερομηνία έκδοσης 11-12-2007... ποσού 59.449,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο επενδυθέν κατά το προηγούμενο έτος κεφάλαιο με την απόδοση αυτού (8%), πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος ... από την Τράπεζα Κύπρου. Το Δεκέμβριο του 2007 ο ενάγων ... αποφάσισε να εισπράξει τα χρήματα του και αφού κοινοποίησε στους δύο πρώτους εναγομένους ...

εξώδικη δήλωση του, με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι δεν επιθυμεί πλέον την ανανέωση της επένδυσης και ζήτησε την καταβολή των 59.449,00 ευρώ και δεν έλαβε καμιά απάντηση, εμφάνισε ... την παραπάνω επιταγή ... στην πληρώτρια Τράπεζα την 13-12-2007, η οποία όμως αρνήθηκε την πληρωμή της, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της εκδότριας - πρώτης εναγομένης...Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά το με αριθ.

πρωτ. 1146/15-3-2007 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.), η τελευταία διενήργησε έλεγχο στην έδρα της πρώτης εναγομένης (επί της οδού ...), όπου ήταν και η έδρα της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΚΟΝΣΑΛΤΙΝΓΚ ΕΠΕ", διαχειριστής της οποία ήταν επίσης ο δεύτερος εναγόμενος.

Από τον έλεγχο αυτό προέκυψαν τα εξής: Από το έτος 1999 έως και το έτος 2007 στην πρώτη εναγομένη (καθώς και στην "ΚΟΝΣΑΛΤΙΝΓΚ ΕΠΕ"), επένδυαν τα χρήματα τους, εκτός των άλλων, πολλοί απόστρατοι αξιωματικοί, μέλη της ΕΤ.ΑΛ., καθώς και συγγενείς και φίλοι αυτών, οι περισσότεροι εκ των οποίων γνώριζαν τον τέταρτο εναγόμενο, ο οποίος διατηρούσε γραφείο στην … στην οδό ..., στον 8° όροφο, δηλ.

στην ίδια διεύθυνση με την έδρα της πρώτης εναγομένης, που του παραχωρήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο. Η διαδικασία επένδυσης που ακολουθούνταν ήταν η ίδια σε όλες τις περιπτώσεις και συγκεκριμένα σε συζήτηση που είχαν με τον τέταρτο εναγόμενο, οι υποψήφιοι επενδυτές τους ενημέρωνε ότι υπάρχουν τρόποι επένδυσης των χρημάτων τους, με επιτόκιο κατά πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο τραπεζικό, μέσω του δευτέρου εναγομένου (ή του Τ.

Γ.), ο οποίος θα επένδυε τα χρήματα τους σε κυβερνητικά ομόλογα ευρωπαϊκών χωρών και ότι για την επένδυση απαιτούνταν μεγάλα κεφάλαια, προκειμένου να πετύχουν υψηλές αποδόσεις. Στη συνέχεια οι πελάτες - επενδυτές πήγαιναν στο γραφείο του τέταρτου εναγομένου και υπέγραφαν, παρουσία του ιδίου ή της κόρης του τρίτης εναγομένης, έντυπο με τίτλο "ΑΙΤΗΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", ...

και στις περισσότερες περιπτώσεις υπέγραφε το έντυπο η τρίτη εναγομένη, που αναφερόταν ως συνεργάτης. Κατόπιν, ο τέταρτος εναγόμενος έδινε στους πελάτες έναν αριθμό τραπεζικού λογαριασμού διαφόρων τραπεζών για να καταθέσουν τα χρήματα τους, με δικαιούχο άλλοτε τον δεύτερο εναγόμενο και άλλοτε τον Τ.

Γ., τα ονόματα των οποίων οι επενδυτές στην πλειονότητα τους έβλεπαν για πρώτη φορά στα αποδεικτικά κατάθεσης των τραπεζών. Μετά την κατάθεση των χρημάτων τους οι πελάτες - επενδυτές προσκόμιζαν στον τέταρτο εναγόμενο το αποδεικτικό κατάθεσης της τράπεζας και ελάμβαναν επιταγή για διασφάλιση των χρημάτων τους, που συμπεριλάμβανε το κεφάλαιο πλέον του αναγραφομένου στην αίτηση επιτοκίου, εκδόσεως του δευτέρου εναγομένου, εφόσον κατέθεταν σε τραπεζικό λογαριασμό αυτού ή των εταιρειών του (ΚΟΝΣΑΛΤΙΝΓΚ ΕΠΕ και ΝΟΗΣΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ), ή του Τ.

Γ., εφόσον κατέθεταν σε τραπεζικό λογαριασμό αυτού. Περαιτέρω από το άνοιγμα των λογαριασμών του τέταρτου εναγομένου με συνδικαιούχο τη θυγατέρα του - τρίτη εναγομένη, προέκυψε ότι το συνολικό ποσό καταθέσεων από 21-9-1999 έως 19-3-2007, απ1 όλους τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.207.586,86 ευρώ και 109.458,65 δολαρίων, από το οποίο το ποσό των 1.490.900,23 ευρώ κατατέθηκε από το δεύτερο εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 5-2-2001 έως 19-3-2007, το ποσό των 165.000,08 ευρώ κατατέθηκε από τον Ψ.

Π. από 21-9-1999 έως 30-9-1999, το ποσό των 159.554,166 ευρώ κατατέθηκε από τον Τ. Γ. από 19-4-2002 έως 7-7-2005 και το ποσό των 205.837,00 ευρώ κατατέθηκε από διάφορα πρόσωπα - επενδυτές, τα περισσότερα εκ των οποίων εμφανίζονται να καταθέτουν και σε λογαριασμούς του δευτέρου εναγομένου. Ο τέταρτος εναγόμενος ενώπιον της ΥΠ.Ε.Ε. ισχυρίστηκε ότι δικαιούχοι των παραπάνω ποσών, που κατατέθηκαν στους κοινούς λογαριασμούς αυτού και της τρίτης εναγομένης, από το δεύτερο εναγόμενο, τον Ψ.

Π. και τον Τ. Γ., είναι πελάτες των τελευταίων και κατατέθηκαν στους λογαριασμούς του προκειμένου ο ίδιος εν συνεχεία να τα δώσει στους δικαιούχους. Τον ίδιο ισχυρισμό πρόβαλε και η τρίτη εναγομένη στην από 19-6-2007 ανωμοτί κατάθεση της ενώπιον της ίδιας υπηρεσίας, αναφέροντας επιπλέον ότι συμμετείχε στην επιστροφή των χρημάτων στους δικαιούχους πελάτες των Α.

Γ. (δευτέρου εναγομένου) και Τ. Γ.. Από τον ίδιο έλεγχο προέκυψε επίσης ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2001 έως και 2003 στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό της "ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ" με δικαιούχο τον τέταρτο εναγόμενο και συνδικαιούχο την τρίτη εναγομένη θυγατέρα του, κατατέθηκαν διάφορα χρηματικά ποσά από το δεύτερο εναγόμενο, τα οποία από την αντιπαραβολή με τις μηνιαίες καταστάσεις προμηθειών, που κατασχέθηκαν από την ίδια υπηρεσία στις 20-3-2 007 στα γραφεία των προαναφερθεισών εταιριών του τελευταίου, διαπιστώθηκε ότι αφορούν προμήθειες αυτού προς τους τρίτη και τέταρτο εναγομένους ...

Περαιτέρω ... ο ενάγων στις 29-5-2007 κλήθηκε από την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προκειμένου να καταθέσει σχετικά με τις δραστηριότητες του δεύτερου εναγομένου και τότε για πρώτη φορά συνάντησε τον δεύτερο εναγόμενο, τον οποίο μέχρι τότε δεν γνώριζε και ο οποίος τον καθησύχασε, διαβεβαιώνοντας τον ότι θα του επιστρέψει τα χρήματα του ..., την ίδια διαβεβαίωση δε του έδωσε και η τρίτη εναγομένη σε τηλεφωνική τους επικοινωνία.

Πλην όμως αποδείχθηκε ότι ούτε ο δεύτερος εναγόμενος, ούτε οι εκπροσωπούμενες απ' αυτόν εταιρίες πρώτη εναγομένη (και "ΚΟΝΣΑΛΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε") είχαν την απαιτούμενη από το νόμο άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και για το λόγο αυτό η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την από 16-3-2007 ανακοίνωση της ενημέρωσε το επενδυτικό κοινό για την έλλειψη της άδειας αυτής...και στη συνέχεια επέβαλε πρόστιμο 50.000,00 ευρώ στο δεύτερο εναγόμενο και 40.000,00 ευρώ και 100.000,00 ευρώ στην πρώτη εναγομένη και στην "ΚΟΝΣΑΛΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε" αντίστοιχα.

Από ... τα παραπάνω ... το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η τρίτη εναγομένη από κοινού με τον τέταρτο εναγόμενο πάτερα της, προκείμενου να πείσουν τον ενάγοντα να προβεί στην προεκτεθείσα επένδυση των χρημάτων του, του παρέστησαν ότι ο δεύτερος εναγόμενος και η πρώτη εναγομένη, την οποία αυτός εκπροσωπούσε, είναι απολύτως φερέγγυοι, ότι τα χρήματα του θα επένδυαν οι τελευταίοι σε ομόλογα του εξωτερικού με μεγάλη απόδοση και μακροχρόνιας διάρκειας, ότι η επένδυση των χρημάτων του είναι ασφαλής, ότι υπάρχουν κεφάλαια στους λογαριασμούς αυτών στις τράπεζες, από τους οποίους θα πληρώνονταν οι εκδιδόμενες επιταγές και ότι και οι ίδιοι, καθώς και συγγενικά τους πρόσωπα έχουν επενδύσει τα χρήματα τους στους δύο πρώτους εναγομένους, ενώ γνώριζαν ότι τα παραπάνω ήταν ψευδή, καθόσον γνώριζαν ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν είχαν την απαιτούμενη από το νόμο άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ότι δεν επένδυαν τα χρήματα που τους εμπιστεύονταν οι πελάτες τους - επενδυτές, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, σε ομόλογα εκδόσεως των ευρωπαϊκών χωρών, αφού τέτοια ομόλογα δεν είχαν στην κατοχή τους ..., ότι δεν ήταν φερέγγυοι και οι επιταγές που εκδίδονταν για τη διασφάλιση των επενδύσεων του ενάγοντος δεν είχαν αντίκρισμα, ότι δεν είχε τη δυνατότητα ο ενάγων να εισπράξει τα χρήματα του οποτεδήποτε επιθυμούσε και ενώ είχε προηγηθεί η προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, την οποία ασφαλώς πληροφορήθηκε και η τρίτη εναγομένη, συνέχιζε ακόμη και το Μάιο του 2007 να διαβεβαιώνει τον ενάγοντα ότι θα εισπράξει τα χρήματα του, παρόλο που γνώριζε ότι δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα και επιπλέον ψευδές ήταν και το ότι και οι ίδιοι, καθώς και συγγενικά τους πρόσωπα είχαν επενδύσει τα χρήματα τους στους δύο πρώτους εναγομένους κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, αφού από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα ιδιωτικών συμφωνητικών και εντύπων επένδυσης συγγενικών τους προσώπων και από τα αντίγραφα των δύο επιταγών ..., πληρωτέων σε διαταγή αυτών (του τετάρτου ή της τρίτης των εναγομένων), δεν προκύπτει ότι πράγματι τα συγγενικά τους αυτά πρόσωπα διέθεσαν τα αναφερόμενα σ' αυτά χρηματικά ποσά, για τον προαναφερόμενο σκοπό, ούτε και η αιτία έκδοσης των εν λόγω επιταγών προκύπτει, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος ότι τόσο η τρίτη και ο τέταρτος εναγόμενοι, όσο και τα επικαλούμενα συγγενικά τους πρόσωπα, δεν στράφηκαν δικαστικά κατά των δύο πρώτων εναγομένων με αγωγές και μηνύσεις, όπως έπραξε ο ενάγων και πολλοί άλλοι επενδυτές.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι το γραφείο που χρησιμοποιούσε ο τέταρτος εναγόμενος, όπου δεχόταν τους μελλοντικούς επενδυτές, τόσο αυτός, όσο και η τρίτη εναγομένη, το είχε παραχωρήσει δωρεάν ο δεύτερος εναγόμενος και βρισκόταν στην ίδια διεύθυνση και στον ίδιο όροφο με τα γραφεία της πρώτης εναγομένης, όπως προαναφέρθηκε, ότι τόσο ο τέταρτος, όσο και η τρίτη εναγομένη είχαν μακροχρόνια συνεργασία με τον δεύτερο εναγόμενο και με δική τους υπόδειξη μεγάλος αριθμός προσώπων "επένδυσαν" τα χρήματα τους στον δεύτερο εναγόμενο και στις εταιρίες του, ότι η τρίτη εναγομένη με την ιδιότητα της συνεργάτιδας συμπλήρωνε τα σχετικά έντυπα τόσο της αρχικής επένδυσης, όσο και της ανά έτος ανανέωσης αυτής έως το 2006, κατόπιν επικοινωνίας με τον ενάγοντα, αφού τον διαβεβαίωνε για το ασφαλές της επένδυσης και του παρέδιδε τις επιταγές που εξέδιδε ο δεύτερος εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ... .

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου εξάλλου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η τρίτη εναγομένη με τις με αριθμούς 85 και 86/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης απαλλάχθηκε από την κατηγορία της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του ενάγοντος (με μειοψηφία της Προέδρου του Δικαστηρίου υπέρ της ενοχής αυτής) ενόψει του ότι, οι παραπάνω αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης δεν δεσμεύουν την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ...

Αποδείχθηκε επίσης ότι οι παραπάνω ψευδείς παραστάσεις έγιναν από την τρίτη και τον τέταρτο από τους εναγομένους με αποκλειστικό σκοπό την απόσπαση χρημάτων από τον ενάγοντα και τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους υπέρ της πρώτης και του δεύτερου εναγομένου, αλλά και των ιδίων, αφού ο δεύτερος εναγόμενος κατέθεσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς τους διάφορα χρηματικά ποσά ως προμήθειες, όπως προαναφέρθηκε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω ψευδή περιστατικά, με τα οποία οι τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι διαβεβαίωναν τον ενάγοντα προκειμένου να τον πείσουν να προβεί στην επένδυση του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού, ήταν αποφασιστικά για τη λήψη της απόφασης του και χωρίς αυτά δεν θα προέβαινε στην εν λόγω επένδυση, η προεκτεθείσα δε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εν λόγω εναγομένων είχε ως συνέπεια να ζημιωθεί ο ενάγων κατά το ποσό των 59.449,00 ευρώ, όση δηλαδή και η αξία της ένδικης επιταγής ...

και αντιστοιχεί στο ποσό της αρχικής επένδυσης του ενάγοντος και στις συμφωνηθείσες αποδόσεις αυτού από τις 11-12-2001 έως 11-12-2007, ενώ μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής των εναγομένων και της ζημίας του ενάγοντος υπάρχει αιτιώδης συνάφεια υπό την έννοια που εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της υπαγωγής των (γενομένων δεκτών ως) αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 298, 914, 147-149 Α.Κ.

και 386 Π.Κ., τις οποίες και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ με τον οποίον προσάπτονται στην απόφαση αιτιάσεις περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα και δη ως προς την απατηλή συμπεριφορά της αναιρειούσης, τον τρόπο και το χρόνο εκδηλώσεως αυτής και την επίδραση της στην διαμόρφωση της βουλήσεως του αναιρεσιβλήτου για την σύναψη της αρχικής επενδυτικής συμβάσεως και των ανανεώσεων αυτής, τυγχάνει αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά το σχηματικό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία και δη τις υπ' αριθμ. 85/2013 και 86/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αθώα της συναφούς αξιοποίνου πράξεως της απάτης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και την από 25-1-2013 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη αίτηση του τελευταίου για άσκηση εφέσεως κατά της δευτέρας των ως άνω αποφάσεως.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη πλην άλλων και "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα λήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ενόψει μάλιστα του ότι το Εφετείο μνημονεύει ιδιαιτέρως στην απόφασή του τις ανωτέρω αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Η περαιτέρω δε αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο, μολονότι μνημονεύει τις συγκεκριμένες αποφάσεις δεν έλαβε υπόψη την αμετάκλητη δι' αυτών αθώωσή της, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, καθόσον ανάγεται στην μη υποκείμενη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Νοεμβρίου 2013 αίτηση της Α. Α. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2195/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ