Legislator Giurisprudenza & Legislazione
977/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling factual assessment errors are not grounds for reversal.

Numero d'incarto 977/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court rejected the appeal filed by the Technical Chamber of Greece against a final labor dispute judgment. The appellant argued the lower court distorted a handwritten note regarding property ownership and construction contracts. The court held that the appellate court correctly evaluated the evidence alongside other testimonies and that factual assessments fall outside the scope of appellate review.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appellate court's evaluation of facts and evidence, even if differing from the lower court's conclusion, does not constitute grounds for reversal unless the decision is based solely on a distorted document.

Parole chiave

Generato dall'IA
appellate review factual assessment labor dispute evidence evaluation handwritten note property ownership code of civil procedure quadri scientifico o tecnico

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court 2/2008
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 977 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 977/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κ. Βλαχογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Π. του Α., και 2) Α. Α. Λ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μανώλη Κοκκινάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: Π. Λ. του Α., κατοίκου ...

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 178/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3655/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 20-1-2015 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1152/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 2731/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 2731/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Το ενάγον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος", ως εκ του νόμου υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του διπλωματούχου μηχανικού Π. Λ., με την ένδικη, από 29-12-2009 και με ημερομηνία καταθέσεως 29-12-2019 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι με το ...10/28-12-2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ι.

Μ., που νόμιμα μεταγράφηκε, ο άνω Π. Λ. με τον υιό του Α. και τους εναγομένους (ήδη εφεσίβλητους), Χ. Π. και Α. Λ., αγόρασαν από κοινού το περιγραφέν στο δικόγραφο κατά θέση, έκταση και όρια οικόπεδο κείμενο στο Δήμο ..., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 49% ο Π. Λ. και 17% έκαστος των λοιπών αγοραστών. Ότι ακολούθως όλοι οι αγοραστές συμφώνησαν να ανεγείρουν επί του ανωτέρω οικοπέδου δύο (2) οικοδομές, αποτελούμενη εκάστη από τρεις (3) ορόφους με πιλοτή και υπόγειο, και για το λόγο αυτό οι εναγόμενοι από κοινού ανέθεσαν στον Π.

Λ. την εκπόνηση όλων των απαιτούμενων μελετών για την έκδοση της αναγκαίας οικοδομικής άδειας. Ότι ειδικότερα αυτός ανέλαβε με επιστασία την επίβλεψη: α) των αρχιτεκτονικών εργασιών, β) των στατικών εργασιών, γ) της παθητικής πυροπροστασίας και δ) της θερμομόνωσης, την οποία και εκτέλεσε, διενεργώντας επιπλέον και τις αντίστοιχες επιμετρήσεις με αυτεπιστασία, οι δε εργασίες ανέγερσης περατώθηκαν τον Ιούνιο του έτους 2004.

Ότι η συνολική δαπάνη των εργασιών ανέγερσης των δύο (2) οικοδομών ανήλθε στο ποσό των 729.538,36 ευρώ, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να του καταβάλουν τις ελάχιστες προβλεπόμενες αμοιβές για τις ανωτέρω εργασίες, έκαστος αυτών κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς του επί του οικοπέδου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 178/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 επ.

ΚΠολΔ), απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της άνω απόφασης το ενάγον άσκησε την από 28-9-2012 έφεση. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η 3655/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι άσκησαν την από 21-1-2015 αίτηση αναίρεσης.

Επ' αυτής εκδόθηκε η 1152/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της για την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια η παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η έφεση προς εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. .

Μετά τη νέα συζήτηση της εφέσεως, εκδόθηκε η 2731/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της ως άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το εκκαλούν- ενάγον άσκησε την υπό κρίση, από 13-2-2018 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. H σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μισθώσεως έργου. Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και δικαιούται, παραδίδοντας τούτο, να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (άρθρ. 681 ΑΚ) η οποία δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

Κατά το άρθρο 104 παρ. 2 εδαφ. 1 του παραπάνω Π.Δ/τος προκειμένου περί ιδιωτικών έργων η πλήρης αμοιβή της μελέτης κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό του Τεχνικού Επιμελητηρίου για λογαριασμό του μηχανικού και το σχετικό παραστατικό της προκαταθέσεως αυτής υποβάλλεται μαζί με τη μελέτη στη πολεοδομική υπηρεσία για την έγκριση και έκδοση της απαιτουμένης αδείας.

Με τη διάταξη αυτή εισάγεται παρέκκλιση από την από το άρθρο 694 ΑΚ καθιερούμενη αρχή κατά την οποία η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται συγχρόνως με την παράδοση του έργου, αφού η αμοιβή του μηχανικού είναι καταβλητέα με την ολοκλήρωση της μελέτης έτοιμης προς υποβολή στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία για την έκδοση της οικοδομικής αδείας.

Εξάλλου προκειμένου περί μελέτης μηχανικού, ως παράδοση αυτής στον εργοδότη κατά την έννοια του άρθρου 694 ΑΚ νοείται, εκτός από την υλική παράδοση των γραπτών στοιχείων (σχεδιαγραμμάτων κ.λ.π.), και η προσπόριση της μελέτης στον εργοδότη, όταν ο μηχανικός διατηρεί μεν την κατοχή του φακέλου των σχεδίων, ο εργοδότης όμως έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη μελέτη αυτή λαμβάνοντας αντίγραφα κ.λ.π.

και γενικά να έχει όλες τις ωφέλειες που πηγάζουν από τη μελέτη ως φορέα επιστημονικής αξίας, δηλαδή άϋλου αγαθού δεκτικού πρακτικής εφαρμογής.

3. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31|2009, 7|2006, 4|2005). Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία-ΟλΑΠ 1|1999 και 32|1996), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

4. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.

5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2731/2016 απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Κ. Λ. του Α., που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εφεσίβλητων - εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την ...4/4-3-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του Α.

Π. του Δ., που ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος - ενάγοντος, κατ' άρθρα 681 και 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω (βλ. την από 24-2-2011 εξώδικη πρόσκληση και την ....03/1-3-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ι.

Χ.), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο Π. Λ. του Α., στα δικαιώματα του οποίου υποκαταστάθηκε εκ του νόμου το ενάγον και ήδη εκκαλούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (TEE)" (άρθρο 2 παρ. 4 και 5 του β.δ τής 30/31-5-1956, ως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του π.δ 48/1994), είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός και ήταν μέλος του εκκαλούντος, με αριθμό μητρώου .....15, μέχρι την 7-6-2004, οπότε συνταξιοδοτήθηκε από το πρώην "Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων", ήδη "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων", τυγχάνοντας μετά τη συνταξιοδότησή του ομότιμο μέλος του TEE.

Επίσης, είναι αδελφός της δεύτερης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, Α. Λ. του Α., καθώς και της Ε. συζύγου Α. Π., η οποία είναι μητέρα του πρώτου εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, Χ. Π.. Με το νομίμως προσκομιζόμενο από το εκκαλούν ...10/5-12-2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ι. Μ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ....87 με αύξοντα αριθμό ...33, ο Π.

Λ. και οι εφεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 17% εξ αδιαιρέτου έκαστος των εφεσιβλήτων, ενός οικοπέδου κείμενου στη θέση "..." του Δήμου ... και επί της οδού ..., λόγω αγοράς, αντί πραγματικού τιμήματος 150.000.000 δραχμών, το δε υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας 17% επί του οικοπέδου περιήλθε με το ίδιο συμβόλαιο στο μη διάδικο στην παρούσα δίκη Α.

Λ., υιό του Π. Λ.. Η συμμετοχή των εφεσιβλήτων στην αγορά του οικοπέδου έγινε, κατόπιν προηγηθείσας εκδήλωσης του ενδιαφέροντος τους για την αγορά από τον καθένα ενός διαμερίσματος, καθ' υπόδειξη του Π. Λ., ο οποίος παράλληλα δραστηριοποιούνταν στην ανέγερση οικοδομών, προς διευκόλυνση και μόνο του τελευταίου, λόγω της αδυναμίας του να καλύψει το σύνολο του ανωτέρω πραγματικού τιμήματος του ακινήτου.

Έτσι, συμφωνήθηκε μεταξύ τους, αφενός μεν οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι ενδιαφέρονταν αποκλειστικά και μόνο για την απόκτηση ο καθένας ενός διαμερίσματος, να συμμετάσχουν στην αγορά του ακινήτου με καταβολή μέρους του τιμήματος του, αφετέρου δε ο Π. Λ., ο οποίος ενδιαφερόταν να ανεγείρει επί του οικοπέδου οικοδομή ώστε εν συνεχεία να πωλήσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες σε τρίτους, να κατασκευάσει από ένα διαμέρισμα για κάθε εφεσίβλητο στην οικοδομή αυτή, που θα αντιστοιχούσε και στο ποσοστό συγκυριότητάς του επί του οικοπέδου, με περαιτέρω συμφωνία να αφαιρεθεί από την αξία των διαμερισμάτων το ποσό της συμμετοχής τους στο τίμημα αγοράς του ακινήτου, καταβληθεί δε το υπόλοιπο τμηματικά, εντός προθεσμίας δύο (2) ετών.

Η συμμετοχή του πρώτου εφεσίβλητου στο τίμημα, το οποίο, λόγω του νεαρού της ηλικίας του αλλά και της στράτευσής του κατ' εκείνο το χρόνο, κάλυψαν εξ ολοκλήρου οι γονείς του Α. και Ε. (αδελφή του Π. Λ.), ανήλθε στο ποσό των 25.000.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε για την αγορά του ακινήτου, ενώ η συμμετοχή της δεύτερης εφεσίβλητης (αδελφής του Π.

Λ.), δημοσίου υπαλλήλου κατ' εκείνο το χρόνο, ανήλθε στο ποσό των 60.000.000 δραχμών, το οποίο επίσης καταβλήθηκε από αυτήν για την αγορά του ακινήτου. Στα πλαίσια της προαναφερθείσας συμφωνίας, ο Π. Λ., συνέταξε, κατά το χρόνο αγοράς του οικοπέδου, δια χειρός του, όπως ο ίδιος δεν αμφισβητεί, το νομίμως προσκομιζόμενο από τους εφεσίβλητους σημείωμα, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ε. (μητέρα πρώτου εφεσίβλητου).

Διαμέρισμα 133 τ.μ (63,80+64,80). Ημιυπαίθριος χώρος 30 τ.μ. Θέση garage 1. Αποθήκη 1. Αξία διαμερίσματος κλπ. 105.000.000. Αφαιρούνται: 1) Όσα της οφείλω 15.000.000 και 2) Δώρο 10.000.000 = 25.000.000. Υπόλοιπο πληρωτέο σταδιακά μέχρι να τελειώσει δηλ. σε δύο (2) χρόνια 80.000.000. Α. (δεύτερη εφεσίβλητη). Διαμέρισμα 107 τ.μ (50,30+49,30). Ημιυπαίθριος χώρος 20 τ.μ.

Θέση garage 1. Αποθήκη 1. Αξία διαμερίσματος κλπ. 85.000.000. Αφαιρούνται όσα πλήρωσε μέχρι τώρα. Τα υπόλοιπα σταδιακά σε δύο χρόνια". Ακολούθως, με το νομίμως προσκομιζόμενο από τους διαδίκους ...52/26-10-2001 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ....45 με αύξοντα αριθμό .....62, όλοι οι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του ακινήτου υπήγαγαν αυτό στο καθεστώς των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και Ν. 3741/1929, συνιστώντας ανεξάρτητες και χωριστές ιδιοκτησίες στις οικοδομές που επρόκειτο να αναγερθούν, κατ' ορόφους ή τμήματα αυτών, εις τρόπον ώστε να δημιουργηθεί χωριστή κυριότητα στις αυτοτελείς ιδιοκτησίες και αναγκαστική, κατ' ανάλογη μερίδα, συγκυριότητα επί των μερών, χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους ιδιοκτήτες χρήση.

Ειδικότερα, υπήγαγαν στο καθεστώς της οριζοντίου ιδιοκτησίας τις δύο περιγραφόμενες στο άνω συμβόλαιο υπό τα στοιχεία "Α" και "Β" οικοδομές που επρόκειτο να ανεγερθούν από τον Π. Λ., αποτελούμενες η κάθε μία από υπόγειο, περιλαμβάνον θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου χωριστής κυριότητας και αποθήκες, ισόγειο (pilotis), περιλαμβάνον επίσης θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου, πρώτο μετά το ισόγειο όροφο, δεύτερο μετά το ισόγειο όροφο και τρίτο μετά το ισόγειο όροφο, που έκαστος περιλαμβάνει από δύο διαμερίσματα, και δώμα.

Επίσης, με το ίδιο συμβόλαιο, οι συγκύριοι του ακινήτου διένειμαν τις υπό κατασκευή οριζόντιες ιδιοκτησίες, κι έτσι περιήλθαν κατά αποκλειστική κυριότητα στον μεν πρώτο εφεσίβλητο τα Α-1 και Β-1 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου και του δεύτερου ορόφου, αντίστοιχα, της "Α" οικοδομής, επιφάνειας 63,80 τ.μ το πρώτο και 64,80 τ.μ, το δεύτερο, που επικοινωνούν με εσωτερική κλίμακα (μεζονέτα), η AG2 θέση στάθμευσης του υπογείου της "Α" οικοδομής και η Α-2 αποθήκη του υπογείου της "Α" οικοδομής, στη δε δεύτερη εφεσίβλητη, τα Α-2 και Β-2 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου και του δεύτερου ορόφου, αντίστοιχα, της "Α" οικοδομής, επιφάνειας 50,30 τ.μ το πρώτο και 49,30 τ.μ το δεύτερο, που επικοινωνούν με εσωτερική κλίμακα (μεζονέτα), η AG1 θέση στάθμευσης του υπογείου της "Α" οικοδομής και η Α-1 αποθήκη του υπογείου της "Α" οικοδομής.

Οι λοιπές αυτοτελείς ιδιοκτησίες της "Α" οικοδομής περιήλθαν κατά κυριότητα στον Α. Λ. του Π., ενώ όλες οι αυτοτελείς ιδιοκτησίες της υπό στοιχείο "Β" οικοδομής, η οποία σύμφωνα με όρο του συμβολαίου σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας ορίστηκε ως ανεξάρτητη και διακρινόμενη από την "Α" με μεταλλικό κιγκλίδωμα, περιήλθαν κατά κυριότητα στον Π.

Λ., ο οποίος, με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, επιφύλαξε στον εαυτό του το δικαίωμα, σε περίπτωση μεταφοράς συντελεστή δόμησης, αυτή να γίνει κατά την απόλυτη κρίση του. Σημειώνεται ότι τα διαμερίσματα, οι θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου και οι αποθήκες, που περιήλθαν στους εφεσίβλητους ως αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, συμπίπτουν απόλυτα με αυτές που αναφέρονται στο χειρόγραφο σημείωμα που συνέταξε ο Π.

Λ., κατά το χρόνο αγοράς του ακινήτου. Από το περιεχόμενο δε του χειρόγραφου αυτού σημειώματος, ως εκτέθηκε ανωτέρω, σε συνδυασμό με την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Κ. Λ., την ένορκη βεβαίωση του Α. Π., αλλά και την ίδια τη συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τους εφεσίβλητους προαναφερθείσα συμφωνία μεταξύ αυτών και του Π.

Λ., κατά την οποία με τη συμμετοχή τους στο τίμημα αγοράς του οικοπέδου, αποκλειστικά και μόνο, θα κάλυπταν μέρος της αξίας των οριζόντιων ιδιοκτησιών που θα κατασκεύαζε για τον καθένα τους ο Π. Λ. και θα περιέρχονταν στην κυριότητά τους, το οποίο και θα αφαιρούσαν εν συνεχεία από τη συνολική αξία του κάθε διαμερίσματος, καταβάλλοντας τμηματικά το υπόλοιπο ποσό.

Επίσης, αποδεικνύεται ότι η αγορά του ακινήτου με σκοπό την ανέγερση επ' αυτού οικοδομών ενδιέφερε αποκλειστικά και μόνο τον Π. Λ., ο οποίος, ως πολιτικός μηχανικός - κατασκευαστής, απέβλεπε στην πώληση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που θα προέκυπταν, σε τρίτους, όπερ και έπραξε με όλες τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες της υπό στοιχείο "Β" οικοδομής, ήδη πριν την ανέγερσή της.

Επομένως, ουδεμία συμφωνία έλαβε χώρα μεταξύ των εφεσιβλήτων και του Π. Λ. περί ανέγερσης από κοινού των υπό στοιχεία "Α" και "Β" οικοδομών. Ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, οι εφεσίβλητοι δεν είχαν λόγο να αναθέσουν, αλλά και ουδέποτε ανέθεσαν στον Π. Λ. την εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθώς και την επίβλεψη των εργασιών ανέγερσης των οικοδομών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος και το εκκαλούν TEE.

Και τούτο, διότι η αγορά του οικοπέδου προς ανέγερση οικοδομών και πώλησης εν συνεχεία σε τρίτους των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα κατασκευάζονταν, ενδιέφερε αποκλειστικά και μόνο τον Π. Λ. και όχι τους εφεσίβλητους, οι οποίοι συμφώνησαν να συμμετάσχουν στην αγορά του ακινήτου για την απόκτηση των άνω ιδιοκτησιών, ως το μόνο που τους ενδιέφερε, από την αξία των οποίων αφαιρέθηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, το προαναφερθέν μέρος του τιμήματος που έκαστος κατέβαλε και το υπόλοιπο μέρος της αξίας καταβλήθηκε τμηματικά.

Για το λόγο αυτό άλλωστε, ο Π. Λ., προέβη και σε άτυπη δωρεά ποσού 927.000 δραχμών σε καθέναν από τους λοιπούς συγκυρίους του ακινήτου, ώστε αυτοί να τύχουν απαλλαγής από την υποχρέωση προκατάθεσης της αμοιβής του μηχανικού, την οποία απαίτησε κατά νόμο, ως προϋπόθεση για την έκδοση της .....2/16-1-2002 οικοδομικής άδειας, η αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας.

Ειδικότερα, η τελευταία και προκειμένου να εκδοθεί η άνω προσκομιζόμενη οικοδομική άδεια, ζήτησε να προκατατεθεί ποσό 3.225.947 δραχμών, ως αμοιβή μελετών, και ποσό 2.223.500 δραχμών, ως αμοιβή επίβλεψης, καθένας δε από τους συγκυρίους του οικοπέδου, στο όνομα των οποίων υπεβλήθη αναγκαστικά η σχετική από 11-10-2001 αίτηση προς έκδοση της οικοδομικής άδειας, όφειλε να προκαταθέσει το αναλογούν στο ποσοστό της συγκυριότητάς του ποσό.

Έτσι, στον Α. Λ. και σε καθένα των εφεσιβλήτων αναλογούσε ποσό 926.406 δραχμών, το οποίο ωστόσο ο Π. Λ. δώρισε άτυπα στον καθένα τους, υποβάλλοντας στη Δ.Ο.Υ .....τις ....29, ....30 και ....3Ι/ 2001 προσκομιζόμενες δηλώσεις φόρου δωρεάς, κατόπιν των οποίων, σε συνδυασμό και με την προσκομισθείσα 31291/2001 αίτηση προς το εκκαλούν TEE, εκδόθηκε από το τελευταίο η από 12-10-2001 απαλλαγή των εφεσιβλήτων και του Α.

Λ. από την προκατάθεση της αμοιβής. Με τη σχετική δε αίτηση συνυποβλήθηκαν από τον Π. Λ. και τρεις (3) υπεύθυνες δηλώσεις των εφεσιβλήτων και του Α. Λ., με τις οποίες οι τελευταίοι δήλωσαν προς το TEE ότι "δεν θα καταβάλουν την αναλογούσα σε αυτούς κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του ακινήτου αμοιβή μελέτης και επίβλεψης στο μελετητή και επιβλέποντα μηχανικό Π.

Λ., με τη συναίνεσή του" (βλ. τις από 11-10-20Θ1 υπεύθυνες δηλώσεις των Α. Λ., Α. Λ. και Χ. Π.). Με βάση την άνω ....2/16-1-2002 οικοδομική άδεια, για την έκδοση της οποίας ο Π. Λ. εκπόνησε και κατέθεσε όλες τις απαραίτητες μελέτες, διενεργώντας περαιτέρω με αυτεπιστασία την επίβλεψη α) των αρχιτεκτονικών εργασιών, β) των στατικών εργασιών, γ) της παθητικής πυροπροστασίας και δ) της θερμομόνωσης, ανεγέρθηκαν οι "Α" και "Β" οικοδομές, με συνολικό κόστος 729.538,36 ευρώ, το οποίο κάλυψε αποκλειστικά ο Π.

Λ.. Οι οικοδομές αποπερατώθηκαν πλήρως τον Ιούνιο του έτους 2004, οι δε εφεσίβλητοι μέχρι τότε είχαν ήδη εξοφλήσει πλήρως τη συμφωνηθείσα και αναγραφείσα στο προαναφερθέν χειρόγραφο σημείωμα αξία των αυτοτελών ιδιοκτησιών τους. Στις 22-6-2009 ο Π. Λ., επικαλούμενος, πέντε (5) έτη μετά την ολοκλήρωση κατασκευής των οικοδομών, ότι αμέσως μετά την αγορά του ακινήτου καταρτίστηκε μεταξύ του ιδίου και των εφεσιβλήτων σύμβαση έργου, με την οποία οι τελευταίοι του ανέθεσαν την εκπόνηση όλων των απαιτούμενων μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθώς και την επίβλεψη των εργασιών ανέγερσης των οικοδομών, υπέβαλε στο εκκαλούν την ...22/22-6-2009 αίτηση προσδιορισμού της ελάχιστης, προβλεπόμενης από το νόμο, αμοιβής του για τις άνω εκτελεσθείσες εργασίες, καθώς και διεκδίκησης αυτής από το TEE.

Το τελευταίο, με βάση τον πίνακα δαπανών ανέγερσης των οικοδομών, που προσκόμισε ο Π. Λ., συνολικού ποσού 729.538,30 ευρώ, προσδιόρισε την ελάχιστη αμοιβή στο ποσό των 17.614,17 ευρώ για κάθε εφεσίβλητο, και, μετ' αφαίρεση του ποσού της άτυπης δωρεάς, 1.109,30 ευρώ, στο τελικό ποσό των 16.504,87 ευρώ, το οποίο και το εκκαλούν αιτήθηκε με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (βλ.

το ...67/9-12-2009 έγγραφο του TEE). Ωστόσο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ του Π. Λ. και των εφεσιβλήτων η επικαλούμενη από το TEE σύμβαση έργου, η οποία, άλλωστε, θα προϋπέθετε οπωσδήποτε και συμφωνία των συγκυρίων του οικοπέδου, κατά το χρόνο της αγοράς του, για την από κοινού ανέγερση των προαναφερόμενων οικοδομών, η οποία επίσης δεν αποδείχθηκε.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των ανωτέρω συμφωνήθηκε, αφενός οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι ενδιαφέρονταν αποκλειστικά και μόνο για την απόκτηση ο καθένας ενός διαμερίσματος, να συμμετάσχουν στην αγορά του ακινήτου με καταβολή μέρους του τιμήματος του, αφετέρου δε ο Π. Λ., ο οποίος ενδιαφερόταν αποκλειστικά και μόνο να ανεγείρει επί του οικοπέδου οικοδομή ώστε εν συνεχεία να πωλήσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες σε τρίτους, πλην όμως αδυνατούσε να καλύψει το πραγματικό τίμημα του ακινήτου, να κατασκευάσει από ένα διαμέρισμα για κάθε εφεσίβλητο στην οικοδομή αυτή, που θα αντιστοιχούσε και στο ποσοστό συγκυριότητάς του επί του οικοπέδου, με περαιτέρω συμφωνία να αφαιρεθεί από την αξία των διαμερισμάτων το ποσό της συμμετοχής τους στο τίμημα αγοράς του ακινήτου, καταβληθεί δε το υπόλοιπο τμηματικά.

Περί της άνω αποδειχθείσας συμφωνίας, ως της μόνης καταρτισθείσας μεταξύ των εφεσιβλήτων και του Π. Λ., κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα ο ενόρκως εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυς Κ. Λ. (αδελφός του Π., της δεύτερης εφεσίβλητης και της μητέρας του πρώτου εφεσιβλήτου), βεβαίωσε δε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και ο Α.

Π. (πατέρας του πρώτου εφεσιβλήτου). Αμφότεροι οι ανωτέρω ανέφεραν ότι ο σκοπός των εφεσιβλήτων ήταν αποκλειστικά και μόνο η απόκτηση από τον καθένα ενός διαμερίσματος στην οικοδομή που θα ανήγειρε ο Π. Λ. και όχι η και η από μέρους τους ανέγερσή της, η οποία αποτελούσε επαγγελματική δραστηριότητα του Π.

Λ.. Επίσης, ανέφεραν ότι προς διευκόλυνση του τελευταίου, ο οποίος απέβλεπε στο εργολαβικό κέρδος που θα αποκόμιζε από την πώληση των αυτοτελών ιδιοκτησιών, πλην όμως αδυνατούσε να καλύψει το τίμημα αγοράς του ακινήτου, συμφώνησαν να καταβάλουν οι εφεσίβλητοι μέρος αυτού, το οποίο και θα αφαιρούνταν στη συνεχεία από την αξία των ιδιοκτησιών που θα περιέρχονταν στην κυριότητά τους.

Έτσι, κατά τα αναφερθέντα από τους άνω μάρτυρες, οι εφεσίβλητοι "αγόρασαν" εν τοις πράγμασι από τον Π. Λ. τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες τους, χωρίς να αναμιχθούν στην ανέγερση των οικοδομών και τις λοιπές ιδιοκτησίες της "Β" οικοδομής, οι οποίες, χωρίς την ανάμιξή τους, πωλήθηκαν σε τρίτους από τον Π. Λ. (βλ. στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά την κατάθεση του μάρτυρος Κ.

Λ. και την ...4/4-3-2011 ένορκη βεβαίωση του Α. Π.). Η αλήθεια των άνω κατατεθέντων ενισχύεται και από το ίδιο το συμβόλαιο σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, με το οποίο η υπό στοιχείο "Β" οικοδομή προβλέφθηκε ανεξάρτητη και διακριτή από την "Α", το δικαίωμα μεταφοράς του συντελεστή δόμησης παραχωρήθηκε, σε περίπτωση που αυτό επιτρεπόταν, αποκλειστικά στον Π.

Λ., κατά την απόλυτη κρίση του, ενώ τέλος, αποκλείστηκε δικαίωμα συγκυριότητας των εφεσιβλήτων επί της υπό στοιχείο "Β" οικοδομής. Περαιτέρω, εάν πράγματι είχε συμφωνηθεί η από κοινού ανέγερση των οικοδομών επί του οικοπέδου, δεν θα είχε καλυφθεί η δαπάνη της κατασκευής τους, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 729.538,36 ευρώ, αποκλειστικά από τον Π.

Λ., όπως ο ίδιος ομολογεί με την προσκομιζόμενη από 14-6-2013 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εννέα (9) περίπου έτη μετά την ολοκλήρωση των οικοδομών ζητεί από τους εφεσίβλητους την, κατά το ποσοστό συγκυριότητά τους επί του ακινήτου, συμμετοχή τους στις δαπάνες κατασκευής αυτών.

Πολύ δε περισσότερο, δεν θα είχε συνταχθεί δια χειρός του Π. Λ. το σημείωμα με το περιεχόμενο που εκτέθηκε ανωτέρω, το οποίο αποτυπώνει την αληθή συμφωνία μεταξύ αυτού και των εφεσιβλήτων, αποκλείοντας έτσι την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης έργου. Την τελευταία αποκλείει επιπλέον και το άνω αποδειχθέν γεγονός της άτυπης δωρεάς, στην οποία προέβη ο Π.

Λ. προς τους εφεσίβλητους, ώστε αυτοί να τύχουν απαλλαγής από την προκατάθεση της αμοιβής του μηχανικού (δηλαδή του ιδίου), που απαίτησε η Διεύθυνση Πολεοδομίας, ως προϋπόθεση έκδοσης της οικοδομικής άδειας, στην άτυπη δε δωρεά οπωσδήποτε, δεν θα προέβαινε, εάν πράγματι οι εφεσίβλητοι του είχαν αναθέσει, με σύμβαση έργου, την εκπόνηση των μελετών και την επίβλεψη των εργασιών ανέγερσης των άνω οικοδομών.

Σημειώνεται, ότι για την απαλλαγή αυτή, ο Π. Λ. συνυπέβαλε με τη σχετική αίτηση στο εκκαλούν υπεύθυνες δηλώσεις, με τις οποίες οι εφεσίβλητοι δήλωναν ότι η μη καταβολή της αμοιβής, που αναλογεί στο ποσοστό της συγκυριότητάς τους επί του ακινήτου, για τη μελέτη και επίβλεψη στο μελετητή και επιβλέποντα μηχανικό, γίνεται με τη συναίνεσή του.

Την κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι δεν καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση έργου, την οποία άλλωστε ο Π. Λ. επικαλέστηκε για πρώτη φορά πέντε (5) έτη μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής των οικοδομών και αφού εν τω μεταξύ διερράγησαν, για κληρονομικά ζητήματα, οι σχέσεις με τα αδέλφια του, Κ., Α. και Ε., δεν αναιρεί από μόνη της η αναφορά στο άνω συμβόλαιο σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της απόφασης των συγκυρίων να ανεγείρουν από κοινού τις δύο (2) οικοδομές, ούτε δε και το γεγονός ότι η οικοδομική άδεια εκδόθηκε και στο όνομα των εφεσιβλήτων, αφού αυτά συνέβησαν μόνο λόγω της συγκυριότητας και των τελευταίων επί του ακινήτου".

Με αυτά που έκανε δεκτά η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του υποκαθισταμένου μέλους του πολιτικού μηχανικού.

6. Με τον πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως παραδεκτά εκτιμώνται αυτοί σύμφωνα με το αληθές περιεχόμενό τους, το αναιρεσείον, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ α) διότι με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι μεταξύ του υποκατασταθέντος από το ενάγον μηχανικού και των εναγομένων υπήρχε συμβατική σχέση πωλήσεως και όχι αναθέσεως έργου όπως ισχυρίζεται το ενάγον και τούτο διότι η πώληση απαιτεί για την μεταβίβαση κυριότητας την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1033 ΑΚ, β) ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες που ανέκυψαν από την κακή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 513, 1033 και 1092 ΑΚ, διότι ενώ δέχθηκε ότι η σύσταση και η διατήρηση του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας των εναγομένων επί των ένδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών ερείδεται στα νομίμως μεταγραφέντα συμβολαιογραφικά έγγραφα με αριθμούς ...10/5-12-2000 και ...52/26-10-2001, της συμβολαιογράφου Ι.

Μ., δέχθηκε, αντιφατικά, ότι αληθής βούληση των συμβαλλομένων σε αυτά μερών δεν ήταν αυτή που αποτυπώνεται στα έγγραφα αυτά, ήτοι αφενός να αποκτήσουν το ένδικο οικόπεδο κατά τα ιδανικά ποσοστά συγκυριότητας και αφετέρου να υπαγάγουν το επίκοινο στο καθεστώς των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και Ν. 3741/1929, να αναθέσουν την μελέτη ανέγερσης των οικοδομών στον Π.

Λ. και στη συνέχεια να διανείμουν τις υπό κατασκευή οριζόντιες ιδιοκτησίες, αλλά πραγματική βούληση όλων ήταν ως προς τους αναιρεσίβλητους η κατάρτιση συμβάσεως πώλησης επιμέρους οριζοντίων ιδιοκτησιών γ) προέβη ευθέως και εκ πλαγίου σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όσον αφορά το ...10/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Μ. κάνοντας (η προσβαλλόμενη) χρήση άτυπης συμφωνίας καταρτισθείσας μεταξύ των μελών κατά το προσυμβατικό στάδιο δ) εσφαλμένα, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διαπίστωσε εικονικότητα στο πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο κατά το άρθρο 138 ΑΚ και ε) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 και 369 ΑΚ, που καθιερώνουν τον έγγραφο συμβολαιογραφικό τύπο και τη σύσταση, διατήρηση και αλλοίωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων, αφού δέχθηκε κατάρτιση συμβάσεων πωλήσεως ακινήτων χωρίς την τήρηση των παραπάνω διατάξεων.

7. Επίσης, με τον έκτο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη κατά παράβαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δέχθηκε την ύπαρξη εικονικότητας, κατά το άρθρο 138 ΑΚ, στα δύο επίδικα συμβολαιογραφικά έγγραφα συστάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων, χωρίς να προβληθεί εκ μέρους των εναγομένων ισχυρισμός περί της εικονικότητας αυτών.

8. Όπως προκύπτει από ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά της προσβαλλομένης αποφάσεως όπως αυτά αναφέρονται στον αριθμό 5 της αποφάσεως αυτής, έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα περιστατικά που απαιτούνται από τον νόμο, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της αποφάσεως αυτής, για σχηματισμό της κρίσης του περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας συμβατικής υποχρέωσης καταβολής αμοιβής στον υποκαθιστάμενο από το ενάγον ΤΕΕ μηχανικό για εκπόνηση μελέτης και επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου και ήδη του αναφερόμενου στην ένδικη αγωγή.

Δηλαδή αντικείμενο της αγωγής ήταν η ύπαρξη συμφωνίας για την ανάθεση σε μηχανικό έναντι αμοιβής του έργου της εκπόνησης μελέτης και επίβλεψης του έργου της ανέγερσης οικοδομών επί επικοίνου ακινήτου και η οφειλόμενη για την συμφωνία αυτή αμοιβή. Επ' αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση αξιολογώντας όλες τις προηγούμενες έγγραφες και συμβολαιογραφικές συμφωνίες, χρησιμοποιώντας αυτές αφενός προς απόδειξη των συμφωνιών μεταξύ διαδίκων και αφετέρου προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, καθώς και τις μαρτυρικές καταθέσεις, καταλήγει, αιτιολογημένα, ότι δεν καταρτίστηκε η επικαλούμενη σύμβαση έργου και συνεπώς δεν οφείλεται αμοιβή για αυτήν.

Μάλιστα δε δέχεται επίσης, επαρκώς και αιτιολογημένα, ότι την καταβολή αμοιβής αποκλείει επιπλέον και το πραγματικό γεγονός που έγινε ανελέγκτως δεκτό από την προσβαλλόμενη, ότι ο Π. Λ.-μηχανικός προέβη σε δωρεά της αμοιβής για την μελέτη του έργου προς τους εναγομένους, ώστε αυτοί να τύχουν απαλλαγής από την προκατάθεση της αμοιβής του μηχανικού (δηλαδή του ιδίου), που απαίτησε η Διεύθυνση Πολεοδομίας, ως προϋπόθεση έκδοσης της οικοδομικής άδειας, στην άτυπη δε δωρεά οπωσδήποτε, δεν θα προέβαινε, εάν πράγματι οι εφεσίβλητοι του είχαν αναθέσει, έναντι αμοιβής με σύμβαση έργου, την εκπόνηση των μελετών και την επίβλεψη των εργασιών ανέγερσης των άνω οικοδομών.

Από τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι α) δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας ή κενού και εντεύθεν ανάγκη ερμηνείας των επικαλούμενων συμβολαιογραφικών εγγράφων, εφόσον αυτή δεν χρειαζόταν, ούτε δέχθηκε σύσταση εμπραγμάτων ή ενοχικών δικαιωμάτων διαφορετικών από αυτά που προκύπτουν από το κείμενό τους.

Απλώς έκανε αναφορά και χρησιμοποίησε την ύπαρξη των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων και το περιεχόμενό τους, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να κρίνει αν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η επικαλούμενη σύμβαση έργου και ειδικότερα αν συμφωνήθηκε η ανάθεση από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους της εκπόνησης της μελέτης, και της επίβλεψης της ανέγερσης της συγκεκριμένης οικοδομής αντί οποιασδήποτε αμοιβής.

Επομένως δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου της διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και Ν. 3741/1929, 173 και 200 ΑΚ, 138, 158, 159 και 369 ΑΚ, β) επίσης δεν προέβη σε κρίση ότι οι παραπάνω συμβάσεις ήταν εικονικές κατά το άρθρο 138 ΑΚ χωρίς τούτο να προτείνουν οι εναγόμενοι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αλλά όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω, έκανε αναφορά και χρήση των παραπάνω συμβολαίων, προκειμένου να αντλήσει επιχειρήματα και μάλιστα αναλυτικά, αιτιολογημένα και χωρίς αντιφάσεις, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση της ότι ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως όπως αυτοί εκτέθηκαν στην παράγραφο 6 και 7 της παρούσας είναι αβάσιμοι.

9. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος(Ολ ΑΠ 2/2008) Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον έβδομο αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 18-9-2001 εγγράφου ιδιόχειρου σημειώματος του Π.

Λ., μηχανικού, γιατί δέχθηκε ότι από αυτό προέκυπτε συμφωνία μεταβιβάσεως μόνον των ακινήτων που περιλαμβάνονται σε αυτό και όχι συμφωνία ανάθεσης συμβάσεως έργου. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τον λόγο τούτο δέχθηκε τα έξης: "Από το περιεχόμενο δε του χειρόγραφου αυτού σημειώματος, ως εκτέθηκε ανωτέρω, σε συνδυασμό με την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Κ.

Λ., την ένορκη βεβαίωση του Α. Π., αλλά και την ίδια τη συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τους εφεσίβλητους προαναφερθείσα συμφωνία μεταξύ αυτών και του Π. Λ., κατά την οποία με τη συμμετοχή τους στο τίμημα αγοράς του οικοπέδου, αποκλειστικά και μόνο, θα κάλυπταν μέρος της αξίας των οριζόντιων ιδιοκτησιών που θα κατασκεύαζε για τον καθένα τους ο Π.

Λ. και θα περιέρχονταν στην κυριότητά τους, το οποίο και θα αφαιρούσαν εν συνεχεία από τη συνολική αξία του κάθε διαμερίσματος, καταβάλλοντας τμηματικά το υπόλοιπο ποσό. Επίσης, αποδεικνύεται ότι η αγορά του ακινήτου με σκοπό την ανέγερση επ' αυτού οικοδομών ενδιέφερε αποκλειστικά και μόνο τον Π. Λ., ο οποίος, ως πολιτικός μηχανικός - κατασκευαστής, απέβλεπε στην πώληση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που θα προέκυπταν, σε τρίτους, όπερ και έπραξε με όλες τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες της υπό στοιχείο "Β" οικοδομής, ήδη πριν την ανέγερσή της" Επομένως ο τελευταίο αυτός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που ρητά αναφέρει και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό.

10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-2-2018 αίτηση αναιρέσεως της 2731/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ