Legislator Giurisprudenza & Legislazione
977/2015 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against lower court's erroneous finding of res judicata based on inadmissible prior proceedings.

Numero d'incarto 977/2015
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court allowed the appellant's request to appeal the First Instance Court's decision, which had declared the appeal inadmissible due to res judicata. The appellant argued that the lower court incorrectly treated a prior judgment as having res judicata effect because the earlier appeal was rejected solely on procedural grounds (timeliness) rather than on the merits. The Court ruled that since the prior judgment did not address the substantive validity of the claim, it could not establish res judicata, thereby permitting the current appeal to proceed.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 559(16) of the Code of Civil Procedure; Art. 933 of the Code of Civil Procedure: A judgment establishing res judicata must have decided the case on the merits; a procedural rejection of an appeal does not create res judicata regarding the substantive validity of the underlying claim.

Parole chiave

Generato dall'IA
res judicata inadmissible appeal procedural grounds substantive validity Code of Civil Procedure appeal admissibility merits determination legittimazione per agire in via esecutiva

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 559(16) of the Code of Civil Procedure
Art. 933 of the Code of Civil Procedure
Art. 568(2), (3), (4) of the Code of Civil Procedure
Art. 576(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
AP 1847/2005
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 977 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 977/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κακαντώνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1055/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 838/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27/1/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 10/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 27/1/2014 αιτήσεως του Δ. Φ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 838/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά τον πρώτο λόγο αυτής και την απόρριψή της κατά τους λοιπούς λόγους της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ..../4-9-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Β. Χ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (24-11-2014) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο. Περαιτέρω, με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσης ανακοπής, ή σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 133/2003).

Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί ούτε και με ανακοπή από το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ., η δι’ αυτής βεβαιουμένη απαίτηση, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άνω άρθρου 633 παρ. 2 εδ.

τελευταίο, δεδικασμένο, που καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενεστέρα δίκη, αφορώσα το κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής που ήδη εκρίθησαν ή δεν προτάθησαν αν και ήσαν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν (Α.Π. 856/2014). Τα αποτελέσματα αυτά όμως, σε περίπτωση ασκήσεως κατά της διαταγής πληρωμής της, κατ’ άρθρο 632 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ανακοπής, επέρχονται αν η εν λόγω ανακοπή είχε ασκηθεί εμπροθέσμως και απερρίφθη τελεσιδίκως κατ’ ουσίαν.

Συνεπώς, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου, εάν η κατ’ αυτής ασκηθείσα ανακοπή απορριφθεί ως εκπρόθεσμη ή για λόγους τυπικούς, όπως συμβαίνει και όταν αυτή δεν περιέχει έστω και ένα ορισμένο λόγο, αφού για να είναι αυτή παραδεκτή, απαιτείται, κατά την εφαρμοζόμενη σε κάθε είδους ανακοπής διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να περιέχει ένα τουλάχιστο ορισμένο λόγο. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο που απέρριψε την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής δεν ερεύνησε κατ’ ουσίαν τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος και συνεπώς ο οφειλέτης, κατά του οποίου επισπεύδεται εκτέλεση κατά της διαταγής πληρωμής δεν εμποδίζεται να προτείνει με την ανακοπή του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ., όλες τις ενστάσεις κατά της απαιτήσεως για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού αυτές δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο (Α.Π. 1847/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ. 4456/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση κατ’ αυτής έφεσης απορρίφθηκε η ανακοπή κατά της υπ’ αριθ. 33334/2007 διαταγής πληρωμής ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, με συνέπεια η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής που αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο για την επισπευδόμενη σε βάρος του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσείοντος) αναγκαστική εκτέλεση να έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και έτσι με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ να μην μπορούν να προβληθούν λόγοι που αφορούν την ουσιαστική εγκυρότητα του τίτλου και την ανυπαρξία της απαίτησης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως οι προβαλλόμενοι λόγοι της ένδικης ανακοπής κατά των πράξεων της εκτέλεσης (έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και περίληψης κατασχετήριας έκθεσης), που αποτέλεσαν και τους λόγους ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και αφορούν την απαίτηση, η οποία δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί λόγω του δεδικασμένου της διαταγής πληρωμής, το οποίο καλύπτει και την (καταχρηστική) ένσταση πλαστότητας ή νόθευσης του περιεχομένου της επιταγής είναι απαράδεκτοι.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από την ως άνω διαταγή πληρωμής, που κωλύει την έρευνα των λόγων της ανακοπής κατά της επισπευδομένης, δυνάμει αυτής, αναγκαστικής εκτελέσεως. Τούτο δε διότι η ασκηθείσα κατά της διαταγής πληρωμής ανακοπή δεν απερρίφθη κατ’ ουσίαν, αλλά ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της και ως εκ τούτου η διαταγή πληρωμής δεν απέκτησε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ισχύ δεδικασμένου.

Επομένως το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ., όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά ένα μέρος, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών και παρελκούσης της ερεύνης του ως άνω λόγου κατά τα λοιπά μέρη του και των λοιπών αναιρετικών λόγων, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει.

Επίσης πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 12 ν.4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 838/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ