Supreme Court dismisses appeal against state employees' claim for equal treatment regarding special allowances.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by six former employees of the Ministry of Transport against the State. The employees argued that their private employment contracts with the Ministry violated the principle of equality by excluding them from a specific monthly allowance granted to other public servants. The court held that the lower courts correctly rejected the claim as legally inadmissible, noting the absence of the State at the hearing did not invalidate the proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the case was remanded for further trial.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 242(2) and 573(1) of the Code of Civil Procedure; Article 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 4(1) of the Constitution: The absence of a party at a hearing does not invalidate the proceedings, and the court must proceed as if the party were present.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 977 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 977/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ... 2) Σ. Ν. του Θ., κατοίκου ... 3) Σ. Λ. του Α., κατοίκου ... 4) Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ... 5) Π. Χ. του Α., κατοίκου ... και 6) Γ. Π. του Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριέττα Κούκα. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1291/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5217/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-12-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 29-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ…/27-4-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 28-12-2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5217/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (4-12-2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον, με κλήση προς αυτό για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, κατά την ορισθείσα πιο πάνω δικάσιμο.
Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με τη παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το αναιρεσείον δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σαν να ήταν και αυτό παρόν. Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Πρέπει, όμως, η παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο, διαφορετικά δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/1999 (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη Δημόσια Διοίκηση κ.λπ.), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παράγρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προωθήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Ακολούθως, με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, ολικά ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού τω 176 ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους.... 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορηγήσεως της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.
και των Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις". Μεταξύ δε των άνω ΚΥΑ ήταν και η υπ' αριθμ. 2/34608/0022/27-2-2003 (ΦΕΚ Β' 335/20-3-2003) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με το άρθρο μόνο της οποίας χορηγήθηκε η μηνιαία ειδική παροχή του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, ύψους 88 ευρώ από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ ή λοιπά ΝΠΔΔ, εφόσον δεν λαμβάνουν την αμοιβή της υπ' αριθμ. 2/81283/0022/24-11-1999 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθμ. 2/31564/0022/3-7-2002 και 2/10962/0022/27-2-2003 όμοιες ΚΥΑ, ή την λαμβάνουν μειωμένη, κατά το μέρος που υπολείπεται αυτής (παρ. 1 και 2 του μόνου άρθρου της άνω υπ' αριθμ. 2/34608/0022/2003 ΚΥΑ) και ορίσθηκε ότι η ειδική παροχή του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, εκτός της προαναφερόμενης στην παρ. 1 αμοιβής, συμψηφίζεται και με οποιεσδήποτε άλλες παροχές, επιδόματα και αποζημιώσεις, εκτός των καταβαλλόμενων από συμμετοχή σε συλλογικά όργανα, αποζημιώσεων, που λαμβάνουν οι δικαιούχοι αυτής, ανεξάρτητα από τη πηγή που καταβάλλονται (παρ. 3 του μόνου άρθρου της άνω ΚΥΑ).
Με την ως άνω υπ' αριθμ. 2/81283/0022/24-11-1999 ΚΥΑ καθορίσθηκε η μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή των υπαλλήλων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που εκτελούν, βάσει των σχετικών διατάξεων και αποφάσεων, το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών, καθώς και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών, σε 120.000 δραχμές για τους εξεταστές και σε 80.000 δραχμές για τους βοηθούς εξετάσεων, υπό την προϋπόθεση, ότι το έργο της πρακτικής εξετάσεως και το βοηθητικό έργο πραγματοποιείται μετά τη λήξη του κανονικού ωραρίου εργασίας των υπηρεσιών.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, η κοινή αυτή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2/31564/0022/3-7-2002 όμοια ΚΥΑ, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε η μηνιαία ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή από 352,16 ευρώ (120.000 δρχ) σε 410,86 ευρώ για τους εξεταστές υποψηφίων οδηγών και από 234,78 ευρώ (80.000 δρχ) σε 264,12 ευρώ για τους βοηθούς εξεταστών, και με την υπ' αριθμ. 2/10962/0022/27-2-2003 όμοια ΚΥΑ, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε η μηνιαία ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή από 410,86 ευρώ σε 550 ευρώ για τους εξεταστές υποψηφίων οδηγών και από 264,12 ευρώ σε 405 ευρώ για τους βοηθούς εξεταστών.
Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004), οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται (βλ.
και άρθρο 28 παρ. 4 του ίδιου Ν. 3205/2003, με το οποίο καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1-1-2004, μεταξύ άλλων και το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002). Με την ίδια διάταξη (άρθρ. 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003) ορίσθηκε, επίσης, ότι μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις.
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των νόμων και των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων προκύπτει, ότι οι υπάλληλοι του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, που απασχολούνται με το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών (εξεταστές και βοηθητικό προσωπικό), δεν δικαιούνται: 1) Με βάση την ΚΥΑ 2/34608/0022/27-2-2003 και για το χρονικό διάστημα έως 31-12-2003 σωρευτικά την ειδική παροχή των 176 ευρώ και αυτή της ειδικής, κατ' αποκοπή, αμοιβής για το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών και το συναφές βοηθητικό έργο, καθόσον τούτο ορίζεται ρητά στην ως άνω ΚΥΑ, που εκδόθηκε μέσα στα όρια της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, με την παράγραφο 3 του οποίου ρητά απαγορεύεται η σωρευτική χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές.
Η προδιαληφθείσα ΚΥΑ δεν αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος για τον λόγο ότι με άλλες κοινές υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν με βάση την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η επίδικη παροχή του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγησή της από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών.
Τούτο δε διότι οι υπουργικές αυτές αποφάσεις, κατά το μέρος αυτό, εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά συνέπεια είναι, ως κανονιστικού χαρακτήρα εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ανίσχυρες. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, και ανεξάρτητα αν οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις έχουν εκτελεσθεί με βάση το τεκμήριο της νομιμότητας, δεν μπορεί να θεμελιωθεί παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. 2) Για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα (δεν δικαιούνται) στο σύνολό της την εν λόγω παροχή των 176 ευρώ, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας ως άνω υπ' αριθμ. 2/34608/0022/2003 ΚΥΑ και του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, ενόψει του ότι η καταβαλλόμενη στους υπαλλήλους αυτούς ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή για το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών υπερκαλύπτει την επίδικη παροχή (176 ευρώ).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5217/2010 απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενοι στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997, και εργάζονται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ότι με την υπ' αριθμ. 2/34608/0022/2003 ΚΥΑ, η κατ' άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 ειδική παροχή επεκτάθηκε και στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ότι η παροχή αυτή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 χορηγήθηκε με πληθώρα υπουργικών αποφάσεων και σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση εργασίας δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου, που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετωπίσεώς της, εξαρχής χαρακτήρα γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, αδιακρίτως του φορέα, του είδους και των συνθηκών εργασίας τους και ότι η κατ' εξαίρεση μη καταβολή της μισθολογικής αυτής παροχής των 176 ευρώ σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων, που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητά κατονομαζόμενων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, προς αποκατάσταση της οποίας - καταλήγει το Εφετείο - η επίδικη παροχή πρέπει να καταβληθεί και στους αναιρεσιβλήτους, η καταβολή δε σ' αυτούς της μηνιαίας ειδικής κατ' αποκοπή αμοιβής για το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών (550 ευρώ) και το συναφές βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών (405 ευρώ), σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/81283/0022/1999 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθμ. 2/31564/0022/2002 και 2/10962/0022/2003 όμοιες ΚΥΑ, δεν παρεμποδίζει την γένεση της επίδικης αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, καθόσον η ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή για τους εξεταστές υποψηφίων οδηγών και τους βοηθούς τους είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και με τη φύση των καθηκόντων τους και εντελώς διάφορη από την επίδικη παροχή των 176 ευρώ, με συνέπεια η επιχειρούμενη με την υπ' αριθμ. 2/34608/0022/2003 ΚΥΑ αλληλοκάλυψη και ο συμψηφισμός αυτών να αντίκειται στις αρχές των συνταγματικών διατάξεων περί ισότητας και ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 15-8-2004 έχουν παραγραφεί, δέχθηκε την έφεση αυτών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 1291/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, και ακολούθως, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα από 16-8-2004 έως 31-7-2006, και επιδίκασε στον καθένα από αυτούς, για την εν λόγω αιτία, το ποσό των 4.136 ευρώ.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 του Ν. 3205/2003 και της υπ' αριθμ. 2/34608/0022/2003 ΚΥΑ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση των αυτών ως άνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του έτερου λόγου της αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), με την από 1-8-2006 αγωγή τους (αρ. καταθ. 3615/2006) ισχυρίσθηκαν ότι, με έγκυρη έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε με το αρμόδιο όργανο του εναγομένου (αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου, προσλήφθηκαν ο πρώτος Γ.
Μ. στις 30-4-2001, ο δεύτερος Σ. Ν. την 1-1-2001, ο τρίτος Σ. Λ. την 1-1-2001, ο τέταρτος Σ. Χ. την 1-1-2001, η πέμπτη Π. Χ. στις 30-4-2001 και ο έκτος Γ. Π. στις 4-3-2002, ως υπάλληλοι του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και από την πρόσληψή τους προσφέρουν συνεχώς έκτοτε τις υπηρεσίες τους στην Κεντρική Υπηρεσία - Τομέας Μεταφορών του άνω Υπουργείου, στο Χολαργό Αττικής.
Ότι, μετά τη λήξη του νομίμου ωραρίου εργασίας τους, εκτελούν, βάσει των σχετικών διατάξεων και κατόπιν σχετικής αποφάσεως της Υπηρεσίας, το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών (αυτοκινήτων, μοτοσυκλετών κ.λπ.), είτε ως εξεταστές υποψηφίων οδηγών, είτε ως βοηθοί τους, για το οποίο (έργο) καταβάλλεται σ' αυτούς μηνιαίως ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και ότι το εναγόμενο, επειδή τους καταβάλει την παραπάνω ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή, δεν χορηγεί σ' αυτούς την μηνιαία ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 (88 ευρώ από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002), η οποία με την υπ' αριθμ. 2/34608/0022/2003 ΚΥΑ χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες παραβίαση εκ μέρους του εναγομένου της συνταγματικής αρχής της ισότητας, άλλως των διατάξεων περί αδικοπραξίας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται να λάβουν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-7-2006, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, για την αιτία αυτή, στον καθένα από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 9.152 ευρώ και στον έκτο το ποσό των 8.976 ευρώ.
Με το παραπάνω περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη (τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση της). Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει.
Έτσι, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την υπ' αριθμ. 1291/2008 οριστική απόφασή του, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, απέρριψε, έστω και με εσφαλμένη διατύπωση, την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησαν την από 23-3-2009 έφεση (αριθμ.
καταθ. 2997/2009) οι αναιρεσίβλητοι, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι αβάσιμες.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση. Έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων, γιατί το αναιρεσείον, ως ερημοδικασθέν, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5217/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 23-3-2009 έφεση (αριθμ. καταθ. 2997/2009) των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ