Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence rules and res judicata scope.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding his promotion at OTE. The appellant argued that the lower court improperly used common sense as evidence and failed to examine a prior judgment on a specific fact. The court ruled that common sense is not admissible evidence and that the prior judgment did not cover the specific fact of the appellant's knowledge of his demotion, rendering the appeal inadmissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(1)(8) and 559(1)(11) of the Code of Civil Procedure; The court must reject appeals based on inadmissibility when the lower court correctly applied rules excluding common sense as evidence or when a claim regarding res judicata fails to meet statutory requirements for scope and impact.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 977 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 977/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2307/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7232/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΕΚΑΠ/ΟΤΕ), που εγκρίθηκε με τη 1118/1-8-1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β',568/8-9-1969, κυρώθηκε με το άρθρο 54 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, περιλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του ΟΤΕ και ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του προσωπικού του (άρθρο 1 παρ. 1). 'Οπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 7, 8, 9 παρ. 7, 22 και 51 του εν λόγω κανονισμού, τις προαγωγές στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του διευθυντή, ενεργεί το διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ κατ' απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του καθενός σε συνδυασμό με τα τυπικά προσόντα, μετά από έλεγχο όλων αυτών, το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, των φύλλων ποιότητας και των φύλλων προαγωγής του κρινομένου.
Η κρίση των υπηρεσιακών συμβουλίων (ως εργοδοτικών οργάνων) για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων - που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου στον ΟΤΕ - ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς τη νομιμότητά της με βάση τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ. Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό, που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή. Εξάλλου, από το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980 προκύπτει ότι με τη τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματος του υπαλλήλου να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, η προαγωγή του λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε γίνει, με περαιτέρω συνέπεια να έχει ο υπάλληλος όλα τα δικαιώματα που θα είχε αν είχε προαχθεί κανονικά στο βαθμό αυτό, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα προαγωγής στον επόμενο τούτου βαθμό, μετά την συμπλήρωση του τυχόν απαιτούμενου χρόνου παραμονής του στο βαθμό που προήχθη δικαστικώς.
Το γεγονός ότι κατά τις σχετικές προαγωγικές κρίσεις δεν είχε εκδοθεί η απόφαση που αναγνώρισε το δικαίωμα προαγωγής του άνω υπαλλήλου στον προηγούμενο βαθμό και δεν περιλαμβανόταν έτσι μεταξύ των κρινόμενων από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη για προαγωγή στον επόμενο βαθμό, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού με τη δικαστική απόφαση δεν δημιουργείται, αλλά αναγνωρίζεται το ήδη υπάρχον δικαίωμα προαγωγής και μπορεί γι' αυτό να αναγνωριστεί από το δικαστήριο ότι, ο πιο πάνω υπάλληλος είχε δικαίωμα προαγωγής και στον επόμενο βαθμό, από τότε που συνέτρεξαν οι απαιτούμενες γι' αυτό τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, αφού και η προαγωγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας της καταχρηστικής παραλείψεως των οργάνων του εργοδότη να τον προαγάγουν στον προηγούμενο βαθμό (ΑΠ 250/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσείων προσελήφθη στις 20-6-1977 από την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993, με βάση τη 5136/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1995,το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης για την κάλυψη 15 οργανικών θέσεων διευθυντών, προήγαγε ομοιόβαθμους συναδέλφους του αναιρεσείοντος ενώ αυτόν παρέλειψε να τον προαγάγει. Ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της παραλείψεώς του και της προαγωγής των προς σύγκριση συναδέλφων του κατά το έτος 1995,ως ζημιογόνων γι' αυτόν γεγονότων, κατά το χρόνο που εκδόθηκε η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, δηλαδή στις 28-3-1995.
Την ίδια ημερομηνία γνώριζε ότι δεν είχε προαχθεί ούτε στο βαθμό του υποδιευθυντή καθόσον, οι προαγωγές των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης διενεργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Γ.Κ.Π./ΟΤΕ, μέχρι 31 Μαϊου του έτους των προαγωγών, και κοινοποιούνται στους προαχθέντες.
Συνεπώς, αφού μετά τις 28/3/1995, δηλαδή μετά την συνεδρίαση του αρμοδίου οργάνου για τις προαγωγές εκείνου του έτους, δεν κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα η προαγωγή του, σαφώς αντελήφθη και ως εκ τούτου περιήλθε εις γνώση του ότι δεν προήχθη, εν πάση δε περιπτώσει, αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, να υποστηρίζει ο οποιοσδήποτε παραληφθείς ότι, μέχρι του τέλους του έτους 1995,δηλαδή μετά οκτώ μήνες και πλέον από την ανωτέρω ημερομηνία, και ενώ δεν έλαβε κοινοποίηση περί της (τυχόν) προαγωγής του, δεν επληροφορήθη ότι παρελείφθη καθώς και τους προαχθέντες συναδέλφους του.
Αλλ' όμως ο αναιρεσείων εγνώριζε οπωσδήποτε και μετά βεβαιότητος ότι δεν προήχθη σε Διευθυντή κατά τις επίμαχες προαγωγικές κρίσεις του έτους 1995, που διεξήχθησαν στις 28 Μαρτίου, αφού τότε αυτός έφερνε τον βαθμό του Τομεάρχη και ως εκ τούτου, δεν διέθετε τα τυπικά προσόντα και ούτε περιελαμβάνετο στους πίνακες των προς προαγωγή υποδιευθυντών του ΟΤΕ - εκείνης της περιόδου.
Ετσι ο αναιρεσείων αναμφιβόλως ετέλει εν γνώσει ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις έτους 1995,που διεξήχθησαν στις 28/3/1995 δεν προήχθη στον ανωτέρω βαθμό, ενώ δεν είναι ευλόγως δυνατό και νοητό να υποστηρίζεται ότι εντός του έτους 1995 δεν επληροφορήθη τους κατά τις εν λόγω κρίσεις προαχθέντες συναδέλφους του καθώς και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους.
Ακολούθως, αβασίμως ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι η έναρξη του χρόνου παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών του τοποθετείται από του χρόνου δημοσιεύσης της υπ'αριθμ. 513/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που τον προήγαγε αναδρομικά στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1993, αφού η γνώση της παραλειψης του από την αναιρεσίβλητη να τον προαγάγει στον επόμενο βαθμό του Διευθυντή, έλαβε χώρα κατά τα προεκτεθέντα στις 28-3-1995, σε κάθε δε περίπτωση από το τέλος του έτους 1995 και από τότε άρχισε η παραγραφή του προς προαγωγή δικαιώματός του, και των επ'αυτού επιστηριζομένων αξιώσεων του, δεν ασκούσε δε έννομη επιρροή το γεγονός ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις στο βαθμό του Διευθυντή δεν είχε εκδοθεί η ως άνω 5136/2004 απόφαση του προαναφερθέντος δικαστηρίου και έτσι αυτός δεν περιλαμβάνονταν μεταξύ των κρινομένων στο βαθμό αυτό, ενόψει του ότι με την εν λόγω δικαστική απόφαση δεν δημιουργήθηκε, αλλά αναγνωρίστηκε το ήδη υπάρχον δικαίωμά του προς προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή, θα μπορούσε δε να ζητήσει, είτε με την αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 5136/2004 απόφαση, είτε με μεταγενέστερη αγωγή, εμπρόθεσμα, να αναγνωριστεί το δικαίωμά του να προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή.
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντα, ως αδικοπρακτικες υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρ. 937 ΑΚ, αφού αυτός έλαβε γνώση της ζημιογόνου παραλείψεως προαγωγής του και των επιβλαβών και προβλεπτών για τον ίδιο συνεπειών της μη προαγωγής του στο βαθμό του Διευθυντού από τις 28-3-1995, και σε κάθε περίπτωση από το τέλος του έτους 1995, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 30-8-2004, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής και την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντα, με αίτημα ν'αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να τον προαγάγει στο βαθμό του Διευθυντή από 1/1/1995 και ότι οφείλει να του καταβάλει τ' αναφερόμενα ποσά για χρηματική ικανοποίησή του λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του και για αποζημίωσή του λόγω απώλειας του επιδόματος ευθύνης της περιόδου 1/1/1995 μέχρι 31/5/1995 και των εξόδων κίνησης και παράστασης Προϊσταμένου για το μεταγενέστερο διάστημα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 937 Α.Κ.,ούτε παρέλειψε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως προς την ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της άνω διατάξεως.
Επομένως όλοι οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος έκτος, έβδομος κατά το δεύτερο σκέλος του και όγδοος, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις τους, πρέπει ν'απορρίφθούν ως αβάσιμοι. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δέχθηκε την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής, ως αποδεδειγμένη, χωρίς να διατάξει απόδειξη περί αυτής.
Με τη διατύπωση αυτή ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, ενόψει της διαδικασίας των εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδικάστηκε η προκείμενη υπόθεση, στην οποία δεν εφαρμόζονταν το εδ. β του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πριν και μετά την κατάργησή του από το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, που προέβλεπε τον λόγο αυτό αναίρεσης.
Τα διδάγματα της κοινής πείρας,τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά το άρθρο 336 παρ.4,λαμβάνει υπ'όψη αυτεπαγγέλτως, και χωρίς απόδειξη για την εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου, δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 692/1990). Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για το ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αποτελούν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Αν η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, λόγος αναίρεσης ιδρύεται κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δικ., τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από αυτή προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή προς απόκρουση αυτής και τον ισχυρισμό αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης παρέλειψε να ερευνήσει το δικαστήριο, εκτός αν ο ισχυρισμός για το δεδικασμένο είναι μη νόμιμος (ΑΠ 130/2004).
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 321,322 και 324 Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο εκτείνεται επί του κριθέντος τελεσιδίκως μεταξύ των αυτών διαδίκων δικαιώματος, που πηγάζει από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, και όχι επ'αυτού που δεν κρίθηκε και το οποίο έχει διαφορετική παραγωγική αιτία απ'αυτή του δικαιώματος που κρίθηκε.
Επίσης το δεδικασμένο δεν εκτείνεται και επί των κατ'ιδίαν πραγματικών γεγονότων τα οποία κατά τη δίκη θεωρήθηκαν από το δικαστήριο ως αποδεδειγμένα ή μη και τα οποία χρησίμευσαν ως βάση της απόφασης του σχετικά προς το υποβληθέν στη διάγνωση αυτού δικαίωμα και την θεμελιούσα αυτό νομική αιτία (ΑΠ 1126/1983, Ελλ.Δνη 25,566, ΑΠ 303/1979, ΝΟΒ 27,1294).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης δεδικασμένου, που πρόβαλε παραδεκτά με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και το οποίο παρήχθη από την υπ'αριθμ. 5136/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και σε σχέση με το πραγματικό γεγονός της γνώσης της παράλειψης του αναιρεσείοντος στον προηγούμενο βαθμό του Υποδιευθυντή εντός του έτους 1999.
Πλην ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός που πρόβαλε ο αναιρεσείων στο δικαστήριο της ουσίας, ήταν μη νόμιμος, καθόσον το δεδικασμένο από την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου, δεν εκτείνεται και ως προς το άνω πραγματικό γεγονός, και συνακόλουθα ως τέτοιος δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου με τον να μη λάβει υπόψη το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.7232/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ