Supreme Court dismisses appeal against civil court award for moral damages in traffic accident case.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by DEH and a defendant against a first-instance judgment awarding significant compensation for moral damages. The appellants argued that the awarded amounts exceeded constitutional limits and the court's discretionary power, citing Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim, ruling that the compensation was reasonable and consistent with judicial practice for similar severe injury cases.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure: An appellate court's award of moral damages and compensation under Article 931 of the Civil Code does not violate the principle of proportionality or exceed discretionary limits if it aligns with common judicial practice for comparable severe injuries.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 976 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 976/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Καραμπατζό.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1733/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1134/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-7-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-7-2019 και κατατεθείσα στο Εφετείο Αθηνών με ΓΑΚ 6187 /ΕΑΚ 601/ 2-7-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 1134/2019 αποφάσεως του Μον. Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α ΚΠολΔ. κατ' αντιμωλία των διαδίκων έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο ενάγων (τώρα αναιρεσίβλητος) άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 30-8-2015 και με Γ.Α.Κ. 81559/ΑΚΔ/4403/3-9-2015 αγωγή του, ζητώντας (αφού μετέτρεψε παραδεκτά σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημά του) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποαό των 1.386.967,93 ευρώ για αποζημίωσή του, για χρηματική παροχή εκ του άρθρου 931 Α.Κ., και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που από υπαιτιότητά του προκάλεσε ο πρώτος των εναγομένων, υπό τις αναλυτικά περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, κατά την οδήγηση του αναφερόμενου στην αγωγή μηχανήματος έργων, κυριότητας της δεύτερης των εναγομένων συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε σοβαρά ο ενάγων κατά τα στην υπό κρίση αγωγή αναλυτικά αναφερόμενα.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ. 1733/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν εις ολόκληρο στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 224.908,23 ευρώ νομιμοτόκως.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ι) ο ως άνω ενάγων άσκησε την από 21-10-2017 και με αρ. κατάθ. 505728/2017 έφεσή του κατά των εναγομένων, ΙΙ) η δεύτερη των εναγομένων άσκησε την από 14-3-2018 και με αρ. κατάθ. 1731/2018 έφεσή της, κατά του ως άνω ενάγοντος. Επί των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1134/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων τις ως άνω εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-3-2018 και με αρ.
κατάθ. 1731/2018 έφεση της δεύτερης εναγομένης, κατά του ως άνω ενάγοντος, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 21-10-2017 και με αρ. κατάθ. 505728/2017 έφεση του ενάγοντος κατά των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση, και στην συνέχεια, δικάζοντας επί της ως άνω από 30-8-2015 και με Γ.Α.Κ. 81559/ΑΚΔ/4403/3-9-2015 αγωγής, δέχθηκε αυτήν ως μερικά κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν εις ολόκληρο στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 306.247,76 ευρώ νομιμοτόκως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).
Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].
Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά [ΑΠ 270/2018]. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020,ΑΠ 270/2018].
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014].
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟΛ.
Α.Π. 2/2019, βλ. και ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2/2019). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 549/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1134/2019 οριστική απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα της έλλειψης υπαιτιότητας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), οδηγού του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας … φορτηγού αυτοκινήτου, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα : << Με την ως άνω αμελή οδηγική συμπεριφορά του ο πρώτος εναγόμενος παρέβη τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ και του άρθρου 330 εδ. β' Α.Κ. υποχρεώσεις του, η παραβίαση των οποίων τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος.
Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του ενάγοντος Ν. Λ. στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, ο ενάγων οδηγούσε κανονικά το υπ' αριθ. κυκλ. … φορτηγό αυτοκίνητο, έμφορτο με χωματουργικά υλικά, στο ρεύμα κυκλοφορίας του, με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 35 χιλιομέτρων ανά ώρα και, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο του υπ' αριθ.
κυκλ. …. μηχανήματος έργων μήκους 7,30 μέτρων στο ρεύμα κυκλοφορίας του και την παρεμβολή αυτού στην πορεία του, ενήργησε τον ενδεδειγμένο δεξιό ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου του, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το ως άνω μηχάνημα έργων, η οποία, όμως δεν αποφεύχθηκε, καθ' όσον το μηχάνημα έργων παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου, κινούμενο διαγωνίως και σε πολύ μικρή απόσταση από αυτό (8 μέτρων).
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο αποφευκτικός προς τα δεξιά ελιγμός, που ενήργησε ο ενάγων με το φορτηγό αυτοκίνητο, ήταν λανθασμένος και ότι αυτός μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, εάν ενεργούσε αριστερό ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου και εισερχόταν στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο αρχικώς το ζημιογόνο υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχάνημα έργων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθ' όσον, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού (που οδηγεί προς τους χώρους εκσκαφών) δεν ήταν ελεύθερο, αλλά εκινείτο σε αυτό άλλο όχημα και ειδικότερα πίσω από το ζημιογόνο υπ' αριθ. κυκλ. … μηχάνημα έργων εκινείτο το υπ'αριθ.
κυκλ…. μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, με οδηγό τον Χ. Κ. και συνοδηγό τον Π. Α., όπως οι ίδιοι καταθέτουν στις με ημερομηνία 2.4.2015 και 20.4.2015, αντίστοιχα, ένορκες προανακριτικές καταθέσεις τους ενώπιον του Αρχιφύλακος Γ. Α..
Συνεπώς, ουδεμία αμελή συμπεριφορά επέδειξε ο ενάγων κατά την οδήγηση του υπ' αριθ. κυκλ. … φορτηγού αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και ουδεμία διάταξη του ΚΟΚ παρέβη. Επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 300 Α.Κ. ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και του ενδίκου τραυματισμού του κατά ποσοστό 99%, την οποία προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στο Δικαστήριο αυτό με τον υπ' αριθ. 1 λόγο της υπό κρίση έφεσής τους .....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα δύναται να αποδοθεί στον σοβαρά τραυματισθέντα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) οδηγό του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … φορτηγού αυτοκινήτου Ν. Λ., ότι συνακόλουθα είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η στηριζόμενη στο άρθρο 300 Α.Κ.
ένσταση των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και για τον ένδικο τραυματισμό του κατά ποσοστό 99 % ή κατά οποιοδήποτε άλλο ποσοστό κριθεί από το δικαστήριο, την οποία αυτοί (εναγόμενοι) πρόβαλαν στο Φπρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν με τον πρώτο λόγο της από 14.3.2018 εφέσεώς τους και με τις από 5.6.2018 προτάσεις τους ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε δε στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμο τον σχετικό πρώτο λόγο της από 14-3-2018 έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίστανται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 300 και 330 εδ. β Α.Κ., ότι είχε ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την υπαίτια συμπεριφορά του προαναφερθέντος οδηγού (ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου), έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (των άρθρων 300 και 330 εδ.
β Α.Κ.), ήτοι την σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον κατ' αυτό επισυμβάντα σοβαρό τραυματισμό του, η δε απόφαση να στερείται από τη νόμιμη βάση της και ειδικότερα ότι : α) το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν εξειδίκευσε το μέτρο επιμέλειας στην εξατομικευμένη, κρινόμενη περίπτωση με τα ειδικά χαρακτηριστικά που έχει αυτή (δρόμος εντός εργοταξίου-λιγνιτορυχείου, ογκώδη οχήματα /μηχανήματα, επαγγελματίες οδηγοί, ώστε δεν αρκεί η γενική και παντελώς αόριστη αναφορά περί "κανονικής " οδήγησης και μη παραβιάσεως του Κ.Ο.Κ.
από τον αναιρεσίβλητο, καθόσον για την πληρότητα της αιτιολογίας θα έπρεπε να εκτίθεται στην απόφαση ποιά συμπεριφορά πρέπει να αναμένεται από τον μέσο επαγγελματία οδηγό βαρέος οχήματος εντός εργοταξίου με την ειδική μορφή μάλιστα του λιγνιτορυχείου και ποιά επεδείχθη από το θύμα, β) δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη, όπως θα έπρεπε, κατά τους αναιρεσείοντες για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας για ποίο λόγο η επιλογή του δεξιού αποφευκτικού ελιγμού δεν επέδρασε δυσμενέστερα (σε σχέση με τη διενέργεια ελιγμού προς τα αριστερά) στην έκταση της ζημίας του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, αντιθέτως καταλείπεται κενό ως προς το εάν η υπό του ενάγοντος επιλογή του αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά συνέβαλε στην έκταση της ζημίας του (και δη τελικά στον ακρωτηριασμό του), ώστε δεν μπορεί να συναχθεί αναμφίβολο πόρισμα περί του αντιθέτου, γ) αλληλοαναιρούμενες τυγχάνουν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αναφορικά με την διαγνωσθείσα αδυναμία αποφευκτικού ελιγμού προς τα αριστερά εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, καθώς το δικαστήριο δέχθηκε, αφενός μεν ότι " το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού (που οδηγεί προς τους χώρους εκσκαφών) δεν ήταν ελεύθερο,", αφού εκινείτο σε αυτό (άλλο) φορτηγό/ μηχάνημα έργων κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας - ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποφευχθεί η σύγκρουση (δηλαδή ότι επί αποφευκτικού ελιγμού του ενάγοντος προς τα αριστερά εκείνος θα συγκρουόταν με έτερο φορτηγό /μηχάνημα, που προφανώς βρισκόταν παραπλεύρως του ζημιογόνου οχήματος /μηχανήματος - άλλως θα ήταν αδιανόητη η κατάληψη του αντιθέτου ρεύματος και η μη αποφεύξιμη σύγκρουση, αφετέρου το δικαστήριο δέχθηκε ότι "πίσω από το ζημιογόνο υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχάνημα έργων εκινείτο το υπ' αριθ. κυκλ. … μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας...." και άρα οπωσδήποτε όχι παραπλεύρως του ζημιογόνου οχήματος/ μηχανήματος και πάντως σε θέση που δεν θα καθιστούσε " μη ενδεδειγμένο" ή στερούμενο νοήματος τον αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης είναι αντιφατικές κατά τούτο και δη υπό το πρίσμα του ισχυρισμού των εναγομένων περί εσφαλμένου αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά εκ μέρους του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) .
Οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθόσον (όπως και ανωτέρω αυτολεξεί παρατέθηκε) το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς καμμία αντίφαση αιτιολογίες σε σχέση με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) οδηγού του υπ' αριθ.
κυκλ. … φορτηγού αυτοκινήτου σε σχέση με το ένδικο τροχαίο και τον κατ' αυτό σοβαρό τραυματισμό του, αναφέροντας ειδικότερα (όπως και ανωτέρω αυτολεξεί παρατέθηκε ότι αυτός "οδηγούσε κανονικά το υπ' αριθ. κυκλ. … φορτηγό αυτοκίνητο, .........., στο ρεύμα κυκλοφορίας του, με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 35 χιλιομέτρων ανά ώρα και, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχανήματος έργων μήκους 7,30 μέτρων στο ρεύμα κυκλοφορίας του και την παρεμβολή αυτού στην πορεία του, ενήργησε τον ενδεδειγμένο δεξιό ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου του, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το ως άνω μηχάνημα έργων, η οποία, όμως δεν αποφεύχθηκε, καθ' όσον το μηχάνημα έργων παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου, κινούμενο διαγωνίως και σε πολύ μικρή απόσταση από αυτό (8 μέτρων). ", οι δε αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 330 εδαφ.
β Α.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της. Εξάλλου α) για την πληρότητα των αιτιολογιών της δεν απαιτείτο να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποια συμπεριφορά πρέπει να αναμένεται από τον μέσο επαγγελματία οδηγό βαρέος οχήματος εντός εργοταξίου με την ειδική μορφή μάλιστα του λιγνιτορυχείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, καθόσον τα ανωτέρω δεν αποτελούν αναγκαία περιστατικά για το ένδικο ατύχημα, όπως αυτό κατά τα προπεριγραφέντα και γενόμενα ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλόμενη συνέβη.
β) επαρκώς άλλωστε εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφενός ότι ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά εκ μέρους του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) ήταν ο ενδεδειγμένος, αφετέρου αιτιολογείται επαρκώς, καίτοι συνοπτικά, ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) πως ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, εάν ενεργούσε αριστερό ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου και εισερχόταν στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο αρχικώς το ζημιογόνο του υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχάνημα έργων, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος " καθ' όσον, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού (που οδηγεί προς τους χώρους εκσκαφών) δεν ήταν ελεύθερο, αλλά εκινείτο σε αυτό άλλο όχημα και ειδικότερα πίσω από το ζημιογόνο υπ' αριθ. κυκλ. … μηχάνημα έργων εκινείτο το υπ' αριθ.
κυκλ….. μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, με οδηγό τον Χ. Κ. και συνοδηγό τον Π. Α., όπως οι ίδιοι καταθέτουν στις με ημερομηνία 2.4.2015 και 20.4.2015, αντίστοιχα, ένορκες προανακριτικές καταθέσεις τους ενώπιον του Αρχιφύλακος Γ. Α.". Επίσης γ) η (αμέσως ανωτέρω αναφερθείσα) παραδοχή της προσβαλλόμενης αναφορικά με την αδυναμία αποφευκτικού ελιγμού προς τα αριστερά εκ μέρους του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) αφενός ότι (όπως αυτολεξεί ανωτέρω εξετέθη) " το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού (που οδηγεί προς τους χώρους εκσκαφών) δεν ήταν ελεύθερο, αλλά εκινείτο σε αυτό άλλο όχημα" (δηλαδή το υπ' αριθ.
κυκλ…. μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας) αφετέρου ότι το ως άνω υπ' αριθ. κυκλ….. μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας κινείτο "πίσω από το ζημιογόνο υπ' αριθ. κυκλ. … μηχάνημα έργων" δεν είναι αντιφατικές, αντιθέτως σε συνδυασμό με την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) που κινείτο κανονικά " στο ρεύμα κυκλοφορίας του, με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 35 χιλιομέτρων ανά ώρα ....,αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο του υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχανήματος έργων μήκους 7,30 μέτρων στο ρεύμα κυκλοφορίας του και την παρεμβολή αυτού στην πορεία του, ενήργησε τον ενδεδειγμένο δεξιό ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου του, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το ως άνω μηχάνημα έργων, η οποία, όμως δεν αποφεύχθηκε, καθ' όσον το μηχάνημα έργων παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου, κινούμενο διαγωνίως και σε πολύ μικρή απόσταση από αυτό (8 μέτρων)", επεξηγούν πλήρως τον λόγο για τον οποίο κρίθηκε απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, εάν ενεργούσε αριστερό ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου και εισερχόταν στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο αρχικώς το ζημιογόνο υπ' αριθ.
κυκλ. …. μηχάνημα έργων, και πίσω από αυτό έτερο όχημα και συγκεκριμένα το υπ' αριθ. κυκλ…. μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας. Επομένως κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη με τον προαναφερθέντα πρώτο λόγο αναίρεσης, και συνεπώς ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 86/2018, ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 568/2014, 120/2011, 1131/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενοι το αναφερόμενο στην αίτηση αναίρεσης σε σχέση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, απόσπασμα της αναιρεσιβαλλόμενης (το οποίο παρατέθηκε αυτολεξεί και ανωτέρω, επίσης σε σχέση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης) και ισχυριζόμενοι κατ' ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά των για την προσβαλλόμενη ότι : " .....εδέχθη αυτή άνευ αποδείξεως ότι κατά τη στιγμή της ένδικης συγκρούσεως δεν ήταν ελεύθερο το ρεύμα κυκλοφορίας στα αριστερά του φορτηγού που οδηγούσε το θύμα, με αποτέλεσμα να κρίνεται ως μόνος ενδεδειγμένος αποφευκτικός ελιγμός αυτός προς τα δεξιά, τον οποίο επεχείρησε το τελευταίο. ...", ότι η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον ήταν καταλυτική για την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας του, που στηριζόταν προεχόντως στην δυνατότητα του ενάγοντος να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, και που προτάθηκε παραδεκτά από τους τώρα αναιρεσείοντες τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσον και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και ότι για τα ανωτέρω, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη ". .καμμία απόδειξη δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Εφετείου περί του ως άνω ισχυρισμού, λαμβανομένων ιδίως υπ'όψιν των εξής: i) Στις από 20.4.2015 και 9.4.2015, αντιστοίχως, ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των οδηγών του υπ' αριθ.
κυκλ. … οχήματος Χ. Κ. και Π. Α., τις οποίες επικαλείται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως αποδεικτικά μέσα από τα οποία άντλησε την απόδειξη περί του ως άνω ουσιώδους ισχυρισμού, εκτίθεται ότι αυτοί επέβαιναν σε όχημα ευρισκόμενο όπισθεν του ζημιογόνου οχήματος (και όχι παραπλέυρως και στα δεξιά του τελευταίου) άρα εν αντιθέσει προς όσα εδέχθη η αναιρεσιβαλλόμενη, ηδύνατο το θύμα να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά.", αλλά και λαμβανομένου υπόψη ότι στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συζητήσεως " ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων κατέθεσε περί των συνθηκών τέλεσης του ενδίκου ατυχήματος, ρητώς δε η Προεδρεύουσα Πρωτοδίκης αναφέρει ότι αυτοί δεν είναι εξεταστέοι περί αυτές, αφού δεν ήταν παρόντες κατά τη συντέλεσή του...", ενώ "Ουδέν άλλο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε με τις Προτάσεις του αντιδίκου ....το οποίο να αποδεικνύει τον ισχυρισμό περί κατειλημμένης αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας από άλλο όχημα, που εμπόδιζε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά εκ μέρους του.".
Ο προαναφερθείς δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο αναφέρει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι απεδείχθησαν όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, ειδικότερα δε σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά, που ενήργησε ο ενάγων ήταν λανθασμένος και ότι αυτός μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση εάν ενεργούσε αριστερό ελιγμό και εισερχόταν στο αντίθετο γι'αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας αναφέρει ρητά η προσβαλλόμενη τα εξής αυτολεξεί παρατιθέμενα εδώ : " Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο αποφευκτικός προς τα δεξιά ελιγμός, που ενήργησε ο ενάγων, με το φορτηγό αυτοκίνητο, ήταν λανθασμένος και ότι αυτός μπορούσε να αποφύγει την σύγκρουση, εάν ενεργούσε αριστερό ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου και εισερχόταν στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο αρχικά, το ζημιογόνο του υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχάνημα έργων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθ' όσον, κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού (που οδηγεί προς τους χώρους εκσκαφών) δεν ήταν ελεύθερο, αλλά εκινείτο σε αυτό άλλο όχημα και ειδικότερα πίσω από το ζημιογόνο υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχάνημα έργων εκινείτο το υπ' αριθ. κυκλ. … μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, με οδηγό τον Χ. Κ. και συνοδηγό τον Π. Α., όπως οι ίδιοι καταθέτουν στις με ημερομηνία 2.4.2015 και 20.4.2015, αντίστοιχα, ένορκες προανακριτικές καταθέσεις τους ενώπιον του Αρχιφύλακος Γ. Α..
Συνεπώς ουδεμία αμελή συμπεριφορά επέδειξε ο ενάγων, κατά την οδήγηση του υπ' αρ. κυκλ. … φορτηγού αυτοκινήτου του, κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και ουδεμία διάταξη του Κ.Ο.Κ παρέβη ....".Από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη ουδόλως δέχτηκε χωρίς απόδειξη πως πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσία αβάσιμος ο ασκών ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμός των εναγομένων τώρα αναιρεσειόντων (επί του οποίου προεχόντως στήριζαν την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος περί την πρόκληση και την έκταση της ζημίας του) ότι ο ενάγων ηδύνατο και όφειλε να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, αντιθέτως η απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού αιτιολογείται πλήρως (όπως και ανωτέρω σε σχέση με τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.λόγου αναίρεσης εξετέθη) και συγκεκριμένα αναφέρεται " ότι κατά τη στιγμή της ένδικης συγκρούσεως δεν ήταν ελεύθερο το ρεύμα κυκλοφορίας στα αριστερά του φορτηγού που οδηγούσε το θύμα, με αποτέλεσμα να κρίνεται ως μόνος ενδεδειγμένος αποφευκτικός ελιγμός αυτός προς τα δεξιά, τον οποίο επεχείρησε το τελευταίο.", γίνεται δε συγκεκριμένη και ρητή παράθεση των αποδεικτικών μέσων στα οποία η προσβαλλόμενη βάσισε την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) και συγκεκριμένα γίνεται επίκληση στην προσβαλλόμενη των με ημερομηνία 2.4.2015 και 20.4.2015 ένορκων προανακριτικών καταθέσεων των [οδηγού και συνοδηγού αντίστοιχα του υπ' αριθ.
κυκλ…. μηχανήματος έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας] Χ. Κ. και Π. Α. ενώπιον του Αρχιφύλακος Γ. Α., κατά τις οποίες (ένορκες καταθέσεις των ανωτέρω) ", το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού (που οδηγεί προς τους χώρους εκσκαφών) δεν ήταν ελεύθερο, αλλά εκινείτο σε αυτό άλλο όχημα και ειδικότερα πίσω από το ζημιογόνο υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχάνημα έργων εκινείτο το υπ' αριθ. κυκλ…. μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, με οδηγό τον Χ. Κ. και συνοδηγό τον Π. Α.". Σημειωτέον ότι από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα (αυτολεξεί παρατεθέντα) προκύπτει με σαφήνεια ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σαφώς ότι οι ως άνω Χ.
Κ. και Π. Α. κατέθεσαν ενόρκως στις από 2.4.2015 και 20.4.2015 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις τους πως το υπ' αριθ. κυκλ. … μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, στο οποίο αυτοί επέβαιναν αντιστοίχως ως οδηγός και συνοδηγός, εκινείτο "πίσω από το ζημιογόνο υπ' αριθ. κυκλ. … μηχάνημα έργων" (όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσής τους) και ουδόλως αναφέρεται ότι το όχημα αυτό κινείτο " παραπλεύρως και στα δεξιά του τελευταίου " (δηλαδή του ζημιογόνου υπ' αριθ.
κυκλ. … μηχανήματος έργων), όπως αβάσιμα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης. Εξάλλου κατά το μέρος που, με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη κατά τη παραδοχή της ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση εάν ενεργούσε αριστερό ελιγμό και εισερχόταν στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, καθόσον το εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας δεν ήταν ελεύθερο αφού σε αυτό εκινείτο "πίσω από το ζημιογόνο υπ' αριθ.
κυκλ. …. μηχάνημα έργων" το υπ' αριθ. κυκλ…. μηχάνημα έργων (UNIMAC),κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας με οδηγό τον ως άνω μάρτυρα Χ. Κ. και συνοδηγό τον Π. Α., ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, η οποία, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 929/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 677/2019 και ΑΠ 1458/2012).
Επομένως πρέπει να απορριφθεί με βάση τα προαναφερόμενα, ο δεύτερος λόγος αυτός της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προκύπτει ότι "...η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προκλήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, σύμφωνα με τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" εξάλλου, νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου (ΑΠ 398/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 929/2020, ΝΟΜΟΣ). Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθ` όσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους.
Η 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ` όσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς κι επηρεάζει το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποίαν προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.
Το ποσόν του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως αλλά και της ηλικίας του παθόντος. Είναι πρόδηλον ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική τόσον από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, όσον και από την κατ` άρθρο 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση εκάστης εξ αυτών δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μίας των υπολοίπων (ΑΠ 929/2020, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 774/2007, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 514/2007, ΑΠ 154/2007).
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 9292/2020). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 929/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, αποδίδοντας σε αυτήν διαφορετικό νόημα από αυτό που έχει, με εσφαλμένη ερμηνεία αυτής.
Ότι συγκεκριμένα από το κείμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει (όπως αυτολεξεί αναγράφεται στον ως άνω τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, σελ. 13 αυτής) ότι " συνυπολογίστηκαν από το Εφετείο σαφέστατα για τον προσδιορισμό της κατ' άρθρο 931 Α.Κ. κατ' αποκοπήν αποζημιώσεως στο ποσό των 80.000 ευρώ μη περιουσιακές ζημιές του θύματος - αναιρεσιβλήτου, συνιστάμενες στην επίδραση της αναπηρίας του στην κοινωνική, προσωπική και οικογενειακή του ζωή " και ότι κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299 και 931 Α.Κ., " αφού για τον καθορισμό της αποζημιώσεως (ύψους 80.000 ευρώ), που εδέχθη ότι οφείλουμε να καταβάλουμε στον αναιρεσίβλητο, ώστε να μετριασθεί η δυσμενής για το μέλλον του επίδραση από την συναφή αναπηρία του, συνεκτίμησε την ανάγκη του να αποκατασταθεί η εξ αυτής βλάβη στην κοινωνική, προσωπική και οικογενειακή του ζωή, ως εκ του ότι προφανώς περιορίζονται σημαντικά οι επαφές, συναναστροφές και οι δραστηριότητές του ακόμη και στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον, επιδικάζοντας έτσι ασυγγνώστως αποζημίωση για μη περιουσιακή ζημία.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι ο ενάγων διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ" "ΜΠΟΔΟΣΑΚΕΙΟ " και στη συνέχεια διακομίστηκε αυθημερόν στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου διαπιστώθηκε ότι εκ του ενδίκου ατυχήματος ο ενάγων είχε υποστεί " τραυματικό πλήρη ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω άκρου, στο ύψος του άνω τριτημορίου της κνήμης.
Λόγω της μεγάλης σύνθλιψης και του εξελκυσμού, ο ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου, στο ύψος του γόνατος. Σε δεύτερο χρόνο, έγινε, εκ νέου ακρωτηριασμός του δεξιού κάτω άκρου του στο ύψος του κάτω τριτημορίου του μηρού. Αρχικά το τραύμα έμεινε ανοιχτό, τοποθετήθηκε συσκευή VAC και στη συνέχεια προγραμματίστηκε για την τοποθέτηση τεχνητού μέλους ...", στην συνέχεια σχετικά με τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της κατ` άρθρο 931 ΑΚ απαίτησης αυτού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : " Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η μόνιμη εφόρου ζωής αναπηρία, που έχει προκληθεί στον ενάγοντα λόγω του ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου του, συνεπεία του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, θα επιδράσει δυσμενώς στη μελλοντική επαγγελματική, οικονομική, οικογενειακή, προσωπική και κοινωνική ζωή του.
Με βάση τα προεκτεθέντα και αφού ληφθούν υπόψη το είδος και οι συνέπειες της αναπηρίας, που καταλήφθηκε στον ενάγοντα, και η ηλικία του ενάγοντος, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (45 ετών), το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, ως πρόσθετη, κατ'αποκοπή, αποζημίωση, κατ'άρθρο 931 Α.Κ.,το ποσό των 80.000 ευρώ, το οποίο θεωρείται εύλογο με βάση τα ως άνω κατά νόμο στοιχεία.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε στον ενάγοντα, ως πρόσθετη, κατ'αποκοπή, αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 Α.Κ.,το μικρότερο ποσό των 50.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών - ενάγων, και πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος, ο συναφής λόγος της υπό κρίση έφεσής του ...".
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του, αναφορικά με το γεγονός ότι η μόνιμη, εφόρου ζωής αναπηρία, που έχει προκληθεί στον ενάγοντα λόγω του ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου του συνεπεία του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, θα επιδράσει δυσμενώς στη μελλοντική επαγγελματική, οικονομική, οικογενειακή, προσωπική και κοινωνική ζωή του, προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα για την υπέρ του ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητου) επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 Α.Κ., τo Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 Α.Κ., την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, ως "μέλλον", νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου και δεν νοείται μόνο το οικονομικό μέλλον του, όπως μη νόμιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, αφού η ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. δεν εφαρμόστηκε εσφαλμένα με ψευδή ερμηνεία, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 931 Α.Κ., ως "μέλλον", νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου και δεν νοείται μόνο το οικονομικό μέλλον του, προβλέπεται δε από την διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, συνακόλουθα ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ σχετικά με το κονδύλιο αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος - αντιδίκου από το άρθρ. 931 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 10/2017, Ολ.
ΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εύλογης αυτών χρηματικής ικανοποίηση είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 398/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 215/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και της κατ` άρθρο 931 ΑΚ απαίτησης αυτού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε ότι εκ του ενδίκου ατυχήματος ο ενάγων είχε υποστεί "τραυματικό πλήρη ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω άκρου, στο ύψος του άνω τριτημορίου της κνήμης.
Λόγω της μεγάλης σύνθλιψης και του εξελκυσμού, ο ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου, στο ύψος του γόνατος. Σε δεύτερο χρόνο, έγινε, εκ νέου ακρωτηριασμός του δεξιού κάτω άκρου του στο ύψος του κάτω τριτημορίου του μηρού. Αρχικά το τραύμα έμεινε ανοιχτό, τοποθετήθηκε συσκευή VAC και στη συνέχεια προγραμματίστηκε για την τοποθέτηση τεχνητού μέλους ...", στην συνέχεια δε, σχετικά με τα κεφάλαια αφενός της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφετέρου της κατ` άρθρο 931 ΑΚ απαίτησης του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : " Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η μόνιμη εφόρου ζωής αναπηρία, που έχει προκληθεί στον ενάγοντα, λόγω του ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου του, συνεπεία του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, θα επιδράσει δυσμενώς στην μελλοντική επαγγελματική, οικονομική, οικογενειακή, προσωπική και κοινωνική ζωή του.
Με βάση τα προεκτεθέντα και αφού ληφθούν υπόψη το είδος και οι συνέπειες της αναπηρίας, που καταλείφθηκε στον ενάγοντα, και η ηλικία του ενάγοντος, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (45 ετών), το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, ως πρόσθετη, κατ' αποκοπή αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ., το ποσό των 80.000 ευρώ, το οποίο θεωρείται εύλογο με βάση τα ως άνω κατά νόμο στοιχεία.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε στον ενάγοντα, ως πρόσθετη, κατ' αποκοπή, αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ, το μικρότερο ποσό των 50.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών - ενάγων, και πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος, ο συναφής λόγος της υπό κρίση έφεσής του.
Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου Δ. Κ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, της σωματικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων, συνεπεία του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και ειδικότερα του ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου του, στο ύψος του κάτω τριτημορίου του μηρού, της μόνιμης, εφόρου ζωής, αναπηρίας, που προκλήθηκε στον ενάγοντα, συνεπεία του ακρωτηριασμού του ως άνω άκρου του, της ηλικίας του ενάγοντος, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (45 ετών) της κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων καθώς και της οικονομικής κατάστασης όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, από την σε βάρος του αδικοπραξία, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσόν των 100.000 ευρώ, το οποίο θεωρείται εύλογο, μετά την στάθμιση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων (άρθρ. 932 του Α.Κ.).
Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 50 ευρώ, που ο ενάγων επιφυλάχθηκε, με την αγωγή, να αξιώσει, για την ως άνω αιτία, παριστάμενος, ως πολιτικώς ενάγων, στο ποινικό Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το μικρότερο ποσό των 50.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών - ενάγων, και πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος, ο συναφής λόγος της υπό κρίση έφεσής του....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τους σχετικούς και αφορώντες το ύψος της επιδικασθείσας με την εκκαλούμενη απόφαση α) πρόσθετης, χρηματικής παροχής, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ, και β) χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, λόγους της από 21-10-2017 και με αρ.
εκθ. κατάθ. 505728/2017 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, και στην συνέχεια, αφού δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 14-3-2018 και με αρ. κατάθ. 1731/2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 21-10-2017 και με αρ. εκθ. κατάθ. 505728/2017 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αρ. 1733/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της ως άνω από 30-8-2015 και με αρ.
κατάθ. 4403/2015 αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ' ουσία βάσιμη και (εκτός των άλλων) αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρο έκαστος, στον ενάγοντα (τώρα αναιρεσίβλητο) ως πρόσθετη, χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ., το ποσό των 80.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των 100.000 ευρώ.
Ήδη με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ., οι αναιρεσείοντες (τότε εκκαλούντες - εφεσίβλητοι- εναγόμενοι) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., επιδίκασε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως πρόσθετη, κατ' αποκοπή αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ., τα ανωτέρω ποσά, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δηλαδή αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρο έκαστος, στον (βαρύτατα ακρωτηριασθέντα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα) ενάγοντα (τώρα αναιρεσίβλητο) ως πρόσθετη, κατ' αποκοπή αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ., το ποσό των 80.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των 100.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ.
Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιουλίου 2019 και με ΓΑΚ 6187/ΕΑΚ601/2-7-2019 (αύξοντα αριθμό δικογραφίας 1146/2019) αίτηση των αναιρεσειόντων 1) "ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε. " και 2) Δ. Κ. του Α.. για αναίρεση της 1134/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Α' ΚΠολΔ.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου