Legislator Giurisprudenza & Legislazione
975/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for vagueness, requiring specific factual allegations under Article 559 of the Civil Procedure Code.

Numero d'incarto 975/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court's decision to reject their appeal request. The appellants cited specific paragraphs of Article 559 of the Civil Procedure Code but failed to detail the specific factual errors or evidentiary issues corresponding to each paragraph. The court ruled that merely listing article numbers without explaining the precise nature of the alleged procedural defects renders the appeal inadmissible due to lack of specificity.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 559, para. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 of the Civil Procedure Code; An appeal must specify the exact nature of the alleged procedural error and its impact on the outcome, not merely cite article numbers.

Parole chiave

Generato dall'IA
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Vagueness Standard Specific Allegations Procedural Defects Evidence Rules Court Costs caso di rigore economico

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 559, para. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 of the Civil Procedure Code
Art. 495, para. 3 of the Civil Procedure Code
Art. 106 of the Civil Procedure Code
Art. 176 of the Civil Procedure Code
Art. 183, para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 191, para. 2 of the Civil Procedure Code
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 975 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 975/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Κ., κατοίκων Πειραιά, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. συζύγου Μ. Π., κατοίκου Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πετούμενο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου Χανίων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση που ανακάλεσε την από 4/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1525/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 116/2015 μη οριστική και 221/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21/5/2018 αίτησή τους και τους από 26/12/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 391/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2/5/2019 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1023/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 13/9/2021 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13-9-2021 κλήση του αναιρεσίβλητου, νόμιμα φέρονται προς περαιτέρω συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 21-5-2018 αίτηση και οι από 26-12-2018 πρόσθετοι αυτής λόγοι των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 221/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, μετά την έκδοση της 1023/2021 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή τους.

Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν οι εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 1525/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 30-12-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων, για καταβολή σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος του αδικοπραξία (προσβολή της προσωπικότητάς του, με συκοφαντική δυσφήμηση).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την 4-2-2019, που ορίστηκε αρχικά για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ.

τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Γ., για την επίδοσή τους στον αναιρεσίβλητο). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Με τις διατάξεις αυτές, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, είναι σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 972/2020).

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ (ΑΠ 605/2021, ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1216/2014). Σύμφωνα με τις τελευταίες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται οτο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου, ως στοιχεία της προσωπικότητας του.

Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται, είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη, είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης, που έγινε από άλλον (ΑΠ 496/2021, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 474/2020, ΑΠ 1113/2019). Παράλληλα, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου, γεγονός, είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ 2093/2022, ΑΠ 496/2021, ΑΠ 193/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α - δ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η τελευταία αυτή διάταξη (367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος, λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ.

και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 855/2022), περιστατικά που προτείνονται, κατ' αντένσταση, από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 762/2019, ΑΠ 1431/2017).

Η προαναφερθείσα αντένσταση μπορεί να περιέχεται και στο δικόγραφο της αγωγής, καθ' υποφορά, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό της προβολής της ειδικότερο αίτημα απόρριψης της ένστασης του εναγομένου (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 192/2018, ΑΠ 1095/2010). Στην έννοια του ''τρίτου'', κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κλπ, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται.

Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής ή της συκοφαντικής δυσφήμησης, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου, που περιήλθε στο δικαστή, τον εισαγγελέα και το γραμματέα του δικαστηρίου και, εν γένει, σε πρόσωπα θεσμικώς αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του ''τρίτου'', δεν δικαιολογείται, ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-363 ΠΚ, αφού, κατά το γλωσσικό νόημα της λέξης, ''τρίτος'' είναι οποιοσδήποτε, που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων, οπότε ο όρος αυτός καλύπτει κάθε φυσικό πρόσωπο, που δεν είναι ο δράστης ή ο παθών του εγκλήματος και, συνεπώς, καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του εννόμου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου, μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης αυτού, που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου, που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός.

Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της έννομης σχέσης που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου ''τρίτος'', αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παράστασης για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών, είτε για λόγους τυπικούς (όπως πχ σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου εννόμου αγαθού.

Δεν αποκλείεται δε, ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους, ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 512/2023, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 485/2022, ΑΠ 59/2022).

Ακολούθως, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι, ''1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως..... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του'', το οποίο, σε ενωσιακό επίπεδο, ισχύει, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 της Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο, ''Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών''.

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο, ''κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο'', αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι, ''Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο''.

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 του ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο, ''οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο'' και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016, ''για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας'', με το νόμο 4596/2019.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 του Συντ. και 14 του ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος, που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο ''λόγω αμφιβολιών'' ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση ''μη διαπιστωμένης ενοχής''.

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον ''ποινικής κατηγορίας'' κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και, κατ' ανάγκη, σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι, διαφορετικά, δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι, α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητα, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης άσκησε αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίφθηκε για δικονομικούς-τυπικούς λόγους κ.λ.π.

Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο, διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της ποινικής (αθωωτικής) απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια πρόσθετων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικά, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, ενόψει, δηλαδή, των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν, ενδεχομένως, σε αμφιβολία, το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1577/2022, ΑΠ 1459/2022, ΑΠ 1254/2021, ΑΠ 1238/2021, ΑΠ 83/2021).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, ''αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών''. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1284/2023).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1, τρίτο λόγο, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 και επικουρικά από τον αριθμό 19 και τέταρτο λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (και όχι από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ) της αίτησης αναίρεσης, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεχόμενο την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, για προσβολή της προσωπικότητάς του, με συκοφαντική δυσφήμηση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 57, 59, 299, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων, 362, 363, 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 και 367 του ΠΚ, με τις αιτιάσεις, αφενός, ότι εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα στις διατάξεις αυτές και αφετέρου ότι, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της πλήρωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και την από αυτό προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου.

Από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 KΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "... Κατά το έτος 1996, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ανέθεσε αρχικά προφορικά στον πρώτο των εναγοµένων (πρώτο αναιρεσείοντα) Δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, τη διεκπεραίωση διαφόρων εκκρεμών υποθέσεών του, που αφορούσαν στην επιδίωξη της ικανοποίησης, ή της εξασφάλισης, οικονοµικών αξιώσεών του, είτε δικαστικά, είτε εξώδικα, διά της επίτευξης συμβιβασμού, και στη συνέχεια του χορήγησε, για την εκτέλεση της δοθείσας προς αυτόν εντολής, το υπ' αριθμ. ...

γενικό πληρεξούσιο της δεύτερης εναγοµένης, συζύγου του πρώτου, Συµβολαιογράφου του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Πειραιώς. Μάλιστα µε την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκε μεταξύ τους, πέραν της επαγγελματικής σχέσης, και στενός φιλικός δεσµός. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι κατά το έτος 2002 διαταράχθηκαν οι µέχρι τότε ομαλές σχέσεις τους λόγω οικονοµικών διαφορών, που ανέκυψαν και αφορούσαν, αφενός µεν σε αξιώσεις του πρώτου εναγοµένου για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής του, λόγω διεξαγωγής των υποθέσεων του ενάγοντος, αφετέρου δε σε αξίωση του τελευταίου, απορρέουσα από εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ τους στις 7.11.2000, έγγραφη σύμβαση έντοκου δανείου, ποσού 20.000.000 δραχμών (ήδη 58.694,06ευρώ), ως προς το οποίο ο πρώτος εναγόµενος, αμφισβητώντας το ως εικονικό, ισχυριζόταν ειδικότερα ότι το ανωτέρω ποσό είχε στην πραγματικότητα, και κατά την αληθή τους βούληση, καταβληθεί στον ίδιο ως προκαταβολή αμοιβής του για τις ήδη παρασχεθείσες, αλλά και µέλλουσες να παρασχεθούν, στον ενάγοντα νομικές υπηρεσίες του.

Μάλιστα λόγω των έντονων διενέξεων που ανεφύησαν μεταξύ τους, ο ενάγων µε την υπ'αριθμ. ... πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Κ. ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα, που είχε χορηγήσει στον πρώτο εναγόµενο µε το προαναφερόµενο πληρεξούσιο της δεύτερης εναγοµένης (δεύτερης αναιρεσείουσας), ενώ, επιπροσθέτως, µε την από 7.2.2003 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόµενο αυθημερόν, ανακάλεσε και την προφορικώς δοθείσα προς αυτόν πληρεξουσιότητα.

Έκτοτε ήρξατο μεταξύ των διαδίκων μερών σφοδρότατη και μακροχρόνια αντιδικία ενώπιον των πολιτικών και των ποινικών δικαστηρίων µε την εκατέρωθεν ανταλλαγή αγωγών και εγκλήσεων. Σημειωτέον ότι ο πρώτος εναγόµενος για τις ανωτέρω αξιώσεις του προς καταβολή αμοιβής για παρασχεθείσες προς τον ενάγοντα νομικές υπηρεσίες για τη διεκπεραίωση συγκεκριμένων υποθέσεών του άσκησε κατά του τελευταίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τη µε αριθµό έκθεσης κατάθεσης, 4694/2003 αγωγή του, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή από πλευράς ουσιαστικής βασιµότητας και επιδικάσθηκε σ' αυτόν αμετάκλητα το ειδικότερα διαλαμβανόμενο στην υπ' αριθμ. 788/2005 - εκδοθείσα επί της υπόθεσης - απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου χρηματικό ποσό, ενώ και ο ενάγων άσκησε εναντίον του πρώτου εναγοµένου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την µε αριθµό έκθεσης κατάθεσης, 10741/2008 αγωγή του, µε αίτημα να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το προαναφερθέν ποσό του δανείου, που, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν αποδοτέο στις 3.12.2002, πλέον τόκων της απαίτησής του, ποσού 2.934,70 ευρώ, περιορίζοντας, όµως, µε τις προτάσεις του το αγωγικό αίτημα στο ποσό των τόκων, και δηλώνοντας παράλληλα ότι το κεφάλαιο του δανείου έχει εξοφληθεί, κατόπιν συμφωνίας του µε τόν αντίδικό του να συμψηφισθεί µε ισόποση οφειλή του ιδίου προς αυτόν για δικηγορική αμοιβή του.

Επί της εν λόγω αγωγής, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2744/2009 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, µε την οποία έγινε αυτή αμετάκλητα εν µέρει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιµη κατά το ποσό των τόκων, στο οποίο περιορίσθηκε το αγωγικό αίτημα, κατά τα προεκτεθέντα, διότι κρίθηκε ότι πράγµατι καταρτίθηκε μεταξύ τους σύµβαση δανείου, και όχι κατά το φαινόμενο και µόνο, όπως ισχυρίσθηκε ο πρώτος εναγόµενος, αλλά κατά την αληθή και σοβαρή συναλλακτική βούλησή τους, κατόπιν απόρριψης µε την υπ' αριθμ. 833/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς των ασκηθεισών εφέσεων αμφοτέρων αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης, και την απόρριψη της ασκηθείσας κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης αίτησης αναίρεσης του πρώτου εναγοµένου µε την υπ' αριθμ. 1869/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Αποδείχθηκε επίσης, ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων έλαβαν χώρα και τα κάτωθι: Ο πρώτος εναγόµενος κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς εναντίον του ενάγοντος την από 12.10.2004 έγκλησή του (υπό στοιχεία Α-04/3371) στην οποία αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "..

Προσήλθε (εννοείται ο ενάγων), στις 27 Μαρτίου 2002, στο δικηγορικό γραφείο µου, στην οδό ... (Β' όροφος), και µε προμελετηµένη - όπως τα γεγονότα απέδειξαν - υβριστική σε βάρος µου συμπεριφορά, αξίωσε να του παραδώσω τους φακέλους των υποθέσεών του, προκειµένου να παραλάβει, από τις περαιωµένες υποθέσεις του, έγγραφα που αυτός έκρινε ότι τάχα δεν µου χρειάζονταν πλέον....

πράγµατι του παρέδωσα δέκα (10) περίπου ογκώδεις φακέλους δικογραφιών..... με την παρατήρησή µου ότι οι περιεχόµενες σ' αυτούς περαιωµένες υποθέσεις του δεν είναι πληρωµένες, και συνεπώς δεν δικαιούταν και για αυτό το λόγο να αναλάβει οποιοδήποτε έγγραφο µέσα από τις δικογραφίες...... Ειδικότερα, στις 27.3.2002, καθώς και εντός του πρώτου 10ηµέρου του Απριλίου του 2002 που εγώ απουσίαζα, προσήλθε και έλαβε, επιπλέον και άλλα έγγραφα (δικόγραφα, διαδικαστικά, ιδιωτικά, αποδεικτικά, προσωπικές µου σημειώσεις, νοµολογία που είχα συγκεντρώσει για τη νομική υποστήριξη των υποθέσεών του κλπ..

Σκοπός της συμπεριφοράς του αυτής ήταν να μου αποστερήσει κρίσιμα και ουσιώδη έγγραφα, δηµόσια και ιδιωτικά, µε τα οποία μπορούσα ευχερώς να αποδείξω τόσο την δικηγορική µου ενασχόληση µε τις σοβαρές οικονομικές του διαφορές και αξιώσεις που αυτά αφορούσαν, αλλά και τις επί µέρους δικηγορικές υπηρεσίες που του προσέφερα επί επτά (7) χρόνια.

Η συμπεριφορά του αυτή, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ήταν σαφώς προμελετηµένη, προκειµένου να αρνηθεί, είτε την ύπαρξη των υποθέσεών του µε τις οποίες ασχολήθηκα, ως δικηγόρος, επί έτη, µε θετική για αυτόν οικονομική έκβαση, είτε ότι δεν είχα καμία ανάμειξη µε αυτές που δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι πράγματι υπήρξαν.

Δηλαδή µε την ως άνω αξιόποινη συμπεριφορά του, σκόπευε να προκαλέσει σε εμένα καταρχήν δικονοµική βλάβη δυσχεραίνοντάς µε να αποδείξω την δικηγορική µου ενασχόληση µε τις παρακάτω συγκεκριµένες υποθέσεις του και συνακόλουθα περιουσιακή ζημία .... Τα λίγα δε δηµόσια έγγραφα, νομίμως θεωρηµένα, που μπορώ να προσδιορίσω από την πληθώρα αυτών (δημοσίων και ιδιωτικών), που σκόπιµα αφαίρεσε ο μηνυόµενος ....

για να µην μπορώ να αποδείξω τις προσφερθείσες σ? αυτόν νομικές υπηρεσίες µου ... Η καταγγελλόµενη άδικη συμπεριφορά του είναι όντως αντίθετη προς τη συναλλακτικά καλή πίστη, την εντιµότητα στις συναλλαγές και ειδικότερα στα χρηστά ήθη, αφού πράγματι ενήργησε δολίως προκειµένου να µου προκαλέσει δικονοµική περιουσιακή και ηθική βλάβη.....

Επειδή είχα και έχω δικαίωµα, κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου..... για τη χρήση της αποδεικτικής δύναμης των παραπάνω εγγράφων που υπεξήγαγε, για τους προεκτιθέµενους λόγους και αιτίες ο μηνυόµενος.". Το περιεχόµενο της ανωτέρω ?γκλησής του επιβεβαίωσε ο πρώτος εναγόµενος εξετασθείς ενόρκως ως εγκαλών, στις 14.10.2004.

Περαιτέρω, η δεύτερη εναγόµενη ισχυρίσθηκε για τον ενάγοντα σε ένορκες µαρτυρικές καταθέσεις της τα κάτωθι: 1) Στην από 25.10.2004 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας, δοθείσα ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιώς στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που άρχισε κατόπιν της υποβολής της υπό στοιχεία Γ-04/9044/Ε.Γ.16-04/253 έγκλησης του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγόµενου για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήµησης και της εξύβρισης τα εξής: "Στις 27.3.2002 και τον Απρίλιο του 2002 προσήλθε ο εγκαλών στα γραφεία µας (σημειωτέον ότι το συμβολαιογραφικό της γραφείο λειτουργούσε στον ίδιο χώρο µε το δικηγορικό γραφείο του συζύγου της) απαίτησε µε υβριστικό τρόπο να του παραδοθούν όλοι οι φάκελοι των περαιωµένων υποθέσεών του προκειµένου να πάρει όσα και όποια έγγραφα δηµόσια και ιδιωτικά έκρινε ο ίδιος σκόπιμο.

Αυτό το έκανε χωρίς καν να ενημερώσει το σύζυγό µου για τα έγγραφα που όντως έλαβε, αφού ούτε καληνύχτα δεν µας είπε φεύγοντας πολύ περισσότερο δεν έδωσε φωτοτυπίες όπως ψευδώς ισχυρίζεται. Την πράξη του αυτή την έκανε προκειµένου να δυσχεράνει οικονομικά το σύζυγό µου για την απόδειξη των υποθέσεών του που πραγματικά είχε αναλάβει και διεκπεραιώσει και παράλληλα να του αποστερήσει τη δυνατότητα απόδειξης των αμοιβών που απέρρεαν από τις εν λόγω δικηγορικές του εργασίες...". 2) Στην από 16.11.2004 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας ενώπιον του 4ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, δοθείσα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που ξεκίνησε µε την προανα-φερθείσα υπό στοιχεία Α-04/3371 έγκληση του πρώτου εναγόµενου εναντίον του ενάγοντος, τα εξής: "Από τη στιγµή που άρχισαν οι υποθέσεις του να περατώνονται επιτυχώς ο µηνυόµενος για να µην πληρώσει το σύζυγό µου, άρχισε να ζητάει τους φακέλους των υποθέσεών του.

Συγκεκριµένα την 27.3.02 του ζήτησε µε πολύ πιεστικό τρόπο και αφαίρεσε µέσα από αυτούς κρίσιμα έγγραφα όπως αντίγραφα συμβολαίων από το υποθηκοφυλακείο ..., δικαστικές αποφάσεις από τα Πρωτοδικεία Ναυπλίου και Αθηνών, πολλά ιδιόγραφα σημειώματα και του ιδίου, αλλά και του συζύγου µου και άλλα ουσιώδη έγγραφα που αναφέρονται στη μήνυση όπως π.χ.

από το "...", από την υπόθεση των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων της "... Α.Ε.", την υπόθεση της Βιοµηχανικής παραγωγής από την "Ε.Ε. ...", την ξενοδοχειακή επιχείρηση "... ΕΠΕ". Με τα αντίγραφα των συμβολαίων που είχε παραλάβει ο σύζυγός µου από το υποθ/κείο ... αρχές του 2000, ο µηνυόµενος µου ζητούσε κατά τα έτη 2000-2001 και 2002, να του βγάζω αντικειμενικές αξίες τις οποίες χρειαζόταν για τις δηλώσεις του στην Εφορία καθώς επίσης και τις διεκδικήσεις του από τα περιουσιακά στοιχεία των θείων του.

Επίσης αφαίρεσε από τους φακέλους φωτ/φα εγγράφων, που αφορούσαν τη σύσταση και λειτουργία,καθώς και τη µετοχική σχέση του πατέρα του µε γαλλική οικοδομική εταιρεία της ζεύξης Ρίου-Αντιρρίου και την κατασκευή αερογέφυρας. Αυτά είναι µερικά από τα έγγραφα που αφαίρεσε χωρίς την έγκριση του συζύγου µου µε σκοπό να ισχυριστεί, όπως εκ των υστέρων απεδείχθη, ότι όλες οι προαναφερόμενες υποθέσεις είναι σενάρια και οραματισµοί του µηνυτή και ως εκ τούτου δεν έχει καμία οικονομική υποχρέωση απέναντί του.

Τα ανωτέρω γνωρίζω και από προσωπική µου αντίληψη, καθόσον η αφαίρεση όλων των εγγράφων έγινε στο δικό µου επαγγελματικό χώρο απ' όπου έφυγε µε όλα τα κρίσιμα έγγραφα χωρίς να πει ούτε καληνύχτα". 3) Στην από 23.12.2004 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας, δοθείσα ενώπιον του 7ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που άρχισε µε την υποβολή της υπό στοιχεία ...

έγκλησης του ενάγοντος εναντίον του πρώτου εναγομένου για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήµησης και της εξύβρισης, φερόμενες ως τελεσθείσες απ' αυτόν διά των διαλαμβανομένων στην µε αριθµό έκθεσης κατάθεσης 4694/2003 αγωγή του, διώκουσα την καταβολή δικηγορικής αμοιβής του για τη παροχή προς τον ενάγοντα των νομικών του υπηρεσιών, τα εξής: "Μπροστά µου στις 27.3.2002, ο εγκαλών αφαίρεσε από τους φακέλους του, που µε υβριστικό τρόπο τους ζήτησε από τον σύζυγό µου, πάνω από πενήντα έγγραφα, που απεδείκνυαν διεκπεραιωµένες υποθέσεις του και πολλές νομικές υπηρεσίες που του είχε προσφέρει ο σύζυγος µου ως δικηγόρος, τις οποίες τώρα αρνείται.

Όταν μάλιστα πήρε τα έγγραφα εγκατέλειψε τα γραφεία µας χωρίς καν να µας καληνυχτίσει και ψευδώς τώρα ισχυρίζεται ότι τάχα τα έδειξε στο σύζυγο µου. Τα εν λόγω έγγραφα είναι άσχετα µε τα έγγραφα που παρέμειναν στα χέρια του συζύγου µου. Μπροστά μου γίνονταν επί χρόνια συζητήσεις για όλες τις υποθέσεις του εγκαλούντος, όπως αναφέρονται στην περί αμοιβών αγωγή του συζύγου µου και στις οποίες συζητήσεις συμμετείχα.

Επίσης, µε συμβόλαια που είχε ζητήσει ο σύζυγος µου και είχε λάβει µε εντολή του εγκαλούντος από το Υποθηκοφυλακείο ..., τα οποία συμβόλαια περιλαμβάνονται στα υπεξαχθέντα έγγραφα από τον εγκαλούντα, µου είχε ζητήσει (ο εγκαλών) και ως συμβολαιογράφος είχα προσδιορίσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων που αναφέρονται στα συμβόλαια αυτά κατά τα έτη 2000, 2001 και 2002..." 4) Στην από 9.3.2005 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας, δοθείσα ενώπιον του 1ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που άρχισε µε την υποβολή της υπό στοιχεία ...

έγκλησης του πρώτου εναγόµενου εναντίον του ενάγοντος, τα εξής: "Επίσης ισχυρίζεται ψευδώς (εννοείται ο ενάγων) ότι δέκα χαρτόκουτα µε έγγραφα που έφερε στο γραφείο του συζύγου µου δεν του τα προσήγαγε για να τα μελετήσει νοµικά, αλλά για να τα προστατεύσει από τις βροχές που έπεφταν στο Ρέθυμνο. Υποστηρίζει ψευδώς ότι όσα έγγραφα βρίσκονται στα χέρια του µηνυτή είναι φωτοτυπίες που έβγαλε από μόνος του ο µηνυτής χωρίς έγκρισή του.

Σηµειώνω ότι μπροστά µου στο χώρο του δικού μου γραφείου περί τα τέλη Μαρτίου του 2002, ο Κ. αφαίρεσε τουλάχιστον πενήντα δηµόσια έγγραφα και άλλα από φακέλους περαιωµένων υποθέσεών του που χειριζόταν ο σύζυγος µου χωρίς όµως να έχει πληρωθεί για αυτές....". 5) Στην από 7.4.2005 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, δοθείσα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που άρχισε µε την υποβολή της υπό στοιχεία Α05/ 380 (Εισαγγελίας Πειραιώς) και υπό στοιχεία Ι-05/8657/Ε.Γ.114-06/68 (Εισαγγελίας Αθηνών) έγκλησης του πρώτου εναγόµενου εναντίον του ενάγοντος, τα εξής: "Ο μηνυόµενος Κ.

εσκεμμένα αφαίρεσε το Μάρτιο και Απρίλιο του 2002 όλα τα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά) από τα οποία προέκυπτε και τα οποία αποδείκνυαν την ενασχόληση του µηνυτή µε τις υποθέσεις του, ισχυρίζεται πλέον και στην έφεσή του ότι τις υποθέσεις, από τις οποίες εξαρτά τις επίδικες αμοιβές του ο µηνυτής, απλώς τις είχε "πληροφορηθεί" από τον Κ.

από σχετικές αναφορές που του είχε κάνει, θεωρώντας τον απλώς "φίλο" και όχι δικηγόρο του. Διατείνεται ψευδώς ότι δέκα χαρτόκουτα µε έγγραφα για υποθέσεις του, που είχε φέρει στα γραφεία µας προς µελέτη και νόμιμη υποστήριξη από τον σύζυγό µου, ότι τα έφερε τάχα "για να µη βραχούν στο Ρέθυμνο", τη στιγµή μάλιστα που διέθετε δύο διαμερίσματα στη Βάρκιζα και ένα στην Αθήνα. 6) Στις 15.2.2006, εξετασθείσα ενόρκως ως µάρτυρας στο ακροατήριο του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας υπό στοιχεία ΑΒΜ Α-04/3371 έγκλησης του πρώτου εναγοµένου κατά του ενάγοντος, τα εξής: "ήμουν μπροστά όταν έγιναν οι αφαιρέσεις....

Όταν ο κατηγορούμενος µπήκε στο γραφείο ήταν επίµονος και έλεγε ότι θέλει τους φακέλλους (γύρω στους 10) πρέπει να ήταν και άλλοι. Αυτοί ήταν οι περαιωµένες υποθέσεις... Όταν πήρε ο κατηγορούμενος τα έγγραφα µετά δεν μπορούσε ο μάρτυρας (πρώτος εναγόµενος) να αποδείξει ότι είχε κάνει ενέργειες... Δεν μπορούσαν να αντικατασταθούν όλα τα έγγραφα απ? όλες τις δημόσιες υπηρεσίες".

Επομένως, ο πρώτος εναγόµενος µε την ανωτέρω υποβληθείσα έγκλησή του, το περιεχόµενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, καθώς και η δεύτερη εναγόµενη, στις προαναφερθείσες ένορκες καταθέσεις της ως μάρτυρας, ισχυρίσθηκαν ότι ο ενάγων αφαίρεσε από το δικηγορικό γραφείο του πρώτου και από τους φακέλλους των δικογραφιών, που του είχε αναθέσει και χειριζόταν ως δικηγόρος του, κρίσιμα και σηµαντικά έγγραφα, µε σκοπό να τον βλάψει, και ειδικότερα προκειµένου να καταστεί αδύνατον γι αυτόν να αποδείξει την ενασχόλησή του µε τις συγκεκριμένες υποθέσεις και να διεκδικήσει την οφειλόμενη για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του δικηγορική αμοιβή του, ισχυρισμός, που έχει αποδειχθεί αμετάκλητα ψευδής.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατόπιν της ανωτέρω έγκλησης του πρώτου εναγοµένου ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων του άρθρου 222 του ΠΚ, που εφέρετο τελεσθείσα στις 27.3.2002 και κατά το πρώτο δεκαήμερο του µηνός Απριλίου του ιδίου έτους, και αφορούσε στα έγγραφα, που αναλυτικά αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, δυνάµει της οποίας κηρύχθηκε αυτός αμετάκλητα αθώος της αποδιδόµενης αξιόποινης πράξης, διότι κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος, και κατά της οποίας δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο µέσο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόµενο υπ?αριθμ.

πρωτ. 968/25.2.2009 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου. Σημειωτέον ότι για τον ίδιο ισχυρισμό του πρώτου εναγοµένου, ότι δηλαδή ο ενάγων αφαίρεσε έγγραφα από το δικηγορικό γραφείο του, υποβλήθηκε έγκληση σε βάρος του από τον ενάγοντα για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήµησης, για την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε πρώτο βαθµό σε ποινή φυλάκισης 7 µηνών µε την υπ' αριθμ. 122/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, πλην, όμως, σε δεύτερο βαθµό το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς µε την υπ' αριθµ. 153Α-203-204-205-269/2011 απόφασή του δεν έκρινε αυτόν αθώο, αλλά έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω ανάκλησης απ' τον ενάγοντα της υποβληθείσης ?γκλησής του και αποδοχής της ανάκλησης από τον τότε κατηγορούμενο - πρώτο εναγόμενο.

Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο πρώτος εναγόµενος στην υπό στοιχεία ... έγκληση, που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς σε βάρος του ενάγοντος, ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος προέβη επανειλημμένως σε παράνομη μαγνητοφώνηση των κατ' ιδίαν προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών τους, προκειµένου να αποφύγει την καταβολή σ' αυτόν της δικηγορικής του αμοιβής, ισχυρισµό, τον οποίο επανέλαβε και στις από 12.10.2004 (Α-04/3371), από 20.7.2004 (Α-04/2523) και από 19.8.2004 (...) εγκλήσεις του, επίσης υποβληθείσες κατά του ενάγοντος, η τελευταία εξ αυτών και κατά των Δ.

Κ., Σ. Σ. και Κ. Γ., και ο οποίος, επιπροσθέτως, κατατέθηκε ενόρκως από τη δεύτερη εναγόµενη πλειστάκις, κατά την εξέτασή της ως μάρτυρας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόµενη: 1) Στην από 13.1.2004 ένορκη κατάθεση, πο? έδωσε εξετασθείσα ως μάρτυρας ενώπιον του 30ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που ξεκίνησε µε την υποβολή της υπό στοιχεία ...

έγκλησης του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγοµένου για συκοφαντική δυσφήμιση - εξύβριση, ανέφερε τα ακόλουθα: "Την 28.12.2002 κι ενώ στις σχέσεις µηνυτή και μηνυόµενου υπήρχε ένταση, ο κ. Κ. µετά προγραμματισμένο ραντεβού ήρθε στο γραφείο για να συζητήσει µε το σύζυγό µου για τις μεταξύ τους εκκρεμότητες. Στο αρχείο των γραφείων µας βρισκόµασταν εγώ και ο δικηγόρος κ.

Σαρρής, αναζητώντας διάφορα έγγραφα, γεγονός που ο µηνυτής αγνοούσε. Τόσο εγώ όσο και ο κ. Σαρρής είδαµε τον κ. Κ. να ενεργοποιεί μαγνητόφωνο που είχε στην τσέπη του μπουφάν του και το οποίο είδαμε επίσης να τοποθετεί σε χάρτινη σακούλα. Ο µηνυτής στη συνέχεια εισήλθε στο γραφείο του συζύγου µου..... Στη συνέχεια κι αφού ο σύζυγός µου βεβαιώθηκε πλέον για το ότι ο µηνυτής τον μαγνητοφωνούσε, τηλεφωνικά του γνώρισε ότι δεν θέλει να έχει άλλη επαγγελματική σχέση μαζί του και ότι πλέον θα µιλά µε το δικηγόρο του.". 2) Στην από 25.10.2004 ένορκη κατάθεση, που έδωσε, εξεταζόµενη ως μάρτυρας ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που ξεκίνησε µε την υποβολή της υπό στοιχεία ...

έγκλησης του ενάγοντος εναντίον του πρώτου εναγόµενου για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήµισης και της εξύβρισης, ανέφερε τα ακόλουθα: "Με τον εγκαλούντα γνωριζόµαστε απ? το 1996 που πρωτοήρθε στο δικηγορικό γραφείο του συζύγου µου µέχρι και τις 28.2.02 που διακόπηκαν οι επαγγελματικές µας σχέσεις επειδή την ημέρα αυτή τον είδα µε τα ίδια µου τα µάτια ότι ήταν στο γραφείο του συζύγου µου µε μαγνητόφωνο και μαγνητοφωνούσε παράνομα τις επαγγελματικές του συνομιλίες, όπως η ίδια επανειλημμένα αντιλήφθηκα, την ίδια άδικη συμπεριφορά εφάρμοζε και τον τελευταίο καιρό (Νοέμβριο - Δεκέμβριο 2002) που τηλεφωνούσε από το σπίτι του (Αιόλου 6 Βάρκιζα). 3) Στην από 9.3.2005 ένορκη κατάθεση, που έδωσε εξεταζόµενη ως μάρτυρας ενώπιον του 1ου Πταισματοδίκη Πειραιώς στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που ξεκίνησε µε την υποβολή της υπό στοιχεία ...

έγκλησης του πρώτου εναγόµενου εναντίον του ενάγοντος, ανέφερε τα ακόλουθα: ".... στις 28.12.2002 βεβαιωθήκαμε εντελώς ότι μαγνητοφωνούσε κρυφά ο κύριος Κυριτσάκις τις επαγγελματικές συνομιλίες που είχε µε το δικηγόρο του. Εγώ στις 28.12.2002 μαζί µε το δικηγόρο Κύριο Ν. Σ. είδαμε τον κύριο Κ. να μαγνητοφωνεί το δικηγόρο του και σύζυγό µου.". 4) Στην από 12.4.2005 ένορκη κατάθεση, που έδωσε εξεταζόµενη ως μάρτυρας ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που ξεκίνησε µε την υποβολή της υπό στοιχεία ...

έγκλησης του πρώτου εναγόµενου εναντίον του ενάγοντος, ανέφερε τα ακόλουθα: "Ειδικότερα ο β' μηνυόµενος δικηγόρος, αν και γνώριζε καλά την αντικειμενική αλήθεια σχετικά µε τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις που έκανε ο κ. Κ. σε βάρος του µηνυτή χωρίς τη συναίνεση και εν αγνοία του τις προφορικές και τις τηλεφωνικές επαγγελματικές τους συνοµιλίες...".

Οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί των εναγοµένων, που αφορούν στο πρόσωπο του ενάγοντος, είναι ψευδείς. Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί της αναλήθειας των διαλαμβανοµένων στις ανωτέρω εγκλήσεις του πρώτου εναγοµένου και στις ένορκες µαρτυρικές καταθέσεις της δεύτερης εναγοµένης γεγονότων επιρρωνύεται ιδίως από τα κάτωθι:

Ο πρώτος εναγόµενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά του ενάγοντος την µε αριθµό έκθεσης κατάθεσης 3723/2003 αγωγή του, στην οποία εξέθετε ότι ο ανωτέρω κατά το χρονικό διάστηµα από το τέλος Μαρτίου του 2002 µέχρι και τις 28.12.2002, παραβίασε κατ' εξακολούθηση παράνομα το απόρρρητο των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων και των προφορικών του συνομιλιών, ηχογραφώντας αυτές κατ' επανάληψη, χωρίς τη συναίνεσή του και εν αγνοία του, καθώς και ότι από την ανωτέρω, µε πρόθεση διενεργηθείσα, αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου του, η οποία έγινε αντιληπτή και από τρίτα πρόσωπα, προσβλήθηκε παράνομα στην τιµή και την υπόληψή του και εν γένει στην προσωπικότητας του, ζητώντας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη.

Συγκεκριµένα ισχυρίσθηκε στην αγωγή του αυτή, ότι κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστηµα ο ενάγων κατ' επανάληψη ηχογραφούσε, µε τη χρήση μαγνητοφώνου, το οποίο συνήθως έφερε εντός σακακιού (μπουφάν) χειμερινού, που φορούσε ακόµη και κατά τη θερινή περίοδο, τις μεταξύ τους συνομιλίες, που διενεργούντο στο δικηγορικό γραφείο του, αλλά και τηλεφωνικώς, κατά τις οποίες αυτός (ενάγων) εκφραζόταν επιτηδευµένα, προκειµένου να τις χρησιμοποιήσει μελλοντικά για να αποκρούσει τις απαιτήσεις του ιδίου (πρώτου εναγοµένου) προς καταβολή των αμοιβών του για παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες, καθώς και ότι στις 28.12.2002, όταν πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συνάντησή τους στο δικηγορικό του γραφείο, επιβεβαίωσε την προαναφερθείσα παράνομη πράξη του ενάγοντος, ήτοι την ηχογράφηση των συνομιλιών τους, όπερ επαναλήφθηκε και την ίδια ηµέρα, γεγονός, που προκάλεσε την οριστική ρήξη στις σχέσεις τους, αλλά και τη μακροχρόνια αντιδικία μεταξύ τους µε σωρεία αστικών και ποινικών δικών, που συνεχίζεται µε αµείωτη ένταση µέχρι σήµερα από αμφότερα τα διάδικα µέρη.

Αφορούσε, επομένως, η εν λόγω αγωγή στα ίδια πραγματικά περιστατικά, ήτοι στην τέλεση απ? τον ενάγοντα της ανωτέρω αξιόποινης πράξης (της παράνομης ηχογράφησης τηλεφωνικών και προφορικών συνομιλιών του µε τον πρώτο εναγόµενο), µε αυτά, που επίσης διαλαμβάνονται στις προαναφερθείσες εγκλήσεις και ένορκες µαρτυρικές καταθέσεις του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων αντίστοιχα, και αποτελούν περιεχόµενο και της ένδικης αγωγής για τη θεµελίωση της σε βάρος του ενάγοντος επικαλούµενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγοµένων και της φεροµένης ως τελεσθείσας απ?αυτούς αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήµησης.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 5187/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, µε την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, καθώς κρίθηκε ότι πράγματι έλαβαν χώρα οι επικαλούµενες μαγνητοφωνήσεις των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών του ενάγοντος και του πρώτου εναγοµένου, και υποχρεώθηκε ο τότε εναγόµενος και νυν ενάγων Ε., Κ.

να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του το ποσό των 20.000 ευρώ. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε έφεση από τον εναγόµενο στη δίκη αυτή και νυν ενάγοντα Ε. Κ., ως ηττηθέντα διάδικο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ?αριθμ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την αγωγή.

Ακολούθως, ο πρώτος εναγόµενος υπέβαλε αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδοθείσας σχετικά της υπ'αριθμ. 1484/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε αυτήν στο σύνολό της και παρέπεμψε την υπόθεση προς συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο µε την υπ' αριθμ. 634/2012 απόφασή του επίσης απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του τότε εναγοµένου και νυν ενάγοντος, και συνακόλουθα ότι δεν υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας του αντιδίκου του (τότε ενάγοντος και νυν πρώτου εναγοµένου), µε αποτέλεσµα να µη θεμελιώνεται η αναφερόμενη στην εν λόγω αγωγή αξίωση του τελευταίου.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ο εκ των διαδίκων και ενάγων στη δίκη αυτή Μ., Π. άσκησε και πάλι αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε µε την υπ' αριθμ. 897/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, µε αποτέλεσµα η υπ?αριθμ. 634/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς να καταστεί αµετάκλητη. Όσον αφορά δε στο ποινικό σκέλος της υπόθεσης, ο ενάγων, ενώ πρωτοδίκως κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση (άρθρο 370Α του ΠΚ), ειδικότερα συνισταµένης κατά την αντικειμενική της υπόσταση στα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, δυνάµει της υπ' αριθμ. 2567/2005 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, στο δεύτερο βαθµό κρίθηκε αθώος της πράξης αυτής µε την υπ' αριθµ. 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το προσκομιζόµενο υπ'αριθμ. 2597/18.6.2008 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου.

Επιπροσθέτως, οι εναγόµενοι για όσα ανέφεραν ανωμοτί και ενόρκως για τον ενάγοντα στο πλαίσιο της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας, κρίθηκαν αμετάκλητα ένοχοι, ο µεν πρώτος εξ αυτών για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώµοτης κατάθεσης κατ'εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα - μεταξύ άλλων - και της δεύτερης εναγοµένης και η τελευταία για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και µη (άρθρα 224 παρ.2-1, 225 παρ.1 εδαφ.α'του ΠΚ) δυνάµει της υπ'αριθμ. 549-549α-549β-549γ-579-579α/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, σε συνδυασμό µε την υπ' αριθμ. 1619/2011 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τµήµατος του Αρείου Πάγου.

Παράλληλα, ο ενάγων υπέβαλε έγκληση κατά του πρώτου εναγοµένου για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης αναφορικά µε τα ειδικότερα στην ανωτέρω µε αριθµό έκθεσης κατάθεσης 3723/2003 αγωγή του διαλαμβανόμενα, η οποία, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε αμετάκλητα ως κατ?ουσίαν αβάσιμη, και ασκήθηκε σε βάρος αυτού ποινική δίωξη για την πράξη αυτή.

Επακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 1668/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, µε την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος εναγόμενος της ανωτέρω αξιόποινης πράξης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 7 µηνών, και της υπ' αριθμ. 508α - 513α-β-γ- 528/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία επίσης κηρύχθηκε ένοχος της πράξης αυτής και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 µηνών.

Στη συνέχεια, ο καταδικασθείς πρώτος εναγόµενος άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που απορρίφθηκε µε την υπ' αριθμ. 486/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, στην οποία αναφέρεται ότι από την υπ' αριθμ. 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, µε την οποία κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος ο ενάγων της αξιόποινης πράξης της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση, παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων, που αποτελούν το περιεχόµενο της συκοφαντικής δυσφήµησης, και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιµότητας αυτών.

Σημειωτέον ότι ο Ν. Σ., ως προς τον οποίο η δεύτερη εναγόµενη στην από 9.3.2005 ένορκη κατάθεση, που έδωσε, εξεταζόµενη ως μάρτυρας ενώπιον του 1ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, ισχυρίσθηκε ότι στις 28.12.2002 τόσο η ίδια, όσο και αυτός, είδαν τον ενάγοντα να μαγνητοφωνεί τις συνομιλίες του µε τον πρώτο εναγόµενο, εντός του δικηγορικού γραφείου του τελευταίου, στην απολογία του ως κατηγορούμενος για ψευδορκία μάρτυρα, η οποία περιέχεται στα µε αριθµό 549-549α-549β-549γ-579-579α/2010 πρακτικά - απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς δεν επιβεβαίωσε τα προεκτεθέντα, αλλά ανέφερε τα κάτωθι: "Τον είδα (εννοεί τον ενάγοντα) να κρατά µία συσκευή σαν κινητό τηλέφωνο ίσως...Μετά τα όσα µου είπαν (εννοεί τους εναγοµένους) υπέθεσα πως ήταν μαγνητόφωνο", εκ των οποίων σαφώς συνάγεται ότι ο ανωτέρω είχε αμφιβολίες περί της κατοχής και ενεργοποίησης από τον ενάγοντα συσκευής μαγνητοφώνου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία και δε διεπίστωσε ιδίοις όµµασι το γεγονός.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί της αναλήθειας των διαλαμβανομένων στις ανωτέρω εκλήσεις του πρώτου των εναγοµένων και ένορκες µαρτυρικές καταθέσεις της δεύτερης εξ αυτών περί παράνοµης μαγνητοφώνησης από τον ενάγοντα των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών τους ενισχύεται έτι περαιτέρω και από το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόµενος δεν επεδίωξε µε οποιονδήποτε τρόπο την παράδοση του επικαλούµενου μαγνητοφώνου και του υλικού, που περιείχετο σ? αυτό (της κασέτας) κατά τη συνάντησή του µε τον ενάγοντα στις 28.12.2002, ή σε κάποια άλλη περίπτωση, παρά το ότι, όπως ισχυρίζεται, είχε αντιληφθεί την παρανόμως διενεργηθείσα από τον ενάγοντα ηχογράφηση, ούτε, όμως, ειδοποίησε το οικείο αστυνομικό τµήµα κατά την ανωτέρω ηµεροµηνία, ούτως ώστε να συλληφθεί "επ?αυτοφώρω" ο ενάγων, από το ότι ουδείς, εκτός από τη δεύτερη εναγόµενη, αναφέρει ότι παρατήρησε µετά βεβαιότητας τον ενάγοντα να φέρει συσκευή μαγνητοφώνου, αλλά µόνο το πιθανολογούν, και μάλιστα κατόπιν όσων έχουν πληροφορηθεί σχετικά από τους εναγοµένους, καθώς και από το ότι, αν και ο πρώτος εναγόµενος ισχυρίζεται πως στις 28.12.2002 βεβαιώθηκε για την τέλεση της εν λόγω παράνομης πράξης και έκτοτε υπήρξε οριστική ρήξη των σχέσεών του µε τον ενάγοντα, εντούτοις υπέβαλε τη σχετική έγκλησή του κατ'αυτού στις 26.3.2003, δηλαδή µετά την παρέλευση του σημαντικού χρονικού διαστήματος των 2 µηνών και 28 ηµερών, και αφού ο ενάγων, ήδη από τις 4.2.2003, είχε ανακαλέσει τη χορηγηθείσα προς αυτόν ως δικηγόρο του εντολή και πληρεξουσιότητα για τη διεκπεραίωση των υποθέσεών του, και από τις 7.2.2003 είχε επιδώσει σ' αυτόν την από 7.2.2003 "εξώδικη δήλωση ανάκλησης της πληρεξουσιότητας".

Μάλιστα στις 18.2.2003, ο πρώτος εναγόµενος επέδωσε στον ενάγοντα την από 14.2.2003 εξώδικη απάντησή του, στην οποία µόνο και για πρώτη φορά αναφέρει για πραγµατοποιηθείσες από τον ενάγοντα "παράνομες μαγνητοφωνήσεις". Εξάλλου, και σε κάθε περίπτωση, το όφελος, που θα μπορούσε να αποκομίσει ο ενάγων από την επικαλούµενη ηχογράφηση των συνομιλιών του µε τον πρώτο εναγόµενο ήταν περιορισμένο, διότι, αφενός µεν για τις εκατέρωθεν αξιώσεις των διαδίκων υφίστατο πληθώρα εγγράφων, που δεν μπορούσαν ευχερώς να αναιρεθούν από το περιεχόµενο των προφορικών συνομιλιών τους, αφετέρου δε ο πρώτος εναγόµενος, ως έµπειρος δικηγόρος, διαθέτει την ικανότητα του λόγου για να χειρισθεί καταλλήλως τους διαλόγους του µε τους εντολείς του, ώστε να αποφύγει τη χρήση δυσμενών για τα συμφέροντά του εκφράσεων, ενώ αντίθετα, ο κίνδυνος, που διέτρεχε ο ενάγων, σε περίπτωση που διενεργούσε την εν λόγω ηχογράφηση, να υποστεί δυσμενείς έννομες συνέπειες, ήταν ιδιαίτερα μεγάλος.

Λεκτέον, επιπροσθέτως, ότι ο πρωτοδίκως προβληθείς και κατόπιν σιωπηρής απόρριψής του µε την εκκαλουµένη απόφαση επαναφερθείς µε λόγο έφεσης ισχυρισμός των εναγομένων περί ύπαρξης δεδικασµένου, απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, η οποία κατέστη αµετάκλητη µετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 880/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, αναφορικά µε την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ενάγοντος, λόγω των παράνομων μαγνητοφωνήσεων των μεταξύ του τελευταίου και του πρώτου εξ αυτών τηλεφωνημάτων και προφορικών συνομιλιών, που δεσμεύει τη δικαστική κρίση επί της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιµος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας της από 2.6.2003 αγωγής του πρώτου εναγοµένου, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, µε την υπό κρίση αγωγή, καθώς με την πρώτη εζητείτο η επιδίκαση στον πρώτο εναγόµενο της δικηγορικής του αμοιβής για την ανάληψη και διεκπεραίωση συγκεκριμένων υποθέσεων του ενάγοντος, των οποίων η συνεργασία διεκόπη λόγω της παράνομης εκ μέρους του ενάγοντος μαγνητοφώνησης των μεταξύ τους συνομιλιών, ενώ µε την κρινόµενη αγωγή ζητείται χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και την αδικοπραξία, που τέλεσαν σε βάρος του οι εναγόµενοι (συκοφαντική δυσφήµηση - μεταξύ άλλων - διά των αναφεροµένων στις ανωτέρω έγκληση του πρώτου εξ αυτών και ένορκες µαρτυρικές καταθέσεις της δεύτερης περί παράνομης μαγνητοφώνησης από τον ενάγοντα του μεταξύ αυτού και του πρώτου εναγοµένου τηλεφωνημάτων και προφορικών συνομιλιών), και επομένως, το αντικείµενο της προγενέστερης δίκης δεν είναι το ίδιο µε το κρινόµενο στην προκείµενη υπόθεση, ούτε αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στην ένδικη υπόθεση, υπό την έννοια της αναγκαίας προϋπό-θεσης για τη θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης, το δικαιολογηµένο ή µη της γενόµενης από τον ενάγοντα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας, που είχε χορηγήσει στον πρώτο εναγόµενο, ως δικηγόρο του, το οποίο κρίθηκε στην προηγούµενη δίκη.

Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο πρώτος εναγόµενος στην από 20.7.2004 έγκλησή του, που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς (Α 2004/2523 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς και Ε - 2004/12082 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών) εναντίον του ενάγοντος, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "Όπως πιο κάτω αναφέρω, µετά τις παράνοµες μαγνητοφωνήσεις άρχισε τις παρά-νομες φωτογραφήσεις, παρακολουθήσεις κλπ ...., παρακολουθούσαν συστηματικά την οικογενειακή µου κατοικία ....

και δεν αρκούνταν µόνο στην κατά τρόπο προκλητικό και δημοσιοποιούµενο φωτογράφησή της, αλλά µε την φωτογραφική µηχανή, φέρουσα τηλεφακό, την οποία χρησιμοποιούσε (εννοεί τον ενάγοντα) φωτογράφιζαν παράνομα, εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή µας, τόσο τα πρόσωπά µας όσο και τα οχήματα, µε τα οποία εισερχόµαστε και εξερχόµαστε στην προαναφερόµενη κατοικία µας, εγώ και τα λοιπά µέλη της οικογένειάς µου...

Την παράνομη αυτή συμπεριφορά τους υλοποιούσαν από κοινού αμφότεροι οι εγκαλούµενοι, και κυρίως ο πρώτος τούτων (εννοεί τον ενάγοντα), ο οποίος χρησιμοποιούσε φωτογραφική μηχανή µε τηλε-φακό, καθισμένος και "κρυμένος" στο πίσω κάθισμα αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο δεύτερος εγκαλούµενος, ο οποίος συχνά ακινητοποιούσε το όχηµα που χρησιμοποιούσαν ακόµη και έξω από την είσοδο της οικίας ...

Μάλιστα η εν λόγω φωτογράφηση γινόταν και από την πίσω πλευρά του περιβόλου της κατοικίας µας (οδός Θεσσαλίας), την οποία προσέγγιζε ο πρώτος εγκαλούμενος και µε τηλεφακό φωτογράφιζε και αυτούς ακόµη τους ιδιαίτερους χώρους ενδιαίτησής της .... Έτσι, εφαρµόζοντες την παράνομη αυτή συμπεριφορά τους, παρακολου-θούσαν λεπτομερώς την εποχούµενη κίνησή µας επί των δημοσίων οδών και λεωφόρων ...

Είναι σαφές, ότι µε την ειδικότερη αυτή άδικη, δυσφημιστική και εξυβριστική, εξακολουθητική συμπεριφορά τους ... δεν απέδειξαν µόνο ότι εμφορούνται οι εγκαλούµενοι από αντίστοιχες άδικες και ποινικά κολάσιµες σε βάρος µας εκφρασµένες διαθέσεις, αλλά, συνάµα, µας εξέθεσαν για ένα επί πλέον λόγο στους γείτονες και περιοίκους µας...

Τέλος τις πρωινές ώρες της 24ης και 25ης Μαΐου 2004, ο πρώτος των εγκαλουµένων, ανεβαίνοντας από όροφο σε όροφο, επί εγκαταλελειμμένης οικοδοµής (στο στάδιο των μπετόν), η οποία βρίσκεται απέναντι ακριβώς από την οικογενειακή µας κατοικία (οδός ..., Πανόραμα Βούλας), κάνοντας για µια ακόµη φορά χρήση φωτογραφικής µηχανής µε τηλεφακό, φωτογράφιζε και πάλι παράνομα όχι µόνο πρόσωπα και οχήματα που εισέρχονταν και εξέρχονταν από την οικογενειακή µας κατοικία, αλλά κυρίως και προεχόντως, όλους αδιακρίτως τους χώρους ενδιαίτησής µας στην εν λόγω οικία µας, όπως και τα πρόσωπα που κινούντο µέσα στους χώρους αυτούς υπνοδωμάτια, σαλόνι, τραπεζαρία, κουζίνα κλπ).".

Επιβεβαίωσε μάλιστα ενόρκως στις 20.7.2004, το περιεχόµενο της ανωτέρω έγκλησής του, βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος και παραπέμφθηκε αυτός για να δικασθεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το αδίκηµα της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 εδαφ. α του Ν. 2472/1997, κατ? εξακολούθηση.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 27.10.2008 ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο πρώτος εναγόµενος επανέλαβε, χωρίς να ορκισθεί, ως πολιτικώς ενάγων, τους ανωτέρω ισχυρισμούς του. Αποδείχθηκε επίσης, ότι η δεύτερη εναγόµενη στην από 23.12.2004 ένορκη κατάθεση, που έδωσε εξεταζόµενη ως μάρτυρας ενώπιον του 7ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που ξεκίνησε µε την υποβολή της υπό στοιχεία ...

έγκλησης του ενάγοντος εναντίον του πρώτου εναγοµένου για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήµισης και της εξύβρισης αναφορικά µε τα διαλαμβανόμενα στην µε αριθµό έκθεσης κατάθεσης 4694/2003 αγωγή του, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "Επίσης την άδικη συμπεριφορά του ο εγκαλών απέναντι στο σύζυγό µου και την οικογένειά µας κατέδειξε και µε τις παράνομες φωτο-γραφήσεις του ακόµα και στους εσωτερικούς χώρους του σπιτιού µας (Βούλα) µε τηλεφακό, καθώς και µε τις παράνομες παρακολουθήσεις του όταν κινούµαστε από το σπίτι µας προς το γραφείο µας, κλπ.

Αυτό το έκανε µε τη βοήθεια Τούρκων συνεργατών του.". Επίσης στην από 7.4.2005 ένορκη κατάθεση, που έδωσε η ίδια, εξεταζόµενη ως μάρτυρας ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που ξεκίνησε µε την υπό στοιχεία Α-05/380 υποβληθείσα έγκληση του πρώτου εναγοµένου εναντίον του ενάγοντος, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Υβριστική και συκοφαντική η συμπεριφορά του από Δεκέμβριο του 2003 μέχρι και τις 26.5.2004, που προέβαινε ο Κ.

σε φωτογραφήσεις µε τηλεφακό των εξωτερικών και εσωτερικών χώρων της οικίας του μηνυτή και σε παρακολουθήσεις του ιδίου και της οικογένειάς του, καθώς και των επισκεπτών που έμπαιναν και έβγαιναν στο σπίτι του µε σύνεργό του Τούρκο υπήκοο.". Περαιτέρω στην από 27.6.2005 ένορκη κατάθεσή της, που δόθηκε ενώπιον του 30ου Πταισματοδίκη Πειραιώς, κατόπιν της υποβολής της ανωτέρω υπό στοιχεία Α- 04/2523 έγκλησης του πρώτου εναγοµένου εναντίον του ενάγοντος, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "Αναφορικά µε τα καταγγελθέντα αδικήματα, τόσο ο µηνυτής σύζυγός µου, όσο και εγώ προσωπικά, αλλά και τα τέσσερα (4) παιδιά µας, διαπιστώσαμε ότι από το τρίτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2003 µέχρι και τις 26.5.2004, ο α' εγκαλούμενος (ενάγων) µε την βοήθεια και του β' αλλοδαπού ατόμου προφανώς Τούρκου αδελφού του, όπως µας είχε αναφέρει στο παρελθόν, παρακολουθούσαν συστηματικά την οικογενειακή µας κατοικία, στην οδό ...

στο Πανόραμα Βούλας Αττικής, κινούμενοι µε ένα αυτοκίνητο ΧΟΝΤΑ τύπου τζιπ, χρώματος κυπαρισσί, µε τουρκικές πινακίδες κυκλοφορίας. Μάλιστα δεν αρκούνταν µόνο στην κατά τρόπο προκλητικό φωτογράφιση της κατοικίας µας αλλά µε φωτογραφική μηχανή που έφερε τηλεφακό φωτογράφιζε παράνομα εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή µας, ο α εγκαλούμενος, τόσο εµάς όσο και τα οχήματά µας, µε τα οποία εισερχόµαστε και εξερχόµαστε από την κατοικία µας, ο µηνυτής εγώ και τα παιδιά µας.

Την παράνομη αυτή συμπεριφορά τους πραγματο-ποιούσαν μαζί και οι δύο εγκαλούµενοι. Ο α' εξ' αυτών χρησιμοποιούσε φωτογραφική μηχανή µε τηλεφακό καλυπτόµενος στο πίσω κάθισμα του τζιπ που οδηγούσε ο β', ο οποίος συχνά ακινητοποιούσε το τζιπ ακόµη και έξω από την είσοδο της οικίας µας, προκειμένου να διευκολυνθεί ο α' µηνυόµενος στην φωτογράφιση.

Επίσης, ο τελευταίος ανέβαινε σε ξένη ημιτελή οικοδομή που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι µας και φωτογράφιζε µε τηλεφακό ακόµα και τους εσωτερικούς χώρους του σπιτιού µας και τα άτοµα που κινούντο µέσα σ?αυτό. Το ίδιο έκανε και από την πίσω πλευρά του σπιτιού µας που βρίσκονται τα υπνοδωμάτια. Η αλήθεια αυτή διαπιστώνεται από τις φωτογραφίες που προσκόµισε ο α' εγκαλούμενος στην Εισαγγελία Πρωτ.

Πειραιά και στο Εφετείο Πειραιά. Όταν περί τα τέλη Μαΐου 2004 αντιλήφθηκε ότι τον είδα από το σαλόνι του σπιτιού µας να επιχειρεί για πολλοστή φορά να µε φωτογραφήσει εγκατέλειψε τρέχοντας την ξένη οικοδομή. Η άδικη και προσβλητική αυτή συμπεριφορά των εγκαλουµένων είχε γίνει αντιληπτή από τους γείτονες και περίοικους, αλλά και τους διερχόµενους από την οδό της οικίας ......

Τέλος αναφέρω ότι τις παράνοµες δημόσιες παρακολουθήσεις διενέργησαν οι μηνυόµενοι κατ? επανάληψη, πρωινές ώρες, που φεύγαμε από το σπίτι µας, τον Ιανουάριο 2004, το δεύτερο δεκαήμερο Φεβρουάριου 2004 καθώς και στις 20, 21 και 22 Απριλίου 2004.". Τέλος, στην από 27.10.2008 ένορκη κατάθεση που έδωσε, εξεταζόµενη ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της σε βάρος του ενάγοντος ανωτέρω κατηγορίας, ανέφερε γι αυτόν τα ακόλουθα: "Διαπιστώσαμε ότι από τα τέλη Δεκεμβρίου του 2003 µέχρι 26.5.2004 τουλάχιστον φωτογράφιζε το σπίτι.

Είχαμε αντιληφθεί κάποιες λάμψεις αλλά στην αρχή νοµίσαµε ότι ήταν ο ήλιος. Μετά καταλάβαμε ότι ήταν φλας. Τον είχαµε δει σε ένα τζιπ µε τουρκική πινακίδα στο πίσω κάθισμα. Το Φεβρουάριο του 2004 είχε χιονίσει και είχαμε βγει έξω πεζοί και αυτό το αυτοκίνητο που το είχαμε πρωτοδεί τον Δεκέμβριο του 2003 µε τις τουρκικές πινακίδες είδαμε ότι ήταν το ίδιο αυτοκίνητο και φωτογράφιζε το σπίτι και τα άτοµα.

Σε µια φαίνεται ένα άτοµο στην βεράντα. Ήθελε να διαπιστώσει ποια άτοµα μπαίνουν και βγαίνουν. Νόμιζε ότι είχαμε γνωριμίες µε πρόσωπα που θα µας διευκόλυναν στην μεταξύ µας αντιδικία. Νόμιζε ότι θα μάζευε στοιχεία της προσωπικής µας ζωής που µπορεί να µας έθιγαν, ίσως για να µας εκβιάσει. ?ξερε ότι στο πίσω µέρος είναι υπνοδωμάτια.

Είχαμε διαπιστώσει κατά την διαδρομή προς Πειραιά γιατί εκεί είναι το γραφείο µας, βλέπαμε το αυτοκίνητο να µας ακολουθεί. Απευθύνθηκα στο ΑΤ Βούλας τηλεφωνικά και είπα το συμβάν και μου είπαν ότι δεν είχαν αυτοκίνητο και αν διαπιστώσω ξανά τέτοια ενέργεια να πάρω το 100 για να στείλουν αυτοκίνητο µε συμβατικές πινακίδες.

Την τελευταία φορά που τον είδα ήμουν µέσα στο σπίτι. Είχε την μηχανή µε τηλεφακό και µε είδε ότι τον είδα. Αναζητούσε να βρει φωτογραφίες που ίσως να µας έθιγαν αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό του... Στην φωτογραφία πρέπει να είναι κάποιο από τα παιδιά µου. Δεν τις έχει προσκομίσει όλες τις φωτογραφίες. Έχει προσκομίσει 10.

Επιμένω ότι φωτογράφιζε και πρόσωπα γιατί είχε τηλεφακό. Από την απέναντι οικοδομή ήταν. Τηλεφακός ήταν αλλά δεν ξέρω τι δυνατότητα είχε. Στις 26 Μαΐου που ήμουν µέσα στο σπίτι χωρίς κουρτίνες ... Δεν είχε κανένα λόγο να φωτογραφίζει το σπίτι και ειδικά το πίσω µέρος που είναι τα υπνοδωμάτια. ?ταν γύρω στις 10:30.

Δεν μπορώ να φαντασθώ γιατί µε παρακολουθούσε. Δεν είχε κανένα λόγο σε σχέση µε το δάνειο να βγάζει φωτογραφίες. Ήθελε να δημιουργήσει αρχείο από την προσωπική µας ζωή". Ισχυρίσθηκαν δηλαδή αμφότεροι οι εναγόµενοι ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστηµα από τις 20.12.2003 έως τις 26.5.2004 συνέλεξε δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα, και συγκεκριµένα ότι προέβη επανειλημμένα, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, και χωρίς τούτο να είναι απολύτως αναγκαίο για την ικανοποίηση έννοµου συµμφέροντός του, στη φωτογράφηση της οικογενειακής οικίας τους, των διαφόρων δωματίων αυτής, καθώς και των προσώπων και οχημάτων, που κινούνταν στους χώρους της, δημιουργώντας έτσι, χωρίς δικαίωμα, αρχείο τέτοιων δεδοµένων, πράξη, για την οποία και κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος δυνάµει της υπ' αριθμ. 108.403/ 27.10.2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς κρίθηκε ότι οι απ? αυτόν ληφθείσες φωτογραφίες, που προσκοµίσθηκαν στο δικαστήριο, και περιλήφθηκαν στα αναγνωστέα έγγραφα, δεν απεικονίζουν τον πρώτο εναγόµενο, και τότε εγκαλούντα, τη σύζυγό του (δεύτερη εναγόµενη), ή άλλα µέλη της οικογένειάς τους, αλλά µόνο τις εξωτερικές όψεις της οικίας τους, και, συνεπώς, δε µπορούν να θεωρηθούν δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγοµένων αποδείχθηκαν ψευδείς. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της αναληθείας των διαλαμβανοµένων στις προαναφερθείσες έγκληση και άνευ όρκου καταθέσεις του πρώτου των εναγοµένων και στις ένορκες µαρτυρικές καταθέσεις της δεύτερης εξ αυτών αναφορικά µε την παράνομη φωτογράφηση της οικίας τους από τον εναγόµενο, ενισχύεται και από τα κάτωθι:

Ο ενάγων προς επίρρωση του ισχυρισμού του περί κατάρτισης στις 7.11.2000 σύμβασης έντοκου δανείου, ποσού 20.000.000. δραχμών, μεταξύ του ιδίου και του πρώτου των εναγοµένων, για τις ανάγκες αποπεράτωσης - επέκτασης της οικίας του τελευταίου στο Πανόραμα Βούλας, πράγματι φωτογράφησε τις εξωτερικές όψεις και µόνον της ανωτέρω οικίας και στη συνέχεια προσεκόµισε κατά το µήνα Ιανουάριο του έτους 2004 τις ληφθείσες φωτογραφίες στη σχηµατισθείσα σε βάρος του ποινική δικογραφία για τις παράνομες µαγνητοφωνήσεις των τηλεφωνηµάτων και των προφορικών συνομιλιών του µε τον πρώτο εναγόµενο, ο οποίος στις 26.5.2004 έλαβε αντίγραφα των συγκεκριμένων φωτογραφιών, και µε έρεισµα αυτές η δεύτερη εναγόµενη το πρώτον κατήγγειλε στην αστυνομία στις 29.5.2004, ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστηµα από το µήνα Δεκέμβριο του έτους 2003 έως και το µήνα Μάιο του επόμενου έτους φωτογράφιζε µε τηλεφακό τους εσωτερικούς χώρους της οικίας τους, καθώς και τα άτοµα, που βρίσκονταν εντός και εκτός αυτής, ισχυρισμό, που αμφότεροι οι εναγόµενοι επανέλαβαν στη συνέχεια πλειστάκις, ο µεν πρώτος στις μεταγενέστερες έγκληση και ανωμοτί καταθέσεις, η δε δεύτερη στις ένορκες µαρτυρικές καταθέσεις της, που προαναφέρθηκαν, παρότι ήδη γνώριζαν από προσωπική αντίληψη ότι οι εν λόγω εις χείρας τους πλέον φωτογραφίες, δεν απεικονίζουν εσωτερικούς χώρους της οικίας τους, και δη των διαφόρων δωματίων αυτής, καθώς και των προσώπων και οχημάτων, που κινούνταν στους χώρους της, αλλά µόνον τις εξωτερικές όψεις της, που βρίσκονται σε δημόσια θέα.

Ως ενισχυτικό του ψεύδους των εν λόγω ισχυρισµών των εναγοµένων πρέπει να σημειωθεί και το ότι αμφότεροι οι ανωτέρω ανέφεραν την 26η.5.2004 ως την καταληκτική ημερομηνία της φερόµενης ως παράνομης φωτογράφησης της οικίας τους από τον ενάγοντα. Ειδικότερα, ο µεν πρώτος εναγόµενος, εξετασθείς στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιµο της 27ης.10.2008, όταν εκδικάσθηκε η σε βάρος του ενάγοντος κατηγορία για παράβαση του νόµου περί προσωπικών δεδοµένων, ισχυρίσθηκε ότι η δεύτερη εναγόµενη του είπε ότι είδε τον ενάγοντα να φωτογραφίζει την οικία τους περί ώρα 9.30 - 10.00 της ημέρας αυτής, η δε τελευταία ένορκα κατέθεσε ότι τα ανωτέρω συνέβησαν περί ώρα 10.30, πλην, όµως, αναφορικά µε τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ο ενάγων έχει αδιάσειστα στοιχεία ότι την ημέρα εκείνη ταξίδευε µε ώρα αναχώρησης την 9.30 από το αεροδρόµιο των Σπάτων Ελευθέριος Βενιζέλος µε την πτήση των Ολυμπιακών Αερογραμμών µε κωδικό ΟΑ 135, θέση στο αεροσκάφος 14Ε, µε προορισμό τη Γενεύη της Ελβετίας και πύλη εξόδου Α22 (υπ' αριθμ. ....

αντίγραφο εισιτηρίου επιβάτη και δελτίου αποσκευών για την ως άνω πτήση, αντίγραφο αποκόµµατος της από 26.5.2004 κάρτας επιβίβασης και ενοικίασης αυτοκινήτου στη γαλλική πλευρά της Γενεύης στις 12.37 της ίδιας ημέρας, που ο ενάγων συνήψε µε την εταιρία Χερτζ, αντίγραφο της από 29.5.2004 κάρτας επιβίβασης στην πτήση µε επιστροφή από Γενεύη - Αθήνα), προς αντίκρουση των οποίων οι εναγόµενοι ουδέν προσεκόµισαν.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόµενοι τελούσαν σε γνώση της αναληθείας των διαλαμβανομένων στις ανωτέρω εγκλήσεις, ανωμοτί και ένορκες καταθέσεις τους, ισχυρισµών τους, οι οποίοι ειδικότερα αφορούσαν σε υπεξαγωγή από τον ενάγοντα εγγράφων από το δικηγορικό γραφείο του πρώτου εναγοµένου, σε παράνομη μαγνητοφώνηση απ? αυτόν των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και των προφορικών συνομιλιών του µε τον πρώτο εναγόµενο, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση του τελευταίου, καθώς και σε παράνομη φωτογράφηση (από τον ενάγοντα) των διαφόρων δωματίων της οικογενειακής οικίας τους και των προσώπων και οχημάτων, που κινούνταν στους χώρους της, κατά παράβαση του νόµου περί προστασίας προσωπικών δεδοµένων, διότι αμφότεροι αναφέρονται, ως έχοντες ίδιαν και προσωπική αντίληψη και όχι ως πληροφορηθέντες αυτά από άλλους, σε γεγονότα, τα οποία, όμως, ουδέποτε στην πραγματικότητα συνέβησαν, όπως προεκτέθηκε, συνεπώς, η σχετική γνώση τους είναι, εκ των πραγμάτων, προφανής, αυτονόητη και αυταπόδεικτη.

Σημειωτέον ότι από τις αναφερόμενες στις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθµίου Δικαστηρίου ενόψει της συζήτησης της υπόθεσης προτάσεις των εναγομένων αµετάκλητες - απαλλακτικές γι' αυτούς - ποινικές αποφάσεις, δεν απορρέει δεδικασµένο, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί της ουσίας της διαφοράς, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται αυτοί, ενώ, επιπροσθέτως, µε τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώµατα, δεν καθιερώνεται δεδικασµένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης.

Εν προκειμένω, και σε κάθε περίπωση, ακόµη και η µη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του παρόντος Δικαστηρίου µε εκείνες των ποινικών δικαστηρίων, δεν αποτελεί παραβίαση υπό την ανωτέρω έννοια του τεκμηρίου αθωότητας των εναγοµένων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι το Δικαστήριο τούτο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσµατος, έλαβε υπόψη και συνεκτίµησε και τις εν λόγω αποφάσεις, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία τους ως προς τους λόγους απαλλαγής των εναγοµένων και κατηγορουμένων στις ποινικές δίκες, ούτε αποφάνθηκε άµεσα ή έµµεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγοµένου και από τις προανα-φερθείσες διεθνείς συμβάσεις προστατευοµένου τεκμηρίου αθωότητας αυτών για τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορήθηκαν και αθωώθηκαν.

Επιπροσθέτως, τα προαναφερθέντα ψευδή γεγονότα, τα οποία περιλήφθηκαν στις ανωτέρω εγκλήσεις, ανωμοτί και ένορκες καταθέσεις, εν γνώσει των εναγοµένων περί της αναληθείας τους, και περιήλθαν σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων, που ενεπλάκησαν µε το χειρισμό των συγκεκριμένων υποθέσεων (εισαγγελέων, δικαστών - πταισµατοδικών, δικαστικών υπαλλήλων των υπηρεσιών αυτών), είναι και αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιµή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης του τελευταίου και αφορούν στην ηθική ακεραιότητά του, αντίκεινται δε, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν σ? αυτόν κοινωνική απαξία, δημιουργώντας στους τρίτους για το πρόσωπό του δυσμενείς παραστάσεις και εντυπώσεις.

Ειδικότερα διά των ανωτέρω ψευδών ισχυρισµών των εναγοµένων εµφανίζεται ο ενάγων ως ένα άτομο ανέντιµο, ανυπόληπτο, και ασυνείδητο, χωρίς ηθικές αναστολές και φραγμούς, που δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειµένου να επιτύχει τους σκοπούς του, µετέρχεται παντός µέσου, ακόµη και παράνομου, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, και δε διστάζει προς τούτο να τελέσει ακόµη και αξιόποινες πράξεις.

Αποδείχθηκε επίσης, ότι οι εναγόµενοι ισχυρίσθηκαν τα προαναφερθέντα γνωρίζοντας ότι ήταν κατάλληλα και πρόσφορα να βλάψουν την τιµή και την υπόληψη του ενάγοντος, και µε πρόθεση να περιέλθουν αυτά σε γνώση τρίτων, εφόσον περιλήφθηκαν σε εγκλήσεις, που ο πρώτος εξ αυτών υπέβαλε και σε καταθέσεις, που αμφότεροι έδωσαν, µε όρκο ή χωρίς, κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως, οι εναγόµενοι προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, του παρανόµου της προσβολής αυτής ειδικότερα συνισταµένου στην τέλεση εκ µέρους τους της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήµησης, της οποίας, µε βάση όσα προεκτέθηκαν, στοιχειο-θετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση.

Ενόψει τούτου, η επικουρικά προβληθείσα ένσταση των εναγοµένων, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 στοιχ. γ, σύμφωνα µε την οποία αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεών τους, καθόσον οι περί τον ενάγοντα ισχυρισμοί τους περιλήφθηκαν στις επίδικες εγκλήσεις, καθώς και ανωμοτί και ένορκες καταθέσεις τους, για τη διαφύλαξη (προστασία) των δικαιωμάτων τους, που βάλλονται ανηλεώς από τον ανωτέρω καθ? όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους σφοδρότατης και μακροχρόνιας δικαστικής και εξώδικης αντιπαράθεσης, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιµος, διότι η εν λόγω διάταξη δε τυγχάνει εν προκειμένω εφαρµογής, σύμφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 α του ιδίου Κώδικα, αφού οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις των εναγοµένων πληρούν τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήµησης, όπως προεκτέθηκε......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, δεχόμενο ότι η συμπεριφορά τους συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση και είχε υποχρεώσει καθένα από αυτούς να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την, σε βάρος του, αδικοπραξία τους (αναιρεσειόντων).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 362, 363, 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 367 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, ως προς τις ειδικότερες εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής του, με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση, και άρα αδικοπραξία, και δικαιολογούν κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τόσο την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, όσο και την απόρριψη της ένστασης των αναιρεσειόντων από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, συνακόλουθα δε δικαιολογούν την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η προεκτεθείσα συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και παράνομη είναι, αλλά και υπαίτια και, επίσης, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη στην τιμή και την υπόληψή του, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι αναιρεσείοντες, στις ως άνω εγκλήσεις και ανωμοτί και ένορκες καταθέσεις τους, κατά τις ως άνω διακρίσεις, α) ισχυρίστηκαν για τον αναιρεσίβλητο ψευδή περιστατικά και συγκεκριμένα ότι ο τελευταίος, ι) αφαίρεσε παράνομα από το δικηγορικό γραφείο του πρώτου από αυτούς και από τους φακέλλους των δικογραφιών, που του είχε αναθέσει και χειριζόταν ως δικηγόρος του, κρίσιμα και σηµαντικά έγγραφα, µε σκοπό να τον βλάψει, ιι) προέβη σε παράνοµη μαγνητοφώνηση των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών τους και ιιι) προέβη επανειλημμένα, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, στη φωτογράφηση της οικογενειακής οικίας τους, των διαφόρων δωματίων αυτής, καθώς και των προσώπων και οχημάτων, που κινούνταν στους χώρους της, δημιουργώντας έτσι, χωρίς δικαίωμα, αρχείο τέτοιων δεδοµένων, β) ότι τα ψευδή αυτά περιστατικά, τα οποία περιήλθαν σε γνώση, των αναφερόμενων ως άνω τρίτων προσώπων (εισαγγελείς, δικαστές - πταισµατοδίκες, δικαστικούς υπαλλήλους των υπηρεσιών αυτών), οι οποίοι ασχολήθηκαν με το χειρισμό των σχετικών υποθέσεων, ήταν αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου, ως αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητά του, καθόσον εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασής του, δημιουργώντας στους τρίτους για το πρόσωπό του δυσμενείς παραστάσεις και εντυπώσεις, αφού τον εμφάνιζαν ως άτομο ανέντιµο, ανυπόληπτο, και ασυνείδητο, χωρίς ηθικές αναστολές και φραγμούς, που δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειµένου να επιτύχει τους σκοπούς του και µετέρχεται παντός µέσου, ακόµη και παράνομου, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, και δεν διστάζει προς τούτο να τελέσει ακόµη και αξιόποινες πράξεις και γ) ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν, ως έχοντες άμεση και προσωπική γνώση των πραγμάτων, την αναλήθεια των πιο πάνω γεγονότων, καθώς και ότι αυτά ήταν ικανά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου, την οποία και έβλαψαν.

Με βάση τα περιστατικά αυτά πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των αναιρεσειόντων σε βάρος του αναιρεσίβλητου, αφού στην έννοια του ''τρίτου'' στο αδίκημα αυτό, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως οι εισαγγελείς - δικαστές - πταισματοδίκες, δικαστικοί υπάλληλοι των υπηρεσιών αυτών, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται.

Επομένως, το Εφετείο, που κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατ' ακολουθία, οι ως άνω, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα σκέλη που οι αναιρεσείοντες, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων, μεταξύ των οποίων και αυτών των άρθρων, 362 και 363 του ΠΚ, ως προς την έννοια του τρίτου στο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώπιον του οποίου πρέπει να γίνει ο ισχυρισμός ή η διάδοση για να πληροί την απαιτούμενη κατ' αυτούς προϋπόθεση της αντικειμενικής υπόστασης της συκοφαντικής δυσφήμησης, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Παράλληλα το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του αναιρεσίβλητου και την προσβολή της προσωπικότητάς του, με το αδίκημα αυτό και περί της μη συνδρομής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, που ορθά δεν εφαρμόστηκε, λόγω της έχουσας χαρακτήρα συκοφαντικής δυσφήμησης συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων, αφού πράγματι σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η περιέχουσα τα στοιχεία συκοφαντικής δυσφήμησης συμπεριφορά, κωλύει την εφαρμογή της διάταξης περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής.

Δεν στερείται δε αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τον άμεσο δόλο των αναιρεσειόντων, τη γνώση δηλαδή της αναλήθειας των όσων αυτοί διέλαβαν στις άνω εγκλήσεις και καταθέσεις σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, που αποτελεί ουσιώδες ζήτημα για την κατάφαση της τέλεσης συκοφαντικής δυσφήμησης, διότι η γνώση αυτή, κατά τις ανέλεγκτες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης θεμελιώνεται σε προσωπική τους αντίληψη, για τα κρίσιμα γεγονότα που συνέβησαν.

Επομένως, οι ως άνω, τρίτος λόγος κατά το επικουρικό του σκέλος και τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στην έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της πλήρωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, ιδίως ως προς τη γνώση της αναλήθειας των διαδοθέντων, και την μέσω του αδικήματος αυτού προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στους ίδιους πιο πάνω λόγους, αναφορικά με τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας και της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου και ειδικότερα ότι δεν υπάρχει παράνομη πράξη, ούτε προσβολή της τιμής του αναιρεσίβλητου, ούτε υπαιτιότητα, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι, με τις απαριθμούμενες 21 αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις, έχουν κηρυχθεί αθώοι για ποινικά αδικήματα, τα οποία ταυτίζονται με την ιστορική αιτία της ένδικης αγωγής και ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές των ποινικών δικαστηρίων, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική τους ευθύνη, αλλά αντίθετα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή για προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου από δυσφημιστικές διαδόσεις, δεχόμενη την αστική τους ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνακόλουθα δε η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το υπέρ αυτών τεκμήριο αθωότητας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, οπότε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές των επικαλούμενων αμετάκλητων αθωωτικών ποινικών αποφάσεων, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση αυτή συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδουν επικουρικά, στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων και αυτών των άρθρων, 914, 932 του ΑΚ και 229 παρ. 1, 224 παρ. 2, 362, 363 του ΠΚ, με τις αιτιάσεις ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την υπαιτιότητα και συγκεκριμένα το δόλο τους στο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης που δέχεται ότι τέλεσαν, με τις παραδοχές, ότι ενήργησαν δολίως, γνωρίζοντας την αναλήθεια των όσων ισχυρίστηκαν για τον αναιρεσίβλητο και παράλληλα ότι με τις αναφερόμενες ποινικές αποφάσεις κρίθηκε ότι δεν είχαν δόλο και γι' αυτό αθωώθηκαν, χωρίς μάλιστα να περιλαμβάνει επαρκή αιτιολογία που να δικαιολογεί την εκ διαμέτρου αντίθετη κρίση του προς τις ποινικές αθωωτικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί, παραβιάζοντας έτσι το ισχυρό τεκμήριο που πηγάζει από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου.

Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα ήδη εκτέθηκαν, οι αθωωτικές αποφάσεις δεν συνεπάγονταν αποδεικτική δέσμευση του Εφετείου, να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με αυτές, αποκλείοντας την αστική αδικοπρακτική ευθύνη των αθωωθέντων αναιρεσειόντων και οδηγώντας, συνακόλουθα δε, σε απόρριψη κατ' ουσίαν της αγωγής αποζημίωσης του αναιρεσίβλητου, επιβαλλόταν, ωστόσο, να τις λάβει υπόψη, στην προκείμενη δε περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των παραδοχών και αιτιολογιών του, όπως παρατέθηκαν παραπάνω, αφενός μεν διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφετέρου δε δεν έθεσε σε αμφιβολία το διατακτικό των αθωωτικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, τις οποίες έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία τους ως προς τους λόγους απαλλαγής των εναγομένων - τότε κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του από τις αθωωτικές ποινικές αποφάσεις παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας των ήδη αναιρεσειόντων για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν και αθωώθηκαν.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017).

Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018).

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη, λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 33/2021, ΑΠ 1078/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου, καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από τον διάδικο (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014).

Στην προκείµενη περίπτωση, µε τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίµησε µε τα λοιπά αποδεικτικά µέσα:

α) τις με αριθμούς 1190/2016, 1301/2015 και 1149/2016 αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά, µε τις οποίες ο πρώτος αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των αναφεροµένων σ' αυτές κατηγοριών, την 918/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αναίρεση του αναιρεσίβλητου κατά της 42/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, τις 42/2015, 733/2014 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, την 145, 145α/2010 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, την 1908/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πληµ/των Πειραιά, την 615/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, την 684/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πληµ/των Πειραιά, την 145/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, τις 334/2013, 335/2013, 603/2014, 245/2014, 284/2017, 91/2017, 1629/2015 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, τις 276/2012, 735/2014, 489/2016 και 269/2011 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, β) τις 245/2015, 374/2015 και 276/2015 αθωωτικές διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά και τις 33/2015 και 38/2015 αθωωτικές διατάξεις του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, καθώς και το απαλλακτικό για τον πρώτο αναιρεσείοντα γαι την πράξη της απιστίας αµετάκλητο βούλευμα του Συµβουλίου Πλημ/κών Πειραιά, µε αρ. 982/2013, γ) τα ταυτάριθµα πρακτικά των υπ' αριθμ. 4876/2003 και 4370/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασίας εργατικών διαφορών και τακτικής διαδικασίας, αντίστοιχα) και τα ταυτάριθµα πρακτικά της υπ' αριθμ. 1668/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, δ) την υπ' αριθμ. 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, τις υπ' αριθμ. 788/2005 και 103/2008 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιά και τις υπ' αριθμ. 880/2007 και 1484/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, ε) την από 2-6-2003 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, µε την οποία διεκδικεί τις δικηγορικές αμοιβές του, τις από 9-11-2008 προτάσεις του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όπου ομολογεί τον συμψηφισµό του προκαταβληθέντος ποσού των 20 εκατ.

δρχ. και την από 16-10-2000 ιδιόγραφη διαθήκη - ομολογία του αναιρεσίβλητου για την οφειλή του για την υπόθεση "...", στ) την από 13-4-2012 αίτηση του αναιρεσίβλητου, για αναίρεση της 684/2011 αθωωτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζ) τα από 5-3-2003 και 4-4-2003 εξώδικα του αναιρεσίβλητου, η) εννέα έγγραφα με τα οποία ο αναιρεσίβλητος έχει κατ' επανάληψη προσκομίσει με επίκληση την από 16-10-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του, θ) την 933/2005 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων του, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά και ι) την από 24-8-2010 (αριθμ.

καταθ. 148846/8855/25-10-2010 αγωγή της Π. Δ. (θείας του αναιρεσίβλητου), που άσκησε κατά του τελευταίου, μετά από μηνύσεις για κακουργηματικές πράξεις και αγωγές που δέχθηκε από αυτόν, στην οποία αποκάλυψε χειροδικία σε βάρος της , προκειμένου να καταθέσει ψευδώς εναντίον του πρώτου αναιρεσείοντος, ότι αυτός δεν είχε ασχοληθεί ως δικηγόρος με την τακτοποίηση των διαφορών του με τον αδελφό του, Γεώργιο Κ., τα οποία (έγγραφα) οι αναιρεσείοντες είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί µε τις από 6-4-2017 έγγραφες προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισµών του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από το από 15-9-2023 σημείωμα (προτάσεις) των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο επισκοπείται κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 1), αυτοί δεν επικαλούνται ότι προσκομίζουν, ούτε άλλωστε και προσκόμισαν τα ως άνω έγγραφα, μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης, και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη υπόψη αυτών από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Σε κάθε δε περίπτωση, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου, όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, με αριθμούς, 9744, 9745 και 9746/2013 στην Ειρηνοδίκη Αθηνών και, ''όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, προκειμένου απ' όσα δεν οδηγούν σε άμεση απόδειξη να συναχθούν δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά'', σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με ρητή μάλιστα αναφορά, στην από 2-6-2003 και με αριθμό κατάθεσης 4694/2003 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσί-βλητου, για την επιδίκαση δικηγορικών αμοιβών του, στην εκδοθείσα επ' αυτής, με αριθμό 788/2005 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η άνω αγωγή και στην 1484/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, που είχε δεχθεί αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου, για αδικοπραξία από τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις των συνομιλιών του, εκδοθείσας στη συνέχεια της επίσης αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό 634/2012 απόφασης του ίδιου Εφετείου, που απέρριψε την άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Η έλλειψη δε στην πιο πάνω απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των λοιπών εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμησή τους. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ''ευλόγου'' εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμούς 1 ή 19, αντίστοιχα) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 593/2023, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 932 ΑΚ, καθορίζοντας την εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου, στο ποσό των 5.000 ευρώ από καθένα των αναιρεσειόντων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο ενάγων συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του υπέστη ηθική βλάβη (µη περιουσιακή ζημία), καθώς δοκίμασε θλίψη και στενοχώρια από τους συκοφαντικούς ισχυρισμούς των εναγοµένων, που περιλήφθηκαν στις ανωτέρω εγκλήσεις, και στις ανωμοτί και ένορκες καταθέσεις των εναγοµένων, αλλά και υποβλήθηκε σε ταλαιπωρία, ενόψει του ότι µε βάση τις ανωτέρω εγκλήσεις του πρώτου των εναγοµένων ασκήθηκαν κατ? αυτού ποινικές διώξεις για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και παραπέµφθηκε να δικασθεί γι αυτές ως κατηγορούμενος στο ακροατήριο ποινικών δικαστηρίων, σε βάρος της ηρεμίας και του χρόνου του, για την οποία δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, προς ηθική παρηγορία και ψυχική ανακούφισή του, µε βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το ύψος της οποίας, µετά τη στάθµιση του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού του πταίσµατος της αδικοπραγησάντων - εναγοµένων (δόλος), αλλά και της κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονοµικής κατάστασης των διαδίκων μερών (οι εναγόµενοι είναι δικηγόρος και συμβολαιογράφος αντίστοιχα και ο ενάγων δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στο χώρο της µελισσοκοµίας και της ελαιοκαλλιέργειας στην Κρήτη), και των εν γένει συνθηκών της περίπτωσης, και ειδικά της σφοδρότατης κα? μακροχρόνιας δικαστικής αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, που συνεχίζεται µε αμείωτη ένταση µέχρι σήµερα, συντηρούµενη από αμφότερα τα µέρη µε εγκλήσεις και αγωγές εκατέρωθεν, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 5.000 ευρώ για τον κάθε εναγόµενο, το οποίο κρίνεται και από το παρόν Δικαστήριο ως δίκαιο και εύλογο, καθώς και ανταποκρινόµενο στην ένταση και την απαξία της προσβολής.

Πρέπει, επομένως, ενόψει των ανωτέρω, να γίνει εν µέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως κατ ουσίαν βάσιµη και να υποχρεωθούν οι εναγόµενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 5.000 ευρώ έκαστος εξ' αυτών, µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής µέχρι την εξόφληση ....".

Έτσι που έκρινε Εφετείο, με το να επιδικάσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, το άνω ποσό των 5.000 ευρώ από τον καθένα εξ αυτών, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του αναιρεσίβλητου, συνεκτίμησε τα πλέον πρόσφορα, για το σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογης, κρίσης του, στοιχεία, όπως αυτά δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του, οι ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέστηκε η ένδικη αδικοπραξία, με ρητή αναφορά στη σφοδρή και μακροχρόνια δικαστική αντιδικία των διαδίκων, συντηρούμενη από αμφότερα τα μέρη με εγκλήσεις και αγωγές εκατέρωθεν, το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, ο βαθμός πταίσματος των αναιρεσειόντων (δόλος) και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων (οι εναγόµενοι είναι δικηγόρος και συμβολαιογράφος αντίστοιχα και ο ενάγων επιχειρηματίας στο χώρο της µελισσοκοµίας και της ελαιοκαλλιέργειας στην Κρήτη), χωρίς να έχει την υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του, ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 1236/2023).

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 56/2020).

Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 56/2020, ΑΠ 563/2019). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 275/2017).

Εξάλλου, α) για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιο πράγμα λήφθηκε υπόψη, χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 449/2019, ΑΠ 901/2019), β) για την πληρότητα του του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη, χωρίς να το επιτρέπει ο νόμος ή χωρίς να προσκομισθούν ή τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1366/2023, ΑΠ 1148/2018), γ) για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος και που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 816/2019, ΑΠ 402/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 570/2016, ΑΠ 491/2014), ενώ, δ) για την πληρότητα του από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους απόδειξης, ποια η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και ποιο το θέμα απόδειξης που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1454/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο σε ουδεμία απολύτως μνεία προβαίνει για το ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς, 10, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Όμως, έτσι διατυπούμενος ο άνω λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η απλή παράθεση του αριθμού των άνω διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπουν τους αντίστοιχους λόγους αναίρεσης, δεν αρκεί για να ιδρύσει τους θεμελιούμενους στις διατάξεις αυτές λόγους, αφού ουδόλως προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι αναίρεσης.

Ειδικότερα: α) Για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αριθμό 10, δεν αναφέρουν ποια ''πράγματα'' που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχτηκε το Εφετείο ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, β) για τη θεμελίωση σφάλματος από τον αριθμό 11, δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και το δικαστήριο παρά το νόμο τα έλαβε υπόψη, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ούτε καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

γ) Για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αριθμό 12, δεν αναφέρονται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης, Και, δ) για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αριθμό 13, δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 21-5-2018 αίτηση και τους από 26-12-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 221/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ