Supreme Court dismisses appeals in lease dispute, upholding lower court's penalty reduction based on equitable principles.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by a bank and tenants against a final judgment reducing a penalty in a lease dispute. The lower court had applied equitable principles, considering the agreed penalty, financial circumstances, and changing conditions to adjust the sanction. The appellate court found no legal error in this reasoning and rejected the arguments regarding the interpretation of civil law provisions.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 173-200 of the Civil Code; The court held that when a penalty clause is clear and fixed, the reduction of such a penalty must be based on a comprehensive assessment of the agreed amount, the value of the counter-performance, the economic situation of the parties, their respective interests, and the benefit derived, taking into account any changed circumstances after the agreement.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 975 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 975/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση απ' αυτήν της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ AE", που υπήρξε καθολική διάδοχος της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ AE", καθολικής διαδόχου της εταιρείας "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ AE", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κλεισούρα.
Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Φ. Π. του Γ., 3) Α. Π. του Φ. και 4) Δ. Π. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριλένα Σκυβαλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 934/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6701/2011, 4956/2014 μη οριστικές και 5285/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 24-5-2016 αίτησή της και τον από 2-9-2016 πρόσθετο λόγο αυτής.
Εκδόθηκε η 869/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4533/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 27-1-2020 αίτησή της και οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 21-12-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27-1-2020 (αρ.κατ. 75/2020) αίτηση ,με αριθμό πινακίου 26, για την αναίρεση της υπ'αρ. 4533/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν.4335/2015), μετά από την παραπομπή σ'αυτό της υπόθεσης με την υπ'αρ. 869/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την υπ'αρ. 5285/2015 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε επίσης εκδοθεί με την ίδια ειδική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, η αντίθετη από 21-12-2018 (αρ.κατ.981/2018), με αριθμό πινακίου 29, αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας ως άνω προσβαλλόμενης υπ'αρ. 4533/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των κατ'ιδίαν λόγων αυτής και να συνεκδικαστεί με την από 27-1-2020 (αρ.κατ. 75/2020) αντίθετη αίτηση αναίρεσης λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, όπως ρητά ορίζει η διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 ΚΠολΔ.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 4533/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο της παραπομπής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με την διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (Πιν.29) - αναιρεσίβλητοι (Πιν.26) άσκησαν κατά της ήδη αναιρεσείουσας (Πιν.26) - αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας (Πιν.26) την από 22-3-2007 (αρ.κατ. 1878/2007) αγωγή, που ήταν η 2η στη σειρά, με την οποία ισχυρίστηκαν, ότι με το από 8-3-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό οι δύο πρώτοι από αυτούς εκμίσθωσαν στην Τράπεζα το αποτελούμενο από πέντε ορόφους κτίριο, συνολικής επιφάνειας 870 Μ2, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ...
και του οποίου ήταν συγκύριοι κατ'ισομοιρίαν, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση της μηχανογραφικής υπηρεσίας της μισθώτριας Τράπεζας για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 έως 7-3-2013 (12 έτη), ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 12000 ευρώ πλέον νομίμου χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο κατά τα συμφωνημένα και είχε ανέλθει στο ποσό των 14311,44 ευρώ, κατά το μισθωτικό έτος 8-3-2005 έως 7-3-2006, ότι, στο μεταξύ διάστημα, στην επίδικη μίσθωση υπεισήλθε στη θέση της αρχικής μισθώτριας η τράπεζα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και τελικά, η ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK, ενώ, ως συνεκμισθώτριες, υπεισήλθαν επίσης η 3η και 4η αναιρεσείουσες - αναιρεσίβλητες, σε ποσοστό 8,5% εξ αδιαιρέτου καθεμιά, λόγω της μεταβίβασης με γονική παροχή του δικαιώματος επικαρπίας επί του 2ου ορόφου του μισθίου ακινήτου, που αναλογούσε σε ποσοστό 17% επί του ποσοστού συγκυριότητας του πατέρα τους και ήδη 2ου αναιρεσείοντα -αναιρεσίβλητου και ότι, προς τούτο, συντάχθηκε μεταξύ των διαδίκων το από 17-9-2004 τροποποιητικό συμφωνητικό, πλην, ότι, κατά τα λοιπά, ίσχυαν οι όροι του αρχικού μισθωτηρίου συμβολαίου, ότι με τον όρο 14 παρ.β' του μισθωτηρίου συμβολαίου, συμφωνήθηκε ότι .. "...σε οποιαδήποτε περίπτωση λύσης της μίσθωσης ύστερα από επιθυμία της μισθώτριας, ακόμη και πριν τη λήξη της και με νεότερη και κοινή συμφωνία των μερών, όπως προβλέπει ο νόμος, η μισθώτρια υποχρεώνεται στη καταβολή όλων των υπολειπομένων μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της δωδεκαετίας, εκτός αν οι εκμισθωτές εκμισθώσουν εν τω μεταξύ σε άλλον το μίσθιο"..., ότι η μισθώτρια τράπεζα στις 9-11-2004 κατήγγειλε, κατ'άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995, τη μισθωτική σύμβαση, η οποία λύθηκε με τη συμπλήρωση εξαμήνου, στις 9-5-2005, ότι με την υπ'αρ. 7020/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής (1ης στη σειρά) από 3-5-2005 αγωγής των εκμισθωτών-εναγόντων κατά της τότε μισθώτριας τράπεζας, με αντικείμενο την επίμαχη μισθωτική σχέση, κρίθηκε έγκυρη η ως άνω καταγγελία (μεταμέλειας) και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της μισθώτριας να καταβάλει στους ενάγοντες εκμισθωτές τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από την λύση της μίσθωσης και μέχρι την πρώτη συζήτηση της 1ης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (δηλαδή από 9-5-2005 έως 27-9-2005).
Επίσης, με την ένδικη (2η στη σειρά) αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν, ότι η εναγομένη μισθώτρια τράπεζα δεν τους κατέβαλε, όπως όφειλε τα 4 μηνιαία μισθώματα (όπως τότε ίσχυε το άρθρο 43 ΠΔ 34/1995) ως αποζημίωση για την καταγγελία μεταμέλειας, αλλά και τα μισθώματα του επομένου χρονικού διαστήματος της ένδικης αγωγής, δηλαδή από 28-9-2005 έως 28-2-2007, κατά το οποίο το μίσθιο ακίνητο παρέμενε κενό.
Με το ιστορικό αυτό και μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής σε αναγνωριστικό, οι ενάγοντες εκμισθωτές ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η μισθώτρια Τράπεζα οφείλει να τους καταβάλει, κατά το ιδανικό μερίδιο κάθε ενάγοντα, α) το ποσό των 57245,76 ευρώ ως αποζημίωση για την καταγγελία μεταμέλειας, έντοκα από τη λύση της μίσθωσης και β) το ποσό των 251698,08 ευρώ για μισθώματα του επίδικου ως άνω διαστήματος, έντοκα από την 6η ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα και συνολικά, το ποσό των 308943,84 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 934/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις ενστάσεις της εναγομένης, που είχαν προβληθεί προς αντίκρουση της αγωγής και ειδικότερα α) την ένσταση από τα άρθρα 427,431 ΑΚ, περί απόσβεσης με δημοσία κατάθεση της αξίωσης των εκμισθωτών, ως απαράδεκτη, β) τις ενστάσεις περί μείωσης της αξιούμενης ποινικής ρήτρας του άρθρου 409 ΑΚ (που σημειωτέον, αποτελεί το ερευνώμενο ζήτημα στην παρούσα δίκη), περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων εκμισθωτών (281-300 ΑΚ), ως μη νόμιμες και με επάλληλη αιτιολογία, ως ουσία αβάσιμη την ένσταση 409 ΑΚ και γ) την ένσταση συμψηφισμού (άρθρα 440 επ.
ΑΚ) της αξίωσης για την καταβολή των μισθωμάτων, με την αξίωση της εναγομένης μισθώτριας τράπεζας για την επιστροφή της καταβληθείσας εγγυοδοσίας των 28786,28 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ'εφαρμογή του όρου 15 του μισθωτηρίου συμβολαίου περί μη συμψηφισμού της εγγυοδοσίας με μισθώματα. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε, ότι η μισθώτρια τράπεζα οφείλει στους εκμισθωτές ενάγοντες το συνολικό ποσό των 306874 (δηλαδή 251698,08 για τα μισθώματα και 55176,64 ευρώ για αποζημίωση καταγγελίας μεταμέλειας, νομιμότοκα, για μεν τα μισθώματα από την πέμπτη ημέρα του αντίστοιχου μήνα και για την αποζημίωση από 21-12-2006 - ημερομηνία της εξώδικης όχλησης).
Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εναγομένη τότε μισθώτρια Τράπεζα άσκησε την από 26-8-2008 (αρ.κατ. 7958/2008) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και ειδικότερα, με τον 3ο λόγο αυτής (που αφορά την ένδικη δίκη) επανέφερε την ένστασή της περί μείωσης της δυσανάλογα μεγάλης ποινής στο προσήκον μέτρο (άρ.409 ΑΚ).
Επίσης άσκησε και πρόσθετους λόγους της έφεσης με τις προτάσεις της.
Εκδόθηκε η υπ'αρ. 6701/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τους πρόσθετους λόγους και ανέβαλε κατά τα λοιπά (άρθρο 249 ΚΠολΔ) την έκδοση οριστικής απόφασης επί των λόγων του εφετηρίου μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η εκκρεμής μεταξύ των διαδίκων δίκη επί της προγενέστερης από 3-5-2005 (1ης αγωγής) των εκμισθωτών.
Η δίκη επί της αρχικής ως άνω 1ης αγωγής περατώθηκε αμετάκλητα με τις υπ'αρ. ΑΠ 2178/2013, που εκδόθηκε μετά από 1η αναίρεση κατ'αρ. 580 παρ.3 εδ'.γ ΚΠολΔ και ΑΠ 1317/2014,που δίκασε επί της ουσίας εκείνης της υπόθεσης. Ακολούθως, οι ενάγοντες - εκμισθωτές - εφεσίβλητοι επανέφεραν τη συζήτηση της ένδικης έφεσης, με την από 13-2-2014 κλήση τους και εκδόθηκε η υπ'αρ. 4956/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που, κατ'αρχήν απέρριψε την δήλωση εξαίρεσης της Εφέτη της σύνθεσης, Ζαμπέτας Στράτα και διέταξε την επανάληψη της υπόθεσης, κατ'αρ. 254 ΚΠολΔ.
Ακολούθως, με την από 4-9-2014 κλήση των εναγόντων - εφεσιβλήτων εκμισθωτών η έφεση επαναφέρθηκε προς περαιτέρω συζήτηση και εκδόθηκε η υπ'αρ. 5285/2015 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση μόνο ως προς το κεφάλαιο περί τόκων του κονδυλίου των 251690,08 ευρώ και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ'αρ. 934/2008 απόφαση κατά τούτο, αναγνώρισε ότι η εναγομένη μισθώτρια τράπεζα έχει υποχρέωση καταβολής τόκων από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής η μισθώτρια Τράπεζα άσκησε την από 24-5-2016 (αρ.κατ. 397/2016) αίτηση αναίρεσης (1η αναίρεση), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αρ. 869/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η αρχική προσβαλλόμενη υπ'αρ. 5285/2015 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, μόνον ως προς το κεφάλαιο της ένστασης μείωσης της (μη γνήσιας) ποινικής ρήτρας, στο προσήκον μέτρο, που αφορούσε το ποσό των 251690,08 ευρώ και αποτελούσε τον 3ο λόγο της έφεσης, τον οποίο το Εφετείο είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η αρχική προσβαλλόμενη 5285/2015 απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής και του προσήκοντος μέτρου της ποινής στο μέτρο που αρμόζει", οι οποίες οδηγούν σε έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής.
Πιο συγκεκριμένα, ο 'Αρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο α) δεν διέλαβε στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά για την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, την οποία γενικόλογα μνημόνευσε και όχι με συγκεκριμένο τρόπο, β) δεν αποσαφήνισε, αν οι συνθήκες (ιδίως οικονομικές) κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης της (ένδικης) αγωγής, που λήφθηκε υπόψη για να προσδιοριστεί, αν η συμφωνημένη ποινή είναι ή όχι <δυσανάλογα μεγάλη>, ήταν ίδιες με εκείνες του χρόνου, που συνομολογήθηκε η ποινική ρήτρα και γ) δεν εξειδικεύεται η έκταση της παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της μισθώτριας τράπεζας ,αλλά και ο βαθμός του πταίσματός της, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός, ότι η τελευταία κατήγγειλε σύννομα τη μισθωτική σύμβαση με βάση το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995, που επιφέρει κατ'αρχήν τις προβλεπόμενες σ'αυτό κυρώσεις.
Ακολούθως με την από 5-12-2017 κλήση της εκκαλούσας- εναγομένης Τράπεζας επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ένδικη έφεση αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλομένη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο ως Δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3,581 παρ.2 και 3 και 579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανεκδίκασε την έφεση ως προς το κεφάλαιο της ένστασης του άρθρου 409 ΑΚ, για το οποίο έγινε δεκτή η αναίρεση, περί μείωσης της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο, το οποίο είναι ερευνητέο και στην παρούσα δίκη, εφόσον το Εφετείο της παραπομπής δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα, που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου (ένσταση του άρθρου 409 ΑΚ) δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά από ότι η αναιρεθείσα αρχικά προσβαλλόμενη 5285/2015 εφετειακή απόφαση, τις αποδείξεις για τα πραγματικά περιστατικά, που δεν εθίγησαν με την αναίρεση.
Τα κεφάλαια της απόφασης, που δεν αναιρέθηκαν δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται, αφού ως προς αυτά η εφετειακή απόφαση 5285/2015 έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 629/2010, ΑΠ 875/2009, ΑΠ 707/2008, ΑΠ 404/2007). Εξάλλου, η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, κατά συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της, οι οποίες θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, δέχθηκε, κατά το ερευνώμενο αναιρεθέν μέρος της υπόθεσης (δηλαδή την ένσταση του άρθρου 409 ΑΚ της Τράπεζας, που αποτελούσε τον 3ο λόγο της έφεσής της), ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 28-9-2005 έως 28-2-2007, δεν κατέστη εφικτή η εκμίσθωση του πενταόροφου κτιρίου, είτε ενιαίως, είτε ξεχωριστά κατ'ορόφους, παρά τις προσπάθειες των εκμισθωτών, που είχαν αναρτήσει πινακίδα επ'αυτού και συγχρόνως, είχαν δώσει εντολή σε μεσιτικά γραφεία, αξιώνοντας αρχικά ως μηνιαίο μίσθωμα 12500 ευρώ, που μείωσαν σε 11500 ευρώ και τελικά σε 9500 ευρώ ,ότι η μισθώτρια τράπεζα, που δικαιολογημένα κατήγγειλε τη μίσθωση λόγω μεταμέλειας, οφείλει κατ'αρχήν τα συμφωνημένα με τον όρο 14β του μισθωτηρίου συμβολαίου μισθώματα, ως μη γνήσια ποινική ρήτρα, για το επίδικο διάστημα, ισόποση με τα μισθώματα αυτά, ποσού 251690,08 ευρώ, ότι όμως η μη γνήσια ποινική ως άνω ρήτρα είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να περιοριστεί στο προσήκον μέτρο στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι η ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος των εκμισθωτών, που είχε υποβάλει η μισθώτρια Τράπεζα υποστηρίζοντας, ότι οποιαδήποτε αποζημίωση πέραν των 4 μισθωμάτων της αποζημίωσης λόγω της καταγγελίας μεταμέλειας βαρύνει τους εκμισθωτές, που δεν έπραξαν τα δέοντα για να εκμισθώσουν σε άλλο μισθωτή το κτίριο, είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, από την αρχικά προσβαλλόμενη και μη αναιρεθείσα κατά το κεφάλαιο αυτό υπ'αρ. 5285/2015 εφετειακή απόφαση, και συνεπώς κατά τούτο είχε καταστεί αμετάκλητη, εφόσον δεν αναιρέθηκε το κεφάλαιο αυτό από την ΑΠ 869/2017.
Ειδικότερα, η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου της παραπομπής, συμμορφούμενη προς την αναιρετική απόφαση ΑΠ 869/2017, μετά από εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε κατ'ουσίαν την ένσταση του άρθρου 409 ΑΚ κρίνοντας ότι α) η πραγματική μηνιαία μισθωτική αξία του κτιρίου κατά το επίδικο διάστημα, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης (2ης) αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ,που είναι ο κρίσιμος χρόνος, ανερχόταν έως 9500 ευρώ σύμφωνα με την από Νοεμβρίου 2017 έκθεση υπολογισμού της EUROBANK PROPERTY SERVICES και την από 22-9-2005 εκτίμηση της μισθωτικής αξίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΑΞΙΕΣ ΑΕ, β) ότι η οικονομική κατάσταση της Τράπεζας υπερτερούσε εκείνης των εκμισθωτών, σύμφωνα με τα κεφάλαιά της, που είχαν αυξηθεί από το έτος 2001 έως το 2005, όπως επίσης τα κέρδη αυτής προ φόρων από το έτος 2002 έως το έτος 2007,ενώ, ως επιχείρημα, για να στηρίξει την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο της παραπομπής δέχτηκε ,ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ, τελικά απορροφήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Τράπεζα, που είναι ένα από τα τέσσερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ελλάδος.
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, σύμφωνα με τις παραδοχές, η οικονομική κατάσταση των εκμισθωτών, που ήσαν κύριοι σχετικής μικρής ακίνητης περιουσίας στη Ρόδο, Σέριφο και Αργολίδα δεν έχει μεταβληθεί. Εκτός τούτων, το Εφετείο της παραπομπής ως επιχείρημα για τον προσδιορισμό της ζημίας και του οφέλους των διαδίκων δέχτηκε, ότι ο 4ος και 5ος όροφος του κτιρίου από το έτος 2006 έχει διαμορφωθεί σε κύρια κατοικία των εκμισθωτών (πλην του 1ου τούτων), ενώ η Τράπεζα προέβη στην καταγγελία μεταμέλειας για λειτουργικούς λόγους αυτής και ειδικότερα, διότι από το έτος 2004 είχε αποκτήσει κατά κυριότητα γειτονικό κτίριο ,στο οποίο απέβλεπε να μεταφέρει το μηχανογραφικό της κέντρο, που μέχρι τότε στεγαζόταν στο μίσθιο κτίριο.
Πλέον των ανωτέρω, το Εφετείο της παραπομπής, προκειμένου να προσδιορίσει την ποινική ρήτρα στο προσήκον μέτρο δέχτηκε επίσης, ότι το ποσό των οφειλομένων μισθωμάτων αντιστοιχούσε σε ποσοστό 39% του αποθεματικού της Τράπεζας και σε 4,09% του εταιρικού της κεφαλαίου και προσήγγιζε την αγοραστική αξία του μισθίου κτιρίου και ότι επομένως, ήταν δυσανάλογα μεγάλη.
Επίσης, δέχτηκε ότι οι εκμισθωτές ζημιώθηκαν, διότι στερήθηκαν τα ενοίκια ,αλλά συγχρόνως, ότι ωφελήθηκαν από την μη χρήση του μισθίου και τον περιορισμό της δαπάνης για την αποκατάσταση των φθορών του από την χρήση του, ενώ επίσης, ότι και η Τράπεζα ζημιώνεται με την ως άνω δυσανάλογα μεγάλη ποινική ρήτρα, αν και δεν κάνει χρήση του μισθίου.
Κατόπιν τούτου το Εφετείο της παραπομπής, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω στοιχεία, δέχτηκε τον 3ο λόγο της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμο και μείωσε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά προς τούτο κρίση του, την μη γνήσια ποινική ρήτρα στο προσήκον μέτρο, κατά μερική κατ'ουσίαν παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης Τράπεζας, που είχε επαναφερθεί στο Εφετείο, με τον 3ο λόγο της από 26-8-2008 ένδικης έφεσής της και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (υπ'αρ. 934/2008) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ανωτέρω ένσταση, δέχτηκε εν μέρει την ένδικη (2η) αγωγή των εκμισθωτών και αναγνώρισε, ότι η εναγομένη Τράπεζα έχει υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες - εκμισθωτές, κατά το ιδανικό μερίδιο καθενός, το συνολικό ποσό των 162450 ευρώ, σύμφωνα με τους ορθούς αριθμητικά μαθηματικούς υπολογισμούς αυτής.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται αμφότερα τα διάδικα μέρη με τις αντίθετες συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης αυτών.
Ι. Περαιτέρω και αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς κατ'ιδίαν λόγους της από 27-1-2020 (αρ.κατ. 75/2020) αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, με αριθμό πινακίου 26, κατά της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης του Εφετείου της παραπομπής, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1255/2015, ΑΠ 1550/2010). Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης για το δικαίωμα, που κρίθηκε και για τη δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή, εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, για το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών, που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες (ΑΠ 1229/2015, ΑΠ 1397/2012, ΑΠ 1520/2010).
Η τελεσίδικη, επομένως, απόφαση, που εκδόθηκε σε προηγούμενη δίκη και επιδίκασε για ορισμένο χρονικό διάστημα με βάση συγκεκριμένες διατάξεις αποζημίωση ή άλλες απαιτήσεις, αποτελεί δεδικασμένο και σε νέα δίκη, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, όταν αξιώνεται, με βάση το ίδιο νομικό καθεστώς, η επιδίκαση απαιτήσεων από την ίδια βασική έννομη σχέση για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν άλλαξαν, εκτός από το χρόνο, τα υπόλοιπα περιστατικά (ΑΠ 2028/2014).
Κατά την ίδια έννοια, αν με αγωγή που προηγήθηκε αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης μέρος μόνο της όλης απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν προβλήθηκε και ούτε από το δικαστήριο κρίθηκε. Μπορεί, λοιπόν, ο δικαιούχος να ζητήσει ακολούθως έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης με νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο.
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα, αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΑΠ Ολομ. 7/2013, AΠ 869/2017,ΑΠ 1255/2015). Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, δυνάμενο να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στον δικονομικό δίκαιο. Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα, για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν εφικτή, λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό του περιεχόμενο.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε, δυνάμενο να τα εκτιμήσει διαφορετικά, υπάγοντας αυτά, σε άλλον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε η αναιρεθείσα απόφαση, οπότε στην τελευταία περίπτωση, εάν το δικαστήριο υποπέσει σε σφάλμα περί την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής διατάξεως η απόφασή του ελέγχεται αναιρετικώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
και όχι από τον αριθμό 18 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 631/2018, ΑΠ 914/2015, ΑΠ 15/2014, ΑΠ 831/2013, ΑΠ 1663/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης (πιν. 26), κατά το Α'σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής, με το να μη δεχθεί, ότι δεν υπήρξε συμβατική παραβίαση εκ μέρους της μισθώτριας Τράπεζας ,η οποία επομένως δεν βαρύνεται με πταίσμα, για την πρόωρη καταγγελία της μίσθωσης και με το να μην απορρίψει την 2η αγωγή (ένδικη) στο σύνολό της και επομένως, και κατά την αξίωση ποινικής ρήτρας, παραβίασε το δεδικασμένο, που απορρέει από τις υπ'αρ. 2178/2013 και 1317/2014 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες είχαν εκδοθεί επί της 1ης αγωγής των αναιρεσιβλήτων και είχαν κρίνει αμετακλήτως, η μεν υπ'αρ. 2178/2013 απόφαση, ότι η καταγγελία της μίσθωσης αποτελούσε δικαίωμα της μισθώτριας Τράπεζας με βάση το άρθρο 43 του ΠΔ/τος 34/1995 και όχι παράβαση της σύμβασης μίσθωσης, ώστε να καταπέσει σε βάρος της η εγγυοδοσία, η δε υπ'αρ. 1317/2014 απόφαση, ότι ήταν βάσιμη η ένσταση συμψηφισμού της συμβατικής εγγυοδοσίας ,την οποία είχε προβάλει η μισθώτρια Τράπεζα.
Επίσης, με το συναφές Β'σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την υπ'αρ. 869/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με τη δεσμευτική κρίση της οποίας, το κατά τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ προσήκον μέτρο της ποινής είναι μηδέν ,διότι η μίσθωση καταγγέλθηκε πρόωρα, κατ'ενάσκηση του δικαιώματος μεταμέλειας, δηλαδή αναιτίως και ότι το Εφετείο της παραπομπής θα έπρεπε για την επιδίκαση ποινής να διαγνώσει την ύπαρξη ειδικής και συγκεκριμένης ζημίας του εκμισθωτή, που δεν αποζημιώθηκε με την αποζημίωση μεταμέλειας του άρθρου 43 ΠΔ 34/1995 και σε θετική περίπτωση να επιδικάσει μικρότερη συμβατική ποινή.
Από την επιτρεπτή κατ'αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο της παραπομπής με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 8-3-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οι δύο πρώτοι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ήτοι, ο Π.
Π. και ο Φ. Π. εκμίσθωσαν και παρέδωσαν στον εκπρόσωπο της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" το αποτελούμενο από πέντε ορόφους κτίριο συνολικής επιφάνειας 870 τ.μ., που κείται επί της οδού ... στην Αθήνα, του οποίου ήταν κατ' ισομοιρίαν συγκύριοι, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη στέγαση της μηχανογραφικής της υπηρεσίας.
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε σε 12 έτη, ήτοι από 8-3-2001 έως 7-3-2013 και το μηνιαίο μίσθωμα, που συμφωνήθηκε να προκαταβάλλεται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε ημερολογιακού μήνα, ορίστηκε σε 12.000 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, πλέον ολοκλήρου του τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με το δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους πολλαπλασιαζόμενο προς ι,4 και έτσι αναπροσαρμοσθέν διαμορφώθηκε σε 14-311,44 ευρώ κατά το από 8-3-2005 έως και 7-3-2006 μισθωτικό έτος.
Στην επίδικη μισθωτική σχέση υπεισήλθαν, αφενός στη θέση της αρχικής μισθώτριας τράπεζας, η "PROTON Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία" ως οιονεί καθολική αυτής διάδοχος, ακολούθως η συσταθείσα τραπεζική εταιρεία "ΝΕΑ PROTON BANK" στην οποία μεταβιβάστηκαν όλα τα ενοχικά και εμπράγματα επί ακινήτων δικαιώματά της και τελικώς η καλούσα "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση της "ΝΕΑ PROTON BANK", ενώ ως συνεκμισθώτριες και δη κατά ποσοστό 8,5 % υπεισήλθε κάθε μία από την τρίτη και τέταρτη των εφεσίβλητων - καθών η κλήση (η Α.
Π. και η Δ. Π.), κατόπιν της προς αυτές μεταβίβασης (δυνάμει του μεταγραμμένου με αριθμό .../29-7-2004 συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Νικόλαου Σταθάκη) από τον δεύτερο ενάγοντα, λόγω γονικής παροχής, του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας επί του β' ορόφου του επίδικου μισθίου ακινήτου που αναλογεί στο 17% επί του ποσοστού (50%) της συγκυριότητάς του επί του όλου μισθίου ακινήτου (το υπόλοιπο 50% ανήκει στον πρώτο ενάγοντα).
Μετά την ως άνω μεταβίβαση του ως άνω εμπράγματου δικαιώματος προς την τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, συντάχθηκε από τους διαδίκους το (μεταγενέστερο) από 17-9-2004 συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης αναφορικά με την υποχρέωση της μισθώτριας να καταβάλει στις ως άνω υπεισελθούσες συνεκμισθώτριες (3η και 4η των εναγόντων), το αναλογούν στο ποσοστό κάθε μιας (8,5%) μίσθωμα, συμφωνήθηκε δε, ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι ειδικότεροι όροι του αρχικού συμφωνητικού.
Με τον 14 παρ. β' όρο του τελευταίου (του από 8-3-2001 μισθωτηρίου) είχε συμφωνηθεί ότι "...σε οποιαδήποτε περίπτωση λύσης της μίσθωσης ύστερα από επιθυμία της μισθώτριας, ακόμη και πριν τη λήξη της και με νεώτερη και κοινή συμφωνία των μερών, όπως προβλέπει ο νόμος, η μισθώτρια υποχρεώνεται στην καταβολή όλων των υπολειπομένων μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της δωδεκαετίας, εκτός αν οι εκμισθωτές εκμισθώσουν εν τω μεταξύ σε άλλον το μίσθιο".
Στη συνέχεια όμως η εναγόμενη, με το από 1-1.1-2004 εξώδικο έγγραφο της που επέδωσε με δικαστικό επιμελητή στους συνεκμισθωτές στις 9-11-2004, κατήγγειλε την ως άνω μισθωτική σύμβαση, κατ' άρθρο 43 του π.δ/τος 34/1995 λόγω μεταμέλειας της, η οποία και λύθηκε με την παρέλευση 6μήνου, ήτοι στις 9-5-2005. Ενόψει των ανωτέρω, οι ενάγοντες άσκησαν σε βάρος της μισθώτριας τράπεζας την (προγενέστερη της κρινομένης) από 3-5-2005 αγωγή τους με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι:
α) είναι άκυρη, ως καταχρηστική, η ως άνω καταγγελία, άλλως, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε κριθεί αυτή έγκυρη, τότε, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται (σύμφωνα με τον 14 παρ. β' όρο του μισθωτηρίου) να τους καταβάλει τα μέχρι της λήξης της μίσθωσης μισθώματα συνολικού ποσού 1·352·955,ι6 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 221/2006 απόφαση του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.
Κατ- αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες η από 3-3-2006 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 7020/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, τελικά, απέρριψε την αγωγή, κατά την κυρία βάση της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και τη δέχθηκε κατά την επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας ότι είναι έγκυρη η καταγγελία της μίσθωσης και ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα μισθώματα από τη λύση της μίσθωσης (9-5-2005) έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (27-9-2005), διότι, κατά τη σχετική παραδοχή της, μόνο αυτά ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, αν ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 69 του ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην καταβολής μελλοντικών (μη δεδουλευμένων) μισθωμάτων, ενώ απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης του αιτούμενου ποσού των μισθωμάτων με το ποσό της εγγυοδοσίας, ύψους 28.786,28 ευρώ, όπως αναπροσαρμόστηκε στη διάρκεια της μίσθωσης ανάλογα με το ύψος του καταβαλλόμενου μισθώματος, που αυτή κατέβαλε στους εκμισθωτές ενάγοντες κατά την έναρξη της μίσθωσης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, η από 30-11-2006 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1664/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε μερικά, δεχόμενη ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αγωγική αξίωση των μισθωμάτων δεν είναι ποινή, που πηγάζει από τη συνομολογημένη μη γνήσια ποινική ρήτρα για την περίπτωση λύσης της μισθώσεως, αλλά μισθώματα (αντικαθιστώντας, κατά το μέρος τούτο μόνο την αιτιολογία, κατ'αρθρο 578 ΚΠολΔ) και να απορρίψει την ένσταση συμψηφισμού αυτών με το ποσό της εγγύησης και, κατά την επικουρική του αιτιολογία, την ένσταση μείωσης της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης, κατ'αρθρο 409 ΑΚ, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 404, 405, 409, 440, 441 και 587 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους.
Στη συνέχεια η υπόθεση επανήλθε στο ίδιο Εφετείο και εκδόθηκε η 5719/2012 απόφασή του με την οποία έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες δικαιούνται, σύμφωνα με τον όρο 14β' της σύμβασης μισθώσεως, που έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, να λάβουν ως ποινή τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από τη λύση της μίσθωσης (9-5-2005) έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (27-9-2005), κατά το οποίο (διάστημα) δεν είχε εκμισθωθεί το μίσθιο σε τρίτο, συνολικού ύψους 66.208 ευρώ (14.393,14 Χ 4 μήνες και ι8 μέρες), το οποίο και επιδικάστηκε στους ενάγοντες, αφού το Εφετείο απέρριψε τις ενστάσεις της εναγομένης α) για μείωση της ποινικής ρήτρας ως υπερβολικής και β) για συμψηφισμό κατά ένα μέρος, του εν λόγω ποσού με την εγγυοδοσία, ύψους 28.786,28 ευρώ, που κατέβαλε αυτή κατά την κατάρτιση της μίσθωσης για την καλή και πιστή εκτέλεση των όρων της μισθωτικής σύμβασης, δεχόμενο ότι η εγγυοδοσία αυτή κατέπεσε υπέρ των εναγόντων και δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό, σύμφωνα με τον 14α' όρο της σύμβασης, κατά τον οποίο "η παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους αυτής (που όλοι συμφωνούνται ως δίκαιοι και ουσιώδεις) παρέχει το δικαίωμα στους εκμισθωτές να θεωρήσουν ότι η μίσθωση έχει λυθεί με υπαιτιότητα της μισθώτριας και να επιδιώξουν την έξωσή τους από το μίσθιο, σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας, και ότι σε μία τέτοια περίπτωση έχουν σωρευτικά το δικαίωμα να κατακρατήσουν την παρακρατούμενη εγγυοδοσία, να απαιτήσουν την καταβολή των υπολειπομένων μέχρι και τη συμφωνημένη ημέρα λήξης της μίσθωσης μισθωμάτων, καθώς επίσης και αποζημίωση για την αποκατάσταση ζημιών και φθορών του μισθίου".
Η εφετειακή αυτή απόφαση προσβλήθηκε με αίτηση αναίρεσης από την εναγομένη μισθώτρια και εκδόθηκε η 2178/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει, δηλαδή κατά το κεφάλαιο της ένστασης συμψηφισμού του ποσού της εγγυοδοσίας, δεχόμενη ότι η καταγγελία της μίσθωσης αποτελούσε δικαίωμα της μισθώτριας από το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 και ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη αυτή, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια κατήγγειλε υπαίτια τη σύμβαση μίσθωσης και ότι έτσι επήλθε κατάπτωση της εγγυοδοσίας.
Η υπόθεση κρατήθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, κατά τούτο, που αποτελούσε πλέον το μόνο αντικείμενο της δίκης εκείνης, ήτοι ως προς την ένσταση συμψηφισμού της εγγυοδοσίας προς τα οφειλόμενα, ως ποινή, πιο πάνω μισθώματα, κατά το μέρος που καλύπτονται (άρθρα 440- 441ΑΚ), αφού επρόκειτο, για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης (άρθρο 580 παρ.3 εδαφ.
γ' ΚΠολΔ), και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση αυτή. Ακολούθως η υπόθεση επαναφέρθηκε στον Άρειο Πάγο, με την από 30-1-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, και εκδόθηκε η 1317/2014 απόφασή του που δεχόμενη, τελικά, την ένσταση συμψηφισμού της μισθώτριας, αποφάνθηκε ότι, μετά τον συμψηφισμό των αμοιβαίων αυτών απαιτήσεων, κατά το μέρος που καλύπτονται, οι ενάγοντες δικαιούνται το υπόλοιπο ποσό, ύψους 37-421,72 ευρώ [(66.208 ευρώ (τα οφειλόμενα, ως ποινή, μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 9-5-2005 έως 27-9-2005) μείον 28.786,28 ευρώ (το ποσό της εγγυοδοσίας)].
Με τον τρόπο αυτό έληξε αμετάκλητα η δίκη επί της οπό 3-5-20Ο5 αγωγής των εκμισθωτών-αναιρεσιβλήτων και ήδη εφεσιβλήτων. Με τις ως άνω αποφάσεις, όπως το περιεχόμενο αυτών εξειδικεύτηκε ανωτέρω, κρίθηκαν, με ισχύ δεδικασμένου μεταξύ των και νυν διαδίκων τα ακόλουθα: ότι είναι νόμιμη (ερειδόμενη στο άρθρο 43 του πδ/τος 34/1995) και έγκυρη η επιδοθείσα στις 9-11-2004 στους εκμισθωτές καταγγελία της μίσθωσης, συνεπεία της οποίας και λύθηκε αυτή στις 9-5-2005, ότι η ως άνω συμφωνία των διαδίκων που εμπεριέχεται στον 14° όρο της μίσθωσης περιλάμβανε και την περίπτωση της λύσης της μίσθωσης με καταγγελία της μισθώτριας λόγω μεταμέλειάς της (43 πδ/τος 34/1995), ότι η συμφωνία αυτή, που έχει το χαρακτήρα της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας είναι έγκυρη και ότι, σε εκτέλεσή της οι ενάγοντες εκμισθωτές δικαιούνται να λάβουν ως συμφωνημένη ποινή, τα συμφωνηθέντα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από τη λύση της μίσθωσης (9-5-2006) έως την πρώτη συζήτηση της προγενέστερης αγωγής (27-9-2005), κατά το οποίο διάστημα δεν είχε εκμισθωθεί το μίσθιο σε τρίτο και ότι είναι βάσιμη κατ'ουσίαν η ένσταση συμψηφισμού προς τα οφειλόμενα μισθώματα της πρώτης αγωγής της απαίτησης της εναγομένης για επιστροφή του ποσού της καταβληθείσας εγγυοδοσίας των 28.786,28 ευρώ, οπότε η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες - εκμισθωτές, κατά το λόγο της μερίδας καθενός, το ποσό των 37-421,72 ευρώ, ως ποινή του τότε επίδικου διαστήματος.
Το παραχθέν από τις ως άνω αποφάσεις δεδικασμένο που αφορά στην κατάρτιση της επίμαχης μισθωτικής σύμβασης, στην εγκυρότητα τόσον της κατ' άρθρο 43 π.δ/τος 34/1995 καταγγελίας της μίσθωσης, όσο και του προαναφερόμενου 14 β' όρου του μισθωτηρίου, στο ότι ο συμφωνηθείς αυτός ορος αποτελεί νόμιμη, μη γνήσια ποινική ρήτρα, εκτείνεται και στην υπό κρίση αγωγή που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία ως προς την αξίωση καταβολής της επιδιωκόμενης ποινής, αφού αφορά σε επόμενο χρονικό διάστημα εκείνου για το οποίο επιδικάστηκε με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση.
Αντίθετα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προπαρατιθέμενη νομική σκέψη: α) δεν υφίσταται δεδικασμένο ως προς την επίδικη αξίωση των εναγόντων - εκμισθωτών για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να τους καταβάλει, ως ποινή, τα μισθώματα του μεταγενέστερου και ήδη επίδικου χρονικού διαστήματος (από 28-9-2005 έως και 28-02-2007) αφού η 7020/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απέρριψε ως απαράδεκτη και όχι ως νομικά αβάσιμη (σιγή), την πρώτη αγωγή των εναγόντων (για μέρος μόνο της όλης απαίτησής τους που είχε καταταχθεί στη δίκη), εξαιτίας της πρόωρης άσκησής της, για το πέραν της 27ης-9-2005 χρονικό διάστημα, όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την αναιρετική 869/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Και β) το δεδικασμένο δεν εκτείνεται στην απορριφθείσα κατ' ουσίαν ένσταση της εναγόμενης περί μείωσης της ποινικής ρήτρας (409 ΑΚ) καθό μέρος αυτή αφορά στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα το οποίο και αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (28-9-2005 έως 28-02-2007) δεν κατέστη εφικτή η εκμίσθωση του επίμαχου κτηρίου σε τρίτο, είτε ενιαίως, είτε ξεχωριστά καθένας όροφος του, παρόλο που οι ενάγοντες από την αρχή είχαν αναρτήσει στο μίσθιο σχετική πινακίδα προς εκμίσθωση και συγχρόνως είχαν αναθέσει την ανεύρεση μισθωτή, χορηγώντας σχετική εντολή σε μεσιτικά γραφεία, όπως, στις 30-3-2005 και 8- 5-2006 στο γραφείο "ASPIS Real Estate", στις 10-7-2006 στο γραφείο " Real Estate Κυπραίος", στις 18-7-2007 στο γραφείο " Real Estate Solutions", την 1-3-2007 στο μεσιτικό γραφείο "Γαία Κτηματομεσιτική", αξιώνοντας ως μηνιαίο μίσθωμα αρχικά το ποσό των 12.500 ευρώ, ακολούθως το ποσό των 11.500 ευρώ και τελικά το ποσό των 9-500 ευρώ, ήτοι χαμηλότερο του συμφωνηθέντος στην επίμαχη σύμβαση.
Αφού λοιπόν, παρά τα ως άνω, δεν κατέστη εφικτή η εκμίσθωση του κτηρίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η εναγόμενη οφείλει καταρχήν ως συμφωνηθείσα ποινή, τα μισθώματα του ως άνω διαστήματος. Ενόψει του ότι, το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα α) για το από 28-9-2005 έως 28-02-2006 διάστημα ανερχόταν σε 14·311,44 ευρώ, και β) για το από 01-3-2006 έως 28- 02-2007 μισθωτικό έτος αυτό, αναπροσαρμοζόμενο με βάση το σχετικό συμβατικό όρο, θα ανερχόταν στο ποσό των 14.892,48 ευρώ, όπως δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, για την ως άνω αιτία (τον 14β' όρο της σύμβασης) η τελευταία οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες, ως ποινή το συνολικό ποσό των 251.690,08 ευρώ (72.988,32 ευρώ [14.311,44 ευρώ Χ 5 μήνες + 3 ημέρες] + 178.709,76 ευρώ [14.892,48 ευρώ Χ 12 μήνες]).
Η εναγόμενη υποστήριξε πρωτόδικα και επαναφέρει με τον 3° λόγο της έφεσής της τον απορριφθέντα πρωτοδίκως ως νομικά αβάσιμο σχετικό ισχυρισμό της, προς θεμελίωση του οποίου υποστήριξε, ότι, η αγωγική αξίωση για καταβολή των μισθωμάτων του επίδικου διαστήματος ως συμφωνημένη ποινή, είναι υπερβολική και δυσανάλογη της αντιπαροχής, την οποία προσδιορίζει στην μηνιαία μισθωτική αξία του επίδικου κτηρίου (14·393,14 ευρώ), εκ του λόγου ότι, το συνολικά διεκδικούμενο ποσό μέχρι και τη λήξη της 12ετούς συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, ανερχόμενο σε 1.352.955,14 ευρώ υπερκαλύπτει την εμπορική αξία του μισθίου, αλλά και τη δαπάνη της εκ νέο οικοδόμησης του, ότι αντιστοιχεί στο 39% των αποθεματικών της (μισθώτριας τράπεζας), ότι η εκ μέρους της νόμιμη καταγγελία της σύμβασης, λόγω μεταμέλειας, ουδεμία ζημία προκάλεσε στους ενάγοντες, πέραν αυτής, προς αποκατάσταση της οποίας θεσπίστηκε (με το άρθρο 43 του ως άνω δ/τος) το ύψος της αποζημίωσής τους στο ισόποσο των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων, οποιαδήποτε δε περαιτέρω ζημία βαρύνει τους ίδιους, αφού δεν έπραξαν τα δέοντα προκειμένου να εκμισθώσουν το ακίνητο τους, ζήτησε δε, τον περιορισμό της καταβλητέας ποινής στο ως άνω ποσό της νόμιμης αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 300 και 409 του ΑΚ.
Ο ως άνω ισχυρισμός, καθ'ο μέρος επιχειρείται να στηρίξει την εκ του άρθρου 300ΑΚ ένσταση, κρίθηκε απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος με την αναιρεθείσα 5285/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αφού, όπως προαναφέρθηκε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, που συνομολογήθηκε ως ποινική ρήτρα και όχι ως συμβατική αποζημίωση, εάν είναι δυσανάλογα μεγάλο, υπόκειται σε μείωση στο προσήκον μέτρο, κατά το άρθρο 409 ΑΚ και όχι με βάση το άρθρο 300 ΑΚ.
Τέλος, και όσον αφορά τον ως άνω (3°) λόγο έφεσης με τον οποίο επαναφέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ένσταση της εναγομένης περί μείωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο, η οποία τυγχάνει νόμιμη (409 ΑΚ), ο Άρειος Πάγος με την 869/2017 απόφασή του αναίρεσε την προγενέστερη με αριθμό 5285/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, νια έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας της όσον αφορά την εξειδίκευση του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του προσήκοντος μέτρου της ποινής ("στο μέτρο που αρμόζει"), η οποία οδηγεί σε έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας της εκκαλουμένης.
Ειδικότερα δε διότι το Εφετείο α) δεν διέλαβε στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά για την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, την οποία γενικόλογα μνημόνευσε και όχι με συγκεκριμένο τρόπο, β) δεν αποσαφήνισε αν οι συνθήκες (ιδίως οικονομικές), κατά τον κρίσιμο χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής που λήφθηκε υπόψη για να προσδιοριστεί αν η συμφωνημένη ποινή είναι ή όχι "δυσανάλογα μεγάλη", ήταν ίδιες με εκείνες του χρόνου που συνομολογήθηκε η ποινική ρήτρα και γ) δεν εξειδικεύεται η έκταση της παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της μισθώτριας εναγομένης, αλλά και ο βαθμός του πταίσματος της, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η τελευταία κατήγγειλε, σύννομα, τη μισθωτική σύμβαση με βάση το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 που επιφέρει, κατ'αρχήν, τις προβλεπόμενες σ'αυτό κυρώσεις.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η συμφωνηθείσα ποινή είναι ισόποση του ορισθέντος μεταξύ των διαδίκων μηνιαίου μισθώματος του μισθίου ακινήτου, ωστόσο η πραγματική μηνιαία μισθωτική αξία του ακινήτου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν σαφώς μικρότερη, μη υπερβαίνουσα το ποσό των 9-500 ευρώ σε κάθε περίπτωση, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων Γ.
Α. σε συνδυασμό με την από Νοέμβριο του 2017 έκθεση υπολογισμού αγοραίου μισθώματος της Eurobank Property Senices και την από 22-9-2005 εκτίμηση αγοραίας κεφαλαιακής και μισθωτικής αξίας ακινήτου της εταιρίας ΑΞΙΕΣ Α.Ε. που προσκομίζει η εναγομένη. Εν συνεχεία και όσον αφορά την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, αυτή της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, σαφώς υπερτερούσε έναντι των εναγόντων φυσικών προσώπων.
Συγκεκριμένα δε τα ίδια κεφάλαια της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως το έτος 2007 αυξήθηκαν από 56.900.000 ευρώ σε 380.000.οοο ευρώ, καθώς και η αξία των ακινήτων της από 3·057·526 ευρώ το 2001 σε ι6·914·000 ευρώ το έτος 2005. Τα κέρδη της (προ φόρων) αντίστοιχα ήταν 636.000 ευρώ το έτος 2002, 164.000 ευρώ το έτος 2003, 5-147-000 ευρώ το έτος 2004, 22.86o.ooo ευρώ το έτος 2005, 36.400.000 ευρώ το έτος 2006 και 29.940.000 ευρώ το έτος 2007.
Για το μετέπειτα χρονικό διάστημα δεν προσκομίζονται οικονομικά στοιχεία, ωστόσο είναι δεδομένη η οικονομική υπεροχή της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", ενός από τα τέσσερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα, στο οποίο συγχωνεύθηκε δι'απορροφήσεως η εναγομένη Proton Τράπεζα, καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγομένης Ωμέγα Τράπεζας και τεθείσα σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης το έτος 2011, δυνάμει του νόμου 3601/2007, γεγονός το οποίο καταδεικνύει την επισφαλή οικονομική κατάσταση της αρχικώς εναγομένης τράπεζας και συνεκτιμάται από το Δικαστήριο.
Από την άλλη πλευρά και οι ενάγοντες, τουλάχιστον οι δύο πρώτοι από αυτούς, εκτός του επιδίκου μισθίου, είναι κύριοι ο μεν πρώτος από αυτούς, αρχιτέκτων, μηχανικός, ενός κληροτεμαχίου 250 τ.μ., στη Ρόδο και μιας εξοχικής κατοικίας 64 τ.μ., στη Χώρα της Σερίφου, ο δε δεύτερος ενός αγροκτήματος (δεντροπερίβολου) 10,2 στρεμμάτων στην περιοχή της Αργολίδας.
Οι λοιποί, πλην του πρώτου, έχουν διαμορφώσει τους τέταρτο και πέμπτο ορόφους του επίμαχου κτηρίου, από χώρους γραφείων σε χώρους κυρίας κατοικίας, όπου και διαμένουν από το έτος 2006. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η αρχικώς εναγομένη προέβη σε καταγγελία της επίδικης μίσθωσης στις 9-11-2004, διότι είχε ήδη αποκτήσει το έτος 2004 γειτονικό κτήριο στο ακίνητο όπου στεγαζόταν η κεντρική της διοίκηση επί της οδού ..., στην Αθήνα, το οποίο διαμόρφωσε για τη μεταφορά εκεί του μηχανογραφικού της κέντρου, που στεγαζόταν έως τότε στο μισθωμένο από τους ενάγοντες κτήριο.
Δηλαδή την καταγγελία αυτή επέβαλαν λόγοι λειτουργικής, κυρίως, αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της εναγομένης, όπως βάσιμα διατείνεται η τελευταία. Όπως προαναφέρθηκε το πρώην μίσθιο ακίνητο των εναγόντων δεν κατέστη δυνατό να εκμισθωθεί έως την συμφωνηθείσα ημεροχρονολογία διάρκειας της μισθωτικής σχέσης (7-3-2013), παρόλες τις προσπάθειες των εναγόντων, οι οποίοι έπραξαν ότι ήταν αναγκαίο προς τούτο, αναθέτοντας σε μεσιτικά γραφεία την εξεύρεση νέων μισθωτών, χωρίς να προκύπτει ότι ήταν προσχηματικό και μόνο το ενδιαφέρον τους αυτό, παρά τα όσα αντίθετα διατείνεται η εναγομένη, λαμβανομένης υπόψιν και της αντικειμενικής αδυναμίας της τελευταίας να εξεύρει και προτείνει στους ενάγοντες νέο μισθωτή, για να απαλλαγεί της καταβολής ποινικής ρήτρας με βάση το σχετικό όρο του μισθωτηρίου (14β')· Το ποσό των μισθωμάτων, τα οποία είναι καταβλητέα δυνάμει του 14 παρ.
β όρου της μίσθωσης, ανέρχεται σε 1.352.955,16 ευρώ, από το οποίο ποσό 251.698,08 ευρώ καλύπτει την ένδικη χρονική περίοδο. (Σημειώνεται ότι και για το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα εκκρεμούν ομοίου περιεχομένου αγωγές των εναγόντων κατά της εναγομένης). Το ποσό τούτο αντιστοιχεί σε ποσοστό 39% των αποθεματικών (3.481.440 ευρώ) και ποσοστό 4,09% του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου (33.042.600 ευρώ) της εναγομένης, κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης, όπως τούτο προκύπτει από τον ισολογισμό του έτους 2004 που προσκομίζουν οι ενάγοντες και αυτή ουδόλως αμφισβητεί.
Επίσης το ανωτέρω ποσό αν δεν υπερβαίνει, τουλάχιστον προσεγγίζει την αγοραία αξία του ακινήτου των εναγόντων, την οποία η από 22-9-2005 εκτίμηση αγοραίας κεφαλαιακής και μισθωτικής αξίας ακινήτου της εταιρίας ΑΞΙΕΣ Α.Ε., που προσκομίζει η εναγομένη, αναβιβάζει στο ποσό του 1.238.329,41 ευρώ, αξία η οποία ουδόλως έχει μεταβληθεί (αυξηθεί) ακόμη και σήμερα, λαμβανομένων υπόψη των επέκεινα δυσμενών οικονομικών συνθηκών.
Μετά την καταγγελία της μίσθωσης από την εναγομένη οι ενάγοντες στερήθηκαν τα ποσά που θα ελάμβαναν ως μισθώματα κατά τον ένδικο χρόνο, ωφελούμενοι ωστόσο του γεγονότος ότι η εναγομένη δεν έκανε χρήση του μισθίου, οπότε για το χρονικό αυτό διάστημα ωφελήθηκαν των ποσών που θα κατέβαλαν για αποκατάσταση των φθορών συνήθους χρήσης που αναγκαίως θα είχε υποστεί το μίσθιο.
Από την άλλη πλευρά και ή εναγομένη υφίσταται βλάβη, καθόσον υποχρεούται σε καταβολή συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας ισόποσης των μισθωμάτων, χωρίς να ποιείται, λόγω της καταγγελίας, χρήση του μισθίου και όλα αυτά, όπως προεκτέθηκε, μετά την άσκηση της εκ του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 καταγγελίας, ήτοι νομίμου δικαιώματος της, χωρίς να κρίνεται η ίδια σε μεγάλο βαθμό υπαίτια της απώλειας των μισθωμάτων που υφίστανται οι ενάγοντες εφόσον αυτή (καταγγελία) επέβαλαν λόγοι λειτουργικής αναδιάρθρωσης της επιχειρήσεώς της, ήτοι ήταν αυτή σε κάθε περίπτωση εμφανώς δικαιολογημένη.
Το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως α) το μέγεθος της ποινής σε σχέση με τις προαναφερόμενες συνθήκες, β) την οικονομική κατάσταση των μερών, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, γ) τα συμφέροντα των εναγόντων (και στο βαθμό) που επλήγησαν από την καταγγελία της μίσθωσης και δ) την έκταση παράβασης και το βαθμό πταίσματος της εναγομένης, όπως τα εν λόγω στοιχεία επίσης αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνει ότι, με κρίσιμο χρόνο το χρόνο της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ αναιρετική 869/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου), η συμφωνηθείσα ποινή είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο.
Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου και ενόψει όλων των ως άνω πραγματικών περιστατικών, το προσήκον μέτρο στην προκειμένη περίπτωση ορίζεται για το επίδικο χρονικό διάστημα από 28-9-2005 έως 28-2-2007, ήτοι για 17 μήνες και 3 ημέρες, στο ποσό των 9.500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο έχει την υποχρέωση να καταβάλει η εναγομένη στους ενάγοντες, κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό, νομιμότοκα απεπομένη της επίδοσης της αγωγής, καθόσον εδώ πρόκειται για αξίωση προς καταβολή ποινικής ρήτρας και όχι αξίωση καταβολής μισθωμάτων, γενομένης δεκτής ως κατ'ουσίαν βάσιμης, κατά ένα όμως μέρος, της ένστασης του άρθρου 409 ΑΚ που αυτή είχε προβάλει παραδεκτά πρωτόδικα και επαναφέρει με τον τρίτο λόγο έφεσής της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω ένσταση, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη μισθώτρια υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 251.698,08 ευρώ για μισθώματα και μάλιστα νομιμοτόκως από την πέμπτη ημέρα εκάστου μηνός, παρότι πρόκειται για αξίωση προς καταβολή ποινικής ρήτρας και όχι αξίωση καταβολής μισθωμάτων, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί όσον αφορά το κεφάλαιο της (και αντίστοιχη διάταξη της) για καταβολή μισθωμάτων ύψους 251.698,08 ευρώ, γενομένης δεκτής της υπό κρίση έφεσης ως βάσιμης κατ' ουσίαν, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ' ουσίαν κατά το μέρος τούτο (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι.
η εναγόμενη έχει την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των [(9-500 χ 17 ίσον) 161.500 ευρώ συν (9·500 Χ 3: 30 ίσον) 950 ευρώ ίσον] 162.450 ευρώ, κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό, ήτοι κατά τα 5θ/ιοο στον πρώτο ενάγοντα, κατά τα 33/100 στο δεύτερο ενάγοντα και κατά 8,5/ιοο σε καθεμία των τρίτης και τέταρτης των εναγόντων, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθόσον ως προαναφέρθηκε εδώ πρόκειται για αξίωση προς καταβολή ποινικής ρήτρας και όχι αξίωση καταβολής μισθωμάτων, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλούμενη".
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο της παραπομπής, αναφορικά με το Α'σκέλος του ερευνώμενου 1ου αναιρετικού λόγου της ένδικης αναίρεσης (πιν.26) δέχθηκε στις σελίδες 9 α και β της απόφασής του, ότι απορρέει δεδικασμένο από την υπ'αρ. 2178/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε μετά 2η αναίρεση της αρχικά προσβαλλόμενης υπ'αρ. 5285/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί επί της 1ης (από 3-5-2005) αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών και από την υπ'αρ. 1317/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία είχε δικάσει την ουσία της υπόθεσης επί της παραπάνω 1ης αγωγής και το οποίο δεδικασμένο εκτείνεται και στην παρούσα δίκη, αναφορικά με το έγκυρο της καταγγελίας μεταμέλειας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, διότι η καταγγελία αυτή έγινε σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, ότι επίσης είναι έγκυρη η συμφωνία ποινικής ρήτρας του όρου 14β του αρχικού μισθωτηρίου συμβολαίου και ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση συμψηφισμού της εγγυοδοσίας προς τα οφειλόμενα μισθώματα της ανωτέρω από 3-5-2005 (1ης ) αγωγής των εκμισθωτών.
Η ανωτέρω 1η αγωγή αφορούσε το χρονικό διάστημα από τη λύση της μίσθωσης λόγω της καταγγελίας μεταμέλειας έως την συζήτηση της 1ης αγωγής, δηλαδή από 9-5-2005 έως 27-9-2005. Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, το δεδικασμένο αυτό δεν εκτείνεται και στην αξίωση των αναιρεσιβλήτων-εκμισθωτών για την αναγνώριση της υποχρέωσης της Τράπεζας περί καταβολής σ'αυτούς ποινικής ρήτρας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 28-9-2005 έως 28-2-2007, το οποίο δεν κρίθηκε και συνακόλουθα, ορθά το Εφετείο της παραπομπής ερεύνησε την ένσταση περιορισμού της ποινικής ρήτρα για το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, η οποία ένσταση συνιστούσε τον 3ο λόγο της από 26-8-2008 έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, εφόσον η αρχική (1η ) αγωγή και η ένδικη 2η στη σειρά αγωγή έχουν διαφορετική ιστορική αιτία ως προς τον περιορισμό της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, που εμπεριέχεται στον όρο 14β του μισθωτηρίου συμβολαίου, για το επίδικο διάστημα, που είναι και το αντικείμενο, το οποίο όφειλε να ερευνήσει το Εφετείο της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ'αρ. 869/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που μόνον κατά το κεφάλαιο αυτό παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ,δηλαδή μόνο κατά τον 3ο λόγο της έφεσης εκ του άρθρου 409 ΑΚ.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα περί παραβίασης του δεδικασμένου, με το Α'σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Πλέον τούτων, η αιτίαση του Β'σκέλους του ίδιου αναιρετικού λόγου περί πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί επίσης, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, κατά το μέρος, που η αναιρεσείουσα Τράπεζα υπολαμβάνει, ότι η κρίση της υπ'αρ. 869/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου ως προς το προσήκον μέτρο της ποινής είναι μηδέν και σε κάθε περίπτωση είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Πιο συγκεκριμένα, η υπ'αρ. 869/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε, ότι ο όρος 14β του μισθωτηρίου συμβολαίου ήταν νόμιμος και ότι η αρχικά προσβαλλόμενη υπ'αρ. 5285/2015 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με το να απορρίψει κατ'ουσίαν την ένσταση του άρθρου 409 ΑΚ, που είχε προβάλει η Τράπεζα περί δυσαναλογίας της ποινικής ρήτρας, διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την αόριστη νομική έννοια της δυσανάλογα μεγάλης ποινής και ότι στα πλαίσια του προσήκοντος μέτρου αυτής, μεταξύ άλλων κριτηρίων, ερευνάται και η έκταση της παράβασης εκ μέρους της Τράπεζας της συμβατικής της υποχρέωσης έναντι των εκμισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά και ο βαθμός του πταίσματος αυτής, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ, που είναι ειδική διάταξη και όχι στα πλαίσια της γενικής διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ.
Ας σημειωθεί, ότι η ένσταση συντρέχουσας αμέλειας εκ του άρθρου 300 ΑΚ, που είχε επίσης προβάλει η Τράπεζα ,όπως δέχεται και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου της παραπομπής, είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη από την αρχικά προσβαλλόμενη υπ'αρ. 5285/2015 εφετειακή απόφαση και συνεπώς, η κρίση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ'αρ. 869/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την παραπάνω εφετειακή απόφαση (5285/2015), μόνον κατά το ερευνώμενο κεφάλαιο της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ, το οποίο ερευνάται και στην παρούσα δίκη.
Εξάλλου, το Εφετείο της παραπομπής συμμορφούμενο προς τις επιταγές της ΑΠ 869/2017 ερεύνησε, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ, το βαθμό πταίσματος της μισθώτριας Τράπεζας και τη ζημία των αναιρεσιβλήτων-εκμισθωτών από την πρόωρη λύση της μίσθωσης και δέχθηκε ότι ,παρά τις προσπάθειες των εκμισθωτών,που δεν ήταν προσχηματικές, το κτίριο δεν εκμισθώθηκε ενιαίως ή κατ'όροφο και ότι αυτοί απώλεσαν από την αιτία αυτή τα μισθώματα του επιδίκου χρονικού διαστήματος.
Επίσης, η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση για τον καθορισμό της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο συνεκτίμησε μεταξύ των λοιπών κριτηρίων, που ερεύνησε, το γεγονός ότι την καταγγελία μεταμέλειας επέβαλαν λειτουργικοί κυρίως λόγοι της μισθώτριας Τράπεζας για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της, στο νέο γειτονικό κτίριο, που αυτή είχε αγοράσει και τούτο πάντα στα πλαίσια έρευνας του βαθμού πταίσματος αυτής, σύμφωνα με την 409 ΑΚ,ως κριτήριο για τον προσδιορισμό του προσήκοντος μέτρου της ποινής ,συμμορφούμενη προς τις επιταγές της ΑΠ 869/2017.
Επομένως και το Β'σκέλος του 1ου λόγου αναίρεσης πρέπει επίσης, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ 34/1995 (άρθρα 12 του ν. 813/1978, 3 του ν. 2041/1992), όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 3853/2010 και, ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 1 και 2α ν. 4242/2014, αν πρόκειται για σύμβαση μίσθωσης που ρυθμίζεται από αυτό, "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση.
Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών". Με τη διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε προς προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθωσης, παρέχεται στο μισθωτή εμπορικής μίσθωσης το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφόσον, αφενός μεν, η μίσθωση παραμένει ενεργός και, αφετέρου, έχει παρέλθει διετία από την έναρξή της.
Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλητική προθεσμία έξι μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή εφάπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα κατά το χρόνο άσκησης της καταγγελίας (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 1012/2012, ΑΠ 213/ 2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ, "ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 405 του ίδιου Κώδικα, "η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι έγκυρος ο όρος του μισθωτηρίου, κατά τον οποίο, αν καταγγελθεί η μίσθωση, από τον μισθωτή, καθίστανται απαιτητά και ληξιπρόθεσμα όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, ενώ στην πραγματικότητα ο όρος αυτός αποτελεί συνομολόγηση ποινικής ρήτρας (ΑΠ 605/2010), που μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να έχει το χαρακτήρα γνήσιας ή και μη γνήσιας, η οποία οδηγεί σε διεύρυνση του πιο πάνω δικαιώματος του εκμισθωτή, με αύξηση του ποσού της αποζημίωσης, που πρέπει να του καταβληθεί για την περίπτωση που λυθεί η μίσθωση εξαιτίας της εν λόγω καταγγελίας και η οποία δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τη διάταξη του άρθρου 45 π.δ. 34/1995, που απαγορεύει την παραίτηση οποιουδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη από τα δικαιώματά τους κατά την κατάρτιση της μίσθωσης (ΑΠ 1664/2009).
Επισημαίνεται ότι και επί της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης ("κύριας") σύμβασης, αν και δεν ρυθμίζεται ειδικά στον ΑΚ, εφαρμόζεται αναλογικά και το άρθρο 409 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου αυτού (409 ΑΚ), "αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει.
Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσης σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά, που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως, το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.
Οι τυχόν μεταβαλλόμενες συνθήκες, μετά τη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας, που μπορεί να έχουν επίπτωση στο δυσανάλογο, θα πρέπει, επίσης, να ληφθούν υπόψη (πρβλ. και άρθρ. 388 και 288 ΑΚ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για την ορθή υπαγωγή στα παραπάνω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά.
Δεν ελέγχεται, όμως, ο προσδιορισμός του ποσού, κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (ΑΠ 98/2017, ΑΠ 1118/2015, ΑΠ 811/2013). Για τη σχετική κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος έκδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή της συζήτησης, μετά την οποία αυτή εκδόθηκε, ανεξάρτητα από το αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπόψη περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1439/2012, ΑΠ 605/2010).
Περαιτέρω, το άρθρο 409 ΑΚ αποτελεί έκφανση της αρχής της Αναλογικότητας, η οποία πλέον κατοχυρώνεται και συνταγματικά (άρθρο 25 παρ.1 εδ.α), αλλά και της αρχής περί απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΠολ17/1999) και τίθεται προς το συμφέρον του οφειλέτη της ποινικής ρήτρας, ως ρήτρας επιείκειας (ΑΠ 81/2004).
Συνεπώς, είναι διάταξη που περιέχει αξιολογήσεις πρωταρχικής βασικής και θεμελιώδους σημασίας για την δημόσια τάξη (ΑΠ ολ17/1999) και αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο, από το οποίο δεν χωρεί απόκλιση, ούτε διαφορετική συμφωνία, ούτε παραίτηση, παρά μόνον αφότου η αξίωση καταστεί απαιτητή, δηλαδή μετά την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας. Επομένως, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού, που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ ολομ. 9/2015, ΑΠ 89/2019).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998,ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).
Με τον 2ο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης (πιν.26) η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής με το να επιδικάσει συνολικά στους αναιρεσίβλητους- εκμισθωτές το ποσό των 162450 ευρώ κατά το αναλογούν μερίδιο καθενός , που αντιστοιχεί δήθεν στο ισόποσο των μισθωμάτων 10,5 μηνών ,αν και η αναιρεσείουσα μισθώτρια Τράπεζα είχε καταγγείλει την μίσθωση συννόμως λόγω καταγγελίας μεταμέλειας κατ'ενάσκηση νομίμου δικαιώματος αυτής, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 εδ.α του ισχύοντος Συντάγματος περί της Αρχής της Αναλογικότητας και όλως επικουρικά, τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι το ποσό, που, σύμφωνα με τις παραδοχές, επιδικάσθηκε ως ποινική ρήτρα, δεν υπερβαίνει καταφανώς το ποσό, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες εμπορικές μισθώσεις πολυετούς διάρκειας με μισθωτή τραπεζική εταιρεία. Εξάλλου, το Εφετείο της παραπομπής, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ, ερεύνησε την έκταση της συμβατικής παράβασης της μισθώτριας Τράπεζας κρίνοντας, ότι η καταγγελία μεταμέλειας ήταν δικαιολογημένη, πλην όμως ότι προκάλεσε ζημία στους εκμισθωτές ,οι οποίοι απώλεσαν τα μισθώματα του επιδίκου χρονικού διαστήματος, παρά τις προσπάθειες αυτών να εκμισθώσουν το μίσθιο, ενώ συγχρόνως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της την ωφέλεια αμφοτέρων των διαδίκων και ειδικότερα, της μεν μισθώτριας τράπεζας, που μετεγκαταστάθηκε σε δικό της γειτονικό κτίριο και δεν πλήρωσε τα οφειλόμενα συμφωνημένα μισθώματα, αλλά και την ωφέλεια των εκμισθωτών οι οποίοι, σύμφωνα με τις παραδοχές, εκτός από τον 1ο αναιρεσίβλητο, διαμόρφωσαν τον 4ο και τον 5ο όροφο σε κύρια κατοικία και συγχρόνως, ωφελήθηκαν τα ποσά για την αποκατάσταση των φθορών του κτιρίου από τη μη χρήση του ως μισθωμένο.
Επομένως, τα περιστατικά, που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αρκούσαν για να θεμελιωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη υπαγωγή, με την επί πλέον επισήμανση, ότι ο προσδιορισμός του ποσού, κατά το οποίο το Εφετείο της παραπομπής έκρινε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα, δεν ελέγχεται αναιρετικά, διότι αφορά εκτίμηση πραγμάτων και συνακόλουθα, οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος στο σύνολό του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015,ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 682/2014, ΑΠ 183/2014).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019).
Με τον 3ο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης (πιν.26) η αναιρεσείουσα μισθώτρια τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε, αφενός μεν ότι δεν βρέθηκε μισθωτής για το μίσθιο πενταόροφο κτίριο και αφετέρου, ότι ο 4ος και 5ος όροφος αυτού είχαν μετατραπεί σε κύρια κατοικία και συνεπώς, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είχε αποσβεστεί η αξίωση των εκμισθωτών - αναιρεσιβλήτων να αναζητήσουν ποινική ρήτρα, εφόσον από πρόθεσή τους πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση του 14β όρου του μισθωτηρίου συμβολαίου, διότι το μίσθιο έπαυσε έκτοτε να αποτελεί πράγμα (προς εκμίσθωση) και έτσι με την αντιφατική ως άνω αιτιολογία παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ περί πραγματικής πλήρωσης αίρεσης, άλλως επικουρικά την διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ περί πλασματικής πλήρωσης αίρεσης,με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή.
Ο ανωτέρω όμως αναιρετικός λόγος πέραν του ότι οι φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες δεν συνιστούν τέτοιες, εφόσον η μία παραδοχή δεν αναιρεί την άλλη (ή δεν αλληλοαναιρούνται) πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ'αρ. 562 αρ.2 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό, περί απόσβεσης της αξίωσης των εκμισθωτών αναιρεσιβλήτων για καταβολή ποινικής ρήτρας λόγω πλήρωσης από πρόθεσή τους της διαλαμβανόμενης αίρεσης του 14β όρου του ασφαλιστηρίου άλλως λόγω πλασματικής πλήρωσης αυτής ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως κριτήριο μείωσης της ποινικής ρήτρας το ότι οι 2ος, 3η και 4η αναιρεσείοντες ιδιοκατοικούν από το έτος 2006 στον 4ο και 5ο όροφο του μισθίου - ακινήτου δηλαδή ισχυρισμό που προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρέσεις της διάταξης αυτής. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο της παραπομπής, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ερεύνησε τον 3ο λόγο της έφεσης κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο της υπόθεσης από την υπ'αρ. 869/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αφορούσε τη μείωση της ποινικής (συμφωνημένης) ρήτρας στο προσήκον μέτρο, περιοριζόμενο κατά το παραπεμφθέν ενώπιόν του ως άνω κεφάλαιο της έφεσης και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι πρέπει να περιοριστεί η δυσανάλογα μεγάλη ποινή στο προσήκον μέτρο.
Συνεπώς, όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα με τον 3ο ως άνω αναιρετικό λόγο, πρέπει να απορριφθούν και ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη από 27-1-2010 (αρ.κατ. 75/2020) αίτηση αναίρεσης (με αριθμό πινακίου 26) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα τράπεζα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 περ.Βδ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων- εκμισθωτών, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΙΙ.Περαιτέρω και αναφορικά με τους κατ'ιδίαν λόγους αναίρεσης της συνεκδικαζόμενης αντίθετης από 21-12-2018 (αρ.κατ. 981/2018) αίτησης αναίρεσης, με αριθμό πινακίου 29, των εκμισθωτών- εναγόντων, η οποία απευθύνεται κατά της ίδιας ως άνω απόφασης (4333/2018) του Εφετείου της παραπομπής, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με τον 1ο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης (πιν.29) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης περί του προσδιορισμού του προσήκοντος μέτρου της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, που είχε συμφωνηθεί με τον όρο 14β του μισθωτηρίου συμβολαίου και τη μείωση αυτής έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά του έτους 2011 και όχι του χρόνου συζήτησης της οριστικής εκκαλουμένης απόφασης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (29-2-2008), καθώς και γεγονότα του χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης στο Εφετείο της παραπομπής (17-4-2018) και έτσι παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, διότι τα αποδειχθέντα περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, το Εφετείο της παραπομπής δέχθηκε (βλ.σελ.10α της απόφασής του) ρητά, ότι για τον υπολογισμό της πραγματικής μηνιαίας μισθωτικής αξίας του κτιρίου στο ποσό των 9500 ευρώ, έλαβε υπόψη του το χρόνο συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είναι ο κρίσιμος χρόνος, δηλαδή στις 29-2-2008,όταν συζητήθηκε η 2η ένδικη αγωγή και εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ'αρ. 934/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς επίσης και προγενέστερα περιστατικά, που επιτρεπτά λαμβάνονται υπόψη, κατά τις περιστάσεις.
Ενδεικτικά, αναφέρεται η από 22-9-2005 εκτίμηση της αγοραίας μισθωτικής αξίας του ακινήτου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΑΞΙΕΣ ΑΕ ,τα κέρδη προ φόρων της αναιρεσείουσας τράπεζας από το έτος 2001 έως το έτος 2007 και συγχρόνως, προς ενίσχυση της κρίσης του, ότι η οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης τράπεζας υπερτερεί έναντι εκείνης των εκμισθωτών ανέφερε, ως επιχείρημα, ότι η αναιρεσίβλητη αποτελεί ένα από τα τέσσερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ελλάδος, στο οποίο συγχωνεύθηκε η αρχική μισθώτρια τράπεζα με την επωνυμία PROTON, η οποία τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης το έτος 2011 και ότι επίσης, αναφορικά με τα κέρδη της αναιρεσίβλητης μετά το έτος 2007, δεν προσκομίζονται οικονομικά στοιχεία.
Δηλαδή, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που ήταν μεταγενέστερα του κρίσιμου χρόνου, το Εφετείο της παραπομπής τα παραθέτει ως επί πλέον επιχειρήματα προς ενίσχυση της κρίσης του ότι η μισθωτική αξία ανέρχεται σε 9500 ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της ένδικης 2ης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συγχρόνως συνεκτίμησε, όπως όφειλε να πράξει, τις μεταβαλλόμενες ως άνω συνθήκες μετά τη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας, οι οποίες μπορούσαν να έχουν επίπτωση στη δυσαναλογία αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 του ΑΚ.
Συνεπώς, το Εφετείο της παραπομπής ορθά ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, στην οποία υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν και πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης αυτής,την οποία δεν παραβίασε ευθέως. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον 1ο αναιρετικό λόγο πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Με τον 2ο συναφή αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής, με το να κρίνει ότι η ποινική ρήτρα ήταν δυσαναλόγως μεγάλη και να προβεί στη μείωσή της, αν και όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, δεν διαπιστώθηκε κάποια μεταβολή των συνθηκών (οικονομικών κλπ.) μεταξύ του χρόνου συνομολόγησης της ποινικής ρήτρας και εκείνου της πρώτης επ'ακροατηρίω συζήτησης της αγωγής, δεδομένου ότι ουδεμία αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και την καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη διαπιστώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να προβεί σε μείωση της ποινικής ρήτρας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 409,388 και 288 ΑΚ ,διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων με υπαγωγή σ'αυτές των παραπάνω περιστατικών .
Ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ,διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας για την ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το Δικαστή ουσίας του αποδεικτικού υλικού, εφόσον το ποσό στο οποίο πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα κρίνεται ανελέγκτως αναιρετικά από το Δικαστή ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση όμως είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο της παραπομπής, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δέχθηκε ότι υπάρχει μεταβολή των συνθηκών, μετά την συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας με τον όρο 14β του μισθωτηρίου συμβολαίου, που επιβάλουν τον περιορισμό της στο προσήκον μέτρο, κατά τα οριζόμενα από τους ανωτέρω κανόνες δικαίου .
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 περ.β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.
Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος αυτού,οι αναιρεσείοντες αποδίδουν επίσης την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ,με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής 1) με το να κρίνει, ότι ο 2ος, 3η και 4η των αναιρεσειόντων ιδιοκατοικούν από το έτος 2006 στον 4ο και 5ο όροφο του μισθίου ακινήτου, ως κριτήριο για τη μείωση της ποινικής ρήτρας, αν και η ιδιοκατοίκηση δεν αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ,εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 409,200,281,288 και 330 του ΑΚ, διότι τα ανωτέρω περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ως άνω διατάξεων, τις οποίες παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη υπαγωγή. 2) με το να κρίνει ότι το ελεύθερο μηνιαίο μίσθωμα κατά τον κρίσιμο χρόνο ανερχόταν δήθεν σε 9500 ευρώ και όχι σε 14311,44 ευρώ και 14892,48 ευρώ μετά από την αναπροσαρμογή του αρχικού μηνιαίου μισθώματος, η οποία είχε συμφωνηθεί ελευθέρως με το μισθωτήριο συμβόλαιο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, την οποία παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη υπαγωγή .
Επίσης, με το Β'σκέλος του ίδιου ερευνώμενου 3ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες ψέγουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής 3) με το να κρίνει ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα κατήγγειλε τη μίσθωση κατ'ενάσκηση του νομίμου δικαιώματος της καταγγελίας μεταμέλειας, αν και αυτή,όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, δολίως κατά την κατάρτιση στις 17-9-2004 του μισθωτηρίου συμβολαίου τροποποίησης των όρων της μίσθωσης, απέκρυψε από τους αναιρεσείοντες-εκμισθωτές την αγορά και διαμόρφωση του ετέρου ακινήτου, ιδιοκτησίας της και την πρόθεσή της να καταγγείλει τη μίσθωση στερώντας από τους αναιρεσείοντες τη δυνατότητα να προετοιμαστούν έγκαιρα, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η κατάστρωση σχεδίου καταγγελίας αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. 4) με το να κρίνει επίσης ότι δήθεν οι αναιρεσείοντες ωφελήθηκαν τη δαπάνη αποκατάστασης των φθορών συνήθους χρήσης ,που θα υφίστατο το μίσθιο κτίριο, εάν συνεχιζόταν η μίσθωση , παραβίασε ευθέως το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο η δαπάνη αυτή αποκαθίσταται από τη μισθώτρια Τράπεζα ως φθορά από συνήθη χρήση.
Τέλος, με το Γ'σκέλος του ίδιου 3ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο της παραπομπής διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, με το να δεχθεί τα υπό στοιχείο 1 έως 4 προαναφερόμενα περιστατικά και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος,διότι γεννώνται αμφιβολίες, εάν αυτά πληρούσαν ή όχι το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 200,281,288 ,330 και 409 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.
Ο ανωτέρω 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις εξής διακρίσεις: οι αιτιάσεις του Α'σκέλος αυτού υπό στοιχείο 1, ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι το περιστατικό της ιδιοκατοίκησης αποτελούσε επιχείρημα προς ενίσχυση της κρίσης του Εφετείου της παραπομπής για τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας της δυσαναλογίας της ποινής και ειδικότερα, για να σταθμίσει τη ζημία και τα συμφέροντα των εκμισθωτών, που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, που ήταν ένα από τα κριτήρια για τη δυσαναλογία της ποινής.
Επίσης, η υπό στοιχείο 2 αιτίαση του Α'σκέλους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η κρίση του Δικαστή ουσία για τον προσδιορισμό του ύψους της ποινής, που πρέπει να μειωθεί είναι εκτίμηση πράγματος και συνεπώς ανέλεγκτη αναιρετικά κατ'αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ. Εξάλλου ο 3ος λόγος αναίρεσης ,κατά το Β'σκέλος του, αναφορικά με τις αιτιάσεις 3 και 4 πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις περί δήθεν παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, για την δόλια κατάστρωση σχεδίου καταγγελίας μεταμέλειας από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα και περί αποκατάστασης των φθορών του μισθίου κτιρίου από αυτήν ,πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ζήτημα της καταγγελίας μεταμέλειας εκ μέρους της Τράπεζας και δεν αφορούν την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Τέλος, το Γ'σκέλος του ίδιου 3ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί επίσης, ως απαράδεκτο, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ζημίας των εκμισθωτών και αντίστοιχα του οφέλους αυτών από την ιδιοκατοίκηση, ως προς το ύψος της ποινής ,της έκτασης της παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης τράπεζας και της ζημίας ή του οφέλους αυτής λόγω των φθορών του μισθίου, οι αναιρεσείοντες εκμισθωτές επιδιώκουν να πλήξουν την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ'αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.
Α.Π. 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ131/2015, ΑΠ1341/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).
Με τον 4ο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης (πιν.29) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ. α και β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής Α) με το να δεχθεί τα περί ιδιοκατοίκησης του 4ου και 5ου ορόφου του μισθίου ακινήτου από τους αναιρεσείοντες και περί της δήθεν έκτοτε αντικειμενικής αδυναμίας της αναιρεσίβλητης τράπεζας να εξεύρει μισθωτή, για να απαλλαγεί από την ποινική ρήτρα, διότι το μίσθιο κτίριο δεν αποτελούσε πλέον μίσθιο πράγμα, καθώς επίσης, ότι δήθεν οι αναιρεσείοντες ωφελήθηκαν τη δαπάνη για την αποκατάσταση των φθορών συνήθους χρήσης του μισθίου κτιρίου, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη τράπεζα και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης, ενώ επίσης Β) δεν έλαβε υπόψη του πράγμα, που προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες, με τις από 16-4-2018 προτάσεις τους και ειδικότερα τον αυτοτελή ισχυρισμό τους, ότι το κτίριο δεν ιδιοκατοικήθηκε, αλλά ότι ήταν εντελώς κενό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης .
Ο λόγος αυτός επίσης πρέπει να απορριφθεί ,κατά μεν το Α'σκέλος του ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρετικές αιτιάσεις δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά αποτελούσαν επιχειρήματα του Δικαστή ουσίας προς ενίσχυση της κρίσης του ως προς τη ζημία των διαδίκων, που αποτελούσε ένα από τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του προσήκοντος μέτρου της ποινής.Κατά δε το Β'σκέλος του (περί κενού κτιρίου που δεν ιδιοκατοικείται) πρέπει επίσης να απορριφθεί, διότι η ανωτέρω αιτίαση αποτελεί αιτιολογημένο αρνητικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων εκμισθωτών προς αντίκρουση του 3ου λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, με τον οποίο αυτή ζήτησε τον περιορισμό της δυσανάλογης ποινής στο προσήκον μέτρο και υποστήριζε ότι οι εκμισθωτές δεν έχουν υποστεί ζημία ,αλλά αντίθετα ωφελήθηκαν από την ιδιοκατοίκησή τους στο μίσθιο κτίριο. Πιο συγκεκριμένα, οι εκμισθωτές-εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, για να αντικρούσουν τον ανωτέρω 3ο λόγο της έφεσης υποστήριζαν, ότι δεν ωφελήθηκαν, διότι το μίσθιο ήταν κενό.Η αιτιολογημένη όμως άρνηση δεν συνιστά πράγμα και δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η σχετική αιτίαση κατά το Β'σκέλος του 4ου αναιρετικού λόγου κρίνεται επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη. Με τον 5ο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν επίσης την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ,με την αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής με το να δεχθεί ότι το ελεύθερο αγοραίο μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου κτιρίου κατά τον κρίσιμο χρόνο από τις 28-9-2005 έως 28-2-2007 ανερχόταν στο ποσό των 9500 ευρώ και όχι στο ποσό των 14311,14 ευρώ και στο ποσό των 14892,48 ευρώ, όπως το τελευταίο ποσό διαμορφώθηκε μετά την αναπροσαρμογή του αρχικού μηνιαίου μισθώματος, ποσού 12000 ευρώ, κατά τα συμφωνημένα, έλαβε υπόψη του πράγμα, που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη τράπεζα.
Ο λόγος αυτός επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ), διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού για τον προσδιορισμό του ύψους της ποινής, που πρέπει να περιοριστεί στο προσήκον μέτρο. Η διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.α ΚΠολΔ ορίζει ότι, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, επιτρέπεται αναίρεση.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ`είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ`άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι`αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτά καθορίζει ο νόμος.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης στην περίπτωση που το δικαστήριο, εκτιμώντας, όπως δικαιούται, τις αποδείξεις, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία, γιατί η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ., για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου Κώδικα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος, που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 995/2014).
Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες ψέγουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.α ΚΠολΔ ,με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του Α) την από Νοεμβρίου 2017 έκθεση υπολογισμού αγοραίου μισθώματος της εταιρείας EUROBANK PROPERTY SERVICES, η οποία είναι θυγατρική της αναιρεσίβλητης και Β) την από 22-9-2005 εκτίμηση της μισθωτικής αξίας ακινήτου της εταιρείας ΑΞΙΕΣ ΑΕ, η οποία συντάχθηκε κατ'εντολή της αναιρεσίβλητης τράπεζας, αν και τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποτελούν γνωμοδοτήσεις ειδικών.
Με το συναφές Β'σκέλος του ανωτέρω 6ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες ψέγουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση, ότι με το να λάβει υπόψη του το Εφετείο της παραπομπής τα ως άνω υπό στοιχείο Α και Β έγγραφα,τα οποία δεν αποτελούσαν γνωμοδοτήσεις ειδικών, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών.
Ο λόγος αυτός, κατά το Α'σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η από Νοεμβρίου 2017 έκθεση και η από 22-9-2005 εκτίμηση είναι έγγραφα και αποτελούν αποδεικτικά μέσα κατά την διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, τα οποία το Εφετείο της παραπομπής συνεκτίμησε ελευθέρως κατ'αρ. 340 ΚΠολΔ μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως άλλωστε ρητά αναφέρει στη σελίδα 7α της απόφασής του.
Ο ίδιος 6ος λόγος αναίρεσης κατά το Β'σκέλος του είναι επίσης απορριπτέος, διότι το Εφετείο της παραπομπής δεν προσέδωσε στα ανωτέρω δύο έγγραφα- αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική ισχύ, αλλά τα συνεκτίμησε ελεύθερα (άρθρο 340 ΚΠολΔ), μαζί με τα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του περιορισμού της δυσανάλογα μεγάλης ποινικής ρήτρας.
Επομένως, ο 6ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με τον 7ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο της παραπομπής με το να δεχθεί, ότι η ποινική ρήτρα είναι δυσανάλογη ...<<λαμβανομένης υπόψη και της αντικειμενικής αδυναμίας της τελευταίας (δηλαδή της τράπεζας) να εξεύρει και να προτείνει στους ενάγοντες νέο μισθωτή για να απαλλαγεί της καταβολής της ποινικής ρήτρας με βάση το σχετικό όρο του μισθωτηρίου (14β)....>> διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της απόφασής του περί της δήθεν αντικειμενικής ως άνω αδυναμίας της τράπεζας και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζει την ουσιαστική διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου ,άλλως ως απαράδεκτος, διότι ,υπό την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης με ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την αντικειμενική αδυναμία της αναιρεσίβλητης τράπεζας να εξεύρει άλλο μισθωτή, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το Δικαστή ουσίας του αποδεικτικού υλικού και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτη ,διότι η ως άνω παραδοχή του Εφετείου της παραπομπής για το ανωτέρω ζήτημα αποτελούσε επιχείρημα και όχι αιτιολογία ,προς ενίσχυση της κρίσης του ως προς τη ζημία των εκμισθωτών από την αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης τράπεζας.
Με τον 8ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκμισθωτές αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο της παραπομπής με το να μειώσει την ποινική ρήτρα από το ποσό των 251698,08 ευρώ, που ισοδυναμούσε με τα καταβλητέα μισθώματα, σύμφωνα με τον όρο 14β του μισθωτηρίου συμβολαίου ,στο ποσό των 162450 ευρώ ,δηλαδή μείωση σε ποσοστό 35,5% παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί κατ'ουσίαν, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά αναφορικά με τον 2ο αναιρετικό (παρεμφερή) λόγο της αντίθετης συνεκδικαζομένης αναίρεσης της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ'αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ,κατά το μέρος που πλήττει την κρίση του Δικαστή ουσίας για το ύψος της ποινής, στο οποίο πρέπει να περιοριστεί η ποινική ρήτρα.
Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠλΔ και πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 10/2015). Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεων των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται επίσης, ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο ,μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο ,δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 268/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1677/2017). Με τον 9ο λόγο της αίτησης αναίρεσης (πιν.29), κατά το Α'σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες ψέγουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο της παραπομπής με το να κρίνει, ερμηνεύοντας τον όρο 14β του μισθωτηρίου συμβολαίου, ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι ,σε περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης, καταβλητέο θα είναι το ελεύθερο αγοραίο - πραγματικό μηνιαίο μίσθωμα και όχι το συμφωνηθέν ,το οποίο κατά την κρίση του ήταν μικρότερο του συμφωνηθέντος ,παραβίασε ευθέως, όπως ορθά εκτιμάται, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προβαίνοντας σε ερμηνεία της σύμβασης μίσθωσης, χωρίς όμως να προσφύγει στις ανωτέρω ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, διότι τα αποδειχθέντα περιστατικά δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Επίσης, με το συναφές Β'σκέλος του ίδιου 9ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο της παραπομπής με το να δεχθεί τα αναφερόμενα στο Α'σκέλος ερμηνεύοντας τον όρο 14β της μισθωτικής σύμβασης ως αποζημιωτική ποινή λόγω της καταγγελίας της μίσθωσης, που πρέπει να υπολογιστεί με βάση το ελεύθερο αγοραίο μηνιαίο μίσθωμα των 9500 ευρώ ,παραβίασε και εκ πλαγίου με μη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικές ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου.
Ο λόγος αυτός, κατ'αμφότερα τα σκέλη του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο της παραπομπής ερμήνευσε τον όρο 14β του μισθωτηρίου συμβολαίου περί μη γνήσιας ποινικής ρήτρας. Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο της παραπομπής δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια του όρου αυτού, ώστε να προβεί σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων μερών.
Αντίθετα, δέχθηκε ότι ο όρος αυτός ήταν σαφής και χωρίς κενά και, προκειμένου να προσδιορίσει την δυσαναλογία της μεγάλης ποινής και του μέτρου, που αρμόζει σ'αυτήν συνεκτίμησε το μέγεθος της συμφωνημένης ποινής (που ήταν οριστό και σαφές), με την αξία της αντιπαροχής ,την οικονομική κατάσταση των μερών, τα εκατέρωθεν συμφέροντα των συμβαλλομένων και την ωφέλεια αυτών, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη τις μεταβαλλόμενες συνθήκες, μετά την συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μείωσης της ποινής στο προσήκον μέτρο.
Επομένως δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια για τη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173-200 ΑΚ και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον 9ο αναιρετικό λόγο πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα στο σύνολό τους. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, για να ερευνηθεί, η κρινόμενη από 21-12-2018 (αρ.κατ. 981/2018) αίτηση αναίρεσης των εκμισθωτών, με αριθμό πινακίου 29, πρέπει επίσης να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης αυτής (άρθρο 495 παρ.3 περ.Βδ ΚΠολΔ) και λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τράπεζας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 27-1-2020 (αρ.κατ. 75/2020) αίτηση αναίρεσης (με αριθμό πινακίου 26) με την αντίθετη από 21-12-2018 (αρ.κατ. 981/2018) αίτηση αναίρεσης (με αριθμό πινακίου 29) κατά της υπ'αρ.4533/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών μετά την έκδοση της υπ'αρ. 869/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.
Απορρίπτει την από 27-1-2020 (αρ.κατ. 75/2020) αίτηση αναίρεσης (με αριθμό πινακίου 26) κατά της υπ'αρ. 4533/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης αυτής.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, που καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Απορρίπτει την από 21-12-2018 (αρ.κατ. 981/2018) αίτηση αναίρεσης, (με αριθμό πινακίου 29) κατά της ίδιας ως άνω υπ'αρ.4533/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν για την άσκηση της αναίρεσης αυτής.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων, που καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου