Legislator Giurisprudenza & Legislazione
974/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for one party but allows it for another in a traffic accident case.

Numero d'incarto 974/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the first appellant, M.M., who failed to appear in court without legal representation. Conversely, the Court allowed the appeal filed by the second appellant, an insurance company, regarding a traffic accident judgment. The court ruled that the first appellant's absence rendered the proceedings inadmissible, while the second appellant's appeal was deemed substantively valid due to errors in the lower court's analysis of liability and accident circumstances.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; The absence of a lawyer at the hearing renders the appeal inadmissible for that party, whereas a substantively valid appeal by a represented party leads to the annulment of the contested decision and remittal for further examination.

Parole chiave

Generato dall'IA
admissibility of appeal legal representation requirement traffic accident liability annulment of decision remittal to lower court costs allocation absence from hearing sicurezza stradale

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 974 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 974/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AIG EUROPE LTD" και ήδη "AIG EUROPE SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, ασκεί δε ασφαλιστική δραστηριότητα και στην Ελλάδα με Υποκατάστημα και κεντρικά γραφεία στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 4-2-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω τροποποίηση - μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ν. του Γ., χας Ν. Λ., 2) Κ. Λ. του Ν. και 3) Γ. Λ. του Ν., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Αποστολίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 347/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 9/2018, του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-3-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 2η των αναιρεσειουσών και οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-3-2018 (αρ.κατ. 25/2018) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της υπ’ αρ. 347/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία διορθώθηκε με την υπ' αρ. 9/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και έχει εκδοθεί με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ).

Kατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της. Εξάλλου, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 394/2019, ΑΠ 1023/2017, ΑΠ 1045/2017).

Περαιτέρω και πλέον των ανωτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος έως τη συζήτηση της υπόθεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα, που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, την ύπαρξη της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, αυτεπαγγέλτως πλέον οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη.

Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, θεωρείται, ότι ο αναιρεσείων δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται, ότι επιμελήθηκε τη συζήτηση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται πλέον η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Και τούτο, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 104 του ΚΠολΔ, κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως ότι, στη συνέχεια, θα αποδειχθεί ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 1048/2005, ΑΠ 16/2005, πρβλ. contra άποψη, σύμφωνα με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η αναίρεση ΑΠ 1059/2019, ΑΠ 233/2014, ΑΠ 240/2014 και ΑΠ 717/2010 κατά την οποία διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης για να προσκομιστεί το πληρεξούσιο).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 28-3-2018 (αρ. κατ. 25/2018) αίτηση για την αναίρεση της προαναφερόμενης υπ' αρ. 347/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί αρχικά στη δικάσιμο της 18-10-2019, με αριθμό πινακίου 10, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο της 22-5-2020, με αριθμό πινακίου 25,κατόπιν αιτήματος των αναιρεσιβλήτων (βλ εισαγωγικό φάκελο της υπόθεσης),κατά την οποία όμως η υπόθεση δεν συζητήθηκε λόγω έκτακτων συνθηκών ανώτερης βίας (κορωνοϊός).

Στη συνέχεια, με την από 15-7-2020 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος η υπόθεση προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως, για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο με αριθμό πινακίου 35. Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/30-5-2020 η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο γίνεται από το γραμματέα και επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων, ενώ η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιείται με ανάρτηση στο διαδίκτυο.

Εξάλλου, η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης και ο προσδιορισμός της αρχικής δικασίμου έγινε με την επιμέλεια αμφοτέρων των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, από την υπ' αρ. 25/2-4-2018 έκθεση κατάθεσης της αναίρεσης στο Εφετείο Θράκης προκύπτει, ότι αυτή κατατέθηκε από τη δικηγόρο, του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης, Χαρίκλεια Κιοσσέ, δια της από 7-3-2018 εξουσιοδοτήσεως του δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Ιωάννη Τσαμούρη, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ.

τη σελίδα 1β της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) και επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρείται αντίκλητος αυτών έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης έγινε για λογαριασμό και της απολειπομένης σήμερα 1ης αναιρεσείουσας, Μ. Μ., που επίσης φέρεται, ότι επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 1η αναιρεσείουσα, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, Παναγιώτη Βρεττού.

Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι ο παριστάμενος ως άνω δικηγόρος της 2ης αναιρεσείουσας, ήταν ο νομίμως διορισμένος πληρεξούσιος και της 1ης αναιρεσείουσας, κατ' αρθρ. 96 παρ. 3 ΚΠολΔ και ειδικότερα, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως συμβαίνει για την 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, η οποία, για την απόδειξη του ανωτέρω ζητήματος, προσκομίζει το με αρ.

…/…-3-2018 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κωνσταντίνου Χρήστου Κωνσταντίνου, εφόσον ειδικότερα η 1η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ώστε η ρητή κατά τον άνω τρόπο πληρεξουσιότητα προς τον παρασταθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο να καλυφθεί με προφορική δήλωση αυτής στο ακροατήριο. Επομένως, εφόσον η φερόμενη ως επίσης επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης 1η αναιρεσείουσα ερημοδικεί και ο δικηγόρος, που παραστάθηκε στο ακροατήριο προς υποστήριξη της αναίρεσης δεν είναι ο ίδιος, που κατέθεσε την αναίρεση, ούτε επίσης αποδεικνύει, ότι είναι ο νομίμως διορισμένος πληρεξούσιος αυτής, για να παρασταθεί στη σημερινή δικάσιμο, γεγονός, που αυτεπάγγελτα ερευνά το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 104 εδ.

β ΚΠολΔ), πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την 1η αναιρεσείουσα να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά την ορθότερη άποψη της νομολογίας, ως επιεικέστερης για τον απολειπόμενο διάδικο. Έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της 1ης αναιρεσείουσας και υπέρ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (ΑΠ ολ. 4/2013).

Κατόπιν τούτου, η αίτηση αναίρεσης, που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους νόμιμα παρισταμένους λοιπούς διαδίκους κατά τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρα 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από την επιτρεπτή κατ' αρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι, σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη στις 6-10-2011 και περί ώρα 14:25 στην οδό Μεραρχίας Σερρών, στην Κομοτηνή, στο ρεύμα πορείας προς Ξάνθη, το με αρ.

κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Μ. Μ. (1η αναιρεσείουσα, ως προς την οποία η συζήτηση της αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα) και του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, συγκρούστηκε με το ποδήλατο, που οδηγούσε στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ξάνθη ο Ν.

Λ., στενός συγγενής των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα, νόμιμος σύζυγος, όσο ζούσε της 1ης αναιρεσίβλητης και πατέρας του 2ου και του 3ου των αναιρεσιβλήτων. Ο ανωτέρω ποδηλάτης, κατά την πτώση του στο οδόστρωμα, τραυματίστηκε σοβαρά στην κεφαλή και αποβίωσε την επομένη ημέρα στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής <ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ>.

Οι συγγενείς του θύματος άσκησαν κατά του οδηγού και της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας την από 16-9-2013 (αρ.κατ. 134/2013) αγωγή, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Οι εναγόμενοι προς αντίκρουση της αγωγής προέβαλαν, επικουρικά, την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θύματος στην πρόκληση της σύγκρουσης σε ποσοστό 95% και στην έκταση του τραυματισμού του λόγω παράλειψης χρήσης κράνους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 83/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την σύγκρουση και τον εξαιτίας αυτής θανάσιμο τραυματισμό του θύματος ήταν το ίδιο το θύμα. Οι ενάγοντες- οικογένεια του θύματος άσκησαν στη συνέχεια την από 15-3-2016 (αρ.κατ.6/2016) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ'ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κρίνοντας, ότι αποκλειστικά υπαίτια της σύγκρουσης ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου, ενώ κατέγνωσε επίσης συντρέχουσα αμέλεια στο θύμα, σε ποσοστό 40% για τον θανάσιμο τραυματισμό του λόγω παράλειψης εκ μέρους του της χρήσης προστατευτικού κράνους.

Κατόπιν τούτου επιδίκασε στην χήρα του θύματος το ποσό των 30000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και σε κάθε τέκνο το ποσό των 25000 ευρώ για την ίδια αιτία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, το Εφετείο δέχθηκε ότι και τα δύο οχήματα εκινούντο στο ρεύμα πορείας προς Ξάνθη, ότι το θύμα ηλικίας 56 ετών προπορευόταν με το ποδήλατο, χωρίς να χρησιμοποιεί το προστατευτικό κράνος και κινούνταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ως άνω ρεύματος πορείας προς Ξάνθη, με πρόθεση να προσεγγίσει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ανωτέρω ρεύματος πορείας προς Ξάνθη και τελικώς την πρόσθετη άκρα αριστερή λωρίδα επί της εσοχής, που δημιουργούσε διασταύρωση, η οποία υπήρχε μπροστά από το σημείο της σύγκρουσης, στο ρεύμα πορείας προς Ξάνθη, ότι το ποδήλατο, προκειμένου να στρίψει προς τα αριστερά, κινήθηκε με χαμηλή ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 20 χλμ/ώρα, καταλαμβάνοντας θέση επί του αριστερού άκρου της δεξιάς λωρίδας του ρεύματος προς Ξάνθη, 20 μέτρα πριν τον σχηματισμό της ως άνω άκρας αριστερής λωρίδας, ότι η οδηγός του αυτοκινήτου, που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας προς Ξάνθη με ταχύτητα 65 χλμ/ώρα (με όριο τα 70 χλμ/ώρα), διέκρινε από απόσταση 100 μέτρων την κίνηση του ποδηλάτη, πλην όμως δεν ανέκοψε την ταχύτητά της και επιχειρώντας να προσπεράσει το ποδήλατο, που, σύμφωνα με τις παραδοχές, βρισκόταν στην ίδια λωρίδα και χωρίς να τηρήσει την απόσταση ασφαλείας από το ποδήλατο, που σύμφωνα με τις παραδοχές, εκινείτο ομόρροπα και παράλληλα με το αυτοκίνητο, προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του ποδήλατου, με αποτέλεσμα ο επιβάτης του να εκτιναχθεί και να καταπέσει στο οδόστρωμα, διαγώνια αριστερά.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016,ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001 ).

Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, oρίζεται ότι <οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους>.

Επίσης, α) κατά το άρθρ. 19 παρ 1,< ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς> β) κατά το αρθρ. 19 παρ. 2, <ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν γ) ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, .......

πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων>...(ΑΠ 301/2018). Κατά δε την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου 19 του Ν. 2696/1999 ορίζεται ότι ...<ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης, αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του>...Επίσης, κατά το άρθρο 21 παρ.1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ....<1.

ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι>...(ΑΠ 1747/2017)

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015,ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 53/2018, 198/2015).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ`είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ`άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, ως προς την οποία ερευνάται η αίτηση αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αρ. 728/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, με την οποία η ασφαλισμένη οδηγός του αυτοκινήτου, Μ. Μ., κηρύχθηκε αθώα για την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος και η οποία ήταν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο για το αποτέλεσμα της δίκης.

Με τον 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο Α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 19 παρ.7 του Ν. 2696/1999,διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς την δήθεν αποκλειστική υπαιτιότητα της ασφαλισμένης οδηγού του αυτοκινήτου, σύμφωνα με τα οποία τα εμπλακέντα οχήματα εκινούντο παράλληλα και ομόρροπα, δεν πληρούσαν το πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, η οποία προϋποθέτει, ότι ο οδηγός που κινείται πίσω από άλλο όχημα οφείλει να τηρεί αρκετή απόσταση ασφαλείας για την αποφυγή σύγκρουσης, καθώς επίσης Β) εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 και 2 του Ν. 2696/1999, για την κατάγνωση αποκλειστικής υπαιτιότητας στο θύμα, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ως άνω διάταξης.

Με τον συναφή 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς την κατάγνωση αποκλειστικής υπαιτιότητας στην ασφαλισμένη οδηγό του αυτοκινήτου και έτσι δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914, 300, 330 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.9 Ν.2696/1999 και αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1 και 19 παρ.1 έως 3 του ίδιου νόμου, στις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, με την επί πλέον επισήμανση ότι, αν και οι τελευταίες ως άνω διατάξεις δεν αναφέρονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο αυτού και συνεπώς, κατά τούτο ο ερευνώμενος 2ος αναιρετικός λόγος κρίνεται αρκούντως ορισμένος (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 425/2019).

Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την κίνηση -θέση των εμπλακέντων οχημάτων στο οδόστρωμα, πριν και μετά από τη σύγκρουση αυτών και ως προς την οδηγική συμπεριφορά των οδηγών, πριν και μετά από την σύγκρουση, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του ως προς τις συνθήκες τέλεσης του δυστυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλακέντων σ'αυτό οδηγών, αναφορικά με τα ερευνώμενα ζητήματα του 3ου αναιρετικού λόγου, που ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που οι διάδικοι καθορίζουν (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017) δέχθηκε τα ακόλουθα: ... "Την 6.10.2011 και περί ώρα 14:25' η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφ.

… Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, που ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία επί της οδού Μεραρχίας Σερρών στην Κομοτηνή, με κατεύθυνση προς τη δυτική έξοδο της πόλης προς Ξάνθη. Η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται με μονή διακεκομμένη γραμμή, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος εκάστου ρεύματος είναι 8 μ., είναι ευθεία με άριστη ορατότητα, το ρεύμα δε κυκλοφορίας στο οποίο κινούνταν η πρώτη εναγομένη ορίζεται από πεζοδρόμιο δεξιά και νησίδα αριστερά, η οποία δημιουργεί εσοχή με επιπλέον λωρίδα κυκλοφορίας, μήκους 110 μέτρων, πριν τον οδικό κόμβο με ρυθμίζοντες την κυκλοφορία φωτεινούς σηματοδότες για τους οδηγούς που επιθυμούν να στρίψουν αριστερά, η κατάσταση δε του οδοστρώματος κατά τον ως άνω χρόνο ήταν καλή, ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, οι συνθήκες φωτισμού ημέρας και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 70χλμ./ώρα, επισημαινόμενο με πινακίδα Ρ 32.

Την ίδια ώρα, ο συγγενής των εναγόντων Ν. Λ., ηλικίας 56 ετών, επιβαίνοντας στο ποδήλατό του, χωρίς να φορά προστατευτικό κράνος, προπορεύονταν της πρώτης εναγομένης και κινούνταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ιδίου ρεύματος κατεύθυνσης με την τελευταία και, προτιθέμενος να προσεγγίσει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και τελικώς τη λωρίδα επί της εσοχής προκειμένου να στρίψει αριστερά κινήθηκε με χαμηλή ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 20 χλμ./ώρα προς τα αριστερά καταλαμβάνοντας θέση επί του αριστερού άκρου της δεξιάς λωρίδας κατεύθυνσης 20 περίπου μέτρα πριν την έναρξη σχηματισμού της ως άνω εσοχής - τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας.

Η πρώτη εναγομένη, που κινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ιδίου ρεύματος πορείας με ταχύτητα περί τα 65 χλμ./ώρα, διέκρινε από απόσταση 100 μέτρων την κίνηση του ποδηλάτη από τη δεξιά προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πλην όμως συνέχισε την πορεία της με πολλαπλάσια του ποδηλάτου ταχύτητα την οποία δεν ανέκοψε παρά το γεγονός ότι πλησίαζε σε οδικό κόμβο και διασταύρωση και επιχειρώντας να προσπεράσει το ευρισκόμενο στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας προπορευόμενο ποδήλατο εξαιτίας έλλειψης της προσοχής περί την οδήγηση και χωρίς να τηρεί την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το κινούμενο ομόρροπα παραλλήλως όχημα επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της επί της αριστερής πλευράς του ποδηλάτου, στο ύψος του βραχίονα του πηδαλίου και του αριστερού άκρου ποδός του ποδηλάτη, ο οποίος εκτινάχθηκε και επέπεσε 2,5 περίπου μέτρα, διαγώνια προς τα αριστερά, προκαλώντας του κατάγματα βάσης και θόλου κρανίου, τραυματικό εγκεφαλικό οίδημα, τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία και κατάγματα τμημάτων του κρανίου και των οστών του προσώπου, τα οποία προκάλεσαν πολυοργανική ανεπάρκεια απότοκο εγκολεασμού εγκεφαλικού στελέχους σε έδαφος βαρειάς κρανειοεγκεφαλικής κάκωσης, εξαιτίας των οποίων ως μόνη ενεργή αιτία επήλθε ο θάνατός του την επόμενη ημέρα 7.10.2011 και περί ώρα 11:24, παρά το γεγονός ότι διακομίσθηκε στο Γ.

Ν. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ "ΣIΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ " και στη συνέχεια με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ αρχικά στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας και κατόπιν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ως άνω νοσοκομείου. Η αμελής οδηγική συμπεριφορά, η έλλειψη τροχοπέδησης και οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού προς τα αριστερά παρά τη διαπίστωση του προπορευόμενου ποδηλάτου επί του οδοστρώματος, η μη τήρηση της απόστασης ασφαλείας από αυτό ήταν παράνομες και αμελείς παραλείψεις της πρώτης εναγομένης που συνδέονται αιτιωδώς με τον τραυματισμό που επέφερε το θάνατο του συγγενή των εναγόντων.

Η εκτίναξη του ποδηλάτη επί του οδοστρώματος και δη 2,40 εκατοστά από την οριογραμμή του οδοστρώματος, τα βλαβέντα μέρη των συγκρουσθέντων οχημάτων (δεξί εμπρόσθιο φτερό και δεξιός καθρέπτης του αυτοκινήτου - σέλα και αριστερός καθρέπτης του ποδηλάτου, είναι στοιχεία ενδεικτικά της αμελούς συμπεριφοράς της.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών ανέκοψε την πορεία κίνησης της πρώτης εναγομένης κινούμενος αιφνίδια στο ρεύμα πορείας της προς τα αριστερά, διότι στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε στρέβλωση του σκελετού και της ζάντας τόσο του εμπρόσθιου όσο και του οπίσθιου τροχού του ποδηλάτου, εξαιτίας της μεγάλης διαφοράς του όγκου, του βάρους και της ταχύτητας των δύο οχημάτων.

Αντίθετα, εξαιτίας της, συνδεόμενης αιτιωδώς, αποδεδειγμένης παράβασης των άρθρων 12, 19 παρ. 1 και 7 του Κ.Ο.Κ., από την πρώτη εναγομένη προκύπτει με σαφήνεια ότι η οδηγός του αυτοκινήτου ευθύνεται για τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων. Συνυπαίτιος, ωστόσο για τον θανάσιμο τραυματισμό του κατά ποσοστό 40% είναι ο θανών, ο οποίος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, ενώ υπέστη σοβαρό τραυματισμό στην κεφαλή από τον οποίο επήλθε ο θάνατός του, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης συνυπαιτιότητας που πρότειναν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι.

Αντιθέτως κρίνοντας η πρωτοβάθμια απόφαση ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το θάνατό του ήταν ο θανών, έσφαλε και πρέπει οι σχετικοί 1°, 3ος, 4ος, 5ος λόγος της υπό κρίση έφεσης να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι....".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος ήταν η ασφαλισμένη από την αναιρεσείουσα οδηγός του αυτοκινήτου, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις για τις οποίες αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 ΑΚ, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 έως 3 και 7 του Ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ επίσης εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 και 2 του ίδιου νόμου, διότι διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης της σύγκρουσης και την συμπεριφορά των οδηγών, που αλληλοαναιρούν το αποδεικτικό της πόρισμα και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούν το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου και της μη εφαρμοσθείσας ως άνω διάταξης νόμου, τους οποίους επομένως παραβίασε εκ πλαγίου στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε Α) αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη θέση των εμπλακέντων οχημάτων στο οδόστρωμα, διότι, αφενός μεν δέχθηκε ότι το ποδήλατο εκινείτο στο αριστερό άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Ξάνθη και το αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα του ίδιου ρεύματος πορείας προς Ξάνθη, δηλαδή, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές τα δύο οχήματα εκινούντο παράλληλα και ομόρροπα και εντελώς αντιφατικά, σε άλλο σημείο της απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το αυτοκίνητο δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας ποδήλατο, στην οποία επίσης κατά τις παραδοχές εκινείτο το αυτοκίνητο, δηλαδή στην αριστερή λωρίδα του ίδιου ρεύματος πορείας προς Ξάνθη.

Επίσης, διέλαβε Β) ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και την συμπεριφορά των οδηγών, διότι 1) αν και δέχθηκε ότι ο ποδηλάτης κινήθηκε προς τα αριστερά, δεν προσδιορίζει, εάν αυτός κατά την ανωτέρω αλλαγή κατεύθυνσης του ποδήλατου προς τα αριστερά, βεβαιώθηκε, ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, ούτε, εάν κατέστησε έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή προς τους όπισθεν κινούμενους οδηγούς, όπως το αυτοκίνητο, κατά τις παραδοχές. 2) δεν προσδιορίζει πόση απόσταση μεσολαβούσε μεταξύ των δύο οχημάτων, τη χρονική στιγμή, που ο ποδηλάτης ολοκλήρωσε την κίνησή του προς τα αριστερά, για να αλλάξει κατεύθυνση και να προπορευθεί του αυτοκινήτου, σύμφωνα επίσης με τις παραδοχές. 3) δεν προσδιορίζει, πόσο απείχε ο κόμβος και η διασταύρωση από το αυτοκίνητο, αν και κατέγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα στην ασφαλισμένη οδηγό του αυτοκινήτου, διότι, κατά τις παραδοχές, αυτή συνέχισε την πορεία της, με ταχύτητα περίπου 65 χλμ/ώρα, την οποία δεν μείωσε, αν και πλησίαζε τον παραπάνω κόμβο-διασταύρωση.

Όλα τα ανωτέρω ζητήματα είναι ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και την κατάγνωση της υπαιτιότητας, προκειμένου να ελεγχθεί, εάν το ποδήλατο εκινείτο ομόρροπα ή εάν προπορευόταν του αυτοκινήτου, όπως επίσης, εάν κινήθηκε ξαφνικά προς τα αριστερά και απέφραξε την πορεία του αυτοκινήτου και εάν επίσης, κατ' αντικειμενική κρίση του μέσου επιμελούς οδηγού η ασφαλισμένη οδηγός του αυτοκινήτου είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει έγκαιρα με αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδη ή εάν αυτή από αμέλεια δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον ποδηλάτη, όταν αυτός άλλαξε κατεύθυνση προς τα αριστερά, αλλά συνέχισε χωρίς προσοχή και σύνεση την πορεία της με την ίδια ταχύτητα με αποτέλεσμα να επιπέσει στο ποδήλατο. Επομένως βάσιμα παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον 3ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό, που αφορά τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και την κατάγνωση της υπαιτιότητας.

Περαιτέρω με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού 3ου αναιρετικού λόγου οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η έρευνα του 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ και του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, που επίσης αποβλέπουν στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη 2η αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που δίκασε την υπόθεση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ), για να ερευνηθεί περαιτέρω. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που η ως άνω αναιρεσείουσα έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Βδ' ΚΠολΔ).Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-3-2018 (αρ. κατ. 25/2018) αίτησης αναίρεσης ως προς την 1η αναιρεσείουσα, που απευθύνεται κατά της υπ' αρ. 347/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Αναιρεί την υπ' αρ. 347/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως έχει διορθωθεί με την υπ' αρ. 9/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, ως προς τη 2η αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τη 2η αναιρεσείουσα, για να ερευνηθεί περαιτέρω, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η ως άνω αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης.

Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης 2ης αναιρεσείουσας-ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ