Legislator Giurisprudenza & Legislazione
974/2018 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees, ruling costs equal to reduced legal aid due to 20% reduction for appeal.

Numero d'incarto 974/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Court of Crete's decision. The lower court had rejected the company's claim for legal aid reimbursement while accepting the individual's claim. The court ruled that the costs awarded to the individual were identical to the reduced legal aid amount because the individual's lawyer was granted a 20% reduction for the appeal stage.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Article 58(4)(b) of the Lawyers Code: When a party is awarded court costs equal to the reduced legal aid amount due to a 20% reduction for appeal, the opposing party is not entitled to additional costs beyond that sum.

Parole chiave

Generato dall'IA
legal aid reduction court costs allocation appeal stage fees lawyer remuneration civil procedure costs legal aid reimbursement opposing party liability obbligo di notifica in borsa

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 58(4)(b) of the Lawyers Code
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 974 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 974/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Δριγιαννάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2016 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/9/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, 21/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις από 7-3-2016 και 2-3-2016 εφέσεις των διαδίκων κατά της, επίσης εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία, 63/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η από 17-9-2014 πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος παρέμβαση της "..." και έγινε δεκτή, εν μέρει, κατ’ ουσίαν η από 9-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 2-3-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την από 7-3-2016 έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό 35.000 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων από την επίδοση της αγωγής. Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: 1) η ανθρώπινη συμπεριφορά, 2) ο παράνομος χαρακτήρας αυτής, 3) η υπαιτιότητα, 4) η επέλευση ζημίας και 5) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Για την έννοια του παρανόμου δεν είναι αναγκαίο η ανθρώπινη συμπεριφορά να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα, αλλά αρκεί ότι αυτή αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και τους σκοπούς του.

Ειδικότερα, το στοιχείο του παρανόμου θεμελιώνεται και σε περίπτωση αντίθεσης της πράξης στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ’ αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.

Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του, κατά τη διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο, εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ’ ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σε αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σε αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1198/2009).

Είναι δε αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 290/2011).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).

Υπό την συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές (ανωτέρω διατάξεις), θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν.2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" -και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή-, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα την σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή" συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Πρέπει, εξ άλλου, να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα, στο, κατωτέρω εκτιθέμενο, άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 865/2017). Περαιτέρω, με τις ισχύουσες κατά τον επίδικο χρόνο διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του ν.2843/2000 "Εκσυγχρονισμός των χρηματιστηριακών συναλλαγών, εισαγωγή εταιριών επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις", ρυθμίζονται η καταβολή από τον εντολέα στο μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών του τιμήματος χρηματιστηριακή συναλλαγής τοις μετρητοίς (άρθρο 1), οι προϋποθέσεις και οι όροι παροχή πίστωσης, από μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών προς πελάτη του για την εξόφληση του τιμήματος χρηματιστηριακής αγοράς μετοχών, που πραγματοποιεί για λογαριασμό του στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (άρθρο 2), η παροχή, στο μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών, ασφαλείας από τον πελάτη - επενδυτή για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την παροχή σ’ αυτόν πιστώσεων για την αγορά μετοχών (άρθρο 3), οι όροι και οι προϋποθέσεις δημιουργίας και διατηρήσεως του ονομαζόμενου "περιθωρίου" για την αγορά με πίστωση από τον επενδυτή μετοχών (άρθρα 4 και 5) και ο ειδικότερος καθορισμός, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, του περιεχομένου και του τύπου της συμβάσεως που υπογράφει το μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών με το πελάτη επενδυτή, οι κινητές αξίες που απαρτίζουν το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας για την κάλυψη του αρχικού περιθωρίου, η προθεσμία, ο τρόπος και κάθε άλλο ζήτημα καλύψεως του αρχικού ή του διατηρητέου περιθωρίου, οι όροι κεφαλαιακής επάρκειας, λειτουργικής και οργανωτικής επάρκειας του μέλους προκειμένου να παρέχει πιστώσεις και εν γένει κάθε θέμα, που αφορά την λειτουργία της παρεχομένης πιστώσεως (άρθρο 6).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 περ. β’ του ν.3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις", με τον οποίον ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2004/39 ΕΚ, όπως ίσχυε επίσης κατά τον επίδικο χρόνο, ως παρεπόμενη υπηρεσία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται και η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο.

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1, 3, 4, 5 και 10 του αυτού ως άνω νόμου, όπως επίσης ίσχυε κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο, ορίζονται ότι: "1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή....... 10. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις των ΕΠΕΥ που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 8, σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 10 του άρθρου 19 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ.".

Οι ανωτέρω υποχρεώσεις επιβάλλονται με τα άρθρα 19, 31 και 32 της, ενσωματωθείσης κατά τα προαναφερόμενα, στο εθνικό δίκαιο, Οδηγίας 2004/39 ΕΚ (γνωστής ως ...) και, καθόσον αφορά τις ανωτέρω επιβαλλόμενες στις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών υποχρεώσεις της πληροφόρησης και έρευνας της συμβατότητας του ιδιώτη επενδυτή για την συγκεκριμένη επενδυτική υπηρεσία, εξειδικεύονται περαιτέρω, με τα άρθρα 12 και 13 της ισχύουσας, επίσης κατά τον επίδικο χρόνο, 1/452/1-1-2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία εκδόθηκε βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 25 παρ. 10 του ν. 3606/2007 για την εξειδίκευση των υποχρεώσεων επαγγελματικής συμπεριφοράς σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα του άρθρου 19 παρ. 10 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (...).

Εξ άλλου, με την ισχύουσα κατά τον επίδικο χρόνο ΚΥΑ Ζ1-699/2010 (ΦΕΚ Β’ 917/23.06.2010) "Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την Κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν.2251/1994, ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2008/48/ΕΚ.

Με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. η’ της ως άνω αποφάσεως ορίζεται, ότι του πεδίου εφαρμογής της εξαιρούνται "οι συμβάσεις πίστωσης, οι οποίες συνάπτονται με επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) ή ανώνυμες εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ) όπως ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1 και 2 αντίστοιχα του ν. 3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 195 Α/17-8-2007) ή με πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παρ.

Ια του ν. 3601/2007 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ 178 Α 71-8-2007), με σκοπό την παροχή της δυνατότητας στον επενδυτή να διενεργήσει συναλλαγή σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 3606/2007 εφόσον η ΕΠΕΥ, η ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα που χορηγεί την πίστωση συμμετέχουν στην εν λόγω συναλλαγή".

Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα εξής: Α) ότι στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών η εταιρεία, οφείλει, και στις περιπτώσεις παροχής πιστώσεων για την αγορά μετοχών, να προβαίνει στον έλεγχο συμβατότητας και καταλληλότητας, όπως αυτός προσδιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 4 και 5 του ν.3606/2007 και εξειδικεύεται περαιτέρω στα άρθρα 12 και 13 της 1/452/1-11-2007 Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που, όπως προαναφέρεται, εκδόθηκε βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 25 παρ. 10 του ν.3606/2007 για την εξειδίκευση των υποχρεώσεων επαγγελματικής συμπεριφοράς σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα του άρθρου 19 παρ. 10 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (...) και υπό το ανωτέρω περιεχόμενο δεν αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/39 ΕΚ.

Ο σκοπός δε που εξυπηρετούν οι ανωτέρω διατάξεις, είναι όχι μόνον η διευκόλυνση των επενδυτικών υπηρεσιών και η άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε όλη την Ευρώπη, αλλά και η διασφάλιση των συμφερόντων ιδία του ιδιώτη επενδυτή κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τις ΑΕΠΕΥ. Εν όψει του σκοπού αυτού, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, οι ανωτέρω διατάξεις του ν.2843/2000 για την παροχή πιστώσεων ή δανείων από ΑΕΠΕΥ, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο που ίσχυαν, αποσκοπούσαν μόνον στην κρίσιμη, για την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, διασφάλιση των συμφερόντων των ΑΕΠΕΥ και όχι στην προστασία των επενδυτών με τον περιορισμό της ελευθερίας τους να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις, και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της παροχής πιστώσεων για την αγορά μετοχών, αποκλείεται η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 25 του ν.3606/2007 και η εταιρεία, κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών της σε ιδιώτη επενδυτή δεν οφείλει να προβαίνει σε έλεγχο συμβατότητας και καταλληλότητας, όπως αυτός προσδιορίζεται από τις διατάξεις αυτές.

Η παραδοχή της τελευταίας αυτής απόψεως θα άφηνε εντελώς απροστάτευτο τον στερούμενο ειδικών γνώσεων της κεφαλαιαγοράς ιδιώτη επενδυτή, ενώ θα καθιέρωνε το εντελώς ανεύθυνο της ΑΕΠΕΥ ακόμη και αν η προσγενόμενη στον επενδυτή ζημία οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητά της. Η παραβίαση δε από τις ΑΕΠΕΥ της, προβλεπόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις του ν.3606/2007, υποχρεώσεώς της αυτής, αποτελεί παράνομη πράξη και, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, παρέχει αξίωση αποζημιώσεως από το άρθρο 914 ΑΚ (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013) και Β) ότι, και στις ανωτέρω περιπτώσεις παροχής πιστώσεων για την αγορά μετοχών, κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών από ΑΕΠΕΥ, δεν αποκλείονται της εφαρμογής τους, υπό την συνδρομή των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, που καθιερώνουν αστική ευθύνη των προστηθέντων οργάνων της ΑΕΠΕΥ, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2251/1994, ενόψει του επιδιωκομένου με αυτές σκοπού, που είναι η προστασία του, θεωρουμένου, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ 3 του ν.2251/1994, καταναλωτή, ιδιώτη επενδυτή, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση, ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιοσδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθετήσεως του κεφαλαίου του (ΑΠ 2212/2014).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, όταν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται από την παντελή έλλειψη παραθέσεως μείζονος προτάσεως ή την ατελή ή αντιφατική παράθεση σε αυτήν των νομικών διατάξεων ή την ατελή ή αντιφατική αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου (ΑΠ 153/2001). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες, έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα εξής: ".....αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία είναι θυγατρική εταιρία του ομίλου της τράπεζας με την επωνυμία "...

Α.Ε." και αποτελεί Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ), η οποία έχει λάβει τη με αριθ. 6/149/1999 άδεια λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με την παροχή κύριων και παρεπόμενων επενδυτικών υπηρεσιών. Διατηρεί ηγετική παρουσία στην Ελλάδα στο χρηματιστηριακό χώρο και ευρύτατο δίκτυο καταστημάτων σ’ όλη τη χώρα στα πλαίσια της μητρικής τραπεζικής εταιρείας.

Αποτελεί κύρια επιλογή επενδυτικών οίκων του εξωτερικού και βασική επιλογή των κυριότερων Ελλήνων θεσμικών επενδυτών για τις χρηματιστηριακές τους συναλλαγές στην Ελλάδα. Στον τελευταίο ισολογισμό της, πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εμφάνιζε κέρδη 12.305.510 ευρώ. Ο ενάγων, Α.

Π., γεννήθηκε το έτος 1971 στο Ρέθυμνο Κρήτης, φοίτησε μέχρι την τάξη της Β Λυκείου (16 ετών) στον 5° κύκλο (ηλεκτρολογία και ηλεκτρονική τεχνολογία) στο λύκειο Ακρωτηρίου, απ" όπου αποφοίτησε τη σχολική χρονιά 1986 - 87 με γενικό βαθμό 13 και 7/12 και έκτοτε εγκατέλειψε την εκπαίδευση και απασχολήθηκε με την παραδοσιακή μουσική εργαζόμενος ως ωρομίσθιος εμπειροτέχνης δάσκαλος κρητικής λύρας στο μουσικό σχολείο Ρεθύμνου απασχολούμενος με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου τα σχολικά έτη 1995-96 έως 2006-07.

Στη συνέχεια, μη ανανεωθείσας της σύμβασης εργασίας του, απασχολήθηκε με τη γεωργία (δηλωθέν εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις για το οικονομικό έτος 2011, 2.891,56 ευρώ) και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες. Κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν εργαζόταν, αφού κρίθηκε ανίκανος για εργασία λόγω αναπηρίας.

Είναι κύριος αγροτικής έκτασης 43.204,68 τα μ στο Ρέθυμνο στη θέση ..., που έως τις 19-12-2015 εκμίσθωνε σε τρίτο πρόσωπο που την είχε εντάξει στο πρόγραμμα δάσωσης, του Καν ΕΟΚ 2080/92, με δένδρα χαρουπιάς, ενώ ο ίδιος, έκτοτε, λόγω της προαναφερόμενης αναπηρίας του δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί. Ο ενάγων αυτός ήταν πελάτης της μητρικής τραπεζικής εταιρείας στο υποκατάστημα του Ρεθύμνου, το οποίο επισκεπτόταν τακτικά, όπου το Μάρτιο του έτους 2012 δεχόταν προτάσεις για επένδυση των χρημάτων του στην εναγομένη ενόψει της πληροφόρησης για άνοδο των τιμών στο Ελληνικό χρηματιστήριο στο οποίο ήταν υποτιμημένες.

Πράγματι, ο ενάγων απευθύνθηκε στην εναγομένη και στον εκπρόσωπο της στο υποκατάστημα Ρεθύμνου, Ν. Μ., που ήταν ειδικός στα χρηματιστηριακά προϊόντα και του υποσχέθηκε ασφαλή επένδυση των χρημάτων του στο χρηματιστήριο με μεγάλες αποδόσεις, ενόψει του ότι το Ελληνικό χρηματιστήριο ήταν υποτιμημένο και αναμενόταν αύξηση των τιμών, γεγονός που θα είχε ευνοϊκό και σίγουρο αποτέλεσμα .

Για τον λόγο αυτό ο ενάγων πεισθείς στις προτροπές του άνω ειδικού υπαλλήλου, στις 8-3-2012, κατήρτισε με την εναγομένη σύμβαση (πλαίσιο) γενικών όρων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με αντικείμενο, μεταξύ άλλων και την κύρια, κατά τις παραδοχές της μείζονας σκέψης, επενδυτική υπηρεσία της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών συναλλαγών του Χρηματιστηρίου Αξιών σε χρηματοπιστωτικά μέσα αυτού (μετοχές), έλαβε δε αυτός κωδικό αριθμό επενδυτή και αριθμό μερίδας.

Στη συνέχεια και μετά από προτροπές του άνω υπαλλήλου, στις 23-7-2012, ο ενάγων κατήρτισε και την παρεπόμενη, κατά τις παραδοχές της μείζονας σκέψης, επενδυτική υπηρεσία σύμβασης παροχής πίστωσης για αγορά μετοχών σύμφωνα με τον Ν. 2843/2000 (margin account). Η σύμβαση αυτή κάλυπτε την παροχή πίστωσης από την εναγομένη στον ενάγοντα για την εξόφληση του τιμήματος χρηματιστηριακής αγοράς μετοχών που θα πραγματοποιούσε η εναγομένη στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος στο Χρηματιστήριο Αθηνών στο πλαίσιο της από 8-3-2012 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας λήψης , διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών του ενάγοντος προς την εναγομένη. .......Ο ενάγων δεν είχε ποτέ στο παρελθόν συνάψει τέτοιου είδους σύμβαση πίστωσης και αγνοούσε παντελώς την επικινδυνότητα και λειτουργία της και κατά τα προαναφερόμενα ήταν άτομο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Βέβαια, προγενέστερα είχε συνάψει σύμβαση με τη χρηματιστηριακή εταιρεία ..., μέλος του ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς, αλλά αυτή είχε ως αντικείμενο μόνο τη λήψη και διαβίβαση εντολών και αφορούσε, η συνεργασία του αυτή με την άνω εταιρεία, μικρό χρονικό διάστημα και μόνο την αγορά μετοχών χαμηλού κινδύνου και ρίσκου και κυρίως της Εθνικής Τράπεζας, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν επεδείκνυε προφίλ επιθετικό, αλλά συγκρατημένο και ισορροπημένο, όπως άλλωστε κρίθηκε στις 12-6-2012 στα πλαίσια προσυμβατικού ελέγχου από την προαναφερόμενη τράπεζα Πειραιώς κατά την κατάρτιση ης σχετικής σύμβασης με την τελευταία.

Γίνεται μνεία ότι το χαρτοφυλάκιο αυτό μετέφερε στην εναγομένη, στην έναρξη της συνεργασίας τους στα τέλη Ιουλίου 2012 , διότι πίστεψε στις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της περί σίγουρης απόδοσης και τοποθέτησης. Βάσει της ανωτέρω σύμβασης και στα πλαίσια της αρχικής σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ο ενάγων προέβη σε αγορά μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, της Εθνικής Τράπεζας, της Τράπεζας Άλφα και στις 13-9-2012 αγόρασε μετοχές του ....

Οι εντολές για την αγορά των μετοχών αυτών δίνονταν τηλεφωνικά από τον ενάγοντα και όσον αφορά την αγορά των μετοχών του ... προέκυψε ότι σ’ αυτήν προέβη στις 13-9-2012 μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την υπάλληλο της εναγομένης Μ. Κ., η οποία έλαβε και εκτέλεσε την εντολή για την αγορά 22.000 μετοχών του ... αντί 6,5543 € η μετοχή, ήτοι συνολικής αξίας συναλλαγής 144.193,12 ευρώ.......όσον αφορά την έννοια της σύστασης - συμβουλής, καθίσταται ολοφάνερο από την άνω συνομιλία ότι μεταξύ των μερών καταρτίστηκε έγκυρη άτυπη σύμβαση παροχής της κύριας επενδυτικής υπηρεσίας της παροχής επενδυτικής συμβουλής, αφού η ως άνω υπάλληλος παρείχε προσωπική συμβουλή στον ενάγοντα πελάτη, σχετικά με τη συναλλαγή αγοράς μετοχών του ... , δεδομένου ότι σαφώς η εν λόγω υπάλληλος δεν μετέδωσε μόνο κάποια πληροφορία ("γυμνά" πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν τη μετοχή του ...), αλλά εξέφρασε την άποψή της προς τον ενάγοντα αναφορικά με τη μελλοντική ενέργεια της αγοράς των μετοχών του ... .....λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές συνθήκες και προτρέποντάς τον για την υιοθέτηση της αγοράς των μετοχών αυτών προς το συμφέρον του παρέχοντας του όλες τις πληροφορίες που απαιτούντο για να λάβει την επενδυτική του απόφαση Εξάλλου, είναι αναμφισβήτητο ότι η σύσταση αυτή απευθύνθηκε προσωπικά στον ενάγοντα υπό την ιδιότητά του ως υφιστάμενου επενδυτή και ως κατάλληλη για το πρόσωπό του, αφορούσε δε σύσταση για αγορά μετοχών που δεν μεταδόθηκε μέσω διαύλων επικοινωνίας ή απευθύνθηκε στο κοινό.

Τούτα προκύπτουν χαρακτηριστικά και από την προηγούμενη αναφορά της υπάλληλου της εταιρείας προς τον συνάδελφό της όπου αναφέρει ότι θα του μιλήσει για τον ..., ήτοι θα του προτείνει προς το συμφέρον του την πρόταση αγοράς μετοχών του .... Στη συνέχεια δε, η εν λόγω υπάλληλος οριοθετεί εμμέσως πλην σαφώς το χρονικό διάστημα της προτεινόμενης επένδυσης .......

ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιεί ως επιχείρημα τη σύγκριση της πορείας της τιμής της μετοχής του ... σε σχέση με τις υπόλοιπες του δείκτη των είκοσι μετοχών στο χρηματιστήριο , αναφέροντας ότι έχει μείνει πίσω σε σχέση με τις άλλες και ενόψει της ιδιωτικοποίησης του συντρέχει συμφέρον του για αγορά ..... ενώ τέλος προτείνει στον ενάγοντα την εν λόγω επένδυση ενόψει της ρευστότητας που διαθέτει .....

Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν επρόκειτο για την επενδυτική υπηρεσία της σύστασης και συμβουλής κρίνεται παντελώς αβάσιμος. Όμως, τις αμέσως επόμενες ημέρες και κυρίως μετά τις 19-9-2012 η μετοχή του ... (αλλά και της τράπεζας Κύπρου) εκδήλωνε συνεχή πτωτική τάση, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός πίστωσης του ενάγοντος να εμφανίζει χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο και το ποσοστό περιθωρίου να διαμορφώνεται κάτω από το διατηρητέο περιθώριο, με αποτέλεσμα η εναγομένη να απαιτεί αυθημερόν από τον ενάγοντα να καλύπτει τη διαφορά (...) είτε με καταβολή μετρητών, με δέσμευση νέων στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας ή με ρευστοποίηση υφιστάμενων στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας.

Σε περίπτωση δε μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας συμμόρφωσης του γνωστοποίησε ότι, εντός τριών εργασίμων ημερών από τη σχετική προειδοποίηση, θα προέβαινε στις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση του διατηρητέου περιθωρίου, δηλαδή στην απ’ ευθείας εκποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του με προφανή τον κίνδυνο απώλειάς τους.

Ειδικότερα το χρεωστικό υπόλοιπο, η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου ασφαλείας και ο τρόπος κάλυψης της διαφοράς εμφαίνοντα στον παρακάτω πίνακα: ........ Συνολικά, ο ενάγων, προκειμένου να αποφύγει την, εις εκτέλεση της σύμβασης πίστωσης, απευθείας εκποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του από την εναγομένη, για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα έδωσε εντολή πώλησης (ρευστοποίηση) 134.540 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου (30.700 στις 20-9-2012, 19.840 στις 24-9-2012, 84.000 στις 25-9-2012) και 6.706 μετοχών του ...

και προέβη και σε καταθέσεις μετρητών. Τούτη ήταν βέβαια μία επενδυτική επιλογή του ενάγοντος, αλλά αυτή δεν διαμορφώθηκε ελεύθερα από τον ίδιο και επομένως δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα. Τουναντίον διαμορφώθηκε ενώ αυτός βρισκόταν σε κατάσταση κινδύνου και ανάγκης διάσωσης του χαρτοφυλακίου του και υπό τη σύσταση βέβαια των υπαλλήλων της εναγομένης και της πληροφόρησης που του παρείχαν, με την υπενθύμιση εκ μέρους τους ότι την ανάγκη εκποίησης των μετοχών του την επέβαλε ο νόμος βάσει της σύμβασης πίστωσης που είχε καταρτίσει.

Χαρακτηριστικές είναι οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες του ενάγοντος και αυτών στις 24-9- 2012, 25-9-2012 και 3-10-2012, από τις οποίες προκύπτει τόσο η ως άνω σύσταση των υπαλλήλων, αλλά και δύσκολη θέση του ενάγοντος για τη λήψη των κατάλληλων επενδυτικών επιλογών που τον οδήγησαν στη λήψη απόφασης για την πώληση των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, που δεν εμφάνιζε καλές προγνώσεις για το μέλλον σε σχέση με την μετοχή του ..., στην άνοδο της τιμής της οποίας υπολόγιζε ο ενάγων για να βοηθηθεί από την έξοδο από την κρίση στην οποία είχε περιπέσει.

Επίσης απ’ αυτές (συνομιλίες) προκύπτει και η άγνοια και η ελλιπής ενημέρωσή του ως προς το επενδυτικό αυτό προϊόν, αλλά και η έκπληξή του για τις συνέπειες της αγοράς του στη μείωση του επενδυμένου κεφάλαιό του. .....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καθαρή θέση του ενάγοντος, ενόψει και του ότι κατέθεσε διαδοχικά εξ ιδίων κεφάλαιο ύψους 116.888,96 ευρώ, ανερχόταν στις 30-9- 2012 σε 36.120 €, στις 31-10-2012 σε 62.554,48 €, στις 30-11-2012 σε 47.766.17 €, στις 31-12-2012 σε 53.382,41 € και στις 22-2-2013 σε 17.980,57 € και εν τέλει, αφού στις 24-1-2013 εξόφλησε με μετοχές χαρτοφυλακίου του (...), έκτοτε δεν απασχολήθηκε σε χρηματιστηριακές συναλλαγές (απώλεια κεφαλαίου του = 116.888,96 - 17.980,57 = 98.908,39 €, ήτοι απώλεσε το 84,62 % του κεφαλαίου του).

Ακόμη, τις ως άνω 400.000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, στις 15-9-2012, είχε συμφωνήσει ο ενάγων να ανταλλάξει με το 100% των μετοχών της μονοπρόσωπης εταιρείας "..." που κατείχε η ομόρρυθμη εταιρεία "...". Η πρώτη διέθετε όλες τις άδειες και εγκρίσεις για την ανέγερση , εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία φωτοβολταϊκού σταθμού ισχύος 500 kW στη θέση ..., παραγωγής σε ετήσια βάση 750.000 Kw/h ηλεκτρικής ενέργειας.

Η μεταβίβαση δε αυτή έπρεπε να συντελεστεί μέχρι της 15-10-2012 και αμέσως μετά τη σύνδεση του σταθμού με το δίκτυο της ΔΕΗ. Πλην όμως, ενόψει της προαναφερθείσας εκποίησης των μετοχών της τράπεζας Κύπρου, που άρχισε στις 20-9-2012, τούτη είχε σαν αποτέλεσμα την απομείωση του απαραίτητου αριθμού των μετοχών που κατείχε και την ματαίωση κατάρτισης της ως άνω σύμβασης στις 15-10-2012.

Τα ως άνω δύο γεγονότα προσέβαλαν την ψυχική υγεία του ενάγοντος , γεγονός για το οποίο θα γίνει λόγος ειδικότερα παρακάτω . Είναι προφανής λοιπόν η ζημία του τελευταίου από την εμπλοκή του με τα χρηματιστηριακά προϊόντα που του προσέφερε η εναγομένη. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι με την από 8-3-2012 σύμβαση ο ενάγων υπέγραψε τη σχετική εξουσιοδότηση προς την εναγομένη, έντυπο για τους επενδυτικούς κινδύνους και το έντυπο ανοίγματος χρηματιστηριακού λογαριασμού, έλαβε δε αυτός κωδικό αριθμό επενδυτή και αριθμό μερίδας.

Εντούτοις, από κανένα μέσο δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη προέβη σε επαρκή έλεγχο καταλληλότητας, αλλά και συμβατότητας των χορηγηθέντων χρηματοπιστωτικών μέσων και επιπλέον δεν έκρινε εάν ο ενάγων διέθετε την απαραίτητη πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσει του κινδύνους που ενείχαν τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι πριν τη σύναψη ή την παροχή των προσφερόμενων υπηρεσιών της προαναφερόμενης κύριας και παρεπόμενης επενδυτικής υπηρεσίας διαβίβασης, λήψης και εκτέλεσης εντολών και σύμβασης πίστωσης για αγορά μετοχών, δεν διενεργήθηκε εκ μέρους της εναγομένης ο αναφερόμενος στη μείζονα σκέψη προσυμβατικός έλεγχος συμβατότητας (άρθρο 25 παρ. 5 Ν 3606/2007) των εν λόγω υπηρεσιών, ώστε να κρίνει η εναγομένη εάν οι εν λόγω υπηρεσίες ήταν κατάλληλες για τον ενάγοντα αυτόν.

Επίσης, πριν τη σύναψη ή την παροχή της προαναφερόμενης επενδυτικής συμβουλής δεν διενεργήθηκε εκ μέρους της εναγομένης ο αναφερόμενος στη μείζονα σκέψη προσυμβατικός έλεγχος καταλληλότητας (άρθρο 25 παρ 4 Ν.3606/2007) της εν λόγω υπηρεσίας, ώστε να κρίνει η εναγομένη εάν η εν λόγω υπηρεσία ήταν κατάλληλη για τον ενάγοντα αυτόν.

Επίσης, πριν τη σύναψη όλων των προαναφερόμενων υπηρεσιών δεν προηγήθηκε σαφής, ακριβής και σε κατανοητή μορφή , ανάλογη με το μορφωτικό επίπεδο του ενάγοντος , πληροφόρησή του για τις προαναφερόμενες υπηρεσίες. Ειδικότερα, πριν τη σύναψη ή την παροχή των προσφερόμενων υπηρεσιών της προαναφερόμενης κύριας και παρεπόμενης επενδυτικής υπηρεσίας διαβίβασης, λήψης και εκτέλεσης εντολών και σύμβασης πίστωσης για αγορά μετοχών δεν προηγήθηκε έρευνα της εναγομένης με τη χρήση κατάλληλου λεπτομερούς ερωτηματολογίου για τη γνώση και την πείρα του ενάγοντος, ώστε να διαπιστώσει εάν ήταν σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους ιδίως της αγοράς μετοχών με μόχλευση, δεδομένου ότι δεν ερευνήθηκαν με τη χρήση κατάλληλων ερωτήσεων τα είδη των χρηματιστηριακών συναλλαγών με τα οποία ο ενάγων ήταν εξοικειωμένος, η φύση, ο όγκος και η συχνότητα των προγενέστερων συναλλαγών σε άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία σε χρηματοπιστωτικά μέσα καθώς και η χρονική περίοδο που αυτές πραγματοποιήθηκαν, όπως επίσης, δεν ερευνήθηκε με λεπτομέρεια, το μορφωτικό του επίπεδο και η κατ’ ιδία επαγγελματική δραστηριότητα του.

Πριν τη σύναψη της κύριας επενδυτικής υπηρεσίας, αλλά και της ως άνω παρεπόμενης, η εναγομένη ουδόλως έκαμε χρήση λεπτομερούς ερωτηματολογίου. Προέκυψε ότι όσον αφορά μόνο την παρεπόμενη υπηρεσία της σύμβασης πίστωσης, η εναγομένη έκαμε χρήση ενός ελλιπούς ερωτηματολογίου , το οποίο ήταν υπογεγραμμένο από τον ενάγοντα και συνόδευε ως παράρτημα

ΙΙ την εν λόγω σύμβαση, χωρίς να προκύπτει με βεβαιότητα εάν αυτό λήφθηκε πριν τη σύναψη της σύμβασης ή μετά, ενόψει του ότι ο νόμος θέλει την προστασία του επενδυτή ήδη όταν διαμορφώνει την απόφασή του πριν τη σύναψη και όχι μόνο όταν την έχει διαμορφώσει κατά τη σύναψη της σύμβασης. Το ερωτηματολόγιο αυτό είχε τίτλο δήλωση γνώσης, αποδοχής και ανάληψης κινδύνου από τη διενέργεια συναλλαγών με πίστωση, στο οποίο υποβαλλόταν μόνο γενικές ερωτήσεις (" ...διενεργείτε συναλλαγές στο ΧΑ και έχετε γνώση της λειτουργίας της αγοράς των μετοχών, μελετήσατε και κατανοήσατε το νομοθετικό καθεστώς που διέπει την αγορά των μετοχών και τους όρους της παρούσας σύμβασης, έχετε κατανοήσει την υποχρέωση κάλυψης περιθωρίων και συνεπειών από τη μείωση του περιθωρίου ασφαλείας και τη διαδικασία εκποίησης στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, είστε ενημερωμένος και αποδέχεσθε τον κίνδυνο που ενέχει η διενέργεια συναλλαγών με πίστωση, έχετε οικονομική δυνατότητα να διενεργείτε συναλλαγές με παροχή πίστωσης και σε περίπτωση κλεισίματος θα έχετε τη δυνατότητα να ανταποκριθείτε στις υποχρεώσεις σας, έχετε διενεργήσει στο παρελθόν αγορές αγαθών με πίστωση") και δινόταν μία απάντηση του ενάγοντος, με ένα ΝΑΙ ή ΟΧΙ, χωρίς καθόλου να ερευνώνται συγκεκριμένα και με λεπτομέρεια τα κατ’ ιδίαν είδη των επενδυτικών υπηρεσιών με τα οποία ήταν εξοικειωμένος ο ενάγων, ο όγκος, η συχνότητα και το χρονικό διάστημα των προγενέστερων συναλλαγών, το μορφωτικό του επίπεδο και η δυνατότητά του να κατανοήσει τους περίπλοκους όρους συναλλαγών με πίστωση με αναφορά συγκεκριμένης ερώτησης ή παραδείγματος για τη διαπίστωση του εάν πράγματι είναι ενημερωμένος και αποδέχεται τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, καθώς και συγκεκριμένες ερωτήσεις έρευνας ως προς τα εισοδήματα και την κατ ιδίαν περιουσιακή κατάστασή του.

Αόριστη ήταν και η δήλωση γνωστοποίησης ανάληψης κινδύνων που συνοδεύει την από 8-3-2012 σύμβαση πλαίσιο, στην οποία δεν γίνεται σαφής γνωστοποίηση που να αφορά τη σύμβαση παροχής πίστωσης για αγορά μετοχών, πέραν του ότι δεν προκύπτει εάν η γνωστοποίηση αυτή έγινε πριν τη σύναψη της σύμβασης στο προσυμβατικό στάδιο όπως απαιτείται.

Με το προαναφερόμενο αόριστο ερωτηματολόγιο και αόριστη δήλωση ήταν προφανής η προσπάθεια της εναγομένης να χρησιμοποιήσει τούτα μόνο ως αποδεικτικά στοιχεία για τη δήθεν ενημέρωση του και όχι για τη διενέργεια πραγματικού ελέγχου. Χαρακτηριστικό της προχειρότητας με την οποία λήφθηκε το εν λόγω έντυπο δήλωσης γνώσης αποδοχής και ανάληψης κινδύνου, είναι το γεγονός ότι στην τελευταία ερώτηση ο ενάγων ερωτάται αορίστως εάν έχει διενεργήσει στο παρελθόν αγορές αγαθών με πίστωση, χωρίς να εξειδικεύεται το είδος των αγαθών και το κυριότερο, στην απάντηση της εν λόγω ερώτησης, να σημειώνεται εκ μέρους του ενάγοντος, και το ΝΑΙ και το ΟΧΙ, χωρίς τούτο να αξιολογείται στη συνέχεια από την εναγομένη.

Εάν, όμως, η τελευταία πραγματοποιούσε κατάλληλο έλεγχο συμβατότητας, εύκολα θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι το προσφερόμενο επενδυτικό προϊόν της αγοράς μετοχών με πίστωση δεν ήταν συμβατό με τον συγκεκριμένο ενάγοντα, ο οποίος με βάση το μορφωτικό του επίπεδο και την έως τότε μικρή εμπειρία του, εντοπισμένη μόνο σε αγορές μετοχών χαμηλού ρίσκου τοις μετρητοίς και ουδόλως σε αγορές μετοχών με πίστωση, δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τους κινδύνους που ενείχε το προϊόν αυτό, που η αγορά του χρησιμοποιούσε τη τεχνική μόχλευσης.

Τεχνική, η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από επενδυτές (συνήθως μόνο θεσμικούς και ελάχιστα ιδιώτες) που είναι εξοικειωμένοι με αυτό το εργαλείο και γνωρίζουν τη λειτουργία του και όχι από απλούς, όπως ο ενάγων, ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι ενδεχομένη μείωση των τιμών των μετοχών θα έχει πολλαπλασιαστικές συνέπειες μείωσης του επενδυμένου κεφαλαίου , πολύ μεγαλύτερες και σοβαρότερες από ότι στην αγορά μετοχών τοις μετρητοίς, μέχρι και ολοκληρωτικής απώλειάς του, δεδομένου ότι λόγω χαμηλής εμπορευσιμότητας, όπως συνέβη στην προ κείμενη περίπτωση στη μετοχή της τράπεζας Κύπρου, είναι πιθανό να μην μπορεί ο επενδυτής να ρευστοποιήσει μια θέση σε ένα συγκεκριμένο τίτλο, αυξάνοντας την πιθανότητα να ρευστοποιήσει τη θέση πολύ δύσκολα και σε αρκετά χαμηλότερη τιμή, καθώς και ότι σε περίπτωση σημαντικών πτωτικών κινήσεων της αγοράς λόγω εκτάκτων γεγονότων, είναι πιθανό να ενεργοποιηθούν πολλά ...s με αποτέλεσμα τη διενέργεια αυξημένων ρευστοποιήσεων και κατά συνέπεια επιτάχυνση της πτωτικής κίνησης των τιμών και απώλειας χαρτοφυλακίου με συνέπεια τον υπέρμετρο δανεισμό.

Επίσης όφειλε, εάν πράγματι η εναγομένη ενεργούσε επαρκή και κατάλληλο έλεγχο διαπιστώνοντας την ασυμβατότητα του προϊόντος αυτού με τον ενάγοντα, να τον προειδοποιήσει για την ακαταλληλότητά του και εάν παρά ταύτα ο ενάγων το επέλεγε, τότε ο τελευταίος θα ήταν υπεύθυνος για τη ζημία που κατά τα παραπάνω του προξενήθηκε από την ενσυνείδητη πλέον επενδυτική επιλογή του.

Επίσης, η εναγομένη με τους υπαλλήλους της προέβη στην αναφερόμενη παραπάνω επενδυτική συμβουλή για την αγορά μετοχών του ... χωρίς ουδόλως προηγουμένως να διενεργήσει τον αναφερόμενο στη μείζονα σκέψη προσυμβατικό έλεγχο καταλληλότητας (άρθρο 25 παρ 4 Ν3606/2007) της εν λόγω υπηρεσίας, ώστε να κρίνει εάν η εν λόγω υπηρεσία ήταν κατάλληλη και ορθά προτεινόμενη για την περίπτωση του ενάγοντα αυτού, λαμβάνοντας πληροφορίες για τους επενδυτικούς του στόχους , ιδίως την προτίμησή του για την ανάληψη κινδύνου δη το ύψος ανάληψης αυτού, τους σκοπούς της επένδυσής του αυτής, δημιουργώντας το επενδυτικό του προφίλ και ερευνώντας συνάμα τα εισοδήματά του, την προέλευση αυτών, τα περιουσιακά του στοιχεία, περιλαμβανομένων και των ρευστών διαθεσίμων του και των τακτικών του υποχρεώσεων.

Αφού δεν έλαβε τις ως άνω πληροφορίες όφειλε η εναγομένη, κατά τις παραδοχές της μείζονας σκέψης, να μην προβεί στην παροχή της άνω επενδυτικής υπηρεσίας προς τον ενάγοντα πελάτη και να τον προστατέψει από την έκθεσή του στην επενδυτική επιλογή του να αγοράσει μετοχές του ... με πίστωση, επενδυτική επιλογή αντίθετη με το προαναφερόμενο ισορροπημένο επενδυτικό προφίλ του που τον εξέθετε κατά τα προαναφερθέντα στο κίνδυνο αγοράς μετοχών με μόχλευση, αντικείμενο στο οποίο δεν ήταν εξοικειωμένος και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει ότι ενδεχομένη μείωση των τιμών των μετοχών θα είχε τις προαναφερόμενες πολλαπλασιαστικές συνέπειες μείωσης του επενδυμένου του κεφαλαίου, κατά πολύ μεγαλύτερες και σοβαρότερες από ότι στην αγορά μετοχών τοις μετρητοίς για την οποία στο παρελθόν είχε ασχοληθεί.

Αν εναγομένη προέβαινε σε έλεγχο καταλληλότητας δεν θα του πρότεινε να αγοράσει μετοχές με πίστωση και επομένως ο ενάγων δεν θα προέβαινε στην εν λόγω επενδυτική ενέργεια, η οποία στη συνέχεια, ενόψει της πτώσης της αξίας των μετοχών του, στάθηκε η αφορμή για τη δημιουργία καταστάσεων ... και απώλειας μεγάλου μέρους του κεφαλαίου του κατά τα προαναφερθέντα.

Τέλος, η εναγομένη πριν τη σύναψη όλων των προαναφερόμενων υπηρεσιών δεν προχώρησε σε σαφή, ακριβή και σε κατανοητή μορφή, ανάλογη με το μορφωτικό επίπεδο του ενάγοντος, πληροφόρησή του για τις προαναφερόμενες υπηρεσίες όσον αφορά τη φύση τους και τους κινδύνους τους με επαρκείς λεπτομέρειες και παραδείγματα, ώστε να κατανοήσει τη λειτουργία τους για να λάβει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις και δη πληροφόρηση κινδύνων επεξηγώντας με παραδείγματα τη μόχλευση και την ενδεχόμενη συνέπεια απώλειας του επενδυμένου κεφαλαίου λόγω μεταβλητότητας των τιμών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αυξημένων υποχρεώσεων.

Ειδικότερα, ο ως άνω υπάλληλος της εναγομένης υποσχέθηκε στον ενάγοντα ασφαλή επένδυση των χρημάτων του με μεγάλες αποδόσεις ενόψει του ότι το Ελληνικό χρηματιστήριο ήταν υποτιμημένο και αναμενόταν αύξηση των τιμών, γεγονός που θα είχε ευνοϊκό και σίγουρο αποτέλεσμα , καλύτερο από την αγορά μετοχών τοις μετρητοίς που μέχρι τότε είχε κάμει, κεφάλαιο που σίγουρα θα έπαιρνε πίσω με υψηλή απόδοση.

Υπό τις συνθήκες αυτές ο ενάγων πείστηκε ν’ αποδεχτεί την πρόταση του ως άνω υπαλλήλου πιστεύοντας ότι θα πετύχαινε αυξημένες και σίγουρες ενόψει των χρηματοπιστωτικών συνθηκών αποδόσεις. Από τα χαρακτηριστικά του επενδυτικού προφίλ του ενάγοντος, προκύπτει ωστόσο, ότι αυτό που επιζητούσε ήταν μια τοποθέτηση των χρημάτων του σε ένα προϊόν, που ενόψει των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών συνθηκών, όπως του παρουσιάσθηκαν, θα του επέφερε καλές αποδόσεις και όχι σε ένα προϊόν που η λειτουργία θα μπορούσε να του επιφέρει πολλαπλασιαστικά απώλεια του κεφαλαίου του με ρίσκο πολύ μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο από ότι η αγορά μετοχών τοις μετρητοίς.

Αν είχε ενημερωθεί για τους κινδύνους, δεν θα είχε σε καμία περίπτωση επιλέξει τα επενδυτικά αυτά προϊόντα (διαβίβαση εντολών με παρεπόμενη σύμβαση την πίστωση για την αγορά μετοχών, αποδοχή επενδυτικής συμβουλής αγοράς μετοχών με πίστωση). Η ως άνω πληροφόρηση με τον τρόπο που έγινε, εκτός από ανεπαρκής θα χαρακτηρίζονταν και παραπλανητική, καθώς παραλείφθηκαν πληροφορίες τόσο ουσιώδεις, που αν ήταν γνωστές, θα είχαν οδηγήσει τον ενάγοντα πελάτη σε διαφορετική απόφαση.

Η εναγόμενη δηλαδή οδήγησε τον ενάγοντα στη λήψη απόφασης, εστιάζοντας στα σημεία που μπορούσε να καταλάβει ο τελευταίος (υψηλή απόδοση χωρίς μεγάλο ρίσκο) και παραλείποντας τις πληροφορίες εκείνες (φύση, κίνδυνοι), η γνώση των οποίων θα τον είχαν αποτρέψει από τη λήψη της απόφασης αυτής, ενώ η εναγόμενη δεν αποδεικνύει από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο ενάγων θα λάμβανε την ίδια απόφαση, ακόμη και εάν δεν είχε παραβεί την υποχρέωσή της για παροχή των απαραίτητων συμβουλών.

Κάτι τέτοιο δε συνέβη όμως, η αδιαφανής αυτή δράση της εναγομένης, που αποτελεί εμπορική πρακτική με αθέμιτο χαρακτήρα, καθόρισε ανεπίτρεπτα την πρόθεση του ενάγοντος για την επιλογή των εν λόγω προϊόντων, τα οποία, εάν είχε ορθά ενημερωθεί, εάν είχε προειδοποιηθεί για την ακαταλληλότητα της επενδυτικής συμβουλής και για την ασυμβατότητα της αγοράς με πίστωση, δεν θα τα είχε προτιμήσει.

Συνακόλουθα, υφίσταται και αιτιώδης συνάφεια της προαναφερόμενης ζημίας του ενάγοντος με τις άνω παραλείψεις της εναγομένης, ενώ είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της για συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος για τον λόγο δήθεν ότι η επιλογή των συμβάσεων αυτών, η αποδοχή της άνω επενδυτικής συμβουλής και των σε εκτέλεση αυτών στη συνέχεια εντολών αγοράς με πίστωσης, ήταν αποτέλεσμα ενσυνείδητης επενδυτικής επιλογής του και όχι αποτέλεσμα των άνω παραλείψεών της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 23-1-2013 ο ενάγων, συνεχίζοντας την εμπλοκή του στις χρηματιστηριακές συναλλαγές στην εναγομένη, στα πλαίσια της λογικής της ανάκτησης του χαμένου κεφαλαίου και άρα σε κατάσταση εγκλωβισμού του, ζήτησε την κατάρτιση νέας σύμβασης αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων εισηγμένων στην αγορά παραγώγων χρηματιστηριακών προϊόντων με την εναγομένη, η οποία τηρώντας, όμως πλέον, την υποχρέωσή της για έρευνα της συμβατότητας του προϊόντος αυτού με τον ενάγοντα, διαπίστωσε, μετά την άντληση πληροφοριών με τη χρήση περισσότερου λεπτομερούς ερωτηματολογίου, ότι ο ενάγων αυτός είναι ακατάλληλος του εν λόγω προϊόντος που δεν ανταποκρίνεται στην γνώση και την εμπειρία του, γεγονός για το οποίο προειδοποιήθηκε ο ενάγων και ο τελευταίος δεν προέβη στην κατάρτιση της σχετικής σύμβασης.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ακόμη ότι πριν την κατάρτιση της από 8-3-2012 σύμβασης πλαίσιο παροχής επενδυτικών υπηρεσιών τον ενημέρωσε πλήρως και του γνωστοποίησε ότι δεν υποχρεούται σε τήρηση της υποχρέωσης ελέγχου συμβατότητας, διότι κατά τον νόμο (άρθρο 25 παρ 6 Ν 3606/2007) ο έλεγχος αυτός δεν ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθεί, γιατί οι προσφερόμενες υπηρεσίες που παρέχονταν ήταν η λήψη και διαβίβαση ή εκτέλεση εντολών πελατών και η παρεπόμενη αυτών σύμβαση αγοράς με πίστωση, τον είχε δε ενημερώσει ότι αυτή (εναγομένη) δεν υποχρεούται να προβεί σε έλεγχο συμβατότητας για την παροχή των συγκεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών παραδίδοντας του πληροφοριακό πακέτο αποτελούμενο από τα έντυπα ... -Πολιτική βέλτιστης εκτέλεσης και ... - πληροφοριακό πακέτο , που εκδόθηκαν κατ’ επιταγές του Ν 3606/2007 και συνεπώς αυτός το μεν ενημερώθηκε πλήρως, το δε δεν καλύπτεται από τη σχετική προστασία.

Πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός που είναι, σύμφωνα με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 25 παρ 6 Ν 3606/2007, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι, το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη υπογεγραμμένο σχετικό έντυπο "Έντυπο συναίνεσης για ιδιώτες επαγγελματίες", στο οποίο αναφέρεται ότι ο επενδυτής δηλώνει ότι έχει παραλάβει και κατανοήσει το πληροφοριακό πακέτο της εναγομένης στα πλαίσια της εφαρμογής του Ν. 3606/2007 (για την πολιτική βέλτιστης εκτέλεσης εντολών), δεν φέρει ημερομηνία και ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ότι αυτό υπογράφηκε από τον ενάγοντα και του παραδόθηκε κατά τη σύμβαση της 8-3-2012, ώστε να καταλαμβάνει όλες τις προσφερόμενες επενδυτικές υπηρεσίες.

Κάτι τέτοιο δεν κατέθεσε ούτε ο με επιμέλεια της εναγομένης μάρτυρας, ούτε αποδεικνύεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Αρκεί να σημειωθεί ότι ακόμα και αυτό το έντυπο της από 8-3-2002 σύμβασης είναι παλαιό, συνταχθέν με βάση το προγενέστερο, και καταργημένο από το Ν 3606/2007, νομοθετικό καθεστώς του Ν 2396/96, ήτοι όχι κατά τα πρότυπα της ...

βάσει του νεότερου νόμου 3606/2006 που ενσωμάτωσε την οδηγία 2004/39/ΕΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που επιλήφθηκε σχετικής καταγγελίας του ενάγοντος δέχθηκε και αυτή, με την υπ’ αριθ 7/675/27-2-2014 απόφασή της, ότι: α) η εναγομένη δεν εφάρμοζε κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου, β) δεν είχε ενημερώσει τον ενάγοντα ότι δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του προσφερόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου, το δε ανωτέρω έντυπο "Έντυπο συναίνεσης για ιδιώτες επαγγελματίες", αφορούσε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση του ενάγοντος και της εναγομένης, η δε από 8-3-2002 σύμβαση δεν καταρτίστηκε με τα πρότυπα της ..., αλλά με βάση το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, γ) δεν προέβη στην κατηγοριοποίησή του, δ) του παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της παροχής επενδυτικών συμβουλών χωρίς να υπογραφεί μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση, ε) δεν του γνωστοποίησε εγγράφως την αύξηση του ποσοστού προμήθειας και εν τέλει της επέβαλε πρόστιμο ποσού, συνολικά, 20.000 ευρώ.

Συνακόλουθα, υφίσταται συμπεριφορά της εναγόμενης - προμηθεύτριας, παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας στον ενάγοντα - καταναλωτή και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας και άρα υπάρχει αξίωση αποζημίωσης, θεμελιωμένη, σύμφωνα με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης σε περισσότερες νόμιμες βάσεις και δη των άρθρων 298, 299, 914, 932 ΑΚ και 8 παρ 1, 9θ Ν 2251/1994.

Εξαιτίας, λοιπόν, των προαναφερόμενων γεγονότων, ο ενάγων το Σεπτέμβριο του έτους 2012, ενόψει της μείωσης της αξίας του χαρτοφυλακίου του, του χρέους του και του εγκλωβισμού του στο χρηματιστήριο άρχισε να εμφανίζει υποκειμενικό αίσθημα άγχους και έντασης, επίπονα ευερέθιστη διάθεση με συνυπάρχουσα δυσφορία, αυξημένη στοχοκατευθυνόμενη συμπεριφορά με εμμονική ενασχόληση με το χρηματιστήριο (στην προσπάθεια του να αναπληρώσει την απώλεια χρημάτων), ψυχοκινητική ανησυχία, αϋπνία, ιδέες αυτοκαταστροφής και πρόκλησης σωματικής και υλικής βλάβης σε τρίτους, κοινωνική απομόνωση , σημεία απόσυρσης και αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ.

Νοσηλεύθηκε από 30-7-2013 ως 2-8-2013 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης με συμπτώματα διπολικής συναισθηματικής διαταραχής τύπου II με μεικτό επεισόδιο (F 31.6) με ταχεία εναλλαγή υπομανιακών και καταθλιπτικών συμπτωμάτων και αγχώδη συμπτωματολογία, του χορηγήθηκε θεραπευτική αντιψυχωτική αγωγή και του συστήθηκε τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση την οποία ακολούθησε.

Νοσηλεύθηκε εκ νέου στο Γ.Ν Ρεθύμνου από 6-10-2014 έως 8-10-2014, λόγω διπολικής διαταραχής σε φάση μανίας με ακουστικές ψευδαισθήσεις, λογόρροια, μειωμένο βραδινό ύπνο και υπερκινητικότητα και του συστήθηκε συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής. Νοσηλεύθηκε εκ νέου, από τις 9-4-2016 έως 12-4-2016, στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, λόγω διπολικής διαταραχής τύπου I με επεισόδιο μικτό με συχνές εναλλαγές του συναισθήματος ψυχοκινητικής ανησυχίας και διάσπασης προσοχής ευρισκόμενος υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή, με τη σημείωση ότι η διπολική διαταραχή διακρίνεται σε τύπου I και II, ανάλογα με το είδος των επεισοδίων και δη αν πρόκειται για μανιακά ή υπομανιακά, η δε διαφορά που παρουσιάζουν μεταξύ τους αφορά τη βαρύτητα της διαταραχής της διάθεσης που μπορεί να κυμαίνεται στον χρόνο.

Στις 25-9-2014 ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος για εργασία μετά από πιστοποίηση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής επιτροπής του ΚΕ. Π.Α (Κέντρου πιστοποίησης αναπηρίας) με το ποσοστό της αναπηρίας του να ανέρχεται σε 67% για το διάστημα από 21-8-2013 έως 31-8-2016 οπότε και θα επανακριθεί, πάσχων από διπολική διαταραχή. Σημειώνεται ότι το οικογενειακό ιστορικό του ενάγοντος ήταν ελεύθερο ψυχικών παθήσεων ούτε δε ο ίδιος είχε προηγούμενο ιστορικό ψυχικών παθήσεων, αντίθετα μάλιστα, στις 15-2-2011, ενόψει της πρόσληψής του τότε στο ...

είχε εξεταστεί από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική επιτροπή και ψυχίατρο και είχε κριθεί ότι δεν πάσχει από μεταδοτική ασθένεια και ότι είχε υγεία και φυσική καταλληλότητα , στοιχεία που σε συνδυασμό με τα ιατρικά πιστοποιητικά εξέτασης του ενάγοντος καταδεικνύουν αβίαστα ότι η ως άνω πάθησή του οφείλεται στο σοβαρό ψυχοπιεστικό γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου που με τη σειρά του οφείλεται στην προαναφερόμενη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης (βλ.

ιδίως το υπ’ αριθ. πρωτ. .../28-3-2016 πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και την από 26-2-2013 ιατρική γνωμάτευση του ψυχίατρου Θ. Β.). Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, η οποία προκύπτει με βάση ιατρικά πιστοποιητικά τόσο από δημόσια νοσοκομεία όσο και από ιδιώτες ιατρούς, το Δικαστήριο κρίνει μη αναγκαία τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και για αυτό απορριπτέο ως αβάσιμο το σχετικό αίτημα που προβλήθηκε εκ μέρους της εναγομένης τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και κατ’ έφεση με σχετικό λόγο της έφεσής της.

Συνακόλουθα, ο ενάγων. λόγω της ανωτέρω προσβολής της ψυχικής του υγείας που επήλθε εξαιτίας της ως άνω παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση. Λαμβανομένων δε υπόψη: 1) των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη η αδικοπραξία και των συνεπειών αυτής στον ενάγοντα, στην ψυχική του υγεία και ηρεμία (ασφαλιστική αναπηρία και αδυναμία εργασίας, διάψευση προσδοκιών για την προαναφερόμενη αγορά φωτοβολταϊκού πάρκου), 2) του βαθμού της αμέλειας της εναγομένης (ασυνείδητη αμέλεια), 3) της έλλειψης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, 4) της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας και της ταλαιπωρίας που υποβλήθηκε για την έως σήμερα θεραπεία του, 5) της κατάστασης της υγείας του κατά τον κρίσιμο χρόνο (πρώτης συζήτησης της αγωγής), αφού όπως περιγράφηκε είναι ασφαλιστικά ανάπηρος (ποσοστό αναπηρίας 67%) υπό φαρμακευτική αντιψυχωτική αγωγή και αδυνατεί να ασκήσει βιοποριστική εργασία ούτε ακόμη και αυτή του αγρότη για να εκμεταλλευτεί την προαναφερόμενη έκταση ιδιοκτησίας του, 6) της περιουσιακής κατάστασής του και της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, όπως αυτές προαναφέρθηκαν στην αρχή της ελάσσονος σκέψης της παρούσας και 8) της συμπεριφοράς της μετά την τέλεση της πράξης, ενόψει ιδίως του ότι η εναγομένη δεν ικανοποίησε με τρόπο ικανοποιητικό το δικαίωμα πρόσβασης του ενάγοντος στα δεδομένα των καταγεγραμμένων τηλεφωνικών συνομιλιών..........προβάλλοντας προσκόμματα και καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να προσφύγει στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που τον δικαίωσε, υποχρεώνοντας την εναγομένη να του παράσχει τα σχετικά στοιχεία με την υπ’ αριθ πρωτ. .../6-6-2014 απόφασή της, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση, ότι για την εύλογη ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος απαιτείται η καταβολή του ποσού τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000,00) ευρώ και όχι του ποσού των τριακοσίων χιλιάδων (300.000,00) ευρώ, που αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, ή των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000,00) ευρώ που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του".

Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε, ως εν μέρει βάσιμο, τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο, που αφορούσε την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δέχθηκε, ως εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος και επεδίκασε σε αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία αυτή των προστηθέντων της εναγομένης.

το ποσό των 35.000 ευρώ, καταβλητέο νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της παράνομης συμπεριφοράς και υπαιτιότητας του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, της πρόκλησης ζημίας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, του προσδιορισμού του ύψους της και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 288, 297, 298, 300, 914, 932 ΑΚ, 25 παρ. 1-5 ν. 3606/2007, 8 και 9θ του ν. 2251/1994.

Με τις παραδοχές, ειδικότερα, ότι ο αναιρεσίβλητος, έχων γεννηθεί το έτος 1971, ήταν άτομο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, κατά τον χρόνο καταρτίσεως των εν λόγω συμβάσεων παροχής πιστώσεως από την αναιρεσείουσα ήταν απόφοιτος Β’ τάξεως λυκείου, είχε ασχοληθεί με την παραδοσιακή μουσική, είχε εργασθεί σε μουσικό σχολείο ως εμπειροτέχνης δάσκαλος κρητικής λύρας, είχε απασχοληθεί στην γεωργία και σε ανανεώσιμες πηγές ενεργείας, ότι ήταν πελάτης της μητρικής της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, ότι δεν είχε συνάψει ποτέ στο παρελθόν σύμβαση παροχής πιστώσεως ως η επίδικη και αγνοούσε παντελώς την λειτουργία και την επικινδυνότητά της, ότι δεν επεδείκνυε επιθετικό προφίλ αλλά συγκρατημένο και ισορροπημένο, ότι στις 23-7-2012 και στα πλαίσια της μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας καταρτισθείσης από 8-3-2012 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών αυτού προς την τελευταία, κατάρτισε μετά από προτροπές προστηθείσης προς τούτο υπαλλήλου της αναιρεσείουσας την εν λόγω μετά της τελευταίας (αναιρεσείουσας) παρεπόμενη σύμβαση παροχής πιστώσεως για την αγορά ανωνύμων μετοχών, που κάλυπτε την παροχή πιστώσεως από την τελευταία για την εξόφληση του τιμήματος χρηματιστηριακής αγοράς μετοχών, που αυτή θα πραγματοποιούσε επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ότι, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας περί βεβαίας και εξασφαλισμένης αποδόσεώς του, μετέφερε στην τελευταία το χαρτοφυλάκιό του, ότι προέβη στην αγορά των εν λόγω μετοχών του ...

κατόπιν προσωπικών συμβουλών και προτροπών προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας προς αυτόν ότι είναι κατάλληλη γι’ αυτόν υπό την ιδιότητα του επενδυτή, ότι, ενόψει του ότι μετά την 19-9-2012, οι εκ των μετοχών που κατείχε εκείνες του ... και της τράπεζας Κύπρου εκδήλωναν συνεχή πτωτική τάση, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός πιστώσεώς του να εμφανίζει χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο, το ποσοστό περιθωρίου να διαμορφώνεται κάτω από το διατηρητέο και αναιρεσείουσα να απαιτεί από αυτόν να καλύπτει αυθημερόν την διαφορά είτε με την καταβολή μετρητών είτε με δέσμευση νέων στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας ή με ρευστοποίηση υφισταμένων στοιχείων αυτού (χαρτοφυλακίου) και για να αποφύγει την, σε εκτέλεση της συμβάσεως πιστώσεως, εκποίηση μετοχών του χαρτοφυλακίου του απευθείας από την αναιρεσείουσα, προέβη σε ρευστοποίηση μετοχών και καταθέσεις μετρητών, με συνέπεια να απωλέσει το 84,62% του κεφαλαίου του, ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβη σε επαρκή έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των χορηγηθέντων στον αναιρεσίβλητο χρηματοπιστωτικών μέσων, ούτε έκρινε αν ο αναιρεσίβλητος διέθετε την απαραίτητη πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσει του κινδύνους που ενείχαν τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα, ήτοι δεν διενήργησε πριν την σύναψη ή την παροχή των προσφερόμενων υπηρεσιών της κυρίας και της παρεπόμενης επενδυτικής υπηρεσίας τον κατά το άρθρο 25 παρ. 5 του ν. 3606/2007, έλεγχο, ώστε να κρίνει αν οι εν λόγω υπηρεσίες ήταν κατάλληλες για τον αναιρεσίβλητο, ότι επίσης δεν διενήργησε (η αναιρεσείουσα) πριν από τη σύναψη της εν λόγω επενδυτικής συμβουλής τον κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του ν.3606/2007, έλεγχο, λαμβάνοντας πληροφορίες για τους επενδυτικούς στόχους του, την προτίμησή του για την ανάληψη κινδύνου, το ύψος αυτού τους σκοπούς της επενδύσεώς του, τα εισοδήματά του, την προέλευση αυτών τα περιουσιακά του στοιχεία και τις τακτικές υποχρεώσεις του, ώστε να κρίνει αν η εν λόγω επενδυτική υπηρεσία ήταν κατάλληλη για αυτόν (αναιρεσίβλητο), ότι πριν από την σύναψη των προαναφερομένων υπηρεσιών δεν προηγήθηκε από την αναιρεσείουσα σαφής, ακριβής και σε κατανοητή μορφή, ανάλογη με το μορφωτικό επίπεδό του, πληροφόρηση του αναιρεσιβλήτου για τις υπηρεσίες αυτές, με την χρήση καταλλήλου ερωτηματολογίου, καταλλήλων ερωτήσεων, για να διαγνωσθεί αν είναι σε θέση να διαγνώσει και να κατανοήσει τους κινδύνους ιδίως της αγοράς μετοχών με μόχλευση, ως και η γνώση του για τα είδη των χρηματιστηριακών συναλλαγών με τα οποία ήταν εξοικειωμένος, ότι αν η αναιρεσείουσα πραγματοποιούσε τον κατάλληλο έλεγχο συμβατότητας, ευχερώς θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι το ως άνω επενδυτικό προϊόν της αγοράς μετοχών με πίστωση δεν ήταν συμβατό με τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, με βάση το μορφωτικό επίπεδό του και την μικρή μέχρι τότε μικρή εμπειρία του, εντοπιζόμενη μόνον σε αγορές μετοχών χαμηλού ρίσκου τοις μετρητοίς και όχι με πίστωση, δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τους κινδύνους, ότι εάν είχε ενεργήσει τον έλεγχο αυτό η αναιρεσείουσα δεν θα του πρότεινε να αγοράσει με πίστωση τις εν λόγω μετοχές του ..., ότι από το επενδυτικό του προφίλ προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος, αυτό που επιζητούσε, ήταν μια τοποθέτηση των χρημάτων σε ένα χρηματιστηριακό προϊόν που θα του απέφερε καλές αποδόσεις και όχι σε ένα προϊόν που θα του απέφερε πολλαπλάσιες απώλειες του κεφαλαίου του, ότι, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η αναιρεσείουσα, με την όχι μόνον αδιαφανή, αλλά και παραπλανητική αυτή δράση της, οδήγησε τον αναιρεσίβλητο στην λήψη των ανωτέρω αποφάσεών του, παραλείποντας τις πληροφορίες εκείνες η γνώση των οποίων θα τον είχε αποτρέψει από την λήψη της απόφασης του αυτής, ότι οι ανωτέρω πράξεις και παραλήψεις των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας είναι παράνομες και υπαίτιες και συνδέονται αιτιωδώς με την προκληθείσα, περιουσιακού και μη περιουσιακού χαρακτήρα, ζημία του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ότι η ζημία αυτή είχε περαιτέρω συνέπεια την πρόκληση βλάβης της υγείας του, συνισταμένης στην εμφάνιση σε αυτόν, τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012, αισθήματος άγχους και έντασης, επίπονα ευερέθιστης διάθεσης με συνυπάρχουσα δυσφορία, αυξημένη στοχοκατευθυνόμενη συμπεριφορά με εμμονική ενασχόληση με το χρηματιστήριο, ψυχοκινητική ανησυχία, αϋπνία, ιδέες αυτοκαταστροφής και πρόκλησης σωματικής βλάβης και υλικής ζημίας σε τρίτους, κοινωνική απομόνωση, σημεία απόσυρσης και αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, με συνέπεια να του χορηγηθεί θεραπευτική αντιψυχωτική αγωγή και να νοσηλευθεί σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, ενώ κρίθηκε και ανίκανος προς εργασία μέχρι 31-8-2016, με συνέπεια εκ τούτων να υποστή ηθική βλάβη, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και χωρίς ενδοιασμούς και αντιφάσεις αιτιολογίες, περί του ότι οι πληροφορίες που παρείχε η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης επενδυτικών συμβουλών, δεν ήσαν ακριβείς, σαφείς, κατανοητές και μη παραπλανητικές, αλλά αντιθέτως ήσαν ελλειπείς και παραπλανητικές, ως και ότι η αναιρεσείουσα, δεν προέβη, όπως ήταν υποχρεωμένη, στον κατά το άρθρο 25 παρ. 4 και 5 του ν.3606/2007, έλεγχο της συμβατότητας και καταλληλότητας πριν και κατά την σύναψη με τον αναιρεσίβλητο της εν λόγω συμβάσεως παροχής πιστώσεως για την αγορά μετοχών, όπως οι ανωτέρω του ..., που αγόρασε ο τελευταίος με πίστωση, που η ίδια του παρείχε.

Περαιτέρω, ουδεμία σύγχυση δημιουργείται ως προς τον χρόνο ενάρξεως της συνεργασίας της αναιρεσείουσας με τον αναιρεσίβλητο, αφού σαφώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι στις 8-32012 καταρτίσθηκε η σύμβαση πλαίσιο γενικών όρων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο, εν στις 23-7-2012 καταρτίσθηκε μεταξύ τους η παρεπόμενη σύμβαση παροχής πιστώσεως από την αναιρεσείουσα για την αγορά μετοχών από τον αναιρεσίβλητο, σαφώς προκύπτοντος εξ αυτών ότι η έναρξη της συνεργασίας τους άρχισε με την κατάρτιση της ως άνω από 8-3-2012 συμβάσεως και διευρύνθηκε με την κατάρτιση της από 21-7-2012, επίσης μεταξύ τους καταρτισθείσης, παρεπομένως συμβάσεως.

Ουδεμία δε έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει στην προσβαλλομένη απόφαση, από την μη αναφορά του αριθμού των μετοχών, που είχαν αποκτηθεί από την συνεργασία του αναιρεσιβλήτου με την εταιρεία ... και του χρόνου και του τρόπου αποκτήσεώς τους, οι οποίες μεταφέρθηκαν, ως χαρτοφυλάκιο, από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα, αφού από την μη αναφορά αυτή δεν προκαλείται έλλειψη ή ασάφεια της αιτιολογίας ως προς το χρονικό σημείο, που όφειλε η αναιρεσείουσα να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο για την φύση και τους κινδύνους της συμβάσεως παροχής πιστώσεως για την αγορά μετοχών, ενόψει του διαλαμβανομένου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην ενημέρωση αυτή όφειλε να προβεί η αναιρεσείουσα πριν από την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως, ήτοι προς της 21-7-2012.

Εξ άλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν προκύπτει παραδοχή του Εφετείου, ότι η αναιρεσείουσα συμβούλευσε τον αναιρεσίβλητο να αγοράσει τις εν λόγω μετοχές ... με χρονικό ορίζοντα την 19-9-2012, αλλά, ως προς τούτο, απλή παράθεση της σχετικής μαρτυρικής καταθέσεως, που δεν αποτελεί αιτιολογία αποφάσεως, ώστε να πρέπει να διαλάβει περαιτέρω και τον λόγο, για τον οποίον δεν πωλήθηκαν μέχρι, επίσης, τις 19-9-2012, ούτε αν ο λογαριασμός του, στην περίπτωση που δεν είχαν πωληθεί μέχρι τότε θα εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο και, ιδίως, με ποιου την απόφαση ή την πρωτοβουλία δεν πωλήθηκαν οι μετοχές αυτές του ...

μέχρι την 19-9-2012. Άλλωστε από τα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό με τις λοιπές ως άνω αιτιολογίες, ότι μετά τις 19-9-2012 η μετοχή του ... εκδήλωνε συνεχή πτωτική τάση με αποτέλεσμα ο λογαριασμός πίστωσης του αναιρεσιβλήτου να εμφανίζει χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο και το ποσοστό περιθωρίου να διαμορφώνεται κάτω από το διατηρητέο περιθώριο με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να απαιτεί αυθημερόν από τον αναιρεσίβλητο να καλύπτει τη διαφορά είτε με την καταβολή μετρητών είτε με την δέσμευση νέων στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας ή με ρευστοποίηση των υφισταμένων στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, και ότι ο αναιρεσίβλητος, για να αποφύγει σε εκτέλεση της συμβάσεως πιστώσεως απευθείας εκποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του έδωσε την εντολή στην αναιρεσείουσα για την πώληση των εν λόγω μετοχών, προκύπτει την εντολή της πωλήσεως των εν λόγω μετρητών την έδωσε ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να αποφύγει την σε βάρος του εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως πιστώσεως αγοράς τους και να περιορίσει τις απώλειες του κεφαλαίου του, από τις, κατά παράβαση των ανωτέρω σχετικών διατάξεων γενόμενες, πράξεις των προστηθέντων της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι αντικείμενο της, εν προκειμένω, επίδικης διαφοράς, είναι η κατά παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων παροχή από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο πιστώσεως για την αγορά των εν λόγω μετοχών του ... και όχι και των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου.

Συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη να περιληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιολογία περί του τρόπου κτήσεως και πωλήσεως των μετοχών της Τράπεζας αυτής. Πλέον τούτων, με την παραδοχή, ότι ο πρωτοδίκως υποβληθείς και με τον πρώτο λόγο εφέσεως επαναφερθείς στο Εφετείο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας από το άρθρο 25 παρ. 6 του ν.3606/2007, ότι πριν την κατάρτιση της από 8-3-2012 συμβάσεως πλαίσιο παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ενημέρωσε πλήρως και γνωστοποίησε στον αναιρεσίβλητο ότι δεν υποχρεούται σε τήρηση της υποχρέωσης ελέγχου συμβατότητας, διότι κατά τον νόμο (άρθρο 25 παρ 6 Ν 3606/2007) ο έλεγχος αυτός δεν ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθεί, γιατί οι προσφερόμενες υπηρεσίες, που παρέχονταν ήταν η λήψη και διαβίβαση ή εκτέλεση εντολών πελατών και η παρεπόμενη αυτών σύμβαση αγοράς με πίστωση, τον είχε δε ενημερώσει ότι αυτή (εναγομένη) δεν υποχρεούται να προβεί σε έλεγχο συμβατότητας για την παροχή των συγκεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών παραδίδοντας του πληροφοριακό πακέτο αποτελούμενο από τα έντυπα ... -Πολιτική βέλτιστης εκτέλεσης και ... - πληροφοριακό πακέτο, που εκδόθηκαν κατ’ επιταγές του Ν.3606/2007 και συνεπώς αυτός το μεν ενημερώθηκε πλήρως, το δε δεν καλύπτεται από τη σχετική προστασία, δεν αποδεικνύεται κατ’ ουσίαν βάσιμος, ενόψει, ειδικότερα, του αποδεικνυομένου ότι, το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη υπογεγραμμένο σχετικό έντυπο "Έντυπο συναίνεσης για ιδιώτες επαγγελματίες", στο οποίο αναφέρεται ότι ο επενδυτής δηλώνει ότι έχει παραλάβει και κατανοήσει το πληροφοριακό πακέτο της εναγομένης στα πλαίσια της εφαρμογής του Ν. 3606/2007 (για την πολιτική βέλτιστης εκτέλεσης εντολών), δεν φέρει ημερομηνία και ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ότι αυτό υπογράφηκε από τον ενάγοντα και του παραδόθηκε κατά τη σύμβαση της 8-3-2012, ώστε να καταλαμβάνει όλες τις προσφερόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, το Εφετείο διέλαβε επαρκή αιτιολογία, που καθιστά κατά τούτο εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, χωρίς να απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία για την τοιαύτη απόρριψή του.

Τέλος, με τις ανωτέρω παραδοχές του, ότι από τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων της αναιρεσείουσας προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο η επικαλούμενη από αυτόν επίδικη ζημία, ότι αυτή δεν προκλήθηκε από την επιλογή των ανωτέρω συμβάσεων από αυτόν, ή την ενσυνείδητη αποδοχή υπ’ αυτού της ως άνω επενδυτικής συμβουλής και αφού είχε προηγηθεί η επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις πληροφόρησή του από την αναιρεσείουσα περί των κινδύνων της επενδύσεώς του να αγοράσει με πίστωση τις εν λόγω μετοχές του ...

και ότι βάσει της συμβουλής αυτής των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, αγόρασε τις εν λόγω μετοχές, το Εφετείο, απορρίπτοντας, ακολούθως, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, την πρωτοδίκως υποβληθείσα και με λόγο εφέσεως επαναφερθείσα ενώπιόν του, ένσταση της αναιρεσείουσας, ότι συνυπαίτιος ζημίας του είναι και ο ίδιος (αναιρεσίβλητος), διότι ο ίδιος έδινε τις σχετικές χρηματιστηριακές εντολές στους προστηθέντες υπαλλήλους της, διέλαβε και ως προς αυτό το κεφάλαιο επαρκή και σαφή αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, μη παραβιάζοντας έτσι ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 300, 914 και 932 ΑΚ, που ορθά επομένως εφήρμοσε.

Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το πρώτο και το δεύτερο μέρος του, τον δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 και τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους της αιτήσεως είναι αβάσιμα. Με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 914 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "γεννάται ευθύνη προς αποζημίωση ακόμη και αν δεν προκλήθηκε ζημία από την συγκεκριμένη παράλειψη της ΕΠΕΥ, επειδή αυτή δεν αναφέρεται στους κινδύνους που εν συνεχεία πραγματώθηκαν και ζημίωσαν τον επενδυτή".

Με την, υπό το ανωτέρω περιεχόμενό της, αιτίαση αυτή πλήττεται η διαλαμβανόμενη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, ερμηνευτική εκδοχή του δικαστηρίου, ότι: "...Συνακόλουθα, οι επενδυτές έχουν δυνατότητες, εφόσον πράγματι η επενδυτική τους επιλογή διαμορφώθηκε δίχως ακριβή και σαφή πληροφόρηση και διαφώτιση, να διεκδικήσουν από την τράπεζα ή Ε.Π.Ε.Υ που τους σύστησε την αγορά ή διαμεσολάβησε σε αυτή την αποκατάσταση της ζημίας τους.

Κρίσιμο στοιχείο για την τύχη τέτοιων αξιώσεων είναι η επίκληση και απόδειξη ελλειμμάτων πληροφόρησης ή εσφαλμένων υποδείξεων που είχαν ως αποτέλεσμα να προβεί ο επενδυτής στην αγορά του προϊόντος, που διαφορετικά, αν είχε την ορθή ενημέρωση, δεν θα προέβαινε. Δεν έχει σημασία αν η παράλειψη πληροφόρησης αναφέρεται σε αυτούς τους κινδύνους που εν συνεχεία πραγματώθηκαν και ζημίωσαν τον επενδυτή.

Αρκεί να ήταν οποιαδήποτε παράλειψη ή παραπληροφόρηση που, αν δεν είχε συμβεί, θα είχε αποτραπεί ο επενδυτής από την αγορά του προϊόντος.". Επομένως και αφού τούτο δεν συνδέεται με σχετική παραδοχή, που να αφορά την κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της κρινομένης υποθέσεως, δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση και ως εκ τούτου η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 233/2011).

Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως (ΑΠ 10/2013).

Εξ άλλου, με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν.3587/2007, και, κατά τα προαναφερόμενα, εφαρμόζεται και στην ένδικη υπόθεση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών (παρ. 1).

Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (παρ.3). Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το, βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή αυτών, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων φέρει το βάρος αποδείξεως της έλλειψής της (νόθος αντικειμενική ευθύνη), γ) παράνομη συμπεριφορά, δ) ζημία κατά το γενικό δίκαιο αποζημίωσης και ε)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, το δε κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας.

Εξ αιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους αποδείξεως στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημιώσεως θεμελιώνεται στην συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδηλώσεως παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσεως ή μειώσεως της ευθύνης του (ΑΠ 2212/2014, ΑΠ 1227/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες στην παρούσα αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, ότι στην παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ως προς την με αυτήν αξιούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως για τη βασιμότητα των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών, με όμοια δε βαθμού κρίση απέρριψε, με τις περί του αντιθέτου παραδοχές της, κατ` ουσίαν την ένσταση της αναιρεσείουσας για την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς τους, και επομένως δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, όπως αντιθέτως υποστηρίζεται με την διατυπούμενη με το πρώτο και το τρίτο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη.

Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω λόγους αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κ.λπ., συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις, η απαλλαγή δε περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 - 3 ν. 4194/2013, Κώδικα Δικηγόρων, που ισχύει κατά το άρθρο 166 παρ. 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α` 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (27-10-2015), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ.8 α’ του ν.4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ. 8 β` του ν.4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα

ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κ.λ.π, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής. Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ.

α` του αυτού νόμου με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας κ.λ.π. που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.

Με την ΥΑ 98535/2014 (ΦΕΚ Β 3578 2014) των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης κλπ, α) η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, β) στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή και γ) σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

Με το άρθρο 58 παρ. 4 περ. β` του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κ.λ.π., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε υποθέσεις τακτικής διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου ανέρχεται για παράσταση σε 459 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 534 ευρώ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την 29/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης του αναιρεσιβλήτου περί παροχής σ` αυτήν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. 3226/2004, ο δικηγόρος Ρεθύμνου Γ. Δ. προκειμένου να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση της 22-5-2017 κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης κατ’ αυτήν, με την ίδια δε ως άνω Πράξη ο αναιρεσίβλητος απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 ν. 3226/2004.

Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης (που αφορά την προαναφερθείσα διαφορά) κατά την δικάσιμο αυτή ο αναιρεσίβλητος παρέστη μετά του ορισθέντος ως άνω δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Επομένως, τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε ο αναιρεσίβλητος και τα οποία πρέπει, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττάται (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), επιδικασθούν δε υπέρ του Δημοσίου, ταυτίζονται με την αποζημίωση του ορισθέντος ως άνω δικηγόρου του για την παράστασή του και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέρχονται στο ποσό των 985,05 ευρώ (νόμιμη αμοιβή 459 ευρώ για παράσταση συν 534 ευρώ για προτάσεις επί ΦΠΑ ποσοστού 24% ίσον 569,16 και 662,16 ευρώ, αντίστοιχα, μείον συντελεστή μείωσης ποσοστού 20% ίσον 800,96 ευρώ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "...", για αναίρεση της 21/2016 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια ογδόντα πέντε ευρώ και πέντε λεπτά (985,05) και επιδικάζει αυτά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)