Supreme Court dismisses appeal as vague, citing failure to prove prior objection to inadmissibility at lower court.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' final judgment, ruling the grounds for review were legally vague. The appellants argued the lower court failed to declare the plaintiff's claim inadmissible due to lack of legal interest and standing, but the court found these arguments insufficient. The decision was based on the requirement that such inadmissibility objections must have been formally raised and substantiated at the appellate level to be valid grounds for review.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 553 § 1 K.Pol.D.; Art. 559 K.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the grounds are vague because the appellant failed to demonstrate that the objection to inadmissibility was properly raised at the lower court or that a statutory exemption from such objection applies.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 974 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 974/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β. του Ν., κατοίκου ... και 2) Σ. Β. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σπαγαδώρο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζύγου Β. Π., το γένος Χ. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ραψομανίκη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων που χειρίζεται την υπόθεση κ. Γ. Π. δεν μπορούσε να παρευρεθεί σήμερα στο παρών Δικαστήριο και εκείνος δεν έχει πληρεξουσιότητα από τον 1ο αναιρεσείοντα διότι είναι στο Καναδά και είναι ασθενής. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος της αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής, χορήγησε προθεσμία προκειμένου να υποβληθούν τα σχετικά έγγραφα μέχρι 10 Μαρτίου 2006 και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-1982 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/1983 μη οριστική,30/1991 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 10-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8-4-2005 αίτησης για αναίρεση της 221/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 εδάφ. β' και § 2 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται εναντίον τους η αναίρεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση υπόθεσης που διήλθε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και κατά το δεύτερο βαθμό εξετάστηκε η υπόθεση κατ' ουσία, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση που εκδόθηκε στο δεύτερο βαθμό και όχι η πρωτόδικη, που ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση (Ολ. ΑΠ 40/1996, Ολ ΑΠ 16/1990). Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την 30/1991 οριστική απόφασή του, η οποία, ύστερα από άσκηση έφεσης κατ'αυτής από μέρους των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-9-1989 κλήσης της αντιδίκου τους προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης λόγω μη επίδοσης, αλλιώς άκυρης επίδοσης σ' αυτούς της εν λόγω κλήσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, λόγω μη επίδοσης, αλλιώς άκυρης επίδοσης στους δύο πρώτους εναγομένους - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες της από 5-3-2003 κλήσης της αντιδίκου τους προς συζήτηση της εν λόγω έφεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν το λόγο ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του λόγου αυτού, παραστάθηκαν νομότυπα κατά τη συζήτηση της έφεσης, πρότειναν στο Εφετείο το αντίστοιχο απαράδεκτο της εν λόγω συζήτησης ή ότι συντρέχει νόμιμος λόγος απαλλαγής τους από τέτοια πρόταση, όπως όφειλαν να πράξουν για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (Ολ. ΑΠ 1/1987, 43/1990).
ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (και όχι τον αριθμό 1 που αναφέρει στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού δεν απέρριψε ως αόριστη και άρα απαράδεκτη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, ενόψει του ότι τα επίδικα ακίνητα και ειδικότερα, τα με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 δεν περιγράφονται στην εν λόγω αγωγή κατά θέση, φύση, περιεχόμενο, έκταση, όρια, όμορους ιδιοκτήτες, πλευρικές διαστάσεις και προσανατολισμό τους, είναι απορριπτέος ως αόριστος για την προεκτιθέμενη αιτία, δηλαδή γιατί δεν γίνεται επίκληση σ' αυτόν, ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων είχε νόμιμα προταθεί στο Εφετείο ή συντρέχει νόμιμος λόγος απαλλαγής τους από τέτοια πρόταση.
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθμό 10 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενους πραγματικούς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής χωρίς απόδειξη, δέχθηκε, δηλαδή, ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της εν λόγω αγωγής κατείχαν παράνομα τα επίδικα ακίνητα, έχοντας μάλιστα αποβάλει την αντίδικό τους από τη συννομή των τελευταίων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο τα όσα δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, τα δέχθηκε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από την απόδειξη που εκείνο διεξήγαγε και από τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, δικαστικά τεκμήρια), που προσκομίστηκαν με επίκληση κατά την αντίστοιχη διεξαγωγή.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι επί των αποδεικνυόμενων ή μη πραγματικών γεγονότων πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογίας και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ή, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει η αντίφαση ή ποιο στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν οι αναιρεσείοντες την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ποσοστού της συγκυριότητας των ίδιων και της αντιδίκου τους στα διεκδικούμενα με αριθμούς 2 και 8, αντίστοιχα, της αγωγής, ακίνητα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού προεχόντως δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο όλες οι κρίσιμες επί των αποδεινυόμενων ή μη πραγματικών γεγονότων παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες κρίθηκε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή, Οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το περιεχόμενο αποδεικτικών μέσων από δικαστήριο της ουσίας ( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο δεύτερος, επομένως λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη διεκδικητική αγωγή για έλλειψη έννομου συμφέροντος της ενάγουσας προς άσκηση της εν λόγω αγωγής και έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ίδιας, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος για την προεκτιθέμενη αιτία, δηλαδή γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι ο πιο πάνω περί απαραδέκτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο ή συντρέχει νόμιμος λόγος απαλλαγής τους από τέτοια πρόταση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περπτ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για το ορισμένο του από την πρώτη διάταξη ιδρυόμενου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σ' αυτόν ότι το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας το είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων σε εκείνο το δικαστήριο. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα των ήδη αναιρεσειόντων Χ. Λ. με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η κατάθεση αυτού ήταν ημιτελής, μολονότι η τελευταία είχε τη δύναμη δικαστικού τεκμηρίου, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι οι ήδη αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν το υπό συζήτηση αποδεικτικό μέσο στο Εφετείο.
Ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη αφού δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, εξαιτίας της από μέρους της ενάγουσας μη αναφοράς σ' αυτήν, κατά παράβαση μάλιστα του δικονομικού καθήκοντος αληθείας, των μνημονευόμενων στο αναιρετήριο τριών ακινήτων, τα οποία παραχωρήθηκαν σ' αυτή, τη διάδικο από τον πατέρα της, ενόσω ζούσε, για τα οποία οι δημόσιας ισχύος διατάξεις του άρθρου 1895 Α.Κ. επέβαλαν τη συνεισφορά του με τον κατά τη διάταξη του άρθρου 1899 Α.Κ. υπολογισμό της αξίας τους για την ανεύρεση της αξίας της συνολικής κληρονομίας και την αφαίρεση της αξίας τους από την κληρονομική μερίδα αυτής της διαδίκου (ενάγουσας), αλλά και λόγω της μη καταβολής από ίδια του προσήκοντος στο αντικείμενο της αγωγής δικαστικού ενσήμου, είναι απορριπτέος ως αόριστος για την προεκτιθέμενη αιτία, δηλαδή γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι οι πιο πάνω περί απαραδέκτου ισχυρισμού των αναιρεσειόντων προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο ή συντρέχει νόμιμος λόγος απαλλαγής τους από τέτοια πρόταση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2005 αίτηση για αναίρεση της 221/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ