Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of public entity's claim due to insufficient evidence.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting its enforcement claim. The State argued the appeal was inadmissible because the company names were unnecessary when only tax numbers were provided, yet the lower court relied on the assumption that the State failed to prove the company identities and the debtor's liability. The court held that the appeal was inadmissible as it did not affect the reasoning of the appealed judgment, which explicitly stated the State failed to submit documents proving the companies and the debtor's status.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it attacks only the reasoning of the appealed judgment without affecting the operative part or the basis of the decision.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 973 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 973/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία-Λουΐζα Μπακαλάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 9/2/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21681/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1958/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/8/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 12/1/2017 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 20-8-2015 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 1958/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, πέραν άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθ. εκθ. κατ. 3773/ 10-10- 2012 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 21681/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, πέραν άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, έγινε εν μέρει δεκτή η υπ' αριθ. κατ. 4328/ 8-2-2011 ανακοπή της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά του υπ' αριθ. …/2011 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Τ. και αποβλήθηκε από αυτόν το αναιρεσείον κατά το ποσό των 16.456,36€ και κατετάγη επ' αυτού η αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου.
Κατά το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται.
Συνεπώς η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Ειδικότερα η αναγγελία αποτελεί το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή και στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρο 974 ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.
Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.
Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι έτσι άκυρο, κατά το άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σε αυτό απαίτησης, όταν η αοριστία προκαλεί σ' αυτόν που την προτείνει βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Αυτό συμβαίνει μόνον όταν η περιγραφή της απαίτησης στο αναγγελτήριο, καθώς και του τυχόν προνομίου της, είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο μεν οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ , ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης και να προβεί στην κατάταξή της συγκριτικά και με τις λοιπές αναγγελλόμενες απαιτήσεις.
Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή ή ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλό μενού δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Αντίστοιχα αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρ. 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα.
Η αναγγελία, ειδικότερα, του Δημοσίου σε πλειστηριασμό επισπευδόμενο από τρίτο γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974), κατά τις οποίες ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ. χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη, περιλαμβάνει δε ο πίνακας αυτός το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (ΑΠ 1087/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 ΕμπΝ, όπως και αυτό ίσχυε πριν καταργηθεί από άρθρο 294 παρ. 2 Ν. 4072/2012, "οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρείας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγύως εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένος παρ' ενός μόνου των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμίαν", ενώ κατά το άρθρο 23 ΕμπΝ, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του από το άρθρο 294 παρ. 2 Ν. 4072/2012, "ετερόρρυθμος εταιρεία είναι η συσταινομένη μεταξύ ενός ή πολλών συνεταίρων, αλληλεγγύως υπευθύνων, και ενός ή πολλών συνεταίρων, απλών χρηματοδοτών, οι οποίοι ονομάζονται ετερόρρυθμοι, ή καθ' ετερορρυθμίαν συνεταίροι.
Η εταιρία αύτη διευθύνεται υπό εταιρικήν επωνυμίαν, φέρουσαν κατ' ανάγκην το όνομα ενός ή και πολλών αλληλεγγύως υπευθύνων συνεταίρων". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι για τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας προς τρίτους ευθύνονται όλοι οι εταίροι, που καλούνται ομόρρυθμοι, με την ατομική τους περιουσία απεριορίστως και εις ολόκληρον, δηλαδή κάθε εταίρος ευθύνεται με ολόκληρη την ατομική του περιουσία και για όλο το εταιρικό χρέος, ενώ για τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας προς τρίτους ευθύνονται με την ατομική τους περιουσία απεριορίστως και εις ολόκληρον μόνον οι ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, όχι δε και οι ετερρόρυθμοι, οι οποίοι δεν ευθύνονται ή ευθύνονται περιορισμένα και μέχρι του ποσού της εισφοράς τους.
Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές) και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με επίσπευση των 1) Π.
Μ. του Σ., 2) Μ. Σ. του Α., 3) Μ. Μ. του Π., 4) Μ. Κ. του Χ., 5) Μ. Κ. του Χ., 6) Λ. συζύγου Χ. Κ., 7) Χ. Κ. του Ι. και 8) Μ. Α. χήρας Α. και σε εκτέλεση της 29947/23-9-2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συντάχθηκε η ...2.10.2009 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ.
Μ., με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά η περιγραφόμενη στην παραπάνω έκθεση ακίνητη περιουσία του οφειλέτη των επισπευδόντων Ε. Σ. του Α. και συγκεκριμένα ένα διαμέρισμα του έκτου ορόφου πάνω από το ισόγειο, εμβαδού μικτού 106 τ.μ., σε οικοδομή επί των οδών ... στη Θεσσαλονίκη, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην παραπάνω έκθεση, για την ικανοποίηση απαιτήσεών τους σε βάρος του, συνολικού ύψους 20.070,41 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Στη συνέχεια συντάχθηκαν α) η .../12-10-2009 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου δικαστικού επιμελητή και ορίσθηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 9.12.2009, χωρίς αυτός να διενεργηθεί, καθώς διατάχθηκε η διόρθωση της τιμής εκτίμησης και πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος ακινήτου με την 38729/7.12.2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, β) η .../9.12.2009 Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου δικαστικού επιμελητή, με την οποία ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 20.1.2010, οπότε δεν πραγματοποιήθηκε, με συναίνεση επισπευδόντων και καθ' ου η εκτέλεση, γ) η .../20.1.2010 Β' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου δικαστικού επιμελητή με την οποία ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 19.5.2010, οπότε αυτός δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω μερικής καταβολής προς τους επισπεύδοντες, σε κάθε όμως περίπτωση αυτός δεν θα πραγματοποιούταν, λόγω της αναστολής των πλειστηριασμών στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που επιβλήθηκε με την ΠΝΠ 26/2010, μετά την έκρηξη βόμβας στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης, δ) η .../19.5.2010 Γ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου δικαστικού επιμελητή με την οποία ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 22.9.2010, οπότε και αυτός δεν πραγματοποιήθηκε, με συναίνεση επισπευδόντων και καθού η εκτέλεση, ε) η .../23.9.2010 Δ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου δικαστικού επιμελητή με την οποία ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 24.11.2010, οπότε αυτός δεν πραγματοποιήθηκε, ενόψει της διενέργειας των Περιφερειακών και Δημοτικών Εκλογών της 7.11.2010 και στ) η ...1.11.2010 Ε' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου δικαστικού επιμελητή με την οποία ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 15.12.2010, οπότε αυτός πραγματοποιήθηκε.
Το ως άνω ακίνητο κατακυρώθηκε στην ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη, αντί επιτευχθέντος πλειστηριάσματος ποσού 160.100,00 ευρώ, συντάχθηκε δε σχετικά από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Μ. Τ. η ...15.12.2010 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού. Στον εν λόγω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν κατ' άρθρο 972 ΚΠολΔ: α) το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της ...69/16.12.2010 αναγγελίας Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, για απαιτήσεις του αποτελούμενες από κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις, συνολικού ποσού 599.525,81 ευρώ, που αφορούσαν ληξιπρόθεσμα χρέη που βεβαιώθηκαν σε βάρος του καθού η εκτέλεση και ήταν προνομιακές κατά το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, β) το Ταμείο Εισπράξεων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης, δυνάμει των 26.../21.12.2010 και .../21.12.2010 αναγγελιών του, για απαιτήσεις του από ασφαλιστικές εισφορές σε βάρος του καθού η εκτέλεση, ύψους 48.531,57 ευρώ και 182.665,21 ευρώ, αντίστοιχα και γ) η εφεσίβλητη - ανακόπτουσα Τράπεζα ..., για απαίτησή της κατά του καθού η εκτέλεση, ύψους 251.624,49 ευρώ, απορρέουσα από σύμβαση πίστωσης, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", ως πιστούχο, για την τήρηση των υποχρεώσεων της οποίας είχε εγγυηθεί ο καθού η εκτέλεση, ενεχόμενος εις ολόκληρον με την πιστούχο, και ήταν εξοπλισμένη (η απαίτηση) με δεύτερης τάξης προσημείωση υποθήκης. Στη συνέχεια, επειδή δεν επαρκούσε το πλειστηρίασμα προς ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών και των επισπευδόντων, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον προσβαλλόμενο ....1.2011 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο, αφού αφαίρεσε τα έξοδα εκτέλεσης, και συγκεκριμένα α) για αμοιβή δικαστικού επιμελητή το ποσό των 12.059,31 ευρώ, β) για αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου των επισπευδόντων το ποσό των 462,98 ευρώ και γ) για αμοιβή της ίδιας της συμβολαιογράφου ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού το ποσό των 1.450,28 ευρώ, συνολικά δε 13.972,57 ευρώ, κατέταξε στο υπό διανομή ποσό των 146.127,43 ευρώ:
α) προνομιακά και οριστικά στο 1/3 του πλειστηριάσματος, δηλαδή στο ποσό των 48.709,14 ευρώ, το εκκαλούν - καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, προς μερική εξόφληση των απαιτήσεων, για τις οποίες αναγγέλθηκε δια του Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και β) στα 2/3 του πλείστηριάσματος, δηλαδή στο ποσό των 97.418,29 ευρώ, την εφεσίβλητη - ανακόπτουσα Τράπεζα ..., προνομιακά και τυχαία, ως προσημειούχο δανείστρια, προς μερική ικανοποίηση της απαίτησής της, υπό τον όρο τελεσίδικης επιδίκασης αυτής, άλλως για το ίδιο ποσό κατέταξε επικουρικά τη Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης.
Λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος, ουδείς από τους λοιπούς αναγγελθέντες δανειστές κατατάχθηκε στον ανωτέρω πίνακα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ...69/16-12-2010 αναγγελία του, που επιδόθηκε νομότυπα στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, ο Προϊστάμενος της ... ανήγγειλε στον πλειστηριασμό το Ελληνικό Δημόσιο για απαιτήσεις κατά του οφειλέτη του - καθού η εκτέλεση Ε.
Σ. του Α., συνολικού ύψους 599.525,81 ευρώ, που αναλύονταν στο συνημμένο πίνακα χρεών και είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες, πριν από την αναγγελία του και τη διενέργεια του εν λόγω πλειστηριασμού, αιτούμενος την προνομιακή κατάταξή του, ως γενικού προνομιούχου δανειστή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 ν. 2093/1992.
Στον εν λόγω συνημμένο πίνακα χρεών υπάρχουν 85 εγγραφές για ισάριθμες οφειλές, για καθεμία από τις οποίες αναφέρεται ο αριθμός και η χρονολογία της ταμειακής βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος του χρέους, το ποσό αυτού κατά κεφάλαιο και τόκους και οι λοιπές προσαυξήσεις του. Για τις 20 πρώτες εγγραφές προκύπτει ότι πρόκειται για βεβαιωμένες οφειλές σε βάρος του καθού η εκτέλεση ατομικά, από το έτος 2001 έως το έτος 2010, που αφορούν εισόδημα φυσικού προσώπου, Ε.Δ.Ε.
έξοδα, πρόστιμο Κ.Β.Σ., δικαστικά έξοδα και ποινικά, συνολικού ποσού 32.252,78 ευρώ, κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στον πίνακα. Ως προς τις εγγραφές αυτές η αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου είναι πλήρως ορισμένη. Ωστόσο, όλες οι υπόλοιπες εγγραφές αφορούν απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος του καθού η εκτέλεση ως ομόρρυθμου μέλους δύο νομικών προσώπων (όπως συνάγεται από το ότι για την ιδιότητα με την οποία ευθύνεται αναγράφεται "Ο.Μ."), που αφορούν εισόδημα νομικού προσώπου, πρόστιμο Κ.Β.Σ., Φ.Π.Α., πρόσημο Φ.Π.Α.
και διάφορους φόρους, χωρίς να προσδιορίζονται τα νομικά πρόσωπα, για τα χρέη των οποίων βεβαιώνεται ότι ο καθού η εκτέλεση ευθύνεται ως ομόρρυθμο μέλος, ούτε η νομική μορφή αυτών, δηλαδή αν πρόκειται για ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρίες. Συγκεκριμένα, οι εγγραφές - βεβαιώσεις με αριθμούς ... αφορούν οφειλές ενός μη προσδιοριζόμενου νομικού προσώπου, ενώ οι λοιπές εγγραφές - βεβαιώσεις με αριθμούς ...
αφορούν οφειλές άλλου μη προσδιοριζόμενου νομικού προσώπου, τα οποία φέρουν δυο διαφορετικά αναγραφόμενα ΑΦΜ στις αντίστοιχες εγγραφές, ενώ οι ατομικές οφειλές του καθού είναι εγγεγραμμένες με το δικό του ΑΦΜ. Επομένως, ως προς τις εγγραφές αυτές, η περιγραφή των απαιτήσεων δεν γίνεται κατά τρόπο που να παρέχει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού την ευχέρεια να προβεί στη σύγκριση και κατάταξη των απαιτήσεων στον πίνακα και στην ανακόπτουσα τη δυνατότητα αντίκρουσης, αφού δεν προσδιορίζονται οι επωνυμίες των νομικών προσώπων που αφορούν τα βεβαιωμένα χρέη και για τα οποία, σύμφωνα με τον πίνακα, ευθύνεται και ο καθού η εκτέλεση ως ομόρρυθμο μέλος, ούτε ακόμη εάν πρόκειται για ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρίες.
Μόνη η αναγραφή στις σχετικές εγγραφές ΑΦΜ διαφορετικών από εκείνο του καθού η εκτέλεση Ε. Σ., δεν αρκεί για να προσδώσει ταυτότητα έναντι τρίτων στα νομικά πρόσωπα, που αφορούν τα σχετικά χρέη. Επομένως, η υπάλληλος του πλειστηριασμού εσφαλμένα κατέταξε στο σχετικό πίνακα το Ελληνικό Δημόσιο ως γενικό προνομιούχο δανειστή για το ποσό πέραν των 32.252,786...Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έχει το βάρος απόδειξης των απαιτήσεών του και του προνομίου τους, ούτε κατά τη συζήτηση της ανακοπής προσκόμισε, αλλά ούτε και στην κατ' έφεση συζήτηση προσκομίζει έγγραφα από τα οποία να προκύπτουν τα ελλείποντα στοιχεία, δηλαδή οι επωνυμίες των νομικών προσώπων που αφορούν τα σχετικά χρέη, καθώς και τα νομιμοποιητικά έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα του καθού η εκτέλεση ως συνυπόχρεου σε αυτά ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της απόφασης του πρωτοδικείου, που είχε κάνει δεκτή την ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Τ. και είχε αποβάλλει αυτό κατά το ποσό των 16.456,36€ και είχε κατατάξει αντίστοιχα την αναιρεσίβλητη.
Το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, που εκτιμάται ως λόγος από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει, ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, 22 και 23 ΕΝ και κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, θεωρώντας την αναγγελία του ως προς τις συγκεκριμένες επί μέρους απαιτήσεις του κατά του οφειλέτη και καθού η εκτέλεση Ε.
Σ. αόριστη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως εάν είναι ορισμένη η αναγγελία του αναιρεσείοντος, καθόσον για την πληρότητά της δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται σ' αυτήν η επωνυμία των εταιρειών, των οποίων ο καθού η εκτέλεση ήταν ομόρρυθμο μέλος, αλλά αρκούσε η αναγραφή του ΑΦΜ των συγκεκριμένων εταιρειών, ενώ δεν ασκούσε επιρροή το αν οι εταιρείες ήταν ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, αφού σε κάθε περίπτωση ο καθού η εκτέλεση, ως ομόρρυθμος εταίρος, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, ευθυνόταν εις ολόκληρον για τα χρέη των εταιρειών αυτών, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, διότι με αυτόν πλήττεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία κρίθηκε, ότι η αναγγελία των άνω απαιτήσεων του αναιρεσείοντος ήταν αόριστη, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τις παραπάνω αναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές της, περιέχει και επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, σύμφωνα με την οποία, το αναιρεσείον, που φέρει το βάρος απόδειξης των απαίτησεών του, δεν προσκόμισε έγγραφα από τα οποία προκύπτουν οι εταιρείες, στις οποίες αφορούν τα σχετικά χρέη, καθώς και τα νομιμοποιητικά έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα του οφειλέτη και καθού η εκτέλεση Ε.
Σ. ως συνυπόχρεου σε αυτά, η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του και να ορισθούν, κατ' επιταγή του άρθρου 22 παρ.1 του Ν. 3639/1957, της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 εκδοθείσας ΥΑ 134423/ 20.1.1993 (ΦΕΚ 11/τ.β720.1.ί993) και των άρθρων 176, 183 και 191 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-8-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1958/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ