Supreme Court annuls lower court ruling on insurance contract wage character due to insufficient factual justification.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding the wage character of an insurance contract. The lower court had ruled that the contract became a wage payment based on a 1988 salary increase denial and subsequent strike, but the Supreme Court found this reasoning insufficient. The court held that the employer's right to terminate the contract at any time did not justify treating the insurance payments as wages for the entire period up to 2011.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 3, paragraph 2 of Law 2112/1920; Article 5, paragraph 1 of Law 3198/1955; Article 1 of the International Labour Convention on Wages: A contract provision is considered a wage only if it constitutes remuneration for work, and a lack of initial wage increase approval does not automatically transform a third-party insurance contract into a wage obligation without further justification.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 973 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 973/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Ιωάννινα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Λεβέντη και Ιωάννη Πίκουλα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Β. του Ο., 2) Ν. Κ. του Α., ..., 3) Π. Ν. του Α., κατοίκου ..., 4)α) Δ. Κ. του Γ., χήρας Α. Π., β) Ε. Π. του Α., γ) Ε. Π. του Α. και δ) Χ. Π. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Α. Π., 5) Κ. Δ. του Ι., 6) Ε. Γ. του Β., 7) Θ. Ν. του Γ., 8) Κ. Κ. του Χ., 9) Μ. Ρ. του Ν., 10) Δ. Π. του Ε., 11) Θ. Π. του Β., κατοίκων ..., 12) Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 13) Γ. Π. του Δ., 14) Γ. Μ. του Σ., 15) Θ. Κ. του Γ., 16) Κ. Ε. του Φ., 17) Π. Ν. του Η., 18) Α. Κ. του Δ., 19) Φ. Χ. του Θ., 20) Κ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Πολυμέρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη: Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. ως οιονεί καθολική διάδοχος: Α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..." και Β) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" μετά την συγχώνευση και απορρόφησή τους και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ξενοφώντα Κουτσιμπογεώργου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 362/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 122/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 13/2015, 1681/2010, 1082/2010).
Η επιχειρησιακή, συνεπώς συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Τέτοια είναι και η ομαδική ασφάλιση του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, χωρίς να έχει νομική ή συμβατική δέσμευση, συνάπτει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνοντας να καλύπτει αυτός ολικά ή εν μέρει το ασφάλιστρο.
Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά επί ορισμένο χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελείς, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως όταν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησή τους. Στην περίπτωση αυτή από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση των εν λόγω παροχών.
Κατά συνέπεια, η από αυτόν (εργοδότη), κατ' ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του ΑΚ, διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου (ΑΠ 48/2015, 1277/2010, 91/2008). 2.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδώς ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ'αυτήν (Ολ.ΑΠ 36/1988 Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).
Ψευδής ερμηνεία συντρέχει, όταν ο δικαστής της ουσίας αποδίδει στο νόμο νόημα διαφορετικό από αυτό που, στην πραγματικότητα, έχει. Το σφάλμα εδώ, περιορίζεται στην μείζονα πρόταση, στην ανεύρεση και στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου (ΑΠ 943/2006). Πρόκειται, δηλαδή, κατά τα παραπάνω, για ευθεία παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 254/2003).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). 3.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής "Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η εναγόμενη εταιρία, που διατηρεί επιχείρηση γαλακτοβιομηχανίας στην περιοχή ... όπου έχει και τις εγκαταστάσεις της, προσέλαβε τους εναγόμενους για να εργαστούν ως εξής:
Η 1η στις 20- 10-1980 ως υπάλληλος, ο 2ος στις 1-4-1982 ως υπάλληλος, ο 3ος στις 22- 3-1978 ως υπάλληλος, ο 4ος και ήδη αποβιώσας στις 1-3-1982 ως υπάλληλος, ο 5ος στις 11-12-1992 ως υπάλληλος, ο 6ος στις 2-3-1982 ως υπάλληλος, ο 7ος στις 31-1-1979 ως εργατοτεχνίτης, ο 8ος στις 8-1-1993 ως εργατοτεχνίτης, η 9η στις 23-7-1993 ως εργατοτεχνίτης, η 10η στις 2-2- 1993 ως εργατοτεχνίτης, ο 11ος στις 1-2-1999 ως υπάλληλος, ο 12ος στις 1-5-1980 ως υπάλληλος, ο 13ος στις 29-1-1980 ως υπάλληλος, ο 14ος στις 7-3-1982 ως υπάλληλος, ο 15ος στις 13-10-1977 ως υπάλληλος, ο 16ος στις 4-5-1977 ως υπάλληλος, ο 17ος στ/ς 9-1-1988 ως εργατοτεχνίτης, η 18η στις 21-1-1999 ως εργατοτεχνίτης, η 19η στις 4-2- 1993 ως εργατοτεχνίτης και η 20η στις 27-1-1993 ως εργατοτεχνίτης Από τους ενάγοντες οι με αρ. 1-17 εργάσθηκαν μέχρι τις 23-12-2010 και η 18η μέχρι τις 31-12-2010, οπότε απολύθηκαν λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης λόγω γήρατος και η 19η και η 20η μέχρι τις 31-8-2011, οπότε αποχώρησαν οικειοθελώς για την ίδια αιτία (λόγω συνταξιοδότησης).
Στις 30-9-1988 η εναγόμενη συνήψε με την ασφαλιστική εταιρία Α...Σ το υπ' αρ. …11/1988 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο με έναρξη ισχύος την 1-1-1988, δυνάμει του οποίου θα παρέχονταν στους εργαζόμενους της εναγομένης κατά τη συνταξιοδότησή τους μία εφάπαξ χρηματική παροχή, συνισταμένη στο γινόμενο του συντάξιμου μηνιαίου μισθού και του χρόνου σε έτη και μήνες από την ημερομηνία ασφάλισης μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Πρόνοιας που έχει επισυναφθεί στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού.
Σύμφωνα με τους όρους 1 και 2 του ασφαλιστηρίου συμφωνήθηκε να ανοιχθεί ένας Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου, που θα τροφοδοτείται αποκλειστικά από εισφορές της εναγομένης, με σκοπό τη δημιουργία ενιαίων αξιών (κεφαλαίων), από τις οποίες θα γινόταν η καταβολή των παροχών σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Πρόνοιας.
Σύμφωνα με τον όρο 3 του ασφαλιστηρίου α) η εναγομένη υποχρεούται στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους να διαβιβάσει στην ασφαλιστική εταιρία κατάσταση των εργαζομένων που καλύπτονται από το πρόγραμμα με τα επαγγελματικά στοιχεία τους, βάσει των οποίων η τελευταία θα καθορίζει το ποσό της εισφοράς που οφείλει να καταβάλει η εναγομένη στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους για την καλυπτόμενη ομάδα, β) εάν διαπιστωνόταν ότι το Κεφάλαιο δεν ήταν τεχνικά εξισορροπημένο, τότε αυτό έπρεπε να εξισορροπηθεί είτε με εφάπαξ καταβολή είτε με αύξηση της εισφοράς, γ) η ασφαλιστική εταιρία εγγυάται το υπόλοιπο του λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κάθε στιγμή και την καταβολή της σύνταξης εφόσον προβλέπεται από τον Κανονισμό προνοίας του προγράμματος, δ) αν η ασφαλιστική εταιρία διαπιστώσει ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει γι' αυτό την εναγομένη και να της εισηγηθεί τις αναγκαίες προσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού και ε) ουδεμία καταβολή δεν γίνεται από την ασφαλιστική εταιρία, εφόσον το υπόλοιπο του Λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής.
Περαιτέρω με τους όρους 5 και 6 του ασφαλιστηρίου συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη, μέσα σε διάστημα όχι λιγότερο από 15 ημέρες πριν από την ημερομηνία που θεμελιώνεται δικαίωμα παροχής κάθε εργαζόμενου , να το γνωστοποιήσει στην ασφαλιστική εταιρία, με τη λήψη δε της γνωστοποίησης αυτής η τελευταία και εφόσον ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, θα αναλαμβάνει από τον Λογαριασμό αυτόν το ποσό για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο και θα τον αποδίδει σ' αυτόν.
Με το παράρτημα Β του ασφαλιστηρίου συμφωνήθηκε το ύψος της μικτής ετήσιας εισφοράς για το πρώτο έτος σε ποσοστό 2,94% επί του ετησίου μισθολογίου (14 μηνιαίοι μισθοί). Η ανωτέρω παροχή της εναγομένης στους εργαζόμενους αυτής (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) δόθηκε όχι από ελευθεριότητα, αλλά ως μισθολογική παροχή, παρότι δεν προβλέφθηκε στη σύμβαση εργασίας αυτών, η κρίση δε αυτή συνάγεται από τα εξής γεγονότα:
Στις αρχές του έτους 1988 οι εργαζόμενοι της εναγομένης, μέσω του σωματείου τους, είχαν ζητήσει μισθολογική αύξηση 10% επί του βασικού μισθού, αίτημα που έγινε δεκτό από την εναγομένη (βλ. 1/19-1-1988 πρακτικό ΔΣ εναγομένης), πλην όμως δεν εγκρίθηκε από τη ΔΕΚΟ παρά μόνο σε ποσοστό 1,20 % επί του βασικού μισθού. Τον Απρίλιο του ιδίου έτους και υπό την απειλή απεργιακών κινητοποιήσεων από τους εργαζόμενους, το ΔΣ της εναγομένης ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με το σωματείο των εργαζομένων για να βρεθούν τρόποι καταβολής του υπόλοιπου ποσοστού μισθολογικής αύξησης που ήταν σε εκκρεμότητα.
Στις 4-4-1988 το ΔΣ της εναγομένης (βλ. 4/4-4-1988 πρακτικά) απεφάσισε τα εξής: α) Άμεση καταβολή του ποσοστού αύξησης που θα έκρινε η ΔΕΚΟ, αναδρομικά από 1-1-1988, β) πρόσθετη υγειονομική και νοσοκομειακή περίθαλψη σε όλο το μόνιμο προσωπικό, γ) πρόσθετη επικουρική ασφάλιση για παροχή εφάπαξ κατά τη συνταξιοδότηση ή προαποχώρηση του μόνιμου προσωπικού, δια της Αγροτικής Ασφαλιστικής και δ) αναζήτηση τρόπων συμψηφισμού αναδρομικά από 1-1-1988 του υπολοίπου που τυχόν παραμείνει σε εκκρεμότητα, προκειμένου να υλοποιηθεί η υπ' αρ. 1/1988 απόφαση του ΔΣ (δηλ.
μέχρι τη συμπλήρωση του ποσοστού 10% για μισθολογική αύξηση). Επειδή το αίτημα των εργαζομένων για μισθολογική αύξηση 10% δεν είχε ικανοποιηθεί πλήρως, είχαν εξαγγείλει απεργιακές κινητοποιήσεις για τις 20-4-1988 και για να προληφθούν αυτές το ΔΣ της εναγομένης συνεδρίασε στις 18-4-1988 (βλ. υπ' αρ. 5/18-4-1988 πρακτικά), πλην όμως ουδεμία απόφαση έλαβε ως προς το επίμαχο ζήτημα της μισθολογικής αύξησης παρά μόνο αναφέρθηκαν στο σωματείο των εργαζομένων οι μέχρι τότε ενέργειες προς ικανοποίηση του αιτήματος τους.
Το γεγονός ότι είχαν εξαγγελθεί από τους εργαζόμενους απεργιακές κινητοποιήσεις για μισθολογική αύξηση προκύπτει από τα υπ' αρ. 5/18-4-1988 πρακτικά του ΔΣ της εναγομένης, στα οποία αναφέρεται υπό τον τίτλο ΘΕΜΑΤΑ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ η απεργιακή κινητοποίηση προσωπικού. Το αίτημα των εργαζομένων για μισθολογική αύξηση σε ποσοστό 10% του μηνιαίου μισθού ικανοποιήθηκε εν μέρει και με την υπογραφή της ασφαλιστικής σύμβασης στις 30-9-1988, δηλ.
μετά πάροδο πέντε (5) μηνών από την απεργιακή κινητοποίηση των εργαζομένων, το γεγονός δε ότι η σύμβαση αυτή έχει χρόνο έναρξης την 1-1-1988, που συμπίπτει με την υποβολή του αιτήματος των εργαζομένων, καίτοι υπεγράφη στις 30-9- 1988, σημαίνει ότι η προβλεπόμενη με τη σύμβαση αυτή παροχή έχει χαρακτήρα μισθολογικό και όχι εκείνο της ελευθεριότητας και δόθηκε στους εργαζόμενους ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας, συνίσταται δε στο δικαίωμα προσδοκίας των εργαζομένων για την είσπραξη της παροχής αυτής με την πλήρωση των προβλεπομένων στην ασφαλιστική σύμβαση προϋποθέσεων.
Η εναγομένη δεν επιφύλαξε για τον εαυτό της δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της παροχής αυτής ούτε προέβηκε σε συμφωνία με τους εργαζόμενους για την ανάκληση αυτής, τέτοια δε επιφύλαξη δεν συνιστά η πρόβλεψη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της δυνατότητας καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης, διότι η καταγγελία αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση που ανέλαβε η τελευταία να παρέχει στους εργαζόμενους την ανωτέρω μισθολογική παροχή, ενδεχομένως με τη σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου με άλλη ασφαλιστική εταιρία.
Οι ενάγοντες μετά τη συνταξιοδότησή τους έλαβαν μέρος μόνο από την παροχή που δικαιούνταν, επειδή το υπόλοιπο του κεφαλαίου δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των απολυθέντων από την εναγομένη υπαλλήλων, η δε τελευταία δεν συμπλήρωσε αυτό, όπως όφειλε, ισχυριζόμενη ότι μόνη υπόχρεη για την καταβολή της παροχής είναι η ασφαλιστική εταιρία επειδή η ασφαλιστική σύμβαση ήταν ενεργής και η ανεπάρκεια των διαθεσίμων κεφαλαίων αφορά ζήτημα που ανήκει αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής της επιρροής, γεγονός που δεν μπορεί να προταθεί κατά των δικαιούχων και όφειλε να είχε καταγγείλει τη σύμβαση.
Όμως, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τον όρο 3 της ασφαλιστικής σύμβασης, σε περίπτωση μη επάρκειας του Λογαριασμού κατά το χρόνο της απαίτησης επέρχεται απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας από τη μη καταβολή της παροχής, οι δε ενάγοντες δύνανται να στραφούν κατά της εναγομένης διότι η τελευταία με τη συμπεριφορά της, ήτοι τη μη συμπλήρωση του κεφαλαίου, ματαίωσε την καταβολή της παροχής από την ασφαλιστική εταιρία" Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης κατά της 362/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13.6.2012 αγωγή των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα για καθένα ποσά για την ανωτέρω αιτία. 4.
Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, διότι α) ενώ δέχθηκε ότι η υποχρέωση της εναγομένης για ομαδική ασφάλιση του προσωπικού της που απέρρεε από το ανωτέρω (από 1-1-1988) ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν αποτέλεσε όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας των εναγομένων, ούτε περιλήφθηκε ως όρος στους σχετικούς κανονισμούς εργασίας που θεσπίστηκαν διαχρονικά με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, από το 1988 με το επιχειρησιακό σωματείο των εργαζομένων, στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά και με ασαφείς αιτιολογίες ότι η ως άνω παροχή είχε χαρακτήρα μισθολογικό, εφόσον, σε συμφωνία με το εργασιακό σωματείο, χορηγήθηκε από το ΔΣ της εναγομένης ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από τους εργαζομένους εργασίας, διότι, κατά το έτος 1988 δεν είχε εγκριθεί η αιτούμενη αύξηση του μισθού των εργαζομένων κατά 10%.
Τούτο όμως αποτελεί γεγονός, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το οποίο αφορούσε την συγκεκριμένη χρονική περίοδο και δεν δικαιολογεί επαρκώς και με πλήρεις αιτιολογίες τον χαρακτηρισμό της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης υπέρ τρίτου, ως μισθολογικής παροχής, για το περαιτέρω χρονικό διάστημα και δη μέχρι το έτος 2011, ούτε το χαρακτηρισμό της ως επιχειρησιακή συνήθεια.
β) Εξ άλλου, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην παράγραφο 1 της αποφάσεως αυτής, η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, οι δε αναφερόμενες στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο παραδοχές της προσβαλλομένης ότι λόγω μη εγκρίσεως από τη ΔΕΚΟ, κατά το έτος 1988 της αιτούμενης από τους εργαζομένους στην εναγομένη μισθολογικής αυξήσεως από 10%, της εξαγγελίας απεργίας λόγω της μη ικανοποιήσεως του αιτήματός των εργαζομένων και της διαπραγματεύσεως με το επιχειρησιακό Σωματείο των εργαζομένων στην εναγομένη, δεν αποτελούν από μόνες τους επαρκείς αιτιολογίες ώστε να θεωρηθεί ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση αποτελεί μισθολογική παροχή από επιχειρησιακή συνήθεια, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η εναγομένη είχε διατηρήσει το δικαίωμα της να καταγγείλει οποτεδήποτε την σύμβαση ασφαλιστικής παροχής με την ασφαλιστική εταιρία, και να αποχωρήσει από αυτήν.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις, διότι με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι η μεταξύ αυτής και της τρίτης ασφαλιστικής εταιρίας ασφαλιστική σύμβαση υπέρ τρίτων (των εργαζομένων της) είχε αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα είναι βάσιμος για τους λόγους που αναφέρθηκαν. 5.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμό 122/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.