Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment for failure to exhaust facts review.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appeal filed by two individuals against a final defamation judgment rendered by the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in finding their statements unlawful and failed to adequately address their evidence regarding personal insult claims. The court determined that the appellate court correctly evaluated the evidence and its assessment of factual circumstances falls outside the scope of appellate review, thus rendering the appeal inadmissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 552, 553, 556, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court's decision involves a proper evaluation of evidence and factual circumstances, which is not subject to appellate review.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 972 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 972/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καλαϊτζή και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Αρχιμανδρίτη Μ., κατά κόσμον Κ. Κ. του Ε., Ηγουμένου και κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπακώστα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5124/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2231/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/5/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 10/11/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 7-5-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2231/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε την από 10-4-2010 έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους (πλην του τρίτου) του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ. 5124/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε απορρίψει την από 24-6-2011 αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους τελευταίους να του καταβάλλουν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ο μεν πρώτος το ποσό των 10.000 € ο δε δεύτερος το ποσό των 2.000 €, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη σε αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, που συνίσταται σε προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας εξυβριστικών εκδηλώσεων και συκοφαντικών σε βάρος του ισχυρισμών, καθώς και να προβούν σε δημοσίευση περίληψης της απόφασης, εντός 15 ημερών από την επίδοσή της, σε μία ημερήσια εφημερίδα, που εκδίδεται και κυκλοφορεί στο νομό ...
και σε μία ημερήσια εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας, με την απειλή χρηματικής ποινής 500 €, για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία, που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις, που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητος του, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.? Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1750/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 121/2012).
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ' άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 271/2012, ΑΠ 179/2011, ΑΠ 333/2010, ΑΠ 1030/2009, ΑΠ 1662/2005).
Ειδικότερα, το άρθρο 367 του ΠΚ ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στην παρ. 2 ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".
Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις και κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 Π.Κ.
ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρ. 367 παρ. 1γ ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2049/2017, ΑΠ 271/2012).
Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, καίτοι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει ειδικώς στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπ' όψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή τούτου (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 15/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, από τα άρθρα 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή στερείται νόμιμης βάσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προσβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, αρχιμανδρίτης ..., κατά κόσμον Κ. Κ., από το 1986 είναι ηγούμενος της (νέας) ... ....
Η Μονή ιδρύθηκε το 1543 από τον Ό. Δ. τον Ο., και μετά την καταστροφή των κτιριακών της εγκαταστάσεων από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, το έτος 1943, μεταφέρθηκε, σε Μετόχι αυτής, στη θέση "...", σε απόσταση 15 χιλιομέτρων περίπου από την καταστραφείσα παλιά Μονή. Ο ενάγων, που μόναζε σε Μονή της ..., το 1986 προσκλήθηκε από τον Μητροπολίτη ..., ...
και ..., Α., να ανασυγκροτήσει την αδελφότητα της Μονής, που είχε σχεδόν διαλυθεί, μετά την προαναφερθείσα καταστροφή και στην οποία υπήρχαν δύο μόνο μοναχοί και τον διόρισε ηγούμενο της νέας Μονής στο Μετόχι στη θέση "...", κατ' εφαρμογή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακολούθως δε αυτός (ενάγων) εξελέγη Ηγούμενος από τη συγκροτηθείσα αδελφότητα μοναχών, "υπό την διικαιοδοσίαν και την κυριαρχίαν της (νέας) Ιεράς Μονής υπάγεται και η Παλαιά καταστραφείσα Ιερά Μονή", όπως αναγράφεται και στον εσωτερικό κανονισμό της Μονής, που δημοσιεύθηκε την 1-2-1989, στο επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος "ΕΚΚΛΗΣΙΑ".
Μετά την εγκατάστασή του στην Ιερά Μονή, ο ενάγων, με τη συγκροτηθείσα νέα αδελφότητα μοναχών, που τον εξέλεξε ως Ηγούμενο, προέβησαν σε οικοδομικά έργα και αναστηλωτικές εργασίες, καθώς και στην ανέγερση της νέας Μονής (νέο Ναό, βιβλιοθήκη, πτέρυγες κτιρίων για την διαμονή και εστίαση των Μοναχών, ξενώνες, αίθουσες υποδοχής επισκεπτών κλπ), στη νέα θέση, στο Μετόχι "..." ..., όπου είναι εγκατεστημένη η αδελφότητα, λειτουργεί δε ως ανδρώα κοινοβιακή Μονή, αναπτύσσοντας πνευματική και φιλανθρωπική δραστηριότητα, αλλά και εμπορική δραστηριότητα (διατηρεί κατάστημα πωλήσεως τυροκομικών προϊόντων, μονάδα τυποποιήσεως κρεάτων κα).
Πέραν τούτων η αδελφότητα των μοναχών και δη το Ηγουμενοσυμβούλιο, με Ηγούμενο τον ενάγοντα, ενδιαφέρθηκε και για τη νομική προστασία της κτηματικής περιουσίας της Μονής και προσέφυγε στις αρμόδιες Αρχές και στα Δικαστήρια προς προστασία των δικαιωμάτων επί ακινήτων που θεωρούσε ότι ανήκαν στην περιουσία της Μονής και είχαν καταπατηθεί από τρίτους, ασκώντας κύριες παρεμβάσεις σε δίκες μεταξύ τρίτων, αγωγές, ανακοπές κλπ.
Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών ήταν να υπάρξει έντονη αντιδικία μεταξύ της Ιεράς Μονής και ιδιωτών, αλλά και του Δήμου ... (που ήδη από 1-1-2011 εντάχθηκε μαζί με τους Δήμους ..., στο Δήμο ...) και έντονες αντιδράσεις από κατοίκους της περιοχής, μάλιστα συστάθηκε από κατοίκους της περιοχής μία επιτροπή, αποκαλούμενη "Δημοτική Επιτροπή Αγώνα", με σκοπό το συντονισμό των δικαστικών και μη ενεργειών τους κατά της Μονής, οι οποίοι και προέβαιναν σε εμφανίσεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς, πορείες διαμαρτυρίας, δημοσιεύσεις και καταγγελίες στον τοπικό τύπο, σε βάρος του ενάγοντος και των μελών της αδελφότητος της Μονής.
Στις ως άνω ενέργειες του ενάγοντος αντιτίθετο ο οικείος Μητροπολίτης ..., ... και ..., Α., μάλιστα του είχε αποστείλει και την από 13-5-2004 επιστολή , καλώντας τον "να αποκαταστήσει τα πράγματα στην προτέρα κατάστασή τους, χωρίς τα κοσμικά δικαστήρια, να συμφιλιωθεί με το Δήμο και τους γεωργοκτηνοτρόφους του ...".
Ήδη από το 2001, οι σχέσεις μεταξύ του ενάγοντος και του ως άνω Μητροπολίτη δεν ήταν καλές, λόγω προσφυγής, παρά τις αντιρρήσεις του τελευταίου, το 2001, της Ιεράς Μονής ... στο Συμβούλιο της Επικρατείας προς ακύρωση Προεδρικών Διαταγμάτων, με τα οποία συστήθηκαν, με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Α. και του Μητροπολίτη ..., ως ανεξάρτητες Ιερές Μονές, οι Ιερές Μονές ...
και ..., που τα έτη 1930 και 1931, με Προεδρικά Διατάγματα, είχαν καταστεί Μετόχια της Ιεράς Μονής ......, ο οποίος, μάλιστα Μητροπολίτης, μετά την έκδοση της απορριπτικής της προσφυγής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας και την άρνηση του ενάγοντος να ζητήσει γραπτώς συγγνώμη από αυτόν (Μητροπολίτη Α.) και τον Μητροπολίτη ..., δεν προσήρχετο στις δύο πανηγύρεις της Μονής (23 Ιανουαρίου και 14 Σεπτεμβρίου), ούτε επέτρεπε σε κάποιον άλλον Επίσκοπο ή Μητροπολίτη ή Καθηγούμενο να παραστεί στις πανηγύρεις της Μονής (βλ.
την από 5-9-2003 επιστολή του και το με αριθ. πρωτ. …/19-1-2005 έγγραφο του ως άνω Μητροπολίτου προς τον ενάγοντα, το με αριθ. πρωτ. ../19-1-2006 έγγραφο του ως άνω Μητροπολίτου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος), σχέσεις που οξύνθηκαν, όταν ο ενάγων, ως Ηγούμενος της Μονής, παρακάμπτοντας τον ως άνω Μητροπολίτη, απηύθυνε τη με αρ.
πρωτ. …/28-12- 2005 επιστολή- πρόσκληση προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη να παραστεί στην πανήγυρη της 23-1-2006 (ο τελευταίος δε ανέθεσε να παραστεί ο Μητροπολίτης ...), ενέργεια που ο Μητροπολίτης θεώρησε "κανονική αταξία" και κάλεσε μάλιστα τον ενάγοντα σε απολογία, με το από 24-1-2006 έγγραφο του, ενώ απευθύνθηκε και στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, με το με αρ.
πρωτ. …/19-1-2006 έγγραφο του, η οποία και προέτρεψε αυτόν, με το με αρ. …/15-2-2006 έγγραφο της να ασκήσει σε βάρος του ενάγοντος την προβλεπόμενη κανονική δίωξη για απείθεια και ανυπακοή, όπως δε προκύπτει από το με αρ.πρωτ. 84/3-2- 2006 έγγραφο του ως άνω Μητροπολίτη προς τον ενάγοντα, για την αντικανονική κίνηση του τελευταίου (ήτοι να επικοινωνήσει με το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρακάμπτοντας τον), κάνοντας χρήση του κανονικού δικαιώματος του, του επέβαλε ως ποινή "την έκφραση της δικαίας και βαθύτατης αγανακτήσεώς του, με την ελπίδα ότι εμπράκτως θα εκφράσει τη μετάνοιά του".
Από τον Ιανουάριο, όμως, του 2007 και δη παραμονές της εορτής του ..., μετά τη μετάβαση του ενάγοντος και του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής στη Μητρόπολη, όπου και ζήτησαν συγγνώμη από τον Μητροπολίτη, εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις του ενάγοντος και του ως άνω Μητροπολίτη Α., ο οποίος και παρίστατο έκτοτε στις πανηγύρεις της Μονής, για την αποκατάσταση δε των σχέσεων του ενημέρωσε με την από 29-1-2007 επιστολή του τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και την Ιερά Σύνοδο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι τέλη Αυγούστου του 2010 ο (τότε) Δήμος ..., που ήδη, όπως προαναφέρθηκε, από 1-1-2011 εντάχθηκε, μαζί με τους Δήμους ..., στο Δήμο ..., μετά από απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής (με αριθμό …/4-8-2010) και ενώ Δήμαρχος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος εφεσίβλητος Α. Τ. διετέλεσε Δήμαρχος από 1-1-2007 έως 31-12-2010), προέβη στην έκδοση βιβλίου (σε 1.000 αντίτυπα), τυπωθέντος στο τυπογραφείο του Ι.
Τ., στο ..., με τον τίτλο "Υπόμνημα-Γνώμη για το ιστορικοκανονικό και διοικητικό καθεστώς της Ιεράς Μονής ... ... στο παρελθόν και στο παρόν - Οι ευρύτερες εκκλησιαστικές, πολιτικές και εθνικές διαστάσεις του σημερινού κανονικού και ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Ιεράς Μονής, δυναμένου να εξελιχθεί σε νέο Βατοπέδι", βιβλίο που εντάσσεται στη Σειρά: "Μελέτες και Έρευνες του Δήμου ...", όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο αυτού, στο οποίο (εξώφυλλο) επίσης αναγράφεται, κάτω από τον προαναφερθέντα τίτλο, "Προλεγόμενα Δημάρχου ...
Α. Τ.". Το βιβλίο αυτό έχει συγγράψει ο πρώτος εναγόμενος Α. Α., καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του … , με ειδικές γνώσεις σε ιστορικοκανονικά ζητήματα και αποτελεί μια επιστημονική έρευνα αυτού, όπως και ο ίδιος αναφέρει στις από 9-11-2012 έγγραφες προτάσεις του, κοινές με το δεύτερο εναγόμενο, της πρωτοβάθμιας δίκης και συντάχθηκε μετά από τη με ημερομηνία 6-11-2009 έγγραφη παράκληση του δευτέρου εναγομένου προς αυτόν, η οποία έχει το εξής περιεχόμενο: "Γραφείο Δημάρχου, Θέμα:
Σύνταξη υπομνήματος- γνωμάτευσης. Κύριε Καθηγητά, Γνωρίζετε πολύ καλά το πρόβλημα που ταλανίζει τα τελευταία χρόνια τον τόπο μας και αφορά στη διένεξη του Δήμου με τον Ηγούμενο της Ι. Μονής .... Επειδή έχουν προκύψει διάφορα ζητήματα, τα οποία θεωρούνται ότι λόγω της εξειδίκευσής σας σε εκκλησιαστικά θέματα και της επιστημονικής σας κατάρτισης, μπορείτε να προσεγγίσετε και να ερμηνεύσετε, Παρακαλούμε να έχουμε τις απόψεις σας για το ιστορικο¬κανονικά καθεστώς της I.
Μονής .... Με τιμή Ο Δήμαρχος ... Τ. Α.". Όπως, εξάλλου, ο δεύτερος εναγόμενος αναφέρει στις από 9-11-2012 έγγραφες προτάσεις του, κοινές με τον πρώτο εναγόμενο, της πρωτοβάθμιας δίκης, ανέθεσε την ως άνω έρευνα-γνωμοδότηση στον συνεναγόμενο του "από δικαιολογημένο ενδιαφέρον εξ αιτίας της διενέξεως του τότε Δήμου ...
με τον ενάγοντα, αφετέρου δε λόγω της υφιστάμενης τότε ανάγκης ερμηνείας του ιστορικοκανονικού καθεστώτος της Ιεράς Μονής, καθώς διαπιστώναμε ότι ο ενάγων διατηρούσε διαφορετική στάση, από αυτή του επιχώριου Μητροπολίτη ... και ... κ. Α., αναφορικά με τις δικαστικές διεκδικήσεις της Ιεράς Μονής, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εύλογα αμφιβολίες, που προκαλούσαν έριδες μεταξύ του Δήμου και δημοτών ...
και όχι μόνο και της Ιεράς Μονής"... Ο δεύτερος εναγόμενος μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, έχει συντάξει και τον πρόλογο του βιβλίου, με τον τίτλο "ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Α. Τ., Δημάρχου ..." και με το εξής περιεχόμενο... : "Οι Δήμοι ..., ..., κύρια όμως ο Δήμος ... και μεγάλος αριθμός συμπολιτών και συνανθρώπων μας, για μία εικοσαετία σχεδόν τώρα, βρίσκονται σε συνεχή διαμάχη και αντιπαλότητα με τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής ...
Μ. Κ.. Η παρούσα Δημοτική Αρχή βρήκε, εν προκειμένω, συσσωρευμένα προβλήματα. Έταξε δε ως καθήκον της, υπό την πίεση των δυσάρεστων σχέσεων μεταξύ Δήμων και Ιεράς Μονής και της οργισμένης κοινής γνώμης και των άμεσα εμπλεκόμενων Δημοτικών Αρχών και συμπολιτών για το ιδιοκτησιακό καθεστώς στις σχέσεις των δύο πλευρών, να αναζητήσει λύση συνολική και οριστική και δίκαιη, διά νομίμων μέσων, αλλά και δι' άλλων ενεργειών και εκδηλώσεων προς ανάδειξη του ζητήματος.
Για ακριβή ενημέρωση της Δημοτικής Αρχής και των αρμοδίων Εκκλησιαστικών και Δικαστικών Αρχών και της Κοινής Γνώμης, πέραν των άλλων δράσεων, ζητήθηκε αρμοδίως η επιστημονική Γνώμη ειδικών Πανεπιστημιακών Καθηγητών. Αποτέλεσμα αυτού υπήρξαν δύο γνωμοδοτήσεις α) για το νομικό καθεστώς του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ι.
Κ. και β) για το ιστορικοκανονικό και διοικητικό καθεστώς στην ιστορία και στο παρόν της Ιεράς Μονής του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Α. Α.. Φρονούμε, ότι στις δύο αυτές Γνώμες δίδονται καταλυτικές απαντήσεις στα προβλήματά μας. Γι' αυτό έκρινε η Δημοτική Αρχή να δημοσιοποιηθούν οι Γνώμες αυτές μέσω της Σειράς Μελετών και Ερευνών του Δήμου ....
Το παρόν είναι η Γνώμη-Υπόμνημα του καθηγητή Α. Α., τον οποίο και ευχαριστούμε για την ανιδιοτελή ανταπόκριση του". Στο εν λόγω βιβλίο, μετά τον πρόλογο, με τον τίτλο "ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Α. Τ., Δημάρχου ..."..., ακολουθεί υπό τον τίτλο "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ", το εξής κείμενο... : "Αξιότιμε κ. Δήμαρχε, στο από 6-11-2009 έγγραφο- παράκλησή σας, με επισυναπτόμενο ογκώδη φάκελο παντοίων εγγράφων και δημοσιευμάτων και άλλων στοιχείων, να έχετε τη γνώμη μου για το εν θέματι Ζήτημα, προάγομαι, παρά τις επιφυλάξεις μου να εμπλακώ στο Ζήτημα, και μετά βασανιστικό προβληματισμό, να σας εκθέσω την Γνώμη μου...Την Γνώμη μου σας παραδίδω διά του παρόντος άνευ αμοιβής, εις σεβασμό της μνήμης ...
του ..., του προστάτου όλων ημών των ... και του κύρους της Εκκλησίας της Ελλάδος αυτής καθ' εαυτήν και στις σχέσεις Της με την Πολιτεία της Ελλάδος και την Εκκλησία ΚΠόλεως. Η έρευνά μου περιλαμβάνει: Α' ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ του θεσμού των Ιερών Μονών της κατ' Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας, Β' ΤΟ ΠΑΡΟΝ του συνόλου του μοναστηριακού καθεστώτος στην Εκκλησία της Ελλάδος, όπως τούτο περιγράφεται σαφέστατα στον εν ισχύϊ Καταστατικό Χάρτη της (1977 έως σήμερα), Γ' ΤΙΣ ΠΑΡΑΤΥΠΙΕΣ εις βάρος του καταστατικού Χάρτου (στο εξής Κ.Χ.) από το 2004 έως σήμερα από εκκλησιαστικής πλευράς, πέραν των άλλων, ειδικώτερα και για το σύνολο μοναστηριακό καθεστώς στην Εκκλησία της Ελλάδος, που έχει να κάμει με το πνευματικό, διοικητικό και περιουσιακό κύρια ζήτημα, Δ' ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ της I.
Μονής ... του ... στην ιστορία και στο παρόν και Ε' Το τελικό ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ μου"...Κατά το συμπέρασμα του πρώτου εναγομένου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του βιβλίου (επί λέξει): "1) Η Ιερά Μονή ... του ... είναι μία των Ιερών Μονών, υπαγομένη πλήρως στην Εκκλησία της Ελλάδος διά του ισχύοντος - και μη τροποποιηθέντος διά της ιδίας οδού, η οποία τον κατέστησε θεσμό της Πολιτείας και της Εκκλησίας - Κ.Χ.
του 1977. Είναι Επισκοπική-Μητροπολιτική, υπό την κατά τους ιερούς κανόνας πνευματική ν εποπτείαν του εκάστοτε Επισκόπου, νυν Μητροπολίτου ..., ... και ..., ως προς πάντα, δηλ. τη διοίκηση και την εν γένει διαχείριση και τον έλεγχον της νομιμότητος της οικονομικής διαχειρίσεως της περιουσίας της (βλ. Κ.Χ., 39, 6), και σε συνάρτηση μάλιστα και προς τον Όρο Γ της Π.Σ.Π. 1928, κατά τον οποίο η διοίκησις των Μονών και η εν γένει διαχείρισις και ο επ' αυτών έλεγχος υπάγονται στην άμεσον δικαιοδοσίαν της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, εφαρμοζούσης και επί των Μονών τούτων τας ισχυούσας διά τας εν τη ιδία αυτής περιοχή Ιεράς Μονάς διατάξεις".
Στην ως άνω γνωμοδότηση-βιβλίο, εκτός των άλλων, αναγράφονται και τα εξής: Α) στις σελίδες 52 έως 68 και υπό τον τίτλο: "4) Οι βιούμενες ή εν δυνάμει στο εξής συνέπειες των αντικανονικών και παρανόμων αποφάσεων της Ι.Σ.Ι. του Μαΐου 2004 και της Δ.Ι.Σ. του Φεβρουαρίου 2007, σε σχέση με τον Γ Όρο της Π.Σ.Π. 1928. Η περίπτωση της Ιεράς Μονής ... ...:
Ασχέτως του γεγονότος ότι διά του όρου Γ της Π.Σ.Π. 1928 η διοίκηση, διαχείριση και ο έλεγχος της περιουσίας, κινητής και ακινήτου, των μοναστηριών αυτών τελεί υπό την άμεση εποπτεία του επιχωρίου Επισκόπου- Μητροπολίτου, όπως διαγορεύεται σαφώς στο άρθρο 39 του Κ.Χ. 1977, αλλά μόνο το μνημόσυνο αφαιρείται τώρα από τον επιχώριο Επίσκοπο υπέρ του Πατριάρχου, η ρύθμιση του Όρου Γ συνιστά πρωτοφανές κανονικό καθεστώς, αντίθετο προς την ουσιώδη έννοια του μνημοσύνου, ως πηγή πάσης άλλης εξουσίας.
Οι βιούμενες στο εξής ή και εν δυνάμει συνέπειες των αντικανονικοτήτων και παρανομιών αυτών καταγράφονται ως εξής, με επίκεντρο κύρια την Ιερά Μονή ... του ..., Παμμακεδονικό και Πανθεσσαλικό, και πέραν, Ιερό Προσκύνημα, με μεγάλη περιουσία, κινητή και ακίνητη, στον ... και στην ..., κύρια, α) Η κατά επαρχίες επανάκαμψη της συγκρουσιακής, εκκλησιολογικά και κανονικά, αντιλήψεως και πρακτικής μεταξύ των Θ.
και I. Κανόνων (εν προκειμένω του για πολλοστή εδώ φορά μνημονευθέντος Η1 Κανόνος της Δ' Οικουμενικής) και της "μακράς αγράφου συνήθειας", για τα οποία λόγος στο Α και Β Μέρος της Γνώμης μας. β. Το άνευ ετέρου, κατ' αλληλουχία των ανωτέρω, μόνιμο έρεισμα - σπέρμα προκλήσεως νέων μονίμων τοπικών εστιών ερίδων και πικριών και αμφισβητήσεων στο σχήμα:
Ηγούμενος - Μητροπολίτης - Ιερά Σύνοδος Αρχιεπίσκοπος - Πατριάρχης. Και αυτό το γεγονός, επί ζημία της επιποθουμένης πνευματικής ενότητος πέριξ του Επισκόπου σ' όλο το Κλίμα της Εκκλησίας της Ελλάδος, μάλιστα δε, και κατ' εξοχήν, στις παντοιοτρόπως νευραλγικές και ευαίσθητες, πνευματικά και εθνικά - κυριαρχικά, ακρώρειες της Ελληνικής Επικράτειας (Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης, Νήσων του Αρχιπελάγους Αιγαίου έναντι της Μικράς Ασίας, των "Νέων Χωρών" εκκλησιαστικά), γ.
Ήδη, το συγκρουσιακό κλίμα, εμφανώς και απροσχηματίστως, εντοπίζεται στην I. Μονή ... του ..., επί 10ετία ήδη τώρα (2001 κ.ε.), εντός του ανωτέρω περιγραφέντος εμφυλιακού μεταξύ των δύο Τοπικών Εκκλησιών, ΚΠόλεως και Ελλάδος, κλίματος. Ο ηγούμενος της εγκαταλείπει την κατ' ουσία αναφορά του, βάσει του άρθρου 39 του Κ.Χ., στον επιχώριο Μητροπολίτη του, μέχρι 19 Ιανουαρίου 2007 (παραμονές εορτής του ...
του ...), "αφηνιάσας" εναντίον του, κατά τον Η' κανόνα της Δ' Οικουμενικής, όπως και εναντίον του ποιμνίου του Μητροπολίτου στο ... και στα πέριξ, που το στηρίζει ο Μητροπολίτης, αλλά ο ηγούμενος αντιπολιτεύεται για κτήματα, χωράφια, καλλιέργειες, λαχανόκηπους, βοσκοτόπια και εμπορία ειδών, δίκην Δ/ντος Συμβούλου Εμπορικού Οίκου, πέραν του δέοντος προς επίτευξη και άσκηση του μοναχικού ιδεώδους, κατά τους Θ.
και I. Κανόνες. Έχει, εν τω μεταξύ, ανιχνεύσει, κατά την προεκτεθείσα περίοδο κρίσεως μεταξύ των δύο Εκκλησιών (2003 - 2007), προσωπική ατραπό προσεγγίσεως στο Φανάρι ΚΠόλεως, κύκλοι του οποίου τον εστήριζαν, συχνά μεταβαίνοντα "ανεπισήμως", δηλ. τρόπον τινά "ιδιωτικώς", εν αγνοία, φυσικά, και άνευ αδείας του υπό την "πνευματικήν εποπτείαν" Μητροπολίτου του.
Για την όλη αντικανονική και αντιπειθαρχική αυτή συμπεριφορά του ηγουμένου και κύρια για την έναντι του ποιμνίου του εις ... διαιρετική, διχαστική και δικομανή συμπεριφορά του, ο Μητροπολίτης τον έθεσε, πολύ πριν τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο 2007, εις "ακοινωνησίαν", ιδιότυπου ποιμαντικού χαρακτήρα. Δεν προσείρχετο ο Μητροπολίτης στο μοναστήρι (κατ' ουσίαν Μετόχι στην ...), προπαντός κατά την εορτή του ..., ούτε επέτρεπε άλλον επίσκοπο να μεταβεί εκεί, ούτε έκαμνε χειροτονίες μοναχών, ούτε εδέχετο ή ενέκρινε έγγραφα και δράσεις περιουσιακού ή ενδίκου χαρακτήρος, ούτε, φυσικά, του επέτρεπε, κατά νόμο και Κανόνα, να διαχειρίζεται αυτοβούλους και αυθαιρέτως την περιουσία του μοναστηρίου κλπ.
Εκείνος όμως την ίδια συμπεριφορά. Και τούτο έπραττε ο Μητροπολίτης, θέσας τούτον εις "ακοινωνησίαν", με την ελπίδα μετανοίας και συγγνώμης από μέρους του, για να του παράσχει συγχώρεση, ως καλός ποιμήν. Σ' εκείνη την κατάσταση ευρεθείς ο Μητροπολίτης, προσεκάλεσε τον υποφαινόμενο, παρακαλέσας τον να έχει την Γνώμη του για την κατάσταση αυτή, την οποία και έδωσε γραπτώς από 10 Μαρτίου 2006.
δ. Να υπενθυμίσουμε, παρεμπιπτόντως, ότι ο Μητροπολίτης ήταν εκείνος, που προσεκάλεσε τον ηγούμενο (μέχρι τότε μόναζε σε μοναστήρι της Μητροπόλεως ...) και παρέσχε την άδεια - ο ηγούμενος απεδέχθη και την πρόσκληση και την άδεια, εις ανακούφιση μεγάλη του τότε, μακαριστού ήδη, μητροπολίτου ... Χ., για να απαλλαγεί απ' αυτόν, γιατί του δημιουργούσε προβλήματα - να ανασυγκροτήσει τον ιστορικό Άγιο ...
και τον διόρισε στην αρχή ηγούμενο του μοναστηριού στη ... - Μετόχι, κατ' εφαρμογή του Κ.Χ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέχρις ότου συγκροτηθεί αδελφότητα, η οποία να τον εκλέξει ηγούμενο... ε. Κύκλοι του Φαναριού, υποδεχόμενοι τον καλόγηρο αυτόν στο Φανάρι, εν αγνοία προφανώς του Πατριάρχου, καθίσταντο, κατά την περίοδο της "ακοινωνησίας" του, ευεπίφοροι υποθάλψεως, κανονικώς και νομίμως, ατάκτου μοναχού - ηγουμένου, που τον χρησιμοποιούσαν ως δείγμα, προφανώς και πρόκριμα και αφορμή για ανατροπή του μοναστηριακού καθεστώτος του ισχύοντος Κ.Χ., προς ενεργοποίηση τώρα, τάχα πέραν και όχι κατά του νόμου, και του γνωστού Γ Όρου της Π.Σ.Π. 1928.
Ο καλόγηρος δε αυτός δεχόταν τη χρησιμοποίηση του, για να έχει στήριξη αλλά και ιδιότυπη ανεξαρτησία και ασυδοσία έναντι του κυριάρχου του Επισκόπου - Μητροπολίτου, αλλά και του Λαού, κύρια περί την ανεξέλεγκτη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ..., που ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί ασύδοτα, προσφεύγων εναντίον των ...
εις άσκηση ενδίκων μέσων, για τάχα, κατ' αυτόν, καταπάτηση μοναστηριακής περιουσίας, χωρίς να έχει την άδεια του επιχωρίου Μητροπολίτου. Το αδύνατο και απαράδεκτο τέτοιου είδους ενδίκων μέσων έχει αποδείξει περίτρανα δι' ιδίας Γνωμοδοτήσεως ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ι. Κ., από 8 Φεβρουάριου 2003, κατ' αίτηση της Δημοτικής Αρχής ....
στ. Όταν δε ενημερώθηκε από το Φανάρι και αλλαχόθεν ότι η Δ.Ι.Σ. των Αθηνών θα αποφάσιζε, οσονούπω, την ενεργοποίηση του Όρου Γ - το εξηγήσαμε ήδη υπό ποίες, παρά τους Κανόνες και τον νόμο, συνθήκες, του συνεστήθη να τακτοποιήσει εγκαίρως τις πνευματικές σχέσεις του προς τον Μητροπολίτη του. Πολύ περισσότερο να το πράξει, αφού, και παρά την ενεργοποίηση του Όρου Γ, ακόμη και μ' αυτόν τον όρο, η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της Μονής και ο έλεγχος επ' αυτής είναι εποπτικό δικαίωμα, κανονικό και έννομο, και μόνο του οικείου Μητροπολίτου, άσχετα από την επαναφορά του πατριαρχικού μνημοσύνου.
Το οποίο, εν προκειμένω, προσδιορίζεται ως τιμής και ιστορικής σημασίας και συμβολισμού ένεκα και μόνο, αφού στερείται του ουσιαστικού περιεχομένου του, που είναι το δικαίωμα διοικήσεως - διαχειρίσεως της περιουσίας και του ελέγχου επ' αυτής κάθε πατριαρχικής μονής, κατ' εξοχήν, κατά την μακράν παράδοση και συνήθεια, όπως συμβαίνει, κατ' εξαίρεση στην Εκκλησία της Ελλάδος, βάσει του Κ.Χ. 1977, κατά τα προλεχθέντα, με τις δύο Πατριαρχικές Μονές ... .
Διερωτόμαστε, αλήθεια, αν, πράγματι, ένα τέτοιο πατριαρχικό μνημόσυνο προσπορίζει κύρος και γόητρο στο όντως πατριαρχικό, μνημόσυνο. Ο Πατριαρχικός θεσμός, φρονούμε ταπεινά, δεν έχει ανάγκη ποσώς ενός τέτοιου μνημοσύνου, που έρχεται να διασπάσει την κανονική και έννομη ενότητα πέριξ του οικείου Επισκόπου για να εμφιλοχωρούν σπέρματα έριδος, όπως αυτά που φύονται στην επαρχία ..., λόγω ενός καλογήρου-ηγουμένου.
Και, φυσικά, δυνητικά, τα ίδια και χειρότερα, δίκην Βατοπεδίου, μπορούν να συμβούν και σ' άλλες επαρχίες της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Βόρειο Ελλάδα. Ο Πατριαρχικός θεσμός ούτε είχε, ούτε έχει ανάγκη ενός τέτοιου πατριαρχικού, απογυμνωμένου από τα κυρίαρχα στοιχεία του, μνημοσύνου. Εάν δε και κρίνεται ότι δια του τρόπου αυτού και δια των ανωτέρω μεθοδεύσεων αποκαθίστανται Πατριαρχικά Δίκαια προς εγγραφή τίτλων φήμης ή υστεροφημίας, φρονούμε, ταπεινά, και πάλι, ότι ούτω πως ενεργούντες αδικούμε τους κανόνες, τους νόμους και εαυτούς μετά πείσματος, μάλιστα, ζ.
Έτσι, παραμονές της εορτής του ... 23 Ιαν. 2007, ο ηγούμενος και όλο το ηγουμενοσυμβούλιο μεταβαίνουν στο Επισκοπείο στην ... προς συνάντηση του Επισκόπου των και εκζήτηση συγγνώμης για την έναντι αυτού απείθεια και αταξία και ασέβεια, μετά δακρύων και στεναγμών πολλών. Παρουσία, βέβαια, τηλεοπτικών μέσων επιτόπιων, μπροστά από το Επισκοπείο στην ....
Το τηλεοπτικό σκηνικό θύμιζε ολίγον την σχετική ευαγγελική περικοπή του Τελώνου και Φαρισαίου. Ο "άγιος" Φαρισαίος, δημόσια και υπεροπτικά, εξομολογείται στο μέσον του ναού του Σολομώντος, ο δε αμαρτωλός Τελώνης αφανώς, μακριά από βλέμματα των προσκυνητών του ναού, εκζητεί θεία συγγνώμη για τα δικά του αμαρτήματα.
Ο Επίσκοπος, φυσικά, πάντοτε ως καλός Ποιμήν και μεγάθυμος, αναμένων τον, δικής του επιλογής και εκλογής εις ηγούμενο, ηγούμενο "απολωλός πρόβατον", του παρέσχε όντως συγχώρηση, όπως διαζευκτικά εισηγούμεθα και ημείς με την προς τον Μητροπολίτη αιτηθείσα Γνωμάτευσή μας, ήρε την ποινή της "ακοινωνησίας", εναγκαλισθείς και ασπασθείς αυτόν για να προεξάρξει των εορτασμών της 22 - 23 Ιανουαρίου 2007 στον Άγιο ... - στη "..." εννοείται και όχι στην ιστορική Μονή -, μετά μία 6ετία απουσίας του από το Μετόχι, λόγω "ακοινωνησίας" στον ηγούμενο.
Αμέσως μετά, ο Μητροπολίτης ενημερώνει, με ιδιόγραφη επιστολή του από 29.1.2007, τον τότε Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χ. και την Ιερά Σύνοδο των Αθηνών για το γεγονός της αποκαταστάσεως της κανονικής τάξεως στο Μοναστήρι του .... Εξομολογείται στην Προϊστάμενη Αρχή Του, επί λέξει, για "το χάσμα μεταξύ της Ιεράς Μονής μας του ... ...
και της Ιεράς Μητροπόλεως μας", που "γεφυρώθηκε", γιατί "όλο το ηγουμενοσυμβούλιο της Ιεράς Μονής ήλθε στο γραφείο μας και εζήτησε συγγνώμη για όλα όσα μας κράτησαν επί εξαετία μακρυά του Μοναστηριού". Παρακαλεί, εν τέλει, τον Μακαριώτατο να εύχεται "αυτή η γεφύρωση να έχει ανθεκτικά ιδανικά, για το καλό όλων μας", αμφιβάλλων, προφανώς, ότι η "γεφύρωση" αυτή δυνατόν να βασίζεται επί ανθεκτικών ιδανικών"...Ιδού, όλη η επιστολή προς κρίση από τους αναγνώστες της παρούσης Γνώμης. "Μακαριώτατε, ευχαρίστως και ευλαβώς, Σας γνωρίζω, ότι γεφυρώθηκε , συν Θεώ, το χάσμα μεταξύ της Ιεράς Μονής μας του ...
και της Ιεράς Μητροπόλεως μας. Τέσσερες ημέρες πριν την εορτή του Αγίου 23 Ιανουαρίου, όλο το ηγουμενοσυμβούλιο της Ιεράς Μονής ήλθε στο γραφείο μας, και• εζήτησε συγγνώμη για όλα, όσα μας εκράτησαν επί εξαετία μακρυά του Μοναστηριού. Προσελθών, προέστην όλων των Ιερών Ακολουθιών της Ιεράς Πανήγυρης, και κατά το επίσημον γεύμα έκαμα μία προσλαλιά, της οποίας επισυνάπτω αντίγραφο.
Εύχεσθε, παρακαλώ, αυτή η γεφύρωση να έχει ανθεκτικά ιδανικά, για το καλό όλων μας. Με βαθύτατο σεβασμό και αγάπη και τιμή, Ο ... Α.". Δηλωτικά του μεγάλου "χάσματος" μεταξύ ηγουμένου και Ιεράς Μητροπόλεως (δηλ. Επισκόπου - Ποιμένος και Ποιμνίου, ιδίως πλησίον της Ιεράς Μονής στο ... με άριστες αμοιβαίες σχέσεις), υπαιτιότητι του πρώτου, είναι τα όσα με πολλή ευγένεια λέγει ο Μητροπολίτης στην προσλαλιά του προς τον ηγούμενο και προς την αδελφότητα.
Σ' αυτήν ο λόγος για "ίλιγγο διαιρετικής κατάστασης και μίας άκρως βασανιστικής επί έξι συναπτά έτη, που για λόγους παιδαγωγικούς υπαγόρευσαν στον Πατέρα Επίσκοπο να κρατηθεί μακριά από το Ιερό Μοναστήρι" για "το χρονικό των πληγών" για "ένταση που άνοιγε ρωγμές επικίνδυνες" και για "χαίνουσα πληγή της διαίρεσης".
Για να καταλήξει εξομολογούμενος ο καλοκάγαθος Μητροπολίτης με τα εξής, επί λέξει: "Επίσημα καταθέτω αυτή τη στιγμή, ότι στα έξι χρόνια της διάστασης προσπαθούσα να διατηρήσω μέσα μου ακέραιο το συναίσθημα, το οποίο ευχάριστα δοκίμασα, όταν πριν είκοσι χρόνια πρωτογνώρισα τους Πατέρες. Και δεν διαψεύσθηκα.
Οι Πατέρες του Μοναστικού Συμβουλίου έθεσαν στο περιθώριο τις ιδιόγνωμες τάσεις τους και τα ανθρώπινα λάθη τους, και κατέφυγαν με συγκινητική εμπιστοσύνη στην αγκαλιά του Επισκόπου Πατέρα τους. Νίκησε και επρυτάνευσε η δυναμογόνος και τρισευλογημένη Υπακοή, η οποία έχτισε την ευρύτερη δυνατή συμμαχία της αγάπης, προτείνοντας με ζηλωτή, διδάσκουσα και αφοπλιστική ταπείνωση την ομόφωνη εκ μέρους των αίτηση συγγνώμης.
Η σημερινή Συλλειτουργία, και μάλιστα στην Ιερή Μνήμη του ..., αποτελεί σημείο ύψιστης θεμελίωσης ανυπόκριτης αγάπης μεταξύ μας. Σήμερα, λοιπόν, ανανεώνουμε τον ενθουσιασμό μας για σοβαρή, σταθερή και απρόσκοπτη συμμαχία και πνευματική προσφορά. Και ενώπιον του κατάρρου της συγκίνησης και της ακράτειας εγκωμιαστικών λόγων, επιβάλλεται να απευθύνω την ευχή:
Ο Κύριος μας, με τις Πρεσβείες του ..., να φανεί για όλους μας ίλεως, χαρίζοντας πλούσια την ευλογία Του, και ο άγιος Καθηγούμενος μαζί με τους Αδελφούς, να έχουν υγεία και πολλή προκοπή και επιτυχία στην πολυεπίπεδη μάχη κατά του πολύμορφου κακού και της αμαρτίας. Δόξα τω Θεώ, που η χαίνουσα πληγή της διαίρεσης επουλώθηκε, με την αγαπητική φροντίδα και των δύο πλευρών! Μακάρι από εδώ και πέρα, μαζί να συντάσσουμε το καθολικό Βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Τόπου μας, προς δόξαν Θεού! Αμήν! Ο ...
Α.".
Λίγες μέρες μετά, αρχές Φεβρουάριου 2007, η Δ.Ι.Σ. αποφασίζει την εφαρμογή του Όρου Γ, παρά τον Κ.Χ. και τον Η' Κανόνα, στον οποίο ο Κ.Χ. στηρίζεται όχι μόνο ως νόμος, αλλά και ως Κανόνας, κατά τα προλεχθέντα. η. Θα περίμενε κανείς, εν πάση περιπτώσει, ότι, μετά τα ανωτέρω, θα επείρχετο εκ ψυχής ειρήνη και ηρεμία στις σχέσεις ηγουμένου και Μητροπολίτου και στις σχέσεις ηγουμένου και κατοίκων του Δήμου ...
και των πέριξ Δήμων, εκείνων με τους οποίους διαπληκτίζετο παντοιοτρόπως για κτηματικές διαφορές και με προσφυγές στη δικαιοσύνη. Συνέβη και εξακολουθεί συμβαίνον το όλως αντίθετο. Ο ηγούμενος εξακολουθεί να προκαλεί κατοίκους ... και των πέριξ και να επιδίδεται στα ίδια, γύρω από κτήματα, εμπορικές ενασχολήσεις, δικαστικές διαμάχες, εξεύρεση νομικού επιτελείου και μαρτύρων, προς "υπεράσπιση" των δικαίων της I.
Μονής κλπ. παρόμοια, φυσικά δαπάναις της I. Μονής και όχι ιδίαις δαπάναις, συμπεριλαμβανομένων και πάσης φύσεως εκβιασμών εναντίον της θρησκευτικής παραδοσιακής συνειδήσεως του Λαού, παρά την ποιμαντική βούληση και εντολή του Μητροπολίτου του προς αποκατάσταση της ηρεμίας στις σχέσεις του όχι μόνο με τον ποιμένα του, αλλά και με το ποίμνιο του, με το Λαό ...
και των άλλων διαμερισμάτων της επαρχίας του. Ο Μητροπολίτης και τώρα εξακολουθεί να υποφέρει συνειδησιακά από την κατάσταση αυτή, που επιβαρύνει επιπλέον το ήδη επισφαλές και επώδυνο της όλης υγείας του, ώστε εκ των πραγμάτων να μη δύναται να ασκεί τα από τους Θ. και I. Κανόνες και τους νόμους του Κράτους, εποπτικά καθήκοντά του επί της I.
Μονής, θ. Τα πράγματα οδηγήθηκαν προ καιρού (Ιούλιος 2009 κ.ε.) στα άκρα: i) με αποτέλεσμα - πρωτοφανές για τα χρονικά ιδία του Δήμου ... - το Δημοτικό Συμβούλιο, σχεδόν ομοφώνως, πλην μιας αρνήσεως, να αποφασίσει (αριθμ. αποφάσεως …/2009, της 24 Ιουνίου 2009) συλλαλητήριο διαμαρτυρίας εναντίον του, το οποίο πραγματοποιηθέν έγινε, εξ αιτίας του, αντικείμενο παντοειδών εκμεταλλεύσεων, ακόμη και από δωδεκαθεϊστές, με τηλεοπτικό απόηχο δυσμενέστατο στην κοινή γνώμη της ...
και της Εκκλησίας της Ελλάδος, επί ζημία, μάλιστα, της τοπικής κύρια νεολαίας... iii) Να αναγκασθούν οι 4, άμεσα ενδιαφερόμενοι για κτηματικές διαφορές δημοτών και Δήμων με τον Ηγούμενο, Δήμοι (..., ...) δια των Δημάρχων των και παρουσία Βουλευτών και άλλων φορέων της ..., να απευθυνθούν στο Λαό της ... με τηλεοπτικές συνεντεύξεις (6 Φεβρουάριου 2010) για την όλη προς το κοινό λαϊκό αίσθημα αρπαχτική και ανοίκεια συμπεριφορά του ηγουμένου, αφού η τελική οριοθέτηση μεταξύ των κτημάτων της I.
Μονής και των κατοίκων είχεν ήδη επιτευχθεί, κοινή συναινέσει, και με πρωτοβουλία του αειμνήστου Μητροπολίτου ... και ... ... πριν 40 σχεδόν χρόνια, το 1968. iv) Να παρεμβαίνει σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές ο ίδιος ο ηγούμενος και όχι μόνο να επιχειρηματολογεί υπέρ των θέσεων του - που το δικαιούται- αλλά να παρεκτρέπεται, εγκαλών συγκεκριμένους, "ελάχιστους" κατ' αυτόν, πολίτες ...
ονομαστί, γνωστούς όμως για την μεγάλη προσφορά τους στον δικό τους τόπο και για τον απέραντο σεβασμό τους προς τις αρχές τις παραδοσιακές της Ορθοδοξίας και της Πατρίδας, ως κυρίους υπαιτίους της καταστάσεως, και τάχα τους ίδιους καταπατητές μοναστηριακών κτημάτων. Ο ίδιος, φυσικά, είναι έπηλυς στον τόπο αυτό, που δεν αγάπησε και δεν πόνεσε, εύλογα, γεννηθείς και ανδρωθείς ο ίδιος σε ξένη, μακράν του ..., πατρίδα και γη, μη έχων αίσθηση, σεβασμό, κατανόηση ή ανοχή των επιτόπιων θεσμών, περί τις τοπικές παραδόσεις για τον Άγιο ...
και το μοναστήρι του. Αυτές επιβιώνουν διαχρονικά εδώ, όχι, βέβαια, μόνο χάρη στους λίγους, κατά καιρούς, καλογήρους, και τούτους κάποιες φορές προβληματικούς, αλλά κύρια στον συμπαγή ορθόδοξο, βαθειάς λαϊκής ευσέβειας, Λαό, που ομνύει στον Άγιο. Χωρίς τον ευσεβή Λαό, το ποίμνιο, ούτε η Εκκλησία, ούτε και το Ιδρύματά της επιβιώνουν.
Η ιστορία μας διδάσκει για Τοπικές Εκκλησίες, με μεγάλη ακμή και ιστορία στα παρελθόντα, που όμως έσβησαν, μη υπάρχοντος ποιμνίου, ν) Να δημοσιεύονται διάφορα άρθρα - κυρίως διαμαρτυρίες - στον τοπικό τύπο, διεγερτικά αναλόγων αισθημάτων και σχολίων, και να αναγκάζεται ο ίδιος να παρεμβαίνει με φυλλάδιο "Το Μοναστήρι του ....
Η ζωή και η πορεία του", 2009, διχαστικής και αυτό νοοτροπίας, παρά τις περί συνεργασίας διατυπωμένες απόψεις - προτάσεις του σ' αυτό... vii) Να αναρτώνται από καιρού εις καιρό στην κεντρική οδό ... πανό εις βάρος του, αυτός δε να αναγκάζεται να επιστρατεύει οπαδούς του για να τα κατεβάζουν...Και ix) να οφείλει - να αντιμετωπίσει παραγγελία - προανάκριση από την Εισαγγελία Εφετών για 8 (οκτώ) κακουργηματικές πράξεις, εις βάρος του (π.χ.
Παράνομη ξύλευση, πλαστογραφία μετά χρήσεως, εξαπάτηση ελληνικού δημοσίου, απάτη εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κλπ.), x) Τα ανωτέρω είναι ελάχιστα ενδεικτικά μόνο του κλίματος, ασχέτως επιμερισμού ευθυνών, με απρόβλεπτες - διαισθανόμαστε - συνέπειες στο άμεσο μέλλον, που θα μας θυμίζουν άλλο Βατοπέδι.
Ήδη ο σκανδαλισμός της κοινής γνώμης είναι καθ' ημέρα παρών, με πέτρα σκανδάλου, δικαίως και αδίκως, τον ηγούμενο, αίτιον διαιρέσεως του λαού στο πρόσωπο του. Οι πλείστοι κάτοικοι ..., αλλά και άλλοι της ..., ακόμη και από την Διασπορά, είναι επικριτικοί απέναντι του. Άλλοι, όσοι συνεργάζονται με τον ηγούμενο ή εξαρτώνται πνευματικά ή υλικά απ' αυτόν και με ανάλογα προσωπικά συμφέροντα σε σχέση με το Μοναστήρι, είναι εύλογα υπέρ του.
Αυτά τουλάχιστο, εισπράττω από τα ακροώμενα, όταν μεταβαίνω σε χώρους επικοινωνίας των πολιτών (Εκκλησίες, καφενεία, εστιατόρια, συντροφιές σπιτιών, περίπατοι κλπ.), όντας προσωπικά εκ συστήματος μακράν των τεκταινομένων για λόγους ευνοήτους, ως έχων την καταγωγή μου από την ... και διαμένων στην ... ..., από καιρού εις καιρό, για λόγους αναπαύσεως, αυτοσυγκεντρώσεως, μελέτης και συγγραφής".
Β) Στις σελίδες 76 και 77 του ίδιου βιβλίου αναφέρονται τα εξής: "7) Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η νέα εφεύρεση παρακάμψεως τώρα του ΙΑ Κεφαλαίου του Κ.Χ. "Περί Ιερών Μονών" (άρθρα 39, 1-10), προς όφελος και νεκρανάσταση ανούσια του Γ Όρου της Π.Σ.Π., συνιστά αταξία έναντι και πέραν της εννόμου τάξεως και δυσαρμονία έναντι της αρμονίας σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους, βάσει των Θ.
και I. Κανόνων, του Συντάγματος και του Νόμου και δη και του Νόμου-Κώδικος, του Κ.Χ. του 1977. Της αταξίας αυτής δείγμα, μεταξύ άλλων, είναι και ο εν λόγω ηγούμενος της Ιεράς Μονής ... του .... Εάν ο οιοσδήποτε νομοταγής πολίτης της Χώρας αυτής, οφείλει να είναι φιλότιμος έναντι των νόμων του Κράτους, πόσο μάλλον ο σεβασμός έναντι του νόμου - το φιλόνομο - είναι υπέρτατο χρέος για ύπατα της Πολιτείας και Εκκλησίας Όργανα.
Τούτο ισχύει και για ύπατα Ιδρύματα εκτός της Ελληνικής Επικράτειας, που όμως έχουν και έννομα συμφέροντα εντός της Ελληνικής Επικράτειας, όπως, π.χ. η Μήτηρ Εκκλησία ΚΠόλεως. Ο σεβασμός των τοπικών ηθών και εθίμων και αρχών, και μάλιστα στο πιο ευαίσθητο σημείο των σχέσεων με την Πολιτεία του Τόπου κάθε Τοπικής Εκκλησίας, εν προκειμένω της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι αρχή επιβεβλημένη κανονική και έννομη.
Ουδείς εξαιρείται αυτής, προπαντός και πας Τις εκτός Ελληνικής Επικρατείας". Γ) Στις σελίδες 78, 79, 80, 84 και 85 του παραπάνω βιβλίου αναγράφονται τα εξής: "2) Επομένως, παντός είδους άσκηση διαχειρίσεως σύνολης της περιουσίας της I. Μονής, κινητής και ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων και των ενδίκων μέσων σχετικών με αυτή, από τον εκάστοτε ηγούμενο και την περί αυτόν αδελφότητα, ανεξαρτήτως και ερήμην και αγνοία, προπαντός και αντιθέσει, προς τον κυριάρχην οικείον μητροπολίτην, πολύ περισσότερο σε περίοδο τιμωρίας, εν προκειμένω "ακοινωνησίας", όπως έχει συμβεί με τον νυν ηγούμενο, πάσχει και ως προς τους Θ.
και I. Κανόνες, τον Κ.Χ. 1977 και Γ Όρο Π.Σ.Π. 1928, και ως προς την εν γένει έννομη, της Πατρίδος μας, τάξη. 3) Η επίκληση από τον, σε "ακοινωνησία" μέχρι Ιαν. 2007, επί σειρά 6 χρόνων πριν, ηγούμενο, καθεστώτος της Ιεράς Μονής ... ως "Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής", άρα μη υπαγομένης στον οικείο Μητροπολίτη, για να μην υποχρεώνεται σε έλεγχο νομιμότητος από μέρους του Μητροπολίτου του, για να δρα ασύδοτα σε εκκλησιαστικό, περιουσιακό και δικαστικό επίπεδο...".
Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στα προαναφερθέντα αποσπάσματα της γνωμοδοτήσεως-βιβλίου, περιέχονται συκοφαντικοί για το πρόσωπο αυτού (ενάγοντος) ισχυρισμοί: Ειδικότερα: Σχετικά με το αναγραφόμενο στις πιο πάνω σελίδες για τη θέση του ενάγοντος (Ηγουμένου) σε "ακοινωνησία", λεκτέα τα εξής: Το επιτίμιο της ακοινωνησίας, που επιβάλλεται από την Εκκλησία στους λειτουργούς της, ανάγεται στην εσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους λειτουργούς της, στη σχέση δε αυτή οι τελευταίοι αυτοπροαιρέτως προσχωρούν δια της ιερωσύνης.
Το επιτίμιο αυτό επιβάλλεται από την Εκκλησία ως πνευματικό οργανισμό και προβλέπεται από ιερούς κανόνες πνευματικής φύσεως [Κανών 5 της Α' Οικουμενικής Συνόδου, Κανών 8 της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνες 2 και 17 της Συνόδου της Αντιοχείας, Κανόνες 29 (37) και 79 (87) της Συνόδου Καρθαγένης κ.α.] ...η επιβολή δε του επιτιμίου της ακοιινωνησίας συνεπάγεται τη στέρηση της μεταλήψεως της θείας κοινωνίας, την αδυναμία μεταδόσεως της θείας κοινωνίας στους πιστούς, καθώς και την απαγόρευση τελέσεως της θείας λειτουργίας και των άλλων ιεροπραξιών...
Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ουδέποτε επιβλήθηκε στον ενάγοντα το ως άνω επιτίμιο της ακοινωνησίας, ουδέποτε του απαγορεύτηκε η τέλεση της θείας λειτουργίας ή άλλων ιεροτελεστιών, ουδέποτε του επιβλήθηκε η στέρηση της μεταλήψεως της θείας κοινωνίας ή μετάδοση της θείας κοινωνίας στους πιστούς, γεγονός, που γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος, καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του … , στη διάθεση του οποίου είχε τεθεί από τον Μητρόπολη ..., ...
και ..., ογκώδης φάκελος με όλη την αλληλογραφία μεταξύ Μητροπόλεως και Μονής...όταν, μετά από αίτημα του Μητροπολίτη ..., ... και ..., Α., είχε συντάξει την από 10-3-2006 γνωμάτευση, με τον τίτλο "Η γνώμη μου για το ανάκυψαν ζήτημα κανονικών και εννόμων σχέσεων του Ηγούμενου της Ιεράς Μονής ... του ... προς τον κυρίαρχο Μητροπολίτη του".
Μάλιστα ο ενάγων άσκησε κατά του πρώτου εναγομένου τη με αριθμό καταθέσεως 32460/2010 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενος προσβολή της προσωπικότητας του, μεταξύ άλλων, και από τα διαλαμβανόμενα συκοφαντικά και εξυβριστικά σε βάρος του, στην ως άνω γνωμοδότησή του, επί της οποίας (αγωγής) εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως.
Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι δεν αναφέρεται στην "ακοινωνησία" ως εκκλησιαστικό επιτίμιο, αλλά ως κατάσταση σχέσεων μεταξύ Μητροπολίτη και ηγουμένου ως παιδαγωγικό μέτρο, δεν μπορεί να γίνει δεκτός, γιατί όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της γνωματεύσεως-βιβλίου, ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε ως εκκλησιαστικό επιτίμιο, ούτε εξάλλου, η άρνηση του Μητροπολίτου να χοροστατεί σε πανηγύρεις της Μονής μπορεί να θεωρεί ότι ο ενάγων είχε τεθεί σε "ακοινωνησία", σημειουμένου ότι ακοινωνησία, υπό τη μη εκκλησιαστική έννοια, είναι η ιδιότης του ακοινωνήτου ανθρώπου, η μη μετάληψη των αχράντων μυστηρίων (Σύγχρονο Ορθογραφικό Ερμηνευτικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας "ΠΡΩΪΑΣ", με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, Εκδοτικός Οίκος Σταμ.
Δημητράκου, εκδ. γ'), έλλειψη κοινωνικότητας, συμπεριφορά του ακοινώνητου, απαγόρευση της θείας μεταλήψεως (Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη). Επομένως, τα ως άνω αναγραφόμενα ήταν αναληθή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, ως ιερωμένου-μοναχού και χριστιανού ορθοδόξου, εν γνώσει του πρώτου εναγομένου, ο οποίος εμφάνιζε, κατά τα προαναφερόμενα, αναληθώς να έχει επιβληθεί στον ενάγοντα το επιτίμιο της ακοινωνησίας, που είναι σοβαρή εκκλησιαστική ποινή...
Περαιτέρω, αναφορικά με τα αναγραφόμενα ότι ο ενάγων "οφείλει να αντιμετωπίσει παραγγελία- προανάκριση από την Εισαγγελία Εφετών για οκτώ (8) κακουργηματικές πράξεις εις βάρος του (παράνομη ξύλευση, πλαστογραφία μετά χρήσεως, εξαπάτηση Ελληνικού Δημοσίου, απάτη σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κλπ...)", λεκτέα τα εξής:
Ο πρώτος εναγόμενος αναφέρεται σε μία δικαστική διαδικασία που αφορά σε οκτώ κακουργηματικές πράξεις του ενάγοντος, ενώ η αλήθεια είναι ότι ερευνάτο, με εισαγγελική παραγγελία προς προκαταρκτική εξέταση, η τυχόν τέλεση από τον ενάγοντα μίας κακουργηματικής πράξεως και τριών πλημμεληματικών πράξεων, οι οποίες και τελικά τέθηκαν στο αρχείο.
Επομένως, τα ως άνω αναγραφόμενα ήταν αναληθή εν μέρει και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, εμφανίζοντάς τον ως τελέσαντα κακουργηματικές πράξεις, ήτοι πράξεις ιδιάζουσας απαξίας, ο δε πρώτος εναγόμενος τελούσε σε γνώση αναληθείας τους, καθώς και του ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, όπως προκύπτει από τον υπερβολικό τρόπο που εκφράστηκε, καταλογίζοντας σ' αυτόν οκτώ αξιόποινες πράξεις, αντί για τέσσερις και χαρακτηρίζοντας αυτές ως κακουργήματα, καθιστώντας έτσι φανερή την πρόθεση του να τον απαξιώσει...Περαιτέρω, σχετικά με τα αναγραφόμενα από τον πρώτο εναγόμενο ότι ο τότε και μακαριστός ήδη Μητροπολίτης ..., σε Μονή της οποίας Μητροπόλεως εμόναζε ο ενάγων πριν μεταβεί στην Ιερά Μονή ... "ανακουφίστηκε γιατί απαλλάχθηκε από την παρουσία του, γιατί του δημιουργούσε προβλήματα", λεκτέα τα εξής:
Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μέχρι και τον Μάρτιο του 1986, ήταν μοναχός στην Ιερά Μονή ... και εφημέριος του Ιερού Ναού ..., δικαιοδοσίας της ..., με τον ήδη μακαριστό Μητροπολίτη, Χ. (βλ. και τα με αρ. πρωτ. 213/19-3-1986 και 217/18-3-1986 αντίστοιχα απολυτήρια γράμματα του ως άνω Μητροπολίτη προς τον ενάγοντα, που έλαβε ο τελευταίος κατά την αποχώρηση του, προκειμένου ακολούθως να εγγραφεί στην Ιερά Μονή ..., μετά από πρόσκληση του Μητροπολίτη ..., ...
και ..., Α.). Στις σχέσεις του ενάγοντος με τον ως άνω Μητροπολίτη Χ. δεν υπήρχαν προβλήματα ή εντάσεις οποιουδήποτε είδους, κρίση που ενισχύεται από το περιεχόμενο του προαναφερθέντος με αρ. πρωτ. 213/19-3-1986 απολυτηρίου γράμματος, που μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής (επί λέξει): "....Επί τούτοις εκφράζομεν προς υμάς την ευαρέσκειαν και τον έπαινον της Εκκλησίας, διότι επί μακράν σειράν ετών υπηρετήσατε ευδοκίμως τας ανάγκας της τοπικής Εκκλησίας και προσφέρατε μετά ζήλου τας πολυτίμους υπηρεσίας σας διά την πνευματικήν καλλιέργειαν και οικοδομήν του Χριστοεπωνύμου πληρώματος", αλλά και την από 8-6- 2004 επιστολή του Μητροπολίτη ..., ...
και ..., Α., προς τον τότε Δήμαρχο ..., Γ. Π. (ήτοι σε χρονικό διάστημα που οι σχέσεις του ως άνω Μητροπολίτη Α. και του ενάγοντος, όπως προαναφέρθηκε δεν ήταν καλές), που μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής (επί λέξει): "... Πριν εγκρίνω τον ερχομό του κ. Μ. (σημ. ενάγοντος) στην μητρόπολή μου, φρόντισα να συλλέξω πληροφορίες ευρείες, οι οποίες ήταν άριστες".
Συνεπώς τα αναγραφόμενα από τον πρώτο εναγόμενο για ότι ο ενάγων δημιουργούσε προβλήματα στον προηγούμενο Μητροπολίτη, ήταν αναληθή, ο δε πρώτος εναγόμενος γνώριζε την αναλήθειά τους, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, που αποσκοπούσε ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον τον εμφάνιζε ως δημιουργούντα προβλήματα στη συνεργασία του με τον τότε μητροπολίτη ... ... Εφόσον τα παραπάνω αναγραφέντα σχετικά με την ακοινωνησία, την τέλεση κακουργηματικών πράξεων, την προβληματική συνεργασία με τον προηγούμενο Μητροπολίτη συνιστούν, κατά τα προαναφερθέντα, συκοφαντική δυσφήμηση, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής, κατ' άρθρο 367 παρ. 2α ΠΚ, της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ και δεν αίρεται, επομένως, ο άδικος χαρακτήρας της ως άνω πράξεως, απορριπτομένης της προταθείσας από τον πρώτο εναγόμενο σχετικής ενστάσεως (περί άρσεως του αδίκου, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος)...
Περαιτέρω, οι αναφερόμενες στη γνωμοδότηση- βιβλίο εκφράσεις..., αναφορικά με τον ενάγοντα, όπως "αφηνιάσας", "ανοίκεια, αρπαχτική, διαιρετική, διχαστική συμπεριφορά", "δικομανής", "έπηλυς", "πέτρα σκανδάλου", "αίτιο διαίρεσης του λαού", "διευθυντής εμπορικού οίκου", "φαρισαίος", "απολωλός πρόβατο", έχουν προσβλητική απαξιωτική και προσβλητική έννοια για την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, και με τις παραπάνω εκφράσεις και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, ο πρώτος εναγόμενος αμφισβήτησε με ονειδισμό (χλευασμό) και καταφρόνηση (έλλειψη εκτιμήσεως) την αξία του προσώπου του ενάγοντος ως ιερωμένου και Ηγουμένου και έτσι πρόσβαλε την τιμή και την υπόληψή του, θα μπορούσε δε ο πρώτος εναγόμενος να μην τις περιλάβει στη γνωμοδότησή του, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, αλλά τις ανέγραψε με σκοπό να προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, απορριπτομένης ως αβασίμου της προβληθείσας από τον πρώτο εναγόμενο ενστάσεως, κατά άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, δεκτής γενομένης ως βασίμου της προβληθείσας από τον ενάγοντα, κατ' άρθρο 367 παρ 2 ΠΚ, αντενστάσεως...
Περαιτέρω, αναφορικά με τα αναφερθέντα από το δεύτερο εναγόμενο κατά τη συνέντευξή του, την 6-2-2010, στον τηλεοπτικό σταθμό "... ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ", λεκτέα τα εξής:..Ο δεύτερος εναγόμενος, με την ιδιότητα του Δημάρχου ..., έδωσε, μαζί με άλλους Δημάρχους, συνέντευξη τύπου, που μεταδόθηκε την 6-2-2010, από τον τοπικής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό "...
ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ", στο δελτίο ειδήσεων, υπό μορφή ρεπορτάζ...Μεταξύ των ειπωθέντων ...είναι και τα εξής:.."..Το πρόβλημα το οποίο μας βασανίζει είναι πρόβλημα που αφορά εμάς τους κατοίκους του ..., τον Δήμο και τον κύριο Μ., τον κύριο Κ., από την έλευση του οποίου επαναλαμβάνω δημιουργήθηκαν όλα τα προβλήματα. Τελευταία τα δύο, τρία στοιχεία, τα καινούργια που προέκυψαν και εγώ δεν έχω να πω τίποτα άλλο...
εκτός των διεκδικήσεων των εδαφικών, δήλωνε στον ΟΣΔΕ, δηλώνει καλλιέργειες, δηλαδή από χωράφια που δεν τα έχει. Ήδη η επιτροπή αγώνα και οι φίλοι, το σωματείο των φίλων της περιουσίας του Δήμου έχει κάνει τις σχετικές μηνύσεις και αυτή την ώρα ο εισαγγελέας από ότι μαθαίνω τον πάει στα Δικαστήρια, γιατί δήλωνε παρανόμως και άλλα χωράφια σε άλλες θέσεις.
Και σ' αυτό το σημείο λοιπόν οφείλουμε να πούμε ότι μας αφήνει έκπληκτους, πως είναι δυνατόν ένας ιερωμένος να δηλώνει το χωράφι που δεν κατέχει ή να δηλώνει σε άλλη θέση άλλο και αυτό πήρε τη θέση τα δικαστήρια". Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο δεύτερος εναγόμενος, ως Δήμαρχος ..., κατά την προαναφερθείσα συνέντευξή του, απέδωσε στον ενάγοντα, Ηγούμενο της Μονής, ότι δήλωνε καλλιέργειες από ακίνητα που δεν κατείχε, προκειμένου να λαμβάνει επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ότι παραπέμφθηκε για την πράξη του αυτή στα Δικαστήρια από τον Εισαγγελέα.
Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε αναληθής ο ισχυρισμός αυτός, αναλήθεια που γνώριζε και ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος. Όπως αποδείχθηκε, το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος διατήρησης και διαφύλαξης του φυσικού περιβάλλοντος του ..., της πολιτιστικής, περιουσιακής και ιστορικής κληρονομιάς του Δήμου ..." υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κατά του ενάγοντος, ως ηγουμένου της Μονής, την από 4-2-2009 (Α.Β.Μ.
Α2009/499) μήνυση, μηνύοντάς τον, μεταξύ των άλλων και για απάτη σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με τη λήψη παράνομων επιδοτήσεων. Μετά τη διεξαχθείσα προκαταρκτική εξέταση, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ..., με τη με αριθμό 2114/20-10- 2009 διάταξή του έθεσε τη μήνυση στο αρχείο, κατ' άρθρο 43 ΚΠοινΔ, καθόσον έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση ασκήσεως ποινικής διώξεως, λόγω μη διαπιστώσεως παρατυπιών ως προς τα δηλωθέντα, ενέργεια που εγκρίθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με το από 5-10-2010 και με αρ.
πρωτ. 3751/2009 έγγραφο, ήτοι μεταγενέστερα από την ως άνω συνέντευξη, λαβούσα χώρα την 6-2-2010. Ο δεύτερος εναγόμενος, με τις προτάσεις του, της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν ισχυρίζεται την αλήθεια των ισχυρισμών του, αλλά αρνείται ότι προέβη σε τέτοιους ισχυρισμούς, πλην, όμως, είναι αποδεδειγμένο ότι προέβη σ' αυτούς, κατά το προαναφερθέν σχετικό περιεχόμενο της συνεντεύξεως του.
Συνεπώς οι παραπάνω εκφράσεις αποτελούν συκοφαντική δυσφήμηση, η δε ένσταση του δευτέρου εναγομένου, που παραδεκτά πρότεινε, με τις προτάσεις της παρούσας δίκης, αμυνόμενος κατά της εφέσεως, ότι προέβη σ' αυτές από δικαιολογημένο ενδιαφέρον πρέπει να απορριφθεί, γιατί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, κατ' άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ και δεν αίρεται, επομένως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ως προς την έκφανση της τιμής και υπολήψεώς του, συνεπεία των ανωτέρω παράνομων και υπαίτιων πράξεων των εναγομένων (και δη του πρώτου τούτων από τη συγγραφή της περιεχόμενης στο ως άνω βιβλίο γνωμοδοτήσεως και του δευτέρου τούτων από τη δοθείσα συνέντευξη τύπου), που συνιστούν συνάμα αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως.
Ενόψει του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά και του μέσου με το οποίο τελέσθηκε, της υπαιτιότητας των εναγομένων, της δημοσιότητας, την οποία έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, το Δικαστήριο αυτό κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων από τις πράξεις του πρώτου εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, και από τις πράξεις του δευτέρου εναγομένου στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, στην καταβολή των οποίων και υποχρεούνται αντίστοιχα οι εναγόμενοι, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, κατά το αγωγικό αίτημα, γενομένης δεκτής κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμης της αγωγής...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους (πλην του τρίτου) του αναιρεσίβλητου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους αναιρεσίβλητους να καταβάλλουν στον αναιρεσείοντα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ο μεν πρώτος το ποσό των 10.000€ ο δε δεύτερος το ποσό των 2.000€, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη σε αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, που συνίσταται σε προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας σε βάρος του εξυβριστικών εκδηλώσεων και συκοφαντικών ισχυρισμών, καθώς και να προβούν σε δημοσίευση περίληψης της απόφασης, εντός 15 ημερών από την επίδοσή της, σε μία ημερήσια εφημερίδα, που εκδίδεται και κυκλοφορεί στο νομό ...
και σε μία ημερήσια εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας, με την απειλή χρηματικής ποινής 500 €, για κάθε ημέρα καθυστέρησης, κρίνονας, ότι η δημοσίευση αυτή κρίνεται αναγκαία για την άρση της προσβολής. Οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και όγδοο λόγους της αίτησης, και κατά τα οικεία τους σκέλη, προβάλλουν αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο, ότι οι αιτιολογίες της σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της ως προς την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου εναντίον τους ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προσβολής της προσωπικότητάς του, εξαιτίας των εξυβριστικών εκδηλώσεων και των συκοφαντικών ισχυρισμών εκ μέρους τους είναι ανεπαρκείς και ενίοτε ελλείπεις και αντιφατικές.
Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις, παρά μόνο αποσπασματικά και κατ' επιλογήν των αναιρεσειόντων, β) στην περίπτωση της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, γ) στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση και δ) οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν.
Σε κάθε δε περίπτωση, εάν ήθελε κριθεί, ότι είναι ορισμένοι οι λόγοι αυτοί, το Εφετείο με τις αναφερόμενες παραπάνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και 361, 362, 363 και 367 ΠΚ, που εφάρμοσε, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή.
Ειδικότερα, δέχτηκε ότι οι ισχυρισμοί του πρώτου αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου σε σχέση με τα αναφερόμενα στο βιβλίο-γνωμοδότηση, ότι ο Μητροπολίτης ..., ... και ... τον έθεσε σε "ακοινωνησία" ιδιότυπου ποιμαντικού χαρακτήρος, φέρουν τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε, ότι ήταν ψευδείς και ότι ο πρώτος αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια αυτών, καθώς και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου, καθόσον, αν και γνώριζε, ότι ο Μητροπολίτης ..., ...
και ..., ενόψει της καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου, εξαιτίας των σχέσεων του τελευταίου με μεγάλη μερίδα της τοπικής κοινωνίας, της προσφυγής του στο Συμβούλιο της Επικρατείας για ακύρωση Προεδρικών Διαταγμάτων, με τα οποία συστήθηκαν με πρωτοβουλία του άνω Μητροπολίτη Ιερές Μονές, που ήταν μετόχια της Ιεράς Μονής του ..., αλλά και της κίνησης του να επικοινωνήσει με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παρακάμπτοντάς τον, δεν προσερχόταν στις πανηγύρεις της Μονής και ούτε επέτρεπε και σε κάποιο άλλο Επίσκοπο, ή Μητροπολίτη, ή Καθηγούμενο να παραστεί σ' αυτές, στο άνω βιβλίο- γνωμοδότηση ανέφερε, ότι ο άνω Μητροπολίτης τον είχε θέσει σε "ακοινωνησία", η οποία, όπως και ο ίδιος γνώριζε, όντας Καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας στο … , αποτελεί σοβαρή εκκλησιαστική ποινή, προβλέπεται από τους ιερούς κανόνες πνευματικής φύσης και συνεπάγεται τη στέρηση της μετάληψης της θείας κοινωνίας, την αδυναμία μετάδοσης της θείας κοινωνίας στους πιστούς, καθώς και την απαγόρευση τέλεσης της θείας λειτουργίας και άλλων ιεροπραξιών, και ούτε μπορούσε να εκληφθεί, ότι η αναφορά αυτή χρησιμοποιήθηκε υπ' αυτού με τη μη εκκλησιαστική του όρου έννοια, για να περιγράψει, δηλαδή, απλώς τις σχέσεις μεταξύ του Μητροπολίτη και του αναιρεσίβλητου, αφού υπ' αυτή την έννοια δηλώνεται η συμπεριφορά του ακοινώνητου ανθρώπου, δηλαδή η έλλειψη κοινωνικότητας.
Ομοίως δέχτηκε, ότι οι αναφερόμενοι στο βιβλίο-γνωμοδότηση ισχυρισμοί του πρώτου αναιρεσείοντος, ότι ο αναιρεσίβλητος "οφείλει να αντιμετωπίσει παραγγελία-προανάκριση από την Εισαγγελία Εφετών για οκτώ κακουργηματικές πράξεις (παράνομη ξύλευση, πλαστογραφία μετά χρήσεως, εξαπάτηση του Ελληνικού Δημοσίου, απάτη σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης)" φέρουν τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε, ότι ήταν ψευδείς και ότι ο πρώτος αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια αυτών, καθώς και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου, καθόσον, αν και γνώριζε, ότι κατά του αναιρεσίβλητου διενεργείτο με εισαγγελική παραγγελία προκαταρκτική εξέταση για την τυχόν τέλεση υπ' αυτού ενός κακουργήματος και τριών πλημμελημάτων μόνον, εκφράστηκε με υπερβολικό τρόπο και ανέφερε, ότι ο αναιρεσίβλητος οφείλει να αντιμετωπίσει παραγγελία-προανάκριση από την Εισαγγελία Εφετών για οκτώ κακουργηματικές πράξεις, τον εμφάνισε, δηλαδή, ότι ερευνάτο για την τέλεση οκτώ κακουργηματικών πράξεων, ήτοι πράξεων ιδιάζουσας απαξίας.
Επίσης δέχτηκε ότι οι αναφερόμενοι στο βιβλίο- γνωμοδότηση του πρώτου αναιρσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου, ισχυρισμοί, ότι ο τότε και μακαριστός ήδη Μητροπολίτης ..., σε Μονή της οποίας (Μητρόπολης) εμόναζε πριν μεταβεί στην Ιερά Μονή ..., "ανακουφίστηκε γιατί απαλλάχτηκε από την παρουσία του, γιατί του δημιουργούσε προβλήματα", φέρουν τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε, ότι ήταν ψευδείς, ότι ο πρώτος αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια αυτών, καθώς και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου.
Και τέλος δέχτηκε, ότι, εφόσον οι άνω δυσφημηστικές εκδηλώσεις εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου, φέρουν τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφήμησης δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας τους και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση και απέρριψε τη σχετικώς προταθείσα από τον πρώτο αναιρεσείοντα από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ ένσταση περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.
Περαιτέρω, δέχτηκε, ότι οι εκφράσεις στο βιβλίο-γνωμοδότηση του πρώτου αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου "αφηνιάσας", "ανοίκεια, αρπαχτική, διαιρετική, διχαστική συμπεριφορά", "δικομανής", "έπηλυς", "πέτρα σκανδάλου", "αίτιο διαίρεσης του λαού", "διευθυντής εμπορικού οίκου", "φαρισαίος", "απολωλός πρόβατο" έχουν απαξιωτική και προσβλητική έννοια για την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου και με τη χρήση των εκφράσεων αυτών αμφισβήτησε με ονειδισμό (χλευασμό) και καταφρόνηση (έλλειψη εκτίμησης) την αξία του προσώπου του ως ιερωμένου και ηγουμένου και θα μπορούσε να μην τις περιλάβει στη γνωμοδότηση-βιβλίο του, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, αλλά τις ανέγραψε με σκοπό να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψή του και απέρριψε τη σχετικώς προταθείσα από τον πρώτο αναιρεσείοντα από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ ένσταση περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, δεχόμενο την αντένσταση του αναιρεσίβλητου από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2β ΠΚ, ότι από τον τρόπο της εκδήλωσης και υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης Και τέλος, δέχτηκε, ότι οι αναφερόμενοι από το δεύτερο αναιρεσείοντα σε βάρος του αναιρεσίβλητου, κατά τη συνέντευξη τύπου, που έδωσε στις 6-2-2010 και μεταδόθηκε από τον τοπικής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό "...
ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ", ισχυρισμοί, ότι δήλωνε καλλιέργειες από ακίνητα, που δεν κατείχε, προκειμένου να λαμβάνει επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι παραπέμφθηκε για την πράξη του αυτή από τον Εισαγγελέα στα Δικαστήρια, φέρουν τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε, ότι ήταν ψευδείς, ότι ο δεύτερος αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια αυτών, καθώς και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου και ότι μετά ταύτα ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, εφ' όσον η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση και απέρριψε τη σχετικώς προταθείσα από τον αναιρεσείοντα αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ ένσταση περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.
Κατά τα λοιπά, οι άνω λόγοι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, αφού μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο αιτιάσεων και επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, πλήττεται πλέον η ουσία αποκλειστικώς της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, εφόσον δέχτηκε, ότι η εις βάρος του αναιρεσίβλητου συμπεριφορά των αναιρεσειόντων είναι παράνομη και υπαίτια, εξαιτίας των άνω εξυβριστικών εκδηλώσεων και συκοφαντικών ισχυρισμών και συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και υποχρέωσε τους αναιρεσίβλητους να καταβάλλουν στον αναιρεσείοντα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ο μεν πρώτος το ποσό των 10.000€ ο δε δεύτερος το ποσό των 2.000€, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, καθώς και να προβούν σε δημοσίευση περίληψης της απόφασης, εντός 15 ημερών από την επίδοσή της, σε μία ημερήσια εφημερίδα, που εκδίδεται και κυκλοφορεί στο νομό ...
και σε μία ημερήσια εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας, με την απειλή χρηματικής ποινής 500 €, για κάθε ημέρα καθυστέρησης, κρίνονας, ότι η δημοσίευση αυτή κρίνεται αναγκαία για την άρση της προσβολής. Επομένως, οι έβδομος και όγδοος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία τους σκέλη, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και όγδοο λόγους της αίτησης αναίρεσης, και κατά τα οικεία τους μέρη, ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο, αφού δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και τους πρόσθετους (πριν του τρίτου) λόγους αυτής και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του κατ' αυτού και του δεύτερου αναιρεσείοντος, έκρινε ως εν μέρει βάσιμη αυτήν και α) επιδίκασε σ' αυτόν χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, λόγω υπαίτιας και παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του, εξαιτίας εξυβριστικής και συκοφαντικής συμπεριφοράς εκ μέρους τους και β) υποχρέωσε αυτούς να προβούν σε δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στον τύπο με απειλή χρηματικής ποινής, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε, αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων αυτός προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, προς ανταπόδειξη των κρίσιμων αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου και των ισχυρισμών του ιδίου.
Συγκεκριμένα, όπως ισχυρίζεται ο πρώτος αναιρεσείων, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε α) την εισήγηση του Μητροπολίτη ... Γ. προς τη Μόνιμη Συνοδική Επιτροπή επί των Δογματικών και Νομοκανονικών ζητημάτων της εκκλησίας της Ελλάδος, β) την από 5-9-2003 επιστολή του Μητροπολίτη ... και ... Α. προς τον αναιρεσίβλητο, γ) το υπ' αριθ.
πρωτ. 39/19-1-2006 έγγραφο του προαναφερόμενου Μητροπολίτη προς την Ιερά Σύνοδο της Ελλάδος, δ) την από 28-1-2006 επιστολή του αναιρεσίβλητου προς τον ίδιο Μητροπολίτη ε) την από 15-2-2006 επιστολή της Ιεράς Συνόδου της Ελλάδος προς τον παραπάνω Μητροπολίτη, στ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ. Φ., που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την επιμέλειά τους, ζ) την από 3-6-2004 επιστολή του τότε δημάρχου ..., Π., η) το βιβλίο με τίτλο "Κείμενα" του τέως δημάρχου ..., Ν.
Κ. και θ) το από 30-7-1983 δημοσίευμα της εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ", που προσκόμισε και επικαλέστηκε προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου περί του ότι αυτός (πρώτος αναιρεσείων) ισχυρίσθηκε με τη γνωμοδότηση του, που εκδόθηκε και δημοσιεύτηκε το έτος 2010 ως βιβλίο από το Δήμο ..., ενώπιον τρίτων, εν γνώσει του ψευδώς α) ότι ο Μητροπολίτης ...
και ... Α. έθεσε αυτόν (αναιρεσίβλητο) εις "ακοινωνησίαν", β) ότι ο τότε και μακαριστός ήδη Μητροπολίτης ..., σε Μονή της οποίας Μητρόπολης εμόναζε ο αναιρεσίβλητος, πριν μεταβεί στην Ιερά Μονή ..., είχε εκμυστηρευτεί σ' αυτόν (πρώτο αναιρεσείοντα) "... ότι ανακουφίστηκε, γιατί απαλλάχτηκε από την παρουσία του, γιατί του δημιουργούσε προβλήματα.." και γ) ότι ο αναιρεσίβλητος οφείλει να αντιμετωπίσει παραγγελία-προανάκριση από την Εισαγγελέα Εφετών για οκτώ (8) κακουργηματικές πράξεις εις βάρος του (πχ παράνομη ξύλευση, πλαστογραφία μετά χρήσεως, εξαπάτηση ελληνικού δημοσίου, απάτη σε βάρος της EE κλπ), από τα οποία (αν τα συνεκτιμούσε) θα προέκυπτε ότι όσα, κατά τα παραπάνω, ισχυρίστηκε σε βάρος του αναιρεσίβλητου, ήταν αληθή, ότι σε κάθε περίπτωση αυτός δεν γνώριζε την αναλήθειά τους και εντεύθεν ότι δεν συνιστούσαν συκοφαντική δυσφήμηση και ότι έτσι μπορούσε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, να κριθεί δηλαδή, ότι αίρεται το άδικο των πράξεών του σε βάρος του αναιρεσίβλητου, διότι αυτός, ως καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του … , είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον να προβεί ακόμη και σε οξεία κριτική της στάσης του αναιρεσίβλητου, ενόψει ότι η αντιδικία του με τον Μητροπολίτη ...
και ... και με την τοπική κοινωνία είχε εξελιχθεί σε μείζον τοπικό θέμα. Επίσης, ο πρώτος αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, και κατά το οικείο του σκέλος, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με την παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσίβλητου από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, όσον αφορά τις αναφερόμενες στη γνωμοδότηση - βιβλίο του πρώτου αναιρεσείοντος εκφράσεις για τον αναιρεσίβλητο "αφηνιάσας, ανοίκεια, αρπακτική, διαιρετική, διχαστική συμπεριφορά, δικομανής, έπηλυς, πέτρα σκανδάλου, αίτιο διαίρεσης του λαού, διευθυντής εμπορικού οίκου, φαρισαίος, απολωλός πρόβατο", σύμφωνα με το οποίο οι εκφράσεις αυτές έχουν απαξιωτική και προσβλητική έννοια για την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου και ότι δεν ήταν αναγκαίο να περιληφθούν στη γνωμοδότηση-βιβλίο, αλλά αναγράφηκαν από τον πρώτο αναιρεσίβλητο με σκοπό να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψή του, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε, αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων αυτός προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, προς ανταπόδειξη του άνω ισχυρισμού, δεδομένου ότι από αυτά προκύπτει ότι οι εκφράσεις αυτές περιλήφθηκαν στη γνωμοδότηση-βιβλίο, χωρίς υβριστική ή απαξιωτική συμπεριφορά.
Συγκεκριμένα, όπως ισχυρίζεται ο πρώτος αναιρεσείων, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε α) την υπ' αριθ. 399/477/15-2-2006 επιστολή της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς το Μητροπολίτη ... και ..., β) τις από 17-9- 2001, 5-9-2003, 13-5-2004, 19-1-2005,24-1-2006 και 3-2-2006 επιστολές του Μητροπολίτη ... και ... προς τον αναιρεσίβλητο, γ) τα δημοσιεύματα της εφημερίδας "ΕΘΝΟΣ" της 22-5-2004 και της 24-12- 2010 και δ) το υπ' αριθ. 1287/12-3-1991 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών ....
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι κατέληξε στα προαναφερόμενα πόρισματά του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, Δ. Μ. και Μ. Φ., αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου...και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά..., εκτιμώμενες καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και τις υπόλοιπες αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως τους και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός απ'αυτούς.., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι.., είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...και για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς...", καθώς και από το όλο περιεχόμενο και την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στα άνω αποδεικτικά του πορίσματα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, και δη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ.
Φ. των αναιρεσειόντων, καθώς και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα, από τα οποία πολλά αναφέρονται και ειδικά. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα οικεία τους σκέλη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή αντένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996).
Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το οικείο του σκέλος, ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος του, σε σχέση με την παραδοχή εν μέρει της αγωγής του αναιρεσίβλητου, με βάση το οποίο α) επιδίκασε σ' αυτόν εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, λόγω αδικοπραξίας και συγκεκριμένα λόγω υπαίτιας και παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του, εξαιτίας συκοφαντικής δυσφήμησης του από αυτόν (σχετικά με την ακοινωνησία, την προβληματική συνεργασία του με τον Μητροπολίτη και την τέλεση κακουργηματικών πράξεων, που περιέλαβε στη γνωμοδότηση-βιβλίο του) και β) υποχρέωσε αυτούς να προβούν σε δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στον τύπο με απειλή χρηματικής ποινής, δεν έλαβε υπόψη τον από το άρθρο 367 παρ.1γ ΠΚ ισχυρισμό του, που περιείχετο στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του, ότι αυτός προέβη στους ισχυρισμούς αυτούς σε βάρος του αναιρεσίβλητου, διότι, ως Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του …, είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον να προβεί σε δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σε βάρος του αναιρεσίβλητου, ακόμη και με οξεία κριτική, λόγω της αναγνωρισιμότητάς του στο Ν. ..., διότι ως ηγούμενος ασκεί σημαντικά θρησκευτικά καθήκοντα και η εν γένει συμπεριφορά του, οι πράξεις και οι παραλείψεις του παρουσιάζουν έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι οι άνω ισχυρισμοί του πρώτου αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου είχαν τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφήμησης και εντεύθεν, ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2α ΠΚ, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής ο επικαλούμενος από αυτόν ισχυρισμός του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, ότι, δηλαδή, αυτός είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον να προβεί στη δημοσιοποίηση αυτών και γι' αυτό το λόγο τον απέρριψε.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το οικείο του μέρος, ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του, σε σχέση με την παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσίβλητου από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, όσον αφορά τις αναφερόμενες στη γνωμοδότηση - βιβλίο του πρώτου αναιρεσείοντος εκφράσεις για τον αναιρεσίβλητο "αφηνιάσας, ανοίκεια, αρπακτική, διαιρετική, διχαστική συμπεριφορά, δικομανής, έπηλυς, πέτρα σκανδάλου, αίτιο διαίρεσης του λαού, διευθυντής εμπορικού οίκου, φαρισαίος, απολωλός πρόβατο", σύμφωνα με το οποίο οι εκφράσεις αυτές έχουν απαξιωτική και προσβλητική έννοια για την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου και ότι δεν ήταν αναγκαίο να περιληφθούν στη γνωμοδότηση-βιβλίο, αλλά αναγράφηκαν από τον πρώτο αναιρεσείοντα με σκοπό να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψή του, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του περί του ότι οι άνω εκφράσεις εξέφραζαν την κατάσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ του αναιρεσίβλητου και της κοινωνίας του Νομού ..., χωρίς υβριστική και απαξιωτική διάθεση.
Τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν αρνητικό ισχυρισμό της αντένστασης του αναιρεσίβλητου από το άρθρο 367 παρ. 2β ΠΚ στην ένσταση του πρώτου αναιρεσείοντος από το άρθρο 367 παρ.1γ ΠΚ και ως εκ τούτου ο λόγος είναι απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε "εκ των πραγμάτων", ως αβάσιμο, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσείων για τη θεμελίωση του και συγκεκριμένα δέχτηκε, ότι υπήρχε στον πρώτο αναιρεσείοντα ειδικός σκοπός εξύβρισης της τιμής του αναιρεσίβλητου, διότι οι παραπάνω εκφράσεις δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίο να περιληφθούν στη γνωμοδότηση-βιβλίο του πρώτου αναιρεσείοντος, σχετικού με το ιστορικοκανονικό καθεστώς της I.
Μ. ..., και χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν για να προσβάλει την τιμή του αναιρεσίβλητου. Επομένως ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. Τέλος, ο δεύτερος αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αίτησης, αναίρεσης, και κατά το οικείο του σκέλος, σε σχέση με την παραδοχή εν μέρει της αγωγής του αναιρεσίβλητου σε βάρος του, με βάση την οποία επιδίκασε σ' αυτόν εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, λόγω αδικοπραξίας και συγκεκριμένα λόγω υπαίτιας και παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του, εξαιτίας συκοφαντικής δυσφήμησης του από αυτόν, σχετικά με τα αναφερόμενα σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό "...
ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ" για τον αναιρεσίβλητο ότι "δήλωνε καλλιέργειες από ακίνητα, που δεν κατείχε, προκειμένου να λαμβάνει επιδοτήσεις από την EE, και ότι παραπέμφθηκε για την πράξη του αυτή στα δικαστήρια από τον Εισαγγελέα", δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι δεν γνώριζε ότι η μήνυση τέθηκε στο αρχείο και εντεύθεν ότι τα παραπάνω υπ' αυτού αναφερόμενα δεν συνιστούσαν συκοφαντική δυσφήμηση και ότι έτσι μπορούσε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1γ ΠΚ να κριθεί δηλαδή, ότι αίρεται το άδικο των πράξεών του σε βάρος του αναιρεσίβλητου, διότι αυτός, ως Δήμαρχος ..., είχε ειδικό ενδιαφέρον να αναφερθεί στον αναιρεσίβλητο.
Τα ανωτέρω όμως επικαλούμενα δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν αρνητικό ισχυρισμό στους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2α ΠΚ, ότι η συμπεριφορά του είχε τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφήμησης και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτόν και τον απέρριψε "εκ των πραγμάτων", ως αβάσιμο, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει ο δεύτερος αναιρεσείων για τη θεμελίωση του, αφού δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι όσα ισχυρίστηκε για τον αναιρεσίβλητο ήταν ψευδή και ότι γνώριζε την αναλήθεια τους.
Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι υπό την επίκληση όλων των ανωτέρω πλημμελειών των αναιρεσειόντων πλήττεται στην πραγματικότητα εκ μέρους τους η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και οι σχετικοί λόγοι είναι και απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, Δ. Μ. και Μ. Φ., αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου...
και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά..., εκτιμώμενες καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και τις υπόλοιπες αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως τους και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός απ' αυτούς.., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι.., είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...και για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας., διαφοράς...".
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου και οι αντίθετοι πέμπτος, έκτος και όγδοος, και κατά τα οικεία τους σκέλη, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της γνωμοδότησης-βιβλίου αυτού σε σχέση με την αναφερόμενη έννοια της "ακοινωνησίας", ως προς τα αναφερόμενα "οφείλει να αντιμετωπίσει παραγγελία-προανάκριση από τον Εισαγγελέα για οκτώ κακουργηματικές πράξεις" και ως προς τις αναφερόμενες έννοιες "αφηνιάσας, ανοίκεια, αρπαχτική, διαιρετική, διχαστική συμπεριφορά, αίτιο διαίρεσης του λαού, δικομανής, πέτρα σκανδάλου και απολωλός πρόβατο", που αφορούν τον αναιρεσίβλητο.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό, που ο πρώτος αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πρόκειται, δηλαδή, για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Η ίδια πλημμέλεια, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται και με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι δηλαδή το Εφετείο "παραμόρφωσε σε αρκετά σημεία κατάδηλα το περιεχόμενο του επιδίκου βιβλίου". Ο λόγος όμως αυτός με την παραπάνω διατύπωση είναι απορριπτέος ως αόριστος. Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητάς του αναιρεσίβλητου από τις ανωτέρω αναφορές τους στο πρόσωπο του, διότι έκρινε ότι είναι παράνομες και υπαίτιες, ότι συνιστούν αδικοπραξία και ότι υπέστη εξ αυτής ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας υποχρέωσε τον πρώτο να καταβάλλει σ' αυτόν το ποσό των 10.000,00€ και το δεύτερο το ποσό των 2.000,00€, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Και περαιτέρω (προβάλλουν) ότι το Εφετείο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, διότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν, δεν αιτιολόγησε επαρκώς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και παραμόρφωσε σε συγκεκριμένα σημεία το περιεχόμενο της γνωμάτευσης-βιβλίου και έτσι κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του.
Ο λόγος αυτός με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν ποιους από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους προβάλλουν. Σε κάθε δε περίπτωση εάν ήθελε κριθεί ότι με το λόγο αυτό προβάλλουν αιτιάσεις από τους αριθ. 8, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι είναι απορριπτέος για τους ίδιους λόγους, που αναφέρονται και στους προαναφερόμενους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-5-2014 αίτηση των Α. Α. και Α. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2231/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ