Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations and interest rates for public entity employee claims.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court judgment regarding unpaid wages by a public hospital. The appellant argued the claims were time-barred, while the lower court found them valid but rejected interest due to the public entity's status. The court held that the two-year limitation period had expired for the specific dates but ruled that the lower court erred in denying statutory interest, ordering a remand for further proceedings on the interest claim.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 48(3) and 49 of Law 496/1974; The statute of limitations for public entity employee claims is two years, and courts must apply the 6% interest rate on default even for public bodies, as this does not violate international obligations.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 972 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 972/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθήνας "ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Σεληνιωτάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 450/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 3575/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παράγραφος 3 και 49 του νομοθετικού διατάγματος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές και αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 49 έως 52 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος 496/1974, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 257 έως 259 ΑΚ, η ανωτέρω παραγραφή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια και, εκτός άλλων περιπτώσεων, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως.
Αρχίζει δε εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, ενώ σε περίπτωση μη απαντήσεως η παραγραφή αρχίζει πάλι μετά πάροδο εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως (ΑΠ 406/2008, ΑΠ Ολ. 31/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι εκ μισθολογικών διαφορών απαιτήσεις της εργαζομένης (καθαρίστριας) αναιρεσείουσας κατά του αποτελούντος νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αναιρεσιβλήτου εργοδότη της νοσοκομείου "ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ" του έτους 1989 υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παράγραφος 3 του νομοθετικού διατάγματος 496/1976, για το λόγο ότι η παραγραφή τους άρχισε από τον χρόνο της γενέσεώς τους και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν αυτές (1989) και μέχρι της υποβολής από την αναιρεσείουσα της από 31.12.1991 αιτήσεως προς το αναιρεσίβλητο για πληρωμή των εν λόγω αξιώσεών της είχε ήδη παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της διετίας και είχε πλέον αυτή (παραγραφή) συμπληρωθεί.
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και, αφού απέρριψε την περί διακοπής της παραγραφής προβληθείσα αντένσταση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την προβληθείσα από το αναιρεσίβλητο περί παραγραφής ένσταση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες (παραγεγραμμένες) τις αγωγικές απαιτήσεις της αναιρεσείουσας της χρονικής περιόδου από 1.1.1989 έως 31.12.1989.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.
ΑΠ 23/2004, Ολ. ΑΠ 11/2003). Εξάλλου, τα άρθρα 28 του Συντάγματος, 6 παράγραφος 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, μεταξύ των οποίων και τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα, που λειτουργούν με τη μορφή αυτή, τα οποία από τη φύση και το καταστατικό τους, έχουν αποστολή και έργο να εξυπηρετούν, αδιακρίτως, την δημόσια υγεία με την παροχή υγειονομικής περίθαλψης στους πολίτες και στων οποίων την περιουσία και την οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες, με καταβολή φόρων.
Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί, η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 2 του Ν. Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", ανάλογη με το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (βασιλικό διάταγμα της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.
Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου να καταβάλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%), μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή, υπέρ των νομικών αυτών προσώπων εξαίρεση, ο οποίος υπαγορεύεται από τον σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, της ίδιας σύμβασης, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή.
Και τούτο διότι η προστασία της περιουσίας Νοσηλευτικού Ιδρύματος, που λειτουργεί με τη μορφή του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους προέχοντες καταστατικούς του σκοπούς και να εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον, με την προστασία της δημόσιας υγείας των πολιτών (Ολ.
ΑΠ 3/2006), ΑΠ 1917/2007). Επομένως, το Εφετείο, που με την καταψηφιστική διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σε καταβολή ποσού εκατόν σαράντα τεσσάρων (144) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 6% ετησίως, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Kατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα (μόνο) ως προς την διάταξή της περί απορρίψεως, λόγω παραγραφής τους, των εκ μισθολογικών διαφορών αγωγικών απαιτήσεων της αναιρεσείουσας της χρονικής περιόδου από 1-1-1989 έως 31-12-1989 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή της από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της μερικής ήττας του, σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τη σχετική νόμιμη αίτηση της τελευταίας αυτής (άρθρα 106, 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ως προς το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 3574/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ