Legislator Giurisprudenza & Legislazione
971/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on grounds that evidence submission does not constitute judicial presumption of contract requirements.

Numero d'incarto 971/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment regarding a mandate contract dispute. The appellant argued that the respondent's failure to provide expense receipts created a judicial presumption that she did not demand performance, yet the court found the evidence insufficient to support this claim. The court ruled that the appellant's vague references to tax returns and general powers of attorney did not establish a specific factual basis for the alleged presumption, thereby upholding the lower court's decision.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 336 para. 3 and 559 no. 1 sec. b of the Code of Civil Procedure; The failure of a party to submit expense receipts does not constitute a judicial presumption that they did not demand performance under a mandate contract, absent specific evidence proving the other party fulfilled obligations.

Parole chiave

Generato dall'IA
judicial presumption mandate contract expense receipts Code of Civil Procedure appellate review evidence sufficiency performance requirements trascuranza degli obblighi di mantenimento

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 sec. b of the Code of Civil Procedure
Article 336 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
OLAP 8/2005
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 971 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 971/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Χαρλαύτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. - Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πούλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2395/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 697/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/7/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 6.7.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 697/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, και δέχθηκε ως βάσιμη και κατ'ουσίαν έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 2395/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 14-12-2013 αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνο στην πρώτη παραπάνω περίπτωση, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την εκτίμηση των αποδείξεων, για να διαγνώσει δηλαδή αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, 8/2005, ΑΠ 60/2022, 365/2020, 1333/2018, 79/2018, 1512/2014, 87/2013, 208/2011, 1662/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε υπάρχει "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό.

Και, συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 16/2013, 20/2005, 32/1996, ΑΠ 238/2020, 587/2020, 1401/2010, 1198/2009, 216/2009).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών της απόφασης υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της απόφασής του τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις με αριθ. 826/15-10- 2018 και 827/15-10-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, ...

αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος {σχετ. η με αριθ.132/10-10-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Γ. Κ.), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα προσκομίζουν και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή:

Δυνάμει του ... νόμιμα μεταγραμμένου, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα απέκτησε λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα της, ..., την κυριότητα μίας πολυώροφης οικοδομής επί .... Με επιμέλεια του πατέρα της, η ενάγουσα - εκκαλούσα εκμίσθωνε το ακίνητο της αυτό στο Υπουργείο Πολιτισμού. Συγκεκριμένα, με το από 8-3-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που συνήψε η ενάγουσα - εκκαλούσα με τη Γενική Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, ως νόμιμης εκπροσώπου του Υπουργείου Πολιτισμού, εκμίσθωσε ολόκληρη την άνω οικοδομή της, πλην ενός μικρού χώρου του υπογείου, εμβαδού 65 τμ.

και του δώματος, εμβαδού 55 τμ., έναντι μηνιαίου μισθώματος 1.800.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο για κάθε μισθωτικό έτος την 1η Απριλίου και με μετατροπή αυτού σε ευρώ, από την έναρξη ισχύος αυτού ως νομισματικής μονάδας. Στο μίσθιο εγκαταστάθηκε η ειδική μονάδα της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, για τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του ιδίου Υπουργείου.

Ακολούθως με το από 5-1-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που συνήψε η ενάγουσα - εκκαλούσα με τη Διευθύντρια της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, ως νόμιμης εκπροσώπου αυτού, εκμίσθωσε από την άνω οικοδομή της το δώμα, εμβαδού 55 τμ., έναντι μηνιαίου μισθώματος 600 ευρώ, ενώ με το από 14-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που συνήψε η ενάγουσα - εκκαλούσα με τη Διευθύντρια της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, ως νόμιμης εκπροσώπου αυτού, εκμίσθωσε από την άνω οικοδομή της το υπόγειο, εμβαδού 65 τμ., έναντι μηνιαίου μισθώματος 600 ευρώ.

Η αναπροσαρμογή των δύο τελευταίων μισθωμάτων και η καταβολή τους συμφωνήθηκε να γίνεται με τους όρους που είχαν συμφωνηθεί με την αρχική μίσθωση της λοιπής οικοδομής στις 8-3-2001. Η διάρκεια και των τριών μισθώσεων συμφωνήθηκε αρχικά σε τέσσερα (4) χρόνια, με έναρξη των μισθώσεων την 1-4-2001 η πρώτη μίσθωση, την 1- 1-2004 η δεύτερη μίσθωση και την 1-5-2004 η τρίτη μίσθωση, εν συνεχεία δε παρατάθηκαν για άλλα πέντε (5) χρόνια και έκτοτε μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου.

Τη διαχείριση του παραπάνω ακινήτου της ενάγουσας - εκκαλούσας είχε αρχικά ο πατέρα της , ο οποίος εισέπραττε και τα μισθώματα από το Υπουργείο Πολιτισμού. Επίσης, από τα μισθώματα που εισέπραττε ο πατέρας της, πλήρωνε τις οφειλές της από το φόρο εισοδήματος τις ασφαλιστικές εισφορές της στο ΤΕΒΕ, τα ασφάλιστρα του αυτοκινήτου της τα τέλη κυκλοφορίας αυτού, κλπ.

Μετά τον επισυμβάντα στις 14-7-2004 θάνατο του ..., ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος αδελφός της ενάγουσας - εκκαλούσας της πρότεινε και η ίδια δέχθηκε και του ανέθεσε την είσπραξη των μισθωμάτων της πολυκατοικίας αυτής και την πληρωμή των οικονομικών υποχρεώσεων της ιδίας και του υιού της από τα εισπραχθέντα μισθώματα.

Έτσι, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, κατόπιν εξουσιοδότησης που του έδωσε η ενάγουσα - εκκαλούσα με το 242434-8-2004 γενικό πληρεξούσιο της …, ανέλαβε μεταξύ άλλων την είσπραξη των μισθωμάτων της άνω πολυκατοικίας της αδελφής του. Παράλληλα, κατά τη συμφωνία των μερών, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος ανέλαβε την αποπληρωμή από τα μισθώματα που θα εισέπραττε των οικονομικών υποχρεώσεων της ιδίας και του υιού της προς το Δημόσιο για φόρο εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές στο ΤΕΒΕ, τέλη κυκλοφορίας, Φόρο Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (ΦΜΑΠ) κλπ., όπως και των οφειλών τους προς τρίτους (ασφάλιστρα αυτοκινήτων, πιστωτικές κάρτες, κλπ.).

Από την 4-8-2004 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2010, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος εκτελούσε κανονικά την εντολή ως προς την είσπραξη των μισθωμάτων και την αποπληρωμή των οικονομικών υποχρεώσεων της αδελφής του και του ανεψιού του, απέφευγε όμως να της αποδίδει λογαριασμό για τη διαχείριση, ενώ δεν της κατέβαλε και τα υπόλοιπα των μισθωμάτων που απέμεναν μετά τις πληρωμές που πραγματοποιούσε για λογαριασμό της.

Τον Οκτώβριο του 2008, οπότε η ενάγουσα - εκκαλούσα χρειάστηκε ρευστά χρήματα, ζήτησε από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο και αυτός, στις 21-10-2008, της κατέβαλε, καταθέτοντας στον ... τραπεζικό λογαριασμό της που τηρούσε η τελευταία στην Ελληνική Τράπεζα, το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, χωρίς όμως και πάλι να την ενημερώσει για τα εναπομείναντα υπόλοιπα, παρ' ότι αυτή ζητούσε επανειλημμένα να ενημερωθεί.

Στις αρχές του 2010, η ενάγουσα - εκκαλούσα μετακόμισε από μίσθιο διαμέρισμα που κατοικούσε με τον γιο της στην ..., σε διαμέρισμα στην ..., που απέκτησε με κληρονομιά ο γιος της και βρίσκεται στην πολυκατοικία που βρίσκεται και η κατοικία του εναγόμενου - εφεσίβλητου αδελφού της. Στην ίδια πολυκατοικία βρίσκεται και ένα κατάστημα, το οποίο επίσης απέκτησε με κληρονομιά ο γιος της και στο οποίο ο τελευταίος μετά τη μετακόμιση εγκατέστησε την επαγγελματική του έδρα.

Η γειτνίαση με τον αδελφό της, όπως και το γεγονός ότι για την εγκατάσταση της ενάγουσας- εφεσίβλητης και του υιού της στη νέα τους κατοικία και το κατάστημα, απαιτήθηκαν κάποιες εργασίες ανακαίνισης και κάποιες επισκευές κατά τις οποίες όπως ήταν αναμενόμενο προκλήθηκαν θόρυβοι και αναστάτωση στην πολυκατοικία, ενώ ο εναγόμενος - εφεσίβλητος αντέλεγε στην επαγγελματική εγκατάσταση του ανεψιού του στο άνω κατάστημα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα απαιτούσε πλέον οριστικά από τον αδελφό της την εκκαθάριση του λογαριασμού της διαχείρισης της περιουσίας της, δημιούργησε ένταση στις σχέσεις των διαδίκων και τελικώς, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος της παρέδωσε εντός του μηνός Αυγούστου του 2011 μία νάιλον σακούλα, περιέχουσα όλες τις αποδείξεις πληρωμών που είχε πραγματοποιήσει αυτός κατά τα έξι (6) έτη της διαχείρισης της περιουσίας της.

Προηγουμένως, όμως και δη στις 27-9-2010, επειδή ο αδελφός της ενάγουσας- εκκαλούσας δε συμμορφωνόταν στο αίτημά της για εκκαθάριση, αυτή προέβη σε ανάκληση του άνω πληρεξουσίου δυνάμει της 27195/27-9-2020 πράξης ανάκλησης ... και η ανάκληση αυτή του κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή την επόμενη ημέρα (28-9-2010), για την οποία συντάχθηκε η 4741β/28-9-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ....

Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 27-9-2010, η ενάγουσα - εκκαλούσα έστειλε στον αδελφό της την υπό την αυτή ημερομηνία επιστολή της, με την οποία αφού τον ευχαρίστησε για τη διαχείριση των υποθέσεων της τα προηγούμενα χρόνια και τη βοήθεια που προσέφερε στην ίδια και τον υιό της, Τ. Β., τον ενημέρωσε μεταξύ άλλων για την επικείμενη ανάκληση του άνω πληρεξουσίου και του δήλωσε ρητά ότι εφεξής η ίδια και ο υιός της αναλαμβάνουν αποκλειστικά αυτοί τη διαχείριση της περιουσίας τους.

Επιπλέον, τον κάλεσε να της παραδώσει κάθε έγγραφο σχετικό με τη διαχείριση που είχε ασκήσει τα προηγούμενα χρόνια και να κάνει οικονομικό απολογισμό. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, πέραν της παραδόσεως το έτος 2011 των αποδείξεων πληρωμής των δαπανών, που προαναφέρθηκε, δεν προέβη σε καμία άλλη ενέργεια και ιδίως δεν προέβη σε εκκαθάριση του λογαριασμού της διαχείρισης της άνω πολυκατοικίας της ενάγουσας - εκκαλούσας, ούτε σε απόδοση του υπολοίπου των εισπραχθέντων μισθωμάτων της.

Η ίδια η ενάγουσα - εκκαλούσα ανέλαβε από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2010 τη διαχείριση του ακινήτου της αυτού, αλλά δεν είχε στα χέρια της τα παραστατικά έγγραφα από τα οποία προέκυπταν οι εισπράξεις των μισθωμάτων που είχε πραγματοποιήσει ο αδελφός της από τον Αύγουστο του 2004 έως τον Σεπτέμβριο του 2010, ώστε να αξιώσει τα εναπομείναντα υπόλοιπα.

Έτσι, αναζήτησε τα σχετικά στοιχεία μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού, της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και της φορολογικής της αρχής. Λόγω της παλαιότητας των εγγράφων που αναζητήθηκαν, οι ανωτέρω υπηρεσίες καθυστέρησαν και τελικώς της απάντησαν τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 2013. Ενδιάμεσα, η ενάγουσα - εκκαλούσα κάλεσε επανειλημμένα τον εναγόμενο - εφεσίβλητο να της αποδώσει λογαριασμό και τα υπόλοιπα των μισθωμάτων της, πλην όμως αυτός κώφευε και τελικά ανταλλάχθηκαν σχετικές εξώδικες δηλώσεις.

Αρχικά, η ενάγουσα - εκκαλούσα του επέδωσε στις 22-3- 2013 εξώδικη δήλωση (σχετ. η 2122ε'/22-3-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...), με την οποία τον κάλεσε να της δώσει εντός δεκαημέρου λεπτομερή λογαριασμό για τα ποσά που εισέπραξε από τη διαχείριση του ακινήτου της και να της επιστρέψει τα ποσά που παρανόμως - όπως έγραψε στο εξώδικο - παρακρατεί αυτός, διαφορετικά θα προσέφευγε στα αστικά και ποινικά Δικαστήρια.

Εν συνεχεία, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος της επέδωσε, στις 1-4-2013, την από 26-3- 2013 εξώδικη δήλωση (σχετ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κ. Κ. στο επιδοθέν έγγραφο), με την οποία επικαλέστηκε προβλήματα υγείας του ιδίου και της συζύγου του, διαμαρτυρήθηκε για τις "απειλές" περί ασκήσεως διώξεων σε βάρος του και δήλωσε ότι έχει εισπράξει (η αντίδικος του) διάφορα ποσά τα οποία καλώς γνωρίζει, όπως γνωρίζει και τις δαπάνες της που πλήρωσε ο ίδιος για λογαριασμό της και περαιτέρω, ότι όταν ηρεμίσει από τα προβλήματα του, ήταν πρόθυμος να της λύσει όποια απορία είχε για τη διαχείριση, αλλά δεν θα ανεχόταν άλλη προσβολή της προσωπικότητας του, αλλιώς θα υπερασπιζόταν την προσωπικότητα του καταφεύγοντας στα Δικαστήρια.

Ενώ, η ενάγουσα - εκκαλούσα επανήλθε με την από 23-9-2013 εξώδικη δήλωση της, την οποία του επέδωσε στις 24-9-2013 (σχετ. η 4407ε/24-9-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...), με την οποία δέχθηκε (διορθώνοντας την προηγούμενη εξώδικη δήλωση της) ότι της είχε καταβάλει ελάχιστα μισθώματα, αλλά ότι αυτός εξακολουθεί να παρακρατεί παράνομα υπέρογκα ποσά που της ανήκουν, διαπράττοντας κακούργημα και ότι θα καταφύγει στα Δικαστήρια για να υπερασπισθεί τα συμφέροντα της.

Εξάλλου, από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η ενάγουσα -εκκαλούσα και δη από το με αριθ. πρωτ. ΥΠΠΟ Α/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/Α3/Φ102/113262/ 7758/910/ 22-7-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, το με αριθ. πρωτ. ΥΠΠΟΑ/ ΓΔΟΥ/ΔΟΥ/ΤΑΤΠ/185613/ 22305/21332/11787/9-10-2013 έγγραφο του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού και το με αριθ. 542/2-10-2013 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, προέκυψε ότι κατά τη διάρκεια διαχείρισης των υποθέσεων της ο εναγόμενος - εφεσίβλητος εισέπραξε από τα συνολικά εισπραχθέντα μισθώματα της άνω πολυκατοικίας των ετών 2004 - 2010, το ποσό των 510.017,80 ευρώ, ειδικότερα δε εισέπραξε για μισθώματα της άνω πολυκατοικίας α/ για το έτος 2004 από το συνολικά εισπραχθέν ποσό των 65.793 ευρώ για όλους τους μισθωτικούς μήνες, τα μισθώματα των μηνών Αυγούστου 2004, οπότε ανέλαβε τη διαχείριση, έως και το Δεκέμβριο του 2004, δηλαδή μισθώματα πέντε (5) μηνών, ...

β.... Αντίστοιχα, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από 4-8-2004 έως την 19-8-2010, κατέβαλε για το φόρο εισοδήματος της ενάγουσας - εκκαλούσας τις ασφαλιστικές εισφορές της στο ΤΕΒΕ, το Φόρο Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας τα τέλη κυκλοφορίας των οχημάτων της κλπ., το συνολικό ποσό των 285.402,41 ευρώ. Ειδικότερα, κατέβαλε α'/ στη ...

τους φόρους εισοδήματος της των φορολογικών ετών 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008, ποσών 8.635,73 ευρώ, 39.701,05 ευρώ, 30.918,08 ευρώ, 33.181,24 ευρώ, 35.473,31 και 35.202,05 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 183.111,46 ευρώ για την αιτία αυτή, β'/ στη ... ρυθμισμένο ληξιπρόθεσμο χρέος ποσού 9.863,56 ευρώ, γ) στο ΤΕΒΕ τις ασφαλιστικές εισφορές της των ετών 2004 (4η και 5η δόση), 2005, 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010, ποσών 1.028 ευρώ, 3.332 ευρώ, 3.542 ευρώ, 3.793,50 ευρώ, 4.078,40 ευρώ, 4.261,08 ευρώ και 3.203,16 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά 23.238,14 ευρώ για την αιτία αυτή, δ'/ στο Υπουργείο Συγκοινωνιών τα τέλη κυκλοφορίας των οχημάτων της με αριθ. ...

των ετών 2005, 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010, ποσών για το όχημα 168 ευρώ, 168 ευρώ, 168 ευρώ, 168 ευρώ, 202 και 252 ευρώ, αντίστοιχα και για το δεύτερο όχημα ποσών 168 ευρώ, 168 ευρώ, 168 ευρώ, 168 ευρώ, 202 και 252 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 2.252 ευρώ από την αιτία αυτή, ε'/ στην ασφαλιστική εταιρεία ... ΑΕ, τα ασφάλιστρα ... και συνολικά το ποσό των 6.539,26 ευρώ από την αιτία αυτή, στ) στη ...

τους φόρους μεγάλης ακίνητης περιουσίας της (...) των ετών 2005, 2006, 2007 και 2008, ποσών 737,40 ευρώ, 870,14 ευρώ, 873,05 ευρώ και 552,26 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 3.032,85 ευρώ για την αιτία αυτή, ζ'/ στη ... τους φόρους μεγάλης ακίνητης περιουσίας του υιού της ενάγουσας - εκκαλούσας, ... (...) των ετών 2008 και 2009, ποσών 194,92 ευρώ και 248,01 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 442,93 ευρώ για την αιτία αυτή, η'/ στη ...

την έκτακτη εισφορά των ετών 2008 και 2009, ποσών 2.000 ευρώ και 1.094,14 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 3.094,14 ευρώ για την αιτία αυτή, θ'/ στη ... το φόρο κληρονομιάς του υιού της ενάγουσας - εκκαλούσας, ..., ποσού 46.806,76 ευρώ, ι'/ στην ... τις οφειλές των πιστωτικών καρτών της ιδίας της ενάγουσας- εκκαλούσας, των ετών 2007, ποσού 600 ευρώ, 2009 ποσού 2.250 ευρώ, 2010 ποσού 1.930

ευρώ και του υιού της, ..., του έτους 2009 ποσού 1.392,6 ευρώ και του έτους 2010, ποσού 848,68 ευρώ και συνολικά ποσού 7.021,31 ευρώ για την αιτία αυτή. Επομένως, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, αφού κατέβαλε για τις παραπάνω οφειλές της ενάγουσας - εκκαλούσας και του υιού της το ποσό των (183.111,46 + 9.863,56 + 23.238,14 + 2.252 + 6.539,26 + 3.032,85 + 442,93 + 3.094,14 + 46.806,76 + 7.021,31 =) 285.402,41 ευρώ και κατέθεσε στον τραπεζικό της λογαριασμό που προαναφέρθηκε, από τα οφειλόμενα μισθώματα ποσό 20.000 ευρώ έπρεπε να της αποδώσει από τα εισπραχθέντα μισθώματα το υπόλοιπο ποσό των (510.017,80 - 285.402,41 - 20.000 =) 204.615,39 ευρώ.

Από το ποσό αυτό ο εναγόμενος - εφεσίβλητος κατέθεσε στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό της αδελφής του, στις 28-1-2010 το ποσό των 8.000 ευρώ, κατά το οποίο περιόρισε η ενάγουσα - εκκαλούσα την επίδικη απαίτηση, ανερχόμενη ούτως στο ποσό των (204.615,39 - 8.000 =) 196.615,39 ευρώ. Προς μερικό συμψηφισμό της απαιτήσεως της αυτής η ενάγουσα - εκκαλούσα, στις 7-10-2011, μετέφερε από κοινό τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ...

που διατηρούσε με τον αδελφό της στην Ελληνική Τράπεζα, στον προσωπικό της λογαριασμό με αριθμό ... που διατηρούσε αυτή στην ίδια Τράπεζα, το ποσό των ... ευρώ, που ανήκε στον αδελφό της και μείωσε κατά τον τρόπο αυτό την απαίτηση της στο ποσό των (196.615,39 - ... = ) 169.387,76 ευρώ, το οποίον ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος οφείλει να της αποδώσει, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε εξόφληση του ποσού αυτού, είτε με την καταβολή μετρητών χρημάτων "στο χέρι", όπως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, είτε με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε, ούτε το Δικαστήριο πείσθηκε ότι συνεπεία της παρακράτησης του άνω ποσού από τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο και της κωλυσιεργίας του να αποδώσει λογαριασμό στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα αυτή υπέστη προσβολή της προσωπικότητας της και ηθική βλάβη, δικαιούμενη εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Τούτο δε καθόσον η ανάθεση της διαχείρισης της άνω πολυκατοικίας της στον αδελφό της ήταν επιλογή της, όπως επίσης και η ανοχή επί έξι (6) συναπτά έτη στην παρακράτηση από αυτόν των εισπραχθέντων μισθωμάτων της το οποίον θα μπορούσε να αρνηθεί από την αρχή της διαχείρισης, ακόμα και ανακαλώντας άμεσα την εντολή της διαχείρισης, όπως έπραξε τελικά το Σεπτέμβριο του 2010.

Ούτε συνεπεία της παρακράτησης από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο του υπολοίπου των μισθωμάτων της περιήλθε η ενάγουσα - εκκαλούσα σε στερήσεις, ούτε επηρεάστηκε το επίπεδο της ζωής της, ούτε περιήλθε σε ανησυχία ότι θα ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησης της, καθόσον αμφότεροι οι διάδικοι έχουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και διαβιούν με υψηλό επίπεδο ζωής.

Συνακόλουθα, η αγωγική αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ελέγχεται αβάσιμη και απορριπτέα". Μετά από αυτά, το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δικάζοντας την αγωγή, που εκτίμησε ότι στηριζόταν στις διατάξεις των άρθρων 713 επ.

και 914 επ. ΑΚ (σε συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος), τη δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας σε αυτήν 169.387,76 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησής του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας δεχόμενο ότι αποδείχθηκε πως ο ίδιος παρακράτησε ποσό των μισθωμάτων, τα οποία εισέπραξε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, παρόλο που εκείνη του είχε απευθύνει την από 27.9.2010 επιστολή της, με την οποία τον ευχαρίστησε για την εξαετή διαχείριση των υποθέσεών της και τη βοήθεια που προσέφερε στην ίδια και τον υιό της.

Ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν αποδίδει με αυτόν σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη χρησιμοποίηση ή την παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιάς του ή για την υπαγωγή σε κανόνα δικαίου των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, αλλά αναφέρεται σε εσφαλμένη παράλειψη χρησιμοποίησης διδαγμάτων κοινής πείρας για την εκτίμηση των αποδείξεων και δη αποδεικτικού μέσου και στοιχείου (συγκεκριμένα της ως άνω επιστολής), με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης κατά τα προεκτιθέμενα.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 713 επ. 914 επ. ΑΚ, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε το έτος 2004, κατά τα αναλυτικώς ιστορούμενα, σύμβαση εντολής, βάσει της οποίας η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο την είσπραξη για λογαριασμό της των μισθωμάτων από το περιγραφόμενο ακίνητο, την πληρωμή από τα ποσά που εισέπραττε των φόρων, εισφορών κ.λπ.

που βάρυναν την ίδια και τον υιό της, αλλά και στην απόδοση στην ίδια α) λογαριασμού ως προς τη διαχείριση των εισπράξεων και β) του περισσεύματος των εισπραχθέντων μετά τις ως άνω πληρωμές. Αυτές οι τελευταίες υποχρεώσεις του εντολοδόχου στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής αποδείχθηκε, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, ότι περιλαμβάνονταν στα συμφωνηθέντα κατά το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του (βλ.

στην προσβαλλόμενη απόφαση: "...ο εναγόμενος - εφεσίβλητος εκτελούσε κανονικά την εντολή ως προς την είσπραξη των μισθωμάτων και την αποπληρωμή των οικονομικών υποχρεώσεων της αδελφής του και του ανεψιού του, απέφευγε όμως να της αποδίδει λογαριασμό για τη διαχείριση, ενώ δεν της κατέβαλε και τα υπόλοιπα των μισθωμάτων που απέμεναν μετά τις πληρωμές που πραγματοποιούσε για λογαριασμό της..."), με συνέπεια να της οφείλεται το επιδικασθέν υπόλοιπο που αποδείχθηκε ότι δεν αναλώθηκε για την κάλυψη των παραπάνω εξόδων και δεν της απέδωσε ο αναιρεσείων, αφού αφαιρέθηκε και το ποσό των 20.000 που της κατέβαλε (δια καταθέσεως σε λογαριασμό της) στις 21-10-2010 καθώς και το ποσό των ...

ευρώ, που ανήκε στον αναιρεσείοντα και μετέφερε η αναιρεσίβλητη στις 7-10-2011 από κοινό λογαριασμό τους σε δικό της λογαριασμό, ενώ στα επιδικασθέντα δεν περιελήφθη και το ποσό των 8.000 ευρώ, που κατέθεσε ο αναιρεσείων σε λογαριασμό της στις 28-1-2010, κατά το οποίο περιόρισε η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη την απαίτησή της.

Επομένως ουδεμία ανεπάρκεια των ανωτέρω αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης υφίσταται, όπως δεν υφίσταται και οποιαδήποτε αντιφατικότητα μεταξύ τους, ο δεύτερος δε λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002).

Για να ιδρυθεί δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, 371/2009).

Ειδικότερα, όταν πρόκειται για έγγραφο, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 237/2019, 1588/2011, 1652/2009, 331/2004).

Επίσης από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, 161/2017, 1967/2009, 1212/2009).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 14/2022). Εξάλλου από το άρθρο 352 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη, η δε εξώδικη ομολογία, δηλαδή η ομολογία, η οποία δεν γίνεται ενώπιον του δικάζοντας την υπόθεση δικαστηρίου, εκτιμάται ελεύθερα από αυτό.

Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησής του προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη του: α) την κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρος υιού του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία παραθέτει πλήρως και σύμφωνα με την οποία εκείνος παρέδιδε στην αναιρεσίβλητη φακέλους που περιείχαν χρήματα, β) εξώδικη ομολογία της τελευταίας, που περιέχεται στην από 23-9-2013 εξώδικη απάντησή της προς τον ίδιο, σύμφωνα με την οποία εκείνη ομολόγησε ότι εισέπραξε ελάχιστα χρήματα από τα μισθώματα και του ζητούσε απλώς να της παραδώσει τα παραστατικά εξόδων, που κατέβαλε στο πλαίσιο της διαχείρισης, γ) τις πρόσθετες εντολές της που του δόθηκαν με πληρεξούσιά της, τα οποία συντάχθηκαν κατά τα έτη 2008 και 2009, και δ) τα αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων της αναιρεσίβλητης και του υιού της, που προσκόμισε, σύμφωνα με τις οποίες εκείνοι δεν είχαν άλλα εισοδήματα πλην των εισπραχθέντων μισθωμάτων.

Ο λόγος αυτός είναι στο σύνολό του αβάσιμος. Όσον αφορά την ένορκη κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρος του αναιρεσείοντος, το Εφετείο την έλαβε υπόψη του όπως προκύπτει κατ' αρχήν από τη γενική παράθεση των αποδεικτικών μέσων, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και μεταξύ των οποίων ως πρώτη αναφέρεται η συγκεκριμένη κατάθεση.

Σύμφωνα δε με το πλήρες περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης, το οποίο παρατίθεται στην αίτηση αναίρεσης, δεν προσδιορίζονται σε οποιοδήποτε σημείο της συγκεκριμένα καταβληθέντα στην αναιρεσίβλητη ποσά σε μετρητά (παρά μόνον γίνεται αόριστη αναφορά σε παράδοση φακέλων), με συνέπεια, να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι, μετά και από την συνεκτίμηση της ανωτέρω γενικόλογης και ασαφούς κατάθεσης, κατέληξε το Εφετείο στην κρίση του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε εξόφληση του από τους παρατιθέμενους μαθηματικούς υπολογισμούς προκύπτοντος και τελικώς επιδικασθέντος ποσού με την καταβολή μετρητών χρημάτων "στο χέρι", όπως είχε ισχυρισθεί ο αναιρεσείων.

Η εξώδικη δε ομολογία της αναιρεσίβλητης δια της ως άνω επιστολής της ότι της αποδόθηκαν μόνον ελάχιστα χρήματα, η οποία εκτιμάται ελεύθερα, σαφώς ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, το οποίο αναφέρθηκε ειδικώς σε αυτήν και αφαίρεσε από το επιδικασθέν ποσό όσες καταβολές έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν (ελάχιστα ποσά σε σχέση με τα εισπραχθέντα).

Το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς επίσης ότι στις 21-10-2008, ο αναιρεσείων της κατέβαλε (δια καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό της) 20.000 ευρώ, χωρίς όμως και πάλι να την ενημερώσει για τα εναπομείναντα υπόλοιπα, παρ' ότι αυτή ζητούσε επανειλημμένα από τότε να ενημερωθεί. Το γεγονός δε ότι με την ως άνω επιστολή εζητείτο μόνον η παράδοση παραστατικών των εξόδων, που πλήρωσε ο αναιρεσείων, δεν αποτελεί δικαστικό τεκμήριο (κατ' άρθ. 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως αυτή δεν διατηρούσε απαιτήσεις από τη σύμβαση εντολής, όπως εκείνος υποστηρίζει, αλλ' αντιθέτως επιστηρίζει την κρίση του Εφετείου πως η αναιρεσίβλητη, που δεν ενημερωνόταν, παρότι το ζητούσε, για την πορεία της διαχείρισης (ενώ δεν είχε καν γνώση για το ακριβές ύψος των εισπραττομένων, την οποία κατέστη δυνατό να λάβει μόνο αργότερα από τις αρμόδιες υπηρεσίες), επιθυμούσε πλέον να την ελέγξει και να προβάλει απαιτήσεις από αυτήν, κατανοώντας ότι υφίστατο πρόβλημα.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε μεν με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο φορολογικές δηλώσεις της αναιρεσίβλητης και του υιού της γενικώς, πλην όμως κατά τρόπο ασαφή και αόριστο. Η επίκληση αυτών των εγγράφων δεν ήταν ειδική ώστε από αυτή προκύπτει η ταυτότητά τους, αφού ουδόλως αναφέρθηκαν έστω τα έτη, στα οποία αφορούσαν οι φορολογικές δηλώσεις, με συνέπεια η μη λήψη υπόψη τους από το Εφετείο να μην ιδρύει λόγο από τον άριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ σύμφωνα με όσα προαναφέρονται.

Τέλος, το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη έδωσε πρόσθετες εντολές στον αναιρεσείοντα με πληρεξούσιά της, τα οποία συντάχθηκαν κατά τα έτη 2008 και 2009, συνεκτιμώμενο με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και την παρατιθέμενη αναλυτικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση πορεία των σχέσεων των διαδίκων (σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη ήδη από το 2008 ζητούσε ενημέρωση), δεν είναι ικανό προς συναγωγή συμπεράσματος πως εκείνος εκπλήρωνε κανονικά τις υποχρεώσεις του και δη προς συναγωγή τέτοιου τεκμηρίου κατ' άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτός υποστηρίζει.

Εκ της μη ειδικής μνείας του συγκεκριμένου γεγονότος και των ανωτέρω πληρεξουσίων ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη του, ενώ στην απόφασή του αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, πλην όμως το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε κρίση και συμπεράσματα διαφορετικά από αυτά, τα οποία υπολαμβάνει ως ορθά ο αναιρεσείων.

Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, πρέπει να απορριφθεί η από 6.7.2021 αίτηση για αναίρεση της 697/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησής του.

Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.7.2021 αίτηση για αναίρεση της 697/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις ....

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, ...

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ...