Supreme Court dismisses retrial request where res judicata does not apply to distinct wage calculation claims.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed the applicants' request for retrial against a final labor judgment. The applicants argued that a prior res judicata claim regarding productivity bonuses should bar their current suit for retroactive overtime pay differences. The court rejected this, finding the new legal relationship and specific claim for double calculation of bonuses were distinct from the previous matter. Consequently, the retrial request was declared inadmissible, and the applicants were ordered to pay the opposing party's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 573, paragraph 1; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: Res judicata does not apply when the current legal relationship and the specific claim sought differ fundamentally from those adjudicated in prior final decisions.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 971 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 971/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αιτούντων την αναψηλάφηση-αναιρεσίβλητων: …(126) …, εκ των οποίων οι με α/α αιτούντων 6,15,25, 30,31, 34,37,38,45,67,73,78,97,116 και 118 δεν παραστάθηκαν, άπαντες οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Κατηφόρη και Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Της καθού η αναψηλάφηση-αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… " που εδρεύει στο Π… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κώστα Παπαδημητρίου και Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσαν προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Περιστερίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:122/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2438/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από … 2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1174/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Την αναψηλάφηση της, ζητούν οι αιτούντες με την από … -2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά. Οι πληρεξούσιοι των αιτούντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της καθού η αναψηλάφηση, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και, όταν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνου που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί, μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του επήλθε η διακοπή είτε αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση, όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς, η οποία, κατ' άρθρο 1847 εδ.
α', είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας.
Πιο συγκεκριμένα, ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, οι αιτούντες Θ… Γ… , Σ… Λ… και Σ… Μ… (50ος, 117ος και 122ος στην αίτηση αναψηλάφησης αντίστοιχα), απεβίωσαν ο πρώτος στις … -2017, ο δεύτερος στις … -2018 και ο τρίτος στις … -2017 (βλ. σχετ. υπ' αριθμ. … /2017, … /2018, … /2017 αποσπάσματα ληξιαρχικών πράξεων θανάτου των Ληξιάρχων των Δήμων … , … (για τους δύο πρώτους), δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (στις … -2017) και κληρονομήθηκαν από τους νομίμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, ήτοι ο πρώτος από τους Π… Γ… , και Ε….
Γ. .., ο δεύτερος από τους Ε… Λ… και Α… Λ… και ο τρίτος από τους Λ… χα Σ… Μ… , Α… Μ…. , Δ… Μ… και Μ… Μ… (βλ. σχετ. υπ' αριθμ. … /2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου … υπ' αριθμ. … /2017 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών και … /2017 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας, όσο αφορά στον πρώτο αποβιώσαντα, το υπ' αριθμ.
… /2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου … , υπ' αριθμ. … /2018 πιστοποιητικό περί δημοσίευσης της από … /1991 διαθήκης του Σ… Λ.. του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το υπ' αριθμ. … /2018 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την υπ' αριθμ. 3… /1991 δημόσια διαθήκη του Σ… Λ… , όσον αφορά στον δεύτερο αποβιώσαντα και υπ' αριθμ.
… /2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, υπ' αριθμ. … /2017 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περίληψη δημοσίευσης διαθήκης, όσον αφορά στον τρίτο αποβιώσαντα).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν την δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ίδιου Κώδικα αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σ' αυτό λόγους (ΑΠ 1845/2005). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 538 επ. ΚΠολΔ, το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναψηλάφησης ασκείται με δικόγραφο το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου που έχει εκδώσει στην προσβαλλόμενη απόφαση και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο, αφού η άσκηση της αναψηλάφησης δεν έχει μεταβιβαστικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 245/2017, ΑΠ 870/2013).
Η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της αναψηλαφήσεως διέρχεται συνολικά τέσσερα στάδια. Στο πρώτο το δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της αναψηλάφησης, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζει το παραδεκτό και νόμιμο καθενός από τους λόγους της αναψηλαφήσεως, ενώ στο τρίτο εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητά τους.
Μετά ταύτα, αν κάποιος λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, επακολουθεί η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Και το τελευταίο στάδιο, κατά το οποίο το δικαστήριο εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 538 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 1 του ιδίου πιο πάνω ν. 3994/2011 και ισχύει από τις 25-7-2011, "Με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των Εφετείων και του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ' ουσίαν, σε κάθε δε περίπτωση εφόσον πρόκειται για στηριζόμενο στον αριθμό 10 του άρθρου 544 λόγο".
Η ως άνω διάταξη, κατά το σκέλος της που αναφέρεται σε αποφάσεις του Αρείου Πάγου που δικάζει κατ' ουσίαν, ήταν αρχικώς ανεφάρμοστη τούτο διότι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ με το άρθρο 31 παρ. 1 ν. 2172/1993, ο Άρειος Πάγος, αν αναιρούσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέπεμπε την υπόθεση στο ίδιο ή σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο που την εξέδωσε, με συνέπεια να μη δικάζει κατ' ουσίαν και να μην υπόκεινται σε αναψηλάφηση οι αποφάσεις του ως ακυρωτικού (Ολ ΑΠ 16/2003).
Στη συνέχεια, όμως, μετά την εκ νέου αντικατάσταση του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012 (που σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, ισχύει από τις 2-4-2012), τη μεταγενέστερη αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ. 1 ν. 4139/2013 (που σύμφωνα με το άρθρο 104 αυτού ισχύει από τις 20-3-2013), και, στη συνέχεια, με το άρθρο τρίτο του άρθρ. 1 του ν. 4335/2015 (που σύμφωνα με το άρθρο 1 ένατο παρ. 4 αυτού ισχύει από 1-1-2016), ο Άρειος Πάγος μπορεί να δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις, και οι σχετικές αποφάσεις του υπόκεινται σε αναψηλάφηση.
Με βάση τα ανωτέρω, για να είναι παραδεκτή αίτηση αναψηλαφήσεως κατ' αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε μετά τις 2-4-2012 (αφότου άρχισε η ισχύος του ν. 4055/2012), πρέπει, είτε ο Άρειος Πάγος να έχει δικάσει κατ' ουσίαν, είτε ο λόγος αναψηλαφήσεως να στηρίζεται στον αριθμό 10 του άρθρου 544 ΚΠολΔ (ΑΠ 893/2019, 1122/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 17-12-2018 αίτηση, που κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου στις 20-12-2018, ζητείται η αναψηλάφηση της 1174/2018 αποφάσεως του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, γιατί κατά τους αιτούντες, η προσβαλλόμενη απόφαση αντιφάσκει με τις υπ' αριθμ.
αποφάσεις 732, 755/2005 Ειρηνοδικείου Αθηνών και 250, 251, 252/2005 Ειρηνοδικείου Περιστερίου, που εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα και έχουν καταστεί αμετάκλητες κατ' άρθρο 544 παρ. 1 ΚΠολΔ παράγουσες δεδικασμένο, το οποίο (δεδικασμένο) δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 2438/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Η αίτηση είναι παραδεκτή γιατί: α) ασκείται κατ' απόφασης του Αρείου Πάγου, που δίκασε κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς αιτούντες πλην των 6ης, 15ου, 25ων, 30ων, 31ου, 34ων, 37ου, 38ου, 45ου, 51ης, 67ων, 73ου, 78ων, 97ης, 116ης, 118ης, που είχαν μεν ασκήσει κι' αυτοί την ίδια αγωγή, απορρίφθηκε όμως, με την υπ' αριθμ. 2438/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, λόγω παραγραφής των αξιώσεών τους.
Κατ' αυτών δεν ασκήθηκε αναίρεση εκ μέρους της εναγομένης και δεν αποφάνθηκε ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν ήσαν διάδικοι κατά την αναιρετική δίκη. Μάλιστα αυτοί άσκησαν αναίρεση (την από 13-10-2015), που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1175/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επομένως, δε νομιμοποιούνται στην άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναψηλάφησης (άρθρο 642 ΚΠολΔ) και αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς αυτούς.
Οι λοιποί, πέραν αυτών, αιτούντες έχουν έννομο συμφέρον για την άσκησή της, δεδομένου ότι επιδιώκουν την κατ' ουσίαν αποδοχή της από 10-6-2008 αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 122/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η υπ' αριθμ. 2438/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας ζητήθηκε η αναίρεση εκ μέρους της καθής η αίτηση, κατά την οποία ήσαν αυτοί διάδικοι και επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 1174/2018 του Αρείου Πάγου. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί η αίτηση περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο του προβαλλομένου ως άνω λόγου αναψηλάφησης.
Κατά το άρθρο 544 αριθμός 1 ΚΠολΔ αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια, αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του άνω λόγου αναψηλάφησης, με την οποία πάντοτε προσβάλλεται η δεύτερη αντιφάσκουσα απόφαση, δηλαδή η νεότερη είναι:
α) Να εκδόθηκαν στην ίδια δίκη ή σε δύο διαφορετικές δίκες επί διαφορετικών υποθέσεων που παράγουν δεδικασμένο για την ίδια έννομη σχέση, β) οι εν λόγω αποφάσεις να αντιφάσκουν μεταξύ τους, ώστε το διατακτικό της μίας να αναιρεί εκείνο της άλλης εν όλω ή εν μέρει. Αντίφαση στις αιτιολογίες δεν αρκεί, εκτός αν έχουν "προσόντα διατακτικού" (ΑΠ 616/2011, 43/1995), γ) οι αποφάσεις που εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων και εξ απόψεως ορίων δεδικασμένου να ταυτίζονται τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά και δ) η προεκτεθείσα αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι, ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προσβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπόψη από το δικαστήριο.
Ο σκοπός του λόγου αυτού αναψηλαφήσεως είναι να γίνει σεβαστό το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη απόφαση και να καταργηθεί το δεδικασμένο από την νεότερη απόφαση, η οποία, αν γίνει δεκτός αυτός ο λόγος, εξαφανίζεται (άρθρο 549 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: 1) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίσθηκε, 2) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και 3) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 893/2019, 1599/2017).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίποντα ζητήματα. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άυλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση, έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια.
Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1599/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-6-2008 (αριθμ. καταθ. 194/2008) αγωγή των αρχικών διαδίκων, τόσο των ιδίων, όσο και αυτών που υπεισήλθαν στην θέση τους ως κληρονόμοι τους μεταγενέστερα, ήδη αιτούντες την αναψηλάφηση, εκτίθενται τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσλήφθηκαν αυτοί (τόσο οι ίδιοι, όσο και οι δικαιοπάροχοι των λοιπών) από την εναγομένη εταιρεία ως υπάλληλοι.
Ότι από το έτος 1990 η εναγομένη κατέβαλε στους εργαζόμενους της επιχείρησής της, τακτικά και ανελλιπώς, το προβλεπόμενο από το άρθρο 29 της από 5-11-1997 ΕΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της "… Α.Ε." και των μεταγενέστερων ομοίων ΕΣΣΕ επίδομα (ΠΡΙΜ) παραγωγικότητας, το οποίο, παρ' ότι αυξάνει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων της δεν το συνυπολόγιζε σ' αυτές για την εξεύρεση του ωρομισθίου, που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για την υπερωριακή τους απασχόληση και την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές, με αποτέλεσμα το ποσό που ελάμβαναν ως αποζημίωση να υπολείπεται αυτού που εδικαιούντο.
Ότι για το λόγο αυτό άσκησαν κατά της εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Περιστερίου τις αναφερόμενες αγωγές, με τις οποίες ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει τη διαφορά αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή τους απασχόληση και για την εργασία τους κατά τις Κυριακές κατά το χρονικό διάστημα από … -1998 έως … -2006.
Ότι επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες οριστικές αποφάσεις των πιο πάνω δικαστηρίων, οι οποίες ήδη έχουν καταστεί αμετάκλητες. Ότι μετά τη δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων και στις … -2006 η εναγομένη, σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων, κατέβαλε τα επιδικασθέντα σ' αυτούς ποσά, έκτοτε δε συνυπολογίζει το επίδομα παραγωγικότητας στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους για την εξεύρεση του ωρομισθίου που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για την υπερωριακή τους απασχόληση και την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές.
Ότι με την καταβολή της αποζημίωσης για τις ανωτέρω αιτίες προσαυξήθηκαν οι ετήσιες αποδοχές τους, κατά το επιδικασθέν ποσό η προσαύξηση δε αυτή από την … /11998 είχε ως συνέπεια την προσαύξηση και του επιδόματος παραγωγικότητας κατά μήνα και κατ' έτος για το χρονικό διάστημα από … /1998 έως …. /2006. Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από …. /1998 μέχρι … -2004, η εναγομένη αντισυμβατικά, παράνομα και υπαίτια δεν τους κατέβαλε την προσαύξηση του επιδόματος παραγωγικότητας.
Ζήτησαν δε με την ανωτέρω αγωγή τους να υποχρεωθεί η εναγομένη, κυρίως με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2438/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Ότι, επί αγωγών αυτών των εναγόντων και λοιπών συναδέλφων τους εκδόθηκαν οι 250/2005, 251/2005 και 252/2005 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Περιστερίου (διαδικασίας εργατικών διαφορών) και οι 732/2005 και 755/2005, αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών (ίδιας διαδικασίας), οι οποίες δέχθηκαν ότι το επίδομα "πριμ παραγωγικότητας" καταβαλλόταν τακτικά και αδιάλειπτα, κατά τρόπο σταθερό και ομοιόμορφο, στο σύνολο των υπαλλήλων της εναγομένης, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης από αυτούς εργασίας, στο τέλος κάθε χρόνου από το έτος 1990 και εντεύθεν, εφόσον το προέβλεπαν και προηγούμενες επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας χωρίς να συνδέεται με καμία έκτακτη εργασία η ιδιαίτερη επίδοση των εναγόντων ή με οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης, στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους και χωρίς η εργοδότρια εταιρεία να εκφράσει κάποια επιφύλαξη μείωσης ή διακοπής του, ότι πρόκειται για παροχή που χορηγήθηκε στους ενάγοντες με κανονιστικές ρυθμίσεις, δεν έχει το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και από το σαφές κείμενο της ρυθμίσεως δεν προκύπτει επιφύλαξη διακοπής της παροχής από την εκεί εναγομένη αλλά πρόθεση διατύπωσης του τρόπου καταβολής αυτής, η χορήγηση της οποίας συνεχίστηκε και εφεξής με τις μεταγενέστερες επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας και μάλιστα αυξανόμενη κατ' έτος.
Ότι το "πριμ" παραγωγικότητας αποτελούσε τακτικές αποδοχές με την πιο πάνω έννοια και επιμεριζόμενο, κατά μήνα προσαυξάνει τις τακτικές αποδοχές των εναγόντων και για το λόγο αυτό, πρέπει να συνυπολογίζεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους για την εξεύρεση του ωρομισθίου κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή εργασία (εργασίμων Κυριακών του καθενός από αυτούς, καθώς και για τα επιδόματα εορτών, και υποχρέωσαν την εναγομένη, να καταβάλει στους ενάγοντες τα σε αυτές (δικαστικές αποφάσεις) επιδικαζόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για τις αξιώσεις που αφορούσαν σε υπερωρίες από την επομένη ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί η κάθε δικαιούμενη οφειλή.
Μετά την δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έλαβε χώρα στις … /2005 και τη δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, που έλαβε χώρα στις … /2005, η διοίκηση της εναγομένης, μετά την από 18/5/2008 εξώδικη δήλωση και γνωστοποίηση του συλλόγου εργαζομένων του προσωπικού της (με την οποία τα μέλη αυτού δήλωσαν ότι θα θεωρήσουν ότι εξοφλούνται πλήρως και ολοσχερώς αν τους καταβληθούν τα άνω οφειλόμενα ποσά των ετών 1998 μέχρι και 2005, κατέστησε γνωστό ότι το διοικητικό συμβούλιο αυτής αποφάσισε την καταβολή σε όλους τους δικαιούχους από το μη συνυπολογισμό του "πριμ" παραγωγικότητας στην εξεύρεση του ωρομισθίου για τον καθορισμό της αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, α) των οφειλομένων ποσών για τα έτη 1998 και 1999, μετά των νομίμων τόκων από τότε που κάθε ποσό οφείλεται, όπως και το σύνολο των επιδικασθεισών δικαστικών δαπανών και β) των οφειλομένων για την ανωτέρω αιτία ποσών για τα έτη 2000 έως και 2005 χωρίς τόκους και ότι η ανωτέρω ρύθμιση θα ισχύει και για το χρονικό διάστημα από την 31η Δεκεμβρίου 2005 και εντεύθεν.
Ότι, στη συνέχεια, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, που ελήφθη κατά την … η συνεδρίαση της … /2006, εγκρίθηκε η καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών στους ενάγοντες και οι τελευταίοι υπέγραψαν, μετά την καταβολή αυτή, υπεύθυνες δηλώσεις, με τις οποίες δήλωναν ότι "εξοφλήθηκαν πλήρως...".
Κατόπιν τούτων, ήτοι μετά τον εξώδικο συμβιβασμό των διαδίκων, η εναγομένη δεν κατέθεσε έφεση ούτε άλλο ένδικο μέσο κατά των προαναφερομένων αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Περιστερίου και Αθηνών και ως εκ τούτου αυτές κατέστη σαν τελεσίδικες και παράγουν δεδικασμένο ως προς το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την υποχρέωση της εναγομένης να συνυπολογίζει στις τακτικές αποδοχές του προσωπικού της και για την εξεύρεση του ωρομισθίου για τον καθορισμό της αμοιβής, υπερωριακής απασχόλησης, το καταβαλλόμενο "πριμ" παραγωγικότητα και ως προς το χρονικό διάστημα που αφορούν, το οποίο (δεδικασμένο) λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ) και δεσμεύει τόσο τους διαδίκους όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ότι έχει ήδη κριθεί.
Ότι, περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η προσαύξηση από το έτος 1998 και εφεξής του ποσού των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων λόγω συνυπολογισμού του "πριμ" παραγωγικότητας στις τακτικές αποδοχές τους (αφού σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις αυτό εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών), είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση του ποσού του "πριμ" παραγωγικότητας που αναλογούσε σε καθένα από αυτούς, δοθέντος ότι ως βάση υπολογισμού αυτού τίθεται, σύμφωνα με το περιεχόμενο των Επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του προηγούμενου έτους.
Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες (και για ορισμένους από αυτούς οι δικαιοπάροχοι τους) ζήτησαν από την εναγομένη εταιρεία να τους καταβάλει τη διαφορά, που προέκυψε μεταξύ του "πριμ" παραγωγικότητας που αυτή τους κατέβαλε πράγματι κατά τα έτη 1998 έως 2004 και του "πριμ" παραγωγικότητας που θα έπρεπε να τους καταβάλει, όπως η διαφορά αυτή προσδιορίζεται χρονικά και ποσοτικά για καθένα ενάγοντα στο αγωγικό, δικόγραφο και δέχθηκε και η εκκαλουμένη...
Ότι, παρά ταύτα, η διοίκηση της εναγομένης αρνείται μέχρι και σήμερα την καταβολή αυτή. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι στην από … 2007 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της "… Α.Ε.", που υπογράφηκε μεταξύ αφενός της εναγομένης εταιρείας και αφετέρου του Συλλόγου υπαλλήλων "… Α.Ε." και η οποία ισχύει από … -2007, περιέχεται άρθρο με τον τίτλο "Ν… ", με το οποίο ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τον προσδιορισμό του ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης συνυπολογίζεται και το "πριμ" παραγωγικότητας του άρθρου 29 της παρούσας.
Η διαφορά που προκύπτει από τον εν λόγω συνυπολογισμό θα καταβάλλεται κάθε έτος μετά τον υπολογισμό και την απόδοση του "πριμ". Με τη ρύθμιση αυτή και ειδικότερα με τον ως άνω τρόπο καταβολής της προκύπτουσας διαφοράς από τον συνυπολογισμό του "πριμ" παραγωγικότητας για τον προσδιορισμό του καταβαλλόμενου ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης και συγκεκριμένα "κάθε έτος μετά τον υπολογισμό και απόδοση του "πριμ", δεν συνάγεται συμφωνία της εναγομένης εταιρείας και του συλλόγου των εργαζομένων σε αυτή, να μην υπολογίζεται η ως άνω διαφορά κατά τον υπολογισμό του "πριμ" παραγωγικότητας, αφού και μετά την προσθήκη του νέου αυτού άρθρου, δεν μεταβλήθηκε ο καθοριζόμενος με τις ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε.
τρόπος υπολογισμού αυτού, δηλαδή εξακολούθησε τούτο ("πριμ" παραγωγικότητας) να υπολογίζεται με βάση τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στις 31-12 του προηγούμενου χρόνου της καταβολής...Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις αντίθετες, εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους τους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της ως προς τους ήδη μη παρόντες διαδίκους εκεί ενάγοντες (6, 15, 25α, 25β, 25γ, 30, 31, 34α, 34β, 34γ, 37, 38, 45, 51, 67α, 67β, 67γ, 73, 78α, 78β, 78γ, 78δ, 78ε, 97, 116 και 118), την δέχθηκε δε μερικώς ως προς τους λοιπούς και υποχρέωσε την εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό.
Το δικαστήριο τούτο, που δίκασε την υπόθεση - αναίρεση κατά της ως άνω 2438/2015 απόφασης, αποφάνθηκε ότι έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αφού επανυπολόγισε το επίδομα ("πριμ") παραγωγικότητας με βάση την επαναυπολογιζόμενη και αναδρομικά καταβληθείσα άπαξ του έτους διαφορά αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές η οποία (διαφορά) προέκυψε από την καταβολή του ίδιου του επιδόματος παραγωγικότητας, με το σκεπτικό ότι αυτό περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές (μηνιαίες) των εναγόντων, ενώ αν ερμήνευε ορθώς τις ανωτέρω διατάξεις θα έπρεπε να δεχθεί ότι η καταβολή του επιδόματος παραγωγικότητας στο τέλος του έτους, που οδηγεί σε αναδρομική καταβολή αμοιβής (διαφοράς) για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, θεωρούμενη ως τμήμα των τακτικών αποδοχών, δεν μπορεί αυτή η ίδια να οδηγεί σε νέο υπολογισμό του (προσαύξηση του επιδόματος), με την αιτιολογία ότι η καταβληθείσα διαφορά υπερωριών κ.λ.π.
κατέστη πλέον τμήμα των καταβαλλόμενων αποδοχών, καθόσον τέτοιος διπλός υπολογισμός (μία φορά για τον καθορισμό του ωρομισθίου και μια φορά κατά την προσαύξηση του) δεν προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις. Με το άνω σκεπτικό η προσβαλλόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου έκανε δεκτό τον μοναδικό λόγο αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας, ή δη καθής η αίτηση αναψηλάφησης, ως βάσιμο, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου (2438/2015) κατά το μέρος που αφορούσε τους σ' αυτήν αναιρεσίβλητους, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειαζόταν άλλη διευκρίνιση την κράτησε κατά το μέρος αυτό και δίκασε την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α' ΚΠολΔ). Στη συνέχεια ερεύνησε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε ως αλυσιτελή την έφεση των εναγόντων, με την οποία αυτοί παραπονούνταν για την μη παραδοχή του αιτήματος τοκοδοσίας από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό (δήλη ημέρα), έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης κατά το δεύτερο λόγο της), με τον οποίο αυτή παραπονούνταν για την παραδοχή της αγωγής ως νόμιμης και κατ' ουσίαν βάσιμης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τους αναιρεσίβλητους, κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, που είχε το προπαρατεθέν περιεχόμενο, ως μη νόμιμη, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση).
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αντιφάσκει με το δεδικασμένο που προκύπτει από τις αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, υπ' αριθμ. 752 και 755/2005, και του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, υπ' αριθμ. 250, 251 και 252/2005. Τούτο διότι, το δεδικασμένο που απορρέει από τις ανωτέρω αποφάσεις περιορίζεται στο ζήτημα αν το ετησίως καταβαλλόμενο πριμ παραγωγικότητας συνυπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές των εναγόντων και επομένως συνυπολογίζεται στον καθορισμό της αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές , που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια του έτους, και αν για το λόγο αυτό πρέπει να καταβληθεί συμπληρωματική αμοιβή υπερωριών κλπ.
Η ένδικη έννομη σχέση , που δημιουργήθηκε με την άσκηση της από 10-6-2008 αγωγής των αιτούντων, επί της οποίας εκδόθηκε η 122/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, επικυρωθείσα από την 2538/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε άλλη ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα, με την αγωγή αυτή οι αιτούντες και τότε ενάγοντες ζήτησαν να υπολογίζεται η καταβληθείσα διαφορά υπερωριών και αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές , λόγω τού ότι είχε καταβληθεί πριμ παραγωγικότητας, στο ίδιο το πριμ παραγωγικότητας , έτσι ώστε αυτό να επανυπολογισθεί και να οφείλεται η σχετική διαφορά.
Ζητούσαν, δηλαδή, η αναδρομική καταβολή αμοιβής( διαφοράς) υπερωριών κλπ, θεωρούμενη ως τμήμα των τακτικών αποδοχών, να οδηγήσει σε νέο υπολογισμό του (προσαύξηση του πριμ), στη βάση ότι η καταβληθείσα διαφορά υπερωριών κλπ κατέστη πλέον τμήμα των καταβαλλόμενων αποδοχών, να γίνεται. Επομένως, διπλός υπολογισμός του πριμ, μία φορά κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου και μία φορά κατά την προσαύξησή του.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της απόφασης 2438/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παραδοχή για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την διαφορά που ήχθη ενώπιον του από άλλες δικαστικές αποφάσεις και συγκεκριμένα από τις προαναφερόμενες αποφάσεις των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου. Αντίθετα, στη δεύτερη σελίδα του 10ου φύλλου αυτής απορρίπτεται ο σχετικός ισχυρισμός των εκεί εναγόντων -εκκαλούντων για δεδικασμένο, με το σκεπτικό ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για την ύπαρξη δεδικασμένου.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναψηλάφησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 544 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα της καθής, κατά παραδοχή του αιτήματος της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση όσον αφορά στους αιτούντες: … (6η), … (15ο), … (25α, β, γ), … (30η), … (31ο), … (34α, β, γ), … (37ο), … (38ο), … (45ο), … (51η), … (67α, β, γ), ….(73ο), … (78α, β, γ, δ, ε), … (97η), … (116η) και … (118η).
Απορρίπτει την αναψηλάφηση ως προς τους λοιπούς αιτούντες. Και Επιβάλλει στους αιτούντες τη δικαστική δαπάνη της καθώς, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ (2.300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ