Legislator Giurisprudenza & Legislazione
971/2017 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and failure to consider evidence in labor promotion dispute.

Numero d'incarto 971/2017
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a labor court decision regarding an employee's promotion. The court found the lower court correctly applied the abuse of right doctrine when rejecting the promotion of the plaintiff over a more qualified colleague. Furthermore, the court ruled that the lower court had properly considered all submitted evidence, including performance reports and regulations, rendering the appeal on evidence inadmissible.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 559 no. 1, 11 of the Code of Civil Procedure; Art. 281 of the Civil Code: An appeal based on abuse of right or failure to consider evidence is inadmissible if the lower court verified the consideration of all documents and the promotion was unjustified due to the superior qualifications of the rejected employee.

Parole chiave

Generato dall'IA
abuse of right labor promotion employee qualifications failure to consider evidence good faith principles supreme court appeal labor law dispute difetto di legittimazione dell'associazione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 971 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 971/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Mαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Στάικο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Παπαδόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7169/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26/6/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 3/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του.

του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή. Εξάλλου στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.

Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανα του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη ή παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του και κατάφωρος άδικη όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου.

Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ ΑΠ 32/2002, ΑΠ 256/2016, ΑΠ 212/2015, ΑΠ 2169/2007).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 30, 31 και 32 του Οργανισμού Προσωπικού της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ , ο οποίος καταρτίστηκε με την από 3-9-1975 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την .../5572/1975 [ΦΕΚ Β 1048/ 24-9-1975] απόφαση του Υπουργού Εργασίας και έχει συμβατική ισχύ, οι προαγωγές των υπαλλήλων της τράπεζας αυτής από το βαθμό του τμηματάρχη Α και άνω γίνονται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και εφόσον:

α) υπάρχει, αν πρόκειται για προαγωγή σε οργανική θέση, κενή θέση, β) ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τρία έτη υπηρεσίας στοβαθμό του υποδιευθυντή Β, αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του υποδιευθυντή Α, και επίσης τρία έτη υπηρεσίας στο βαθμό του υποδιευθυντή Α, αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του διευθυντή, γ) ο κρινόμενος για προαγωγή έχει τα προσόντα για την ανώτερη θέση και γενικά έχει επιδείξει στην άσκηση της υπηρεσίας του ικανοποιητική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία.

Οι προαγωγές από το βαθμό του τμηματάρχη Α και άνω γίνονται μόνο κατ’ εκλογή, μία φορά το χρόνο και ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου του ίδιου έτους και ανακοινώνονται, όταν αποφασισθούν, στο προσωπικό με εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή, προκειμένου οι μη προαχθέντες να προσφύγουν εντός δέκα ημερών από της ανακοινώσεως των προαγωγών στο συμβούλιο παραπόνων (βλ.

ΑΠ 2169/2007 οπ, ΑΠ 993/2013). Τέλος, το άρθρο 20 της από 4-8-1982 ΣΣΕ "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Τραπεζών" που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ601/19-8-1982 τ. Β’ ), με την 18617/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 1346/1983 και έχει ισχύ νόμου, ορίζει ότι: "Απαλλάσσονται από την υπηρεσία της Τράπεζας, με υπόδειξη του οικείου Συλλόγου, για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων των Συλλόγων δυνάμεως της ΟΤΟΕ, α) ο πρόεδρος του Δ.Σ.

για συλλόγους μέχρι 250 μέλη, β).... γ).... Ο χρόνος απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ανάλογα με την αριθμητική δύναμη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που υπάγονται στην ΟΤΟΕ, απαλλάσσονται από την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα, ο πρόεδρος, ο γενικός γραμματέας και τα λοιπά μέλη του Δ.Σ.

της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και αποσπώνται σ’ αυτόν. Ο χρόνος κατά τον οποίο οι συνδικαλιστές αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην συνδικαλιστική οργάνωση θεωρείται ως ευδόκιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή στον ανώτερο βαθμό.

Με τη διάταξη αυτή δεν ορίζεται ότι τα καθήκοντα που ασκεί ο συνδικαλιστής είναι υπέρτερα από τα καθήκοντα που ασκεί μη συνδικαλιστής συνάδελφός του, εργαζόμενος στην Τράπεζα, αλλά εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας, συγκρίνοντας τα καθήκοντα αυτά, να κρίνει ποια από αυτά είναι υπέρτερα και περισσότερο υπεύθυνα, δηλαδή αν υπερέχουν τα καθήκοντα που ασκεί ο συνδικαλιστής από τα καθαρώς τραπεζικά καθήκοντα που ασκεί ο συγκρινόμενος με αυτόν συνάδελφός του( βλ σχ.

AΠ 368/2005, ΑΠ 224/2003 ).

Στη προκειμένη περίπτωση, με την από 30/11/2010 αγωγή, όπως αυτή παραδεκτά, κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ, περιορίστηκε, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε, ότι, προσλήφθηκε από την εναγομένη Τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά την 11/8/1976 ως υπάλληλός της και εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή Α’ , τον οποίο κατέχει από 1/1/2002.

Ότι, η τελευταία, παρέλειψε να τον προαγάγει, κατ’ εκλογή, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1/1/2005, άλλως, επικουρικώς, κατά τις μεταγενέστερες προαγωγικές κρίσεις, στον βαθμό του Διευθυντή, παρά το ότι διέθετε όλα τα προς τούτο ειδικά προσόντα και υπερείχε καταφανώς από τους στην αγωγή κατονομαζόμενους προαχθέντες, ομοιόβαθμους συναδέλφους του, παρεμποδίζοντας εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, αλλά και κατά παράβαση των όσων ορίζουν τα άρθρα 30-32 του Οργανισμού Προσωπικού της (εναγομένης), ο οποίος έχει συμβατική ισχύ, άλλως ενεργώντας κατά παράβαση του (διευθυντικού) δικαιώματος των αρμοδίων οργάνων της.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί: 1} ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή από 1/1/2005, άλλως, επικουρικώς, κατά τις μεταγενέστερες προαγωγικές κρίσεις, 2} ότι οφείλει να του καταβάλει τις προκύπτουσες, λόγω της προαγωγής του μισθολογικές διαφορές, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής τους και 3} ότι οφείλει να του καταβάλει 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 254/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής o ενάγων άσκησε την 05.03.2013 έφεση και το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, αφού έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση και αφού η υπόθεση δικάστηκε κατ’ ουσίαν, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή.

Ειδικότερα, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Από την επανεκτίμηση των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένης, ως και πρωτοδίκως, της υπ’ αρ. .../14-12- 2012 ένορκης βεβαίωσης στην Συμ/φο Καρδίτσας Αθηνάς Μ.- Τ., ληφθείσας μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως μερικά από τα έγγραφα αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 681 Α, 671 παρ. 1 εδ.

α’ ΚΠολΔ)αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων ήδη εκκαλών προσλήφθηκε από την εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη την 11/8/1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος, δόκιμος λογιστής και εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της. Ακολούθως, εξελίχθηκε βαθμολογικά και από 1/1/2002 κατέχει το βαθμό του Υποδιευθυντή Α’ .

Ειδικότερα η βαθμολογική του εξέλιξη έχει ως εξής: α) την 1/1/1979 κρίθηκε και προήχθη κατ’ αρχαιότητα στο βαθμό του Βοηθού Λογιστή, β) την 1/1/1981 κρίθηκε και προήχθη κατ’ αρχαιότητα στο βαθμό του Υπολογιστή, γ) την 1/1/1983 κρίθηκε και προήχθη κατ’ εκλογή στο βαθμό του Λογιστή Β’ , δ) την 1/1/1985 κρίθηκε και προήχθη κατ’ εκλογή στο βαθμό του Λογιστή Α’ , ε) την 1/1/1998 κρίθηκε και προήχθη κατ’ εκλογή στο βαθμό του Υποτμηματάρχη, στ) την 1/1/1991 κρίθηκε και προήχθη κατ’ εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Β’ , ζ) στις κρίσεις του έτους 1994, κρίθηκε μη προακτέος για το βαθμό του Τμηματάρχη Α’ , βαθμό για τον οποίο κρίθηκε και προήχθη κατ’ εκλογή την 1/1/1996, η) την 1/1/1999 κρίθηκε και προήχθη κατ’ εκλογή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β’ , θ) στις κρίσεις του έτους 2002, κρίθηκε από το Συμβούλιο Παραπόνων προακτέος στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α’ με valeur 1/1/2002.

Αποχώρησε από την εναγόμενη το 2010 λόγω συνταξιοδότησης, κατέχοντας τον ίδιο βαθμό (Υποδιευθυντή Α’ ). Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ - Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων, γνωρίζει επαρκώς την Αγγλική γλώσσα χωρίς να διαθέτει πτυχίο και είναι άριστος χρήστης ηλεκτρονικών υπολογιστών. Παρακολούθησε τα εξής δεκατέσσερα (14) σεμινάρια:

α) το 1992 με θέμα "Στελεχών Πιστοδοτικού Τομέα", β) 1994 και 1995 με θέμα "Management- Τραπεζικό Marketing", γ) Το 1996 με θέμα Παράγωγα Προϊόντα, δ) το 1996 με θέμα "Εισαγωγή στους Η/Υ", ε) 1997 με θέμα "Πιστωτική Ανάλυση", στ) το 1999 με θέμα "ΟΝΕ-ΕΥΡΩ- Τραπεζικές εργασίες", ζ) το 1999 με θέμα "Αγορά Χρήματος & κεφαλαίου", η) το 1999 με θέμα "Αμοιβαίων Κεφαλαίων ", θ) το 2000 με θέμα "Τραπεζικό Marketing και Πωλήσεις Τραπεζικών υπηρεσιών", ι) το 2000 με θέμα "ΟΝΕ & Ενιαίο Νόμισμα ΕΥΡΩ", ια) το 2004 με θέμα "Management", ιβ) το 2006 με θέμα "Αξιολόγηση της απόδοσης".

Υπηρέτησε σε διάφορα τμήματα της εναγομένης και σε διάφορα καταστήματα. Κατά την πρόσληψή του το έτος 1976 τοποθετήθηκε στο Κατάστημα … στην Αθήνα στο οποίο απασχολήθηκε μέχρι Ιούνιο του 1978 στο Τμήμα Καταθέσεων και από Ιούλιο 1978 έως Ιούνιο 1979 στο Τμήμα Χορηγήσεων. Τον Ιούλιο του 1979 τοποθετήθηκε στο Κατάστημα … στο Τμήμα Καταθέσεων, ενώ από το Μάρτιο του 1980 απασχολήθηκε στο ίδιο κατάστημα στο Τμήμα Χορηγήσεων.

Τον Οκτώβριο του 1980 τοποθετήθηκε στο κατάστημα … στο Τμήμα Χορηγήσεων. Τον Σεπτέμβριο του 1981 μετατέθηκε στο Κατάστημα της Καρδίτσας (γενέτειρά του και τόπο καταγωγής οικογένειας του) και τοποθετήθηκε σε θέση Πληροφοριοδότη, με αρμοδιότητες ανάλυση ισολογισμών, σύνταξη εισηγητικών εκθέσεων. Θέση ευθύνης ανέλαβε στο ίδιο Κατάστημα με τη χορήγηση από τη διοίκηση δικαιώματος Β’ υπογραφής προσωρινά, για το διάστημα από 11/7/1983 έως 30/7/1983 (...11-7- 1983 Πράξη Γενικού Διευθυντή) και περαιτέρω του χορηγήθηκε το δικαίωμα αυτό (Β’ υπογραφής) από 15/3/1984 (...15-3-1984 πράξη Γενικού Διευθυντή).

Από τον Μάιο του 1986 ανέλαβε θέση ευθύνης Προϊσταμένου στο Τμήμα Χορηγήσεων του Ιδίου Καταστήματος (Καρδίτσας) με δικαίωμα Β’ υπογραφής. Από 1ης Μαΐου 1994 αναβαθμίστηκε αναλαμβάνοντας θέση Υποδιευθυντή του ιδίου Καταστήματος με δικαίωμα Α’ υπογραφής από 18/4/1994 (.../12-4- 1994 απόφαση Προέδρου). Από τον Οκτώβριο του 1997 ανελίχθηκε στη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος Καρδίτσας με δικαίωμα Α ‘ υπογραφής (.../1-10-1997 Πράξη Γενικού Διευθυντή & ...31-1- 2001 Πράξη Διοίκησης), θέση την οποία κατείχε μέχρι την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης το έτος 2010.

Η τοποθέτηση και παραμονή του ενάγοντος στην Υποδιεύθυνση του ιδίου ως άνω Καταστήματος και μάλιστα από το 1994 ως Υποδιευθυντή με δικαίωμα Α’ υπογραφής και από το 1997 ως Διευθυντή έως την αποχώρησή του, από την Τράπεζα, σε συνδυασμό με την προγενέστερη εμπειρία του, τον καθιστά ιδιαίτερα ικανό υπάλληλο με ιδιαίτερη εξειδίκευση και εμπειρία στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, εφόσον υπηρέτησε για μεγάλο διάστημα σε θέσεις ευθύνης αυστηρά τραπεζικών εργασιών.

Η δε απόδοσή του ως υπεύθυνου υπαλλήλου της εναγομένης Τράπεζας υπήρξε ιδιαίτερα ικανοποιητικά για το Κατάστημα της Καρδίτσας, γι’ αυτό το λόγο, συνεπεία της επίτευξης των στόχων της Τράπεζας και τα τελευταία δέκα έξι (16) έτη (1994 έως 2010) της εργασιακής του απασχόλησης, ο ενάγων παρέμεινε κατέχοντας συνεχώς υψηλές θέσεις, Υποδιευθυντή και Διευθυντή, στο ίδιο Κατάστημα (Καρδίτσας).

Η δε βαθμολογία στα δελτία αξιολόγησής του, των κρίσιμων χρονικών περιόδων, χαρακτηρίζεται από τους εκάστοτε (τρεις τον αριθμό) κριτές " ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" για τα έτη 2000 έως 2004, "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" για το έτος 2005, ως εξής: από 10/11999 έως 30/9/2000 έλαβε τελικό μέσο όρο 265 (βαθμό19), από1/10/2000έως30/9/2001έλαβε τελικό μέσο όρο 264 (βαθμό 19), από 1/10/2001 έως 30/9/2002 έλαβε τελικό μέσο όρο 266 (βαθμό19), από 1/10/2002 έως 30/9/2003 έλαβε τελικό μέσο

όρο 263 (βαθμό 19), από 1/10/2003 έως 30/9/2004 έλαβε τελικό μέσο όρο 261 (βαθμό 19), από 1/10/2004 έως 31/12/2005 έλαβε τελικό μέσο όρο 234 (βαθμό 17), και, για τα έτη 2006, 2007 "κάτω από το στόχο", αξιολόγηση ουχί ικανή να απομειώσει τις ικανότητες και την αποδοτικότητα του ενάγοντα στις θέσεις ευθύνης που υπηρέτησε κατά τη διάρκεια της υπαλληλικής θητείας του.

Επίσης ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Ωστόσο, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 με αρχαιότητα από 1/1/2002, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Διευθυντή, που ανακοινώθηκαν με τις υπ’ αριθμ. ...-7-2006 και ...-12-2006 εγκυκλίους της εναγομένης, το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας, ως αρμόδιο όργανο, παρέλειψε τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε κατ’ εκλογή στον παραπάνω βαθμό τους κατωτέρω, προς σύγκριση προτεινόμενους, ομοιόβαθμους συναδέλφους του, Φ.

Τ. και Γ. Λ., οι οποίοι είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: Α] Ο Φ. Τ. προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 8/5/1973 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β’ από 1/1/1999. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου, δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες και έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο με θέμα "..." και συμμετείχε ως Εισηγητής σε ένα σεμινάριο με θέμα "Βασική Εκπαίδευση Νέων Υπαλλήλων".

Υπηρέτησε στα Τμήματα Καταθέσεων, Χορηγήσεων και Λογιστηρίου στα Καταστήματα Κεντρικό, Πειραιά και Χαλανδρίου. Στο Κατάστημα Χαλανδρίου, ως Λογιστής Β’ , του χορηγήθηκε προσωρινό δικαίωμα Β’ υπογραφής από 23/7/1986 (...22-7-1986 Πράξη Γενικού Διευθυντή) και από 3/8/1987 έως 14/8/1987 (...-7-1987 Πράξη Διευθύνοντος Διεύθυνση Διοικητικού).

Τοποθετήθηκε Προϊστάμενος, α) από 19/9/1988 του Τμήματος Λογιστηρίου του Καταστήματος Χαλανδρίου με δικαίωμα Β’ υπογραφής (.../16-9-1988 Πράξη Γενικού Διευθυντή και β) από 6-2-1989 του Τμήματος Καταθέσεων Κίνησης Κεφαλαίων του ίδιου Καταστήματος με δικαίωμα Β’ υπογραφής (...3-2-1989 Πράξη Γενικού Διευθυντή). Από 2/7/1990 είναι αποσπασμένος σε συνδικαλιστική θέση και για ίο λόγο αυτό δεν έχουν συν γι’ αυτόν δελτία αξιολόγησης, ενώ ο χρόνος απόσπασης του υπαλλήλου, ως συνδικαλιστή, από την Τράπεζα, λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία.

Συγκεκριμένα, το έτος 1992 εκλέχθηκε ως μέλος του Δ.Σ. Ταμείου Ασφαλίσεως Ασθένειας Προσωπικού Τραπεζών και αντιπρόεδρος, εκπρόσωπος της Τράπεζας από την πλευρά των ασφαλισμένων. Τα έτη 1995 και 1998 εκλέχθηκε ως μέλος για τριετή θητεία στο Δ.Σ του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Αθήνας, την τριετία 1995-1998 διετέλεσε αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας ΕΚΑ και τον Μάρτιο 1999 εκλέχθηκε μέλος του Δ.Σ.

του Σ.Υ.Γ.Τ.Ε. β) Ο Γ. Λ. προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 15/9/1975. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου, δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες και έχει παρακολουθήσει έξι (6) επιμορφωτικά σεμινάρια, όπως Manegement - Τραπεζικό Marketing (2), Λογιστικό Πακέτο Γεν. Λογιστικής και Βασική Εκπαίδευση στην Πληροφορική.

Τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του Τμήματος Λογιστηρίου του Καταστήματος Μάρνης με δικαίωμα Β’ υπογραφής από 2/6/1986, ενώ από 9/2/1988 αποσπάστηκε στο Σ.Υ.Γ.Τ.Ε., προκειμένου να ασκήσει τα καθήκοντά του ως Αναπληρωτής Γενικού Γραμματέα και Εφόρου (.../9-2-1998 Πράξη Γενικού Διευθυντή). Ένεκα της αποσπάσεώς του σε συνδικαλιστική θέση δεν έχουν συνταχθεί γι’ αυτόν δελτία αξιολόγησης ενώ ο χρόνος απόσπασης του εν λόγω υπαλλήλου, ως συνδικαλιστή, από την Τράπεζα, λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία.

Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα και των συγκρινόμενων προαχθέντων ως άνω συναδέλφων του, προκύπτει ότι ο ενάγων υστερεί έναντι αμφοτέρων τούτων ως προς τη γενική (χρόνος προσλήψεως) και ειδική (κατεχόμενού βαθμού) υπηρεσιακή αρχαιότητα και υπερέχει έναντι του πρώτου συγκρινόμενου ως προς τους τίτλους σπουδών αφού κατέχει πτυχίο ανωτάτης σχολής (ΑΣΟΕ) έναντι απολυτηρίου Γυμνασίου που κατέχει ο πρώτος και είναι ισοδύναμος με τον δεύτερο συγκρινόμενο, αφού και οι δύο κατέχουν πτυχίο ανώτατης σχολής, επίσης, υπερτερεί αμφοτέρων ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ηλεκτρονικού υπολογιστή, τον αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων και τη βαθμολογία καθόσον γι’ αυτούς (συγκρινόμενους) δεν έχουν συνταχθεί δελτία αξιολόγησης, επίσης, υπερέχει καταφανώς έναντι αμφοτέρων των ως άνω συναδέλφων του ως προς το χρόνο άσκησης απ’ αυτούς υπεύθυνων καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης τραπεζικών εργασιών.

Ειδικότερα διότι, ο πρώτος συγκρινόμενος άσκησε τέτοια καθήκοντα από 23/7/1986 έως 2/7/1990, ήτοι επί 14 έτη, ο δεύτερος από 2/9/1986 έως 9/2/1998, ήτοι επί 12 έτη και ο ίδιος- ενάγων- από 15/3/1984 μέχρι την αποχώρησή του (2010). Ήτοι επί 26 συναπτά έτη, και στη σημαντική εμπειρία που απέκτησε σε σχέση με αυτά. Και ναι μεν, καθόσον αφορά τους ανωτέρω συγκρινόμενους υπαλλήλους ο χρόνος απόσπασής του από την τράπεζα, σε συνδικαλιστικές θέσεις, θεωρείται ως ευδόκιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή στον ανώτερο βαθμό, στην προκειμένη περίπτωση, όμως, τα πιο πάνω καθήκοντα που άσκησε ο ενάγων από το έτος 1984 μέχρι την συνταξιοδότησή του (2°/2011) του προσέδωσαν σημαντική εμπειρία σε σχέση με τις τραπεζικές εργασίες.

Απεναντίας, οι ως άνω συγκρινόμενοι ως άνω συνάδελφοί του, οιl οποίοι, για τόσο σημαντικό χρόνο (από 1990 και 1998 αντίστοιχα και μέχρι το χρόνο των ένδικων προαγωγικών κρίσεων του έτους 2002), δεν ασκούσαν τραπεζικά καθήκοντα ουδεμία περαιτέρω εμπειρία απέκτησαν σε σχέση με αυτά. Επομένως, ως προς το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς των συγκρινόμενων συναδέλφων του, καθόσον η πολυετής σε σχέση με αυτούς δραστηριότητα που επέδειξε κατά την άσκηση των καθηκόντων του σε τραπεζικές εργασίες, προσέδωσαν σ’ αυτόν ιδιαίτερη τραπεζική εμπειρία και ευρύτητα στη γνώση των τραπεζικών εργασιών, η οποία έχει βαρύνουσα σημασία στις συγκεκριμένες προαγωγικές κρίσεις, σε σχέση με την αναφερθείσα πιο πάνω τραπεζική εμπειρία των συγκρινόμενων, Φ.

Τ. και Γ. Λ., οι οποίοι από το έτος 1990 και το έτος 1998 αντίστοιχα, δεν ασκούσαν τραπεζικά καθήκοντα αφού ήταν αποσπασμένοι και παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως συνδικαλιστές. Με βάση τα προαναφερόμενα και λαμβανομένου υπόψη ότι η γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα δεν μπορούν καθαυτά να έχουν κρίσιμη και αποφασιστική σημασία κατά τις προαγωγικές κρίσεις στους ανώτερους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας, όπως είναι ο βαθμός του Διευθυντή, ενώ συνεκτιμώνται με τα υπόλοιπα στοιχεία και τους τίτλους σπουδών, αλλά, κυρίως, η υπηρεσιακή απόδοση και η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων σε τραπεζικές εργασίες αποτελούν βασικά κριτήρια για την κατ’ απόλυτη εκλογή προαγωγή υπαλλήλων, αφού προσδιορίζουν την υπηρεσιακή κατάρτιση, εμπειρία και ευρύτητα στη γνώση των τραπεζικών εργασιών του υπαλλήλου της τράπεζας, με βάση τη συνολική εκτίμηση των παραπάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και των συγκρινόμενων ως άνω δύο προαχθέντων συναδέλφων του, προκύπτει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι αυτών.

Η εναγομένη ισχυρίζεται για τον ενάγοντα, ότι, α) με την υπ’ αριθμ. ...-10-1999 εμπιστευτική επιστολή της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού ζητείται εγγράφως ενημέρωση για περιστατικό διαπληκτισμού που έλαβε χώρα στο Κατάστημα μεταξύ του ίδιου και του Κεντρικού Ταμία, β) με την υπ’ αριθμ. ...-4-2001 εμπιστευτική επιστολή της Διεύθυνσης Δικτύου, επισημαίνεται στον Διευθυντή η στασιμότητα της πορείας του καταστήματος, γ) με τις από 31/12/2002 και 3/1/2003 εμπιστευτικές επιστολές της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και Υποδιεύθυνση Δικτύου Β’ επισημαίνονται ελλείψεις και διαχειριστικά λάθη στα τμήματα της Κίνησης Κεφαλαίων, του Λογιστηρίου αλλά και ως προς την λειτουργία του Ταμείου, δ) με την υπ’ αριθμ. ...-3-2003 εμπιστευτική επιστολή του Υποδιευθυντή Δικτύου Β’ με θέμα την εξέλιξη των μεγεθών του Καταστήματος Καρδίτσας τονίζεται προς τον Διευθυντή (ενάγοντα) υστέρηση στον τομέα εσόδων από διαμεσολαβητικές εργασίες και από επιχειρηματικά δάνεια και ε) με την από 19/3/2003 επιστολή του Προέδρου της Γενικής ΑΕΔΑΚ προς τον Διευθυντή (ενάγοντα) και με θέμα την παραγωγή αμοιβαίων κεφαλαίων (Α/Κ) του πρώτου διμήνου 2003, επισημαίνεται η μηδενική επίτευξη των τεθέντων στόχων στην πώληση Α/Κ για το συγκεκριμένο δίμηνο και τονίζεται η ανάγκη αύξησης των πωλήσεων υπό την υπενθύμιση ότι από τα αποτελέσματα κρίνεται τόσο η πορεία του καταστήματος όσο και των στελεχών του.

Όμως, από τα προσκομιζόμενα φύλλα αξιολόγησης των ετών 2000 έως 2004 που ενδιαφέρουν εδώ, προκύπτει ότι οι ως άνω εμπιστευτικές επιστολές, δεν άσκησαν επιρροή στη Διοίκηση της εναγόμενης, η οποία τον προήγαγε από 1/1/2002 στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α’ , με χαρακτηρισμό συνεχώς "εξαίρετος" και τον διατηρεί ως Διευθυντή στο ανώτερω Κατάστημα Καρδίτσας ήδη από το 1997 και μετά.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο ενάγων υπερέχει καταφανώς έναντι των ως άνω συγκρινομένων και ως εκ τούτου η κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 παράλειψή του και η αντ’ αυτού, προαγωγή τους, στο βαθμό του Διευθυντή, καθίσταται κατάφωρα άδικη. Περαιτέρω, η εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει παραδεκτά και νόμιμα με τις κατατεθείσες στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο προτάσεις της, διακωλυτική ένσταση ισχυριζόμενη ότι, κατά την επίδικη προαγωγική κρίση έτους 2005 [της 1/1/2005], εκτός από τον ενάγοντα παραλείφθηκαν και άλλοι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του, ήτοι, ο Κ.

Κ., Σ. Μ. και Σ. Θ., οι οποίοι είχαν όλες τις προϋποθέσεις για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή και ναι μεν μειονεκτούσαν των προαχθέντων, υπερτερούσαν όμως του ενάγοντα τόσο ως προς τα τυπικά όσο και ως προς τα ουσιαστικά προσόντα για προαγωγή, ώστε στην περίπτωση που δεν είχε προταθεί κάποιος από τους προτεινόμενους προς σύγκριση, και πάλι δεν θα είχε προαχθεί ο ενάγων, αλλά θα είχε προαχθεί ένας από αυτούς.

Ωστόσο, η κρινόμενη ένσταση δεν μπορεί να προταθεί για τον αντιπροτεινόμενο Κ. Κ., ο οποίος έχει κριθεί τελεσιδίκως ως προακτέος, κατά την επίδικη προαγωγική κρίση έτους 2005 [της 1/1/2005], που αφορά η ένσταση, με την υπ’ αριθμ. 6132/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, συνεπώς, ως προς αυτόν είναι απαράδεκτη και απορριπτέα η διακωλυτική ένσταση....

Περαιτέρω, αναφορικά με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των ως άνω αντιπροτεινόμενων προς σύγκριση, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εξ αυτών, Σ. Μ., προσελήφθη στις 11/8/1976 και κατέχει το βαθμό του Υποδιευθυντή Α’ από 1/1/2002. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και έχει παρακολουθήσει 18 επιμορφωτικά σεμινάρια.

Δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες ούτε χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Άσκησε για πρώτη φορά υπεύθυνα καθήκοντα το έτος 1984, ως Προϊστάμενος του τμήματος Καθυστερήσεων στο κατάστημα της ..., με δικαίωμα Β’ υπογραφής, ενώ από το 1994-2000 άσκησε καθήκοντα Υποδιευθυντή στο ίδιο Κατάστημα με δικαίωμα Α’ υπογραφής. Από το έτος 2000 άσκησε καθήκοντα Διευθυντή στο ίδιο Κατάστημα και από το 2004 στο κατάστημα Αμαρουσίου.

Στα δελτία αξιολόγησης των ετών 2001-2004 χαρακτηρίζεται εξαίρετος. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του άνω αντιπροτεινόμενου με εκείνα του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος είναι ισοδύναμος, ως προς τη γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τίτλους σπουδών.

Ως προς τη βαθμολογία κατά τις κοινές συγκρίσιμες περιόδους χαρακτηρίζονται αμφότεροι ως εξαίρετοι με ελαφρά υπεροχή του αντιπροτεινόμενου κατά τη χρονική περίοδο 2000 έως 2004 με 275 μονάδες, έναντι του ενάγοντος που χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος κατά την ίδια χρονική περίοδο με 265, 264, 266, 263 και 261 μονάδες, κάθε αντίστοιχο έτος, καθώς και ως προς τον αριθμό των 18 επιμορφωτικών σεμιναρίων που παρακολούθησε, έναντι 14 του ενάγοντος, ο οποίος όμως υπερτερεί απλώς του αντιπροτεινόμενου Σ.

Μ. ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης. Ειδικότερα διότι, ο ενάγων άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ανώτερης βαθμίδας ευθύνης σε σχέση με των ανωτέρω (Σ. Μ.) που ενωρίτερα, καθόσον από το 1994 άρχισε να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα, ως Υποδιευθυντής στο Κατάστημα Καρδίτσας και πολύ νωρίτερα από το έτος 1997 ως Διευθυντής στο ίδιο Κατάστημα, ενώ ο Σ.

Μ. από το 1994 Υποδιευθυντής στο Κατ/μα ... και από το έτος 2000 Διευθυντής στο ίδιο Κατάστημα. Με βάση τα ανωτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων υπερέχει απλώς έναντι του Σ. Μ.. Εφόσον, επομένως, ο ενάγων υπερέχει καταφανώς έναντι αμφοτέρων των προαχθέντων κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις της 1/1/2005, ενώ υπερέχει απλώς έναντι του δεύτερου αντιπροτεινόμενου (παραληφθέντα) Σ.

Μ., καθίσταται αλυσιτελής η σύγκρισή του (ενάγοντα) με τον τρίτο αντιπροτεινόμενο Σ. Θ., διότι, ακόμα και αν αυτός υπερείχε του ενάγοντος, δεν καταλύεται το δικαίωμα προς προαγωγή, λόγω της καταφανούς υπεροχής του έναντι δύο - προαχθέντων - συναδέλφων του και όχι έναντι ενός.

Συνεπώς, ως προς τον τρίτο αντιπροτεινόμενο η ως άνω ένσταση τυγχάνει απορριπτέα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, παρίσταται κατάφωρα άδικη και καταχρηστική η απόφαση των οργάνων της εναγομένης, που προήγαγε τους Φ. Τ. και Γ. Λ., στο βαθμό του Διευθυντή από 1/1/2005, αντί του ενάγοντος, καίτοι ο τελευταίος σύμφωνα με τον Οργανισμό σε ισχύ της εναγόμενης είχε όλες τις προϋποθέσεις προαγωγής και υπερείχε καταφανώς έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του, επίσης υπερείχε απλώς έναντι του παραλειφθέντος συναδέλφου του Σ.

Μ.. Τέλος, αποδείχθηκε, ότι εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης που εκδηλώθηκε με την παράλειψή τους να προαγάγουν τον ενάγοντα στον άνω βαθμό του Διευθυντή από 1/1/2005, ο τελευταίος προσλήφθηκε στην προσωπικότητά του και μειώθηκε ηθικά στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον.

Δικαιούται συνεπώς, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, ενόψει του είδους της προσβολής, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, πρέπει να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ. Επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την από 30/11/2010 (αρ.

κατ. ...2010) αγωγή του ενάγοντος (εκκαλούντος) ως κατ’ ουσία αβάσιμη, διότι εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου της έφεσης του ενάγοντα". Από τις παραπάνω παραδοχες, με βάση τη συνολική συνεκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός υπερείχε κατά προφανή τρόπο έναντι των ανωτέρω προσώπων, που προήχθησαν στον βαθμό του Διευθυντή κατά τις άνω επίδικες προαγωγικές κρίσεις, επί πλέον δε συνάγεται ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης υπερέβησαν τα όρια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και ενήργησαν εναντίον της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών.

Περαιτέρω, από τις παραπάνω παραδοχές, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων επέδειξε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα επαγγελματική ικανότητα και εργατικότητα υπερβαίνουσα τα συνήθη όρια. Σημειώνεται δε ότι είναι αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του.

Εκ τούτων, καθίσταται φανερό ότι είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παραλείψεως προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του [ΑΠ 2169/2007].

Κατ’ ακολουθία αυτών, η παράλειψη της προαγωγής του ενάγοντος από την εναγομένη στον ως άνω βαθμό είναι καταχρηστική, με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Eτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 και 281 ΑΚ. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα και: 1) τον κανονισμό σύνταξης Φύλλων ποιότητας των υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας και 2) τα Δελτία αξιολόγησης της χρονικής περιόδου από 01.10.2004 μέχρι 31.12.2005 και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.06.2015 και με αριθμό κατάθεσης ...2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7169/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 23 Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 8 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ