Legislator Giurisprudenza & Legislazione
971/2009 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague facts and missing evidence in labor dispute.

Numero d'incarto 971/2009
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a labor dispute. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to specify the content of the alleged vague claim in the appeal petition. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 559 para. 1, 8, 14 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot examine the substantive vagueness of a claim if the appeal petition fails to specify the content of the alleged vague claim and the point of insufficiency.

Parole chiave

Generato dall'IA
Code of Civil Procedure vague claim inadmissible appeal labor dispute evidence requirements abbandono del posto di lavoro licenziamento per motivi economici distacco di lavoratori

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 971 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 971/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ - ΠΥΡΗΝΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ Α.Β.Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 31-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1279/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7164/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα αυτά χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται όμως να μνημονεύει και να αξιολογεί ειδικά το δικαστήριο τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές.

Εν προκειμένω, από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από προσαχθείσες αποδείξεις και δη από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι και από τις επίσης αναφερόμενες σ' αυτήν ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχτηκε πραγματικά περιστατικά ως αποδειχθέντα χωρίς αποδείξεις είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα την 5589/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασίας Ασφαλιστικών Μέτρων) και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, αφενός δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και αφετέρου έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα, είναι απαράδεκτος, λόγω παντελούς αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως αντενστάσεως ή τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Τέλος, ο ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες από την αναιρεσείουσα ισχυρισμούς της: α) ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου δεν λύθηκε κατόπιν δικής της καταγγελίας, αλλά λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεως (παραιτήσεως) του αναιρεσίβλητου από την εργασία του και β) ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την 30-11-2004 και την 1-12-2004 δεν είχε λάβει αναρρωτική άδεια, αλλά απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του. Ως προς την πρώτη αιτίαση ο ανωτέρω (πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω περί οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσίβλητου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Ως προς τη δεύτερη αιτίαση ο ανωτέρω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο προβληθείς ισχυρισμούς δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό επιχείρημα που κατατείνει στην ενδυνάμωση της υποστηριζόμενης από την αναιρεσείουσα απόψεως περί λύσεως της εργασιακής συμβάσεως εξαιτίας οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσίβλητου από την εργασία του.

Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή επί ποινή ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του.

Επίσης, ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανωτέρω βία), πρέπει, ανεξαρτήτως από το λόγο που την προκάλεσε, να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως στον απολυόμενο. Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία ο τελευταίος θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και συνεπώς για την ευδοκίμηση της σχετικής αγωγής αρκεί να αποδεικνύεται η κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία που του προσέφερε ο μισθωτός.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) προσελήφθη από την αναιρεσείουσα (εναγόμενη) στις 1.10.1997, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου στο εργοστάσιο πυρηνελειουργίας που διατηρεί στην ΒΙΠΕ ..., αντί συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, ύψους 175.000 δραχμών.

Με το πρακτικό No 42/18.2.2000 του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας ο αναιρεσίβλητος ορίστηκε υπεύθυνος του εργοστασίου Πατρών, με αρμοδιότητες πρόσληψης προσωπικού, εισαγωγής και διάθεσης εμπορευμάτων, είσπραξης προϊόντων τοις μετρητοίς, πληρωμής ημερομισθίων και διαφόρων εξόδων του εργοστασίου, ενώ οι μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 821,75 ευρώ.

Στις 30.11.2004 ο αναιρεσίβλητος δεν πήγε στην εργασία του, λόγω του ότι αισθανόταν έντονους πόνους στη μέση και αδυνατούσε να μετακινηθεί, ενημέρωσε δε τηλεφωνικά την αναιρεσείουσα. Στις 2.12.2004 εξετάστηκε από ιατρό του Ι.Κ.Α. και έλαβε αναρρωτική άδεια, λόγω οσφυαλγίας, από 2.12.2004 έως 6.12.2004, από 7.12.2004 έως 11.12.2004 και από 13.12.2004 έως 17.12.2004.

Κατά τη λήξη της αναρρωτικής του αδείας μετέβη στο λογιστήριο της αναιρεσείουσας, στην Αθήνα, για να καταθέσει τα σχετικά για την αναρρωτική του άδεια. Εκεί του ζητήθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του και του ανακοινώθηκε ότι είχε κατατεθεί αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής του στις 7.12.2004. Από τη συνολική εκτίμηση των άνω αποδεικτικών μέσων, δεν αποδείχθηκε οικειοθελής αποχώρηση του αναιρεσίβλητου από την εργασία του.

Ενώ και η κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ... "... πήρε τηλέφωνο εμένα προσωπικά στις 28.11.2004 και μου είπε ότι έχει πάρει οριστική απόφαση να αποχωρήσει από τη δουλειά...", έρχεται σε αντίφαση με το γεγονός της καταβολής στον αναιρεσίβλητο στις 5.12.2004 του ποσού των 1.242 ευρώ, έναντι μισθοδοσίας Δεκεμβρίου.

Ο εξετασθείς μάρτυς του αναιρεσίβλητου ... καταθέτει "... έξω από το εργοστάσιο μου είπε ο αναιρεσίβλητος ότι τον απέλυσαν... Τώρα είναι άνεργος. Η Πάτρα έχει μεγάλη ανεργία... Έχει τέσσερα παιδιά". Η άτακτη απόλυση του αναιρεσίβλητου (χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) από την αναιρεσείουσα και η άρνησή της να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του την έχει καταστήσει υπερήμερη, με συνέπεια να του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 19.12.2004 έως 18.12.2005 μισθούς υπερημερίας 12 μηνών, ύψους 9.861 ευρώ (821,75 ευρώ Χ 12 μήνες), δώρο Χριστουγέννων 2004, ύψους 821,75 ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός) και δώρο Πάσχα 2005, ύψους 410, 87 ευρώ (1/2 του μηνιαίου μισθού) και συνολικά 11.093,62 ευρώ (9.861 + 821,75 + 410,87).

Για την άκυρη απόλυση, ο εκκαλών προσέφυγε στις 28.12.2004 στην Επιθεώρηση Εργασίας Αχαΐας. Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα αφενός να αποδέχεται τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου και αφετέρου σε πληρωμή σ'αυτόν μισθών υπερημερίας ποσού 11.093,62 ευρώ.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η τυχόν δε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτά, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους.

Για να είναι όμως ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης συνιστάμενη στο ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ποιό ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ως προς ποιό σημείο αυτή δεν είναι πλήρης και σε τι συνίσταται η αοριστία της για να κριθεί εάν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, ενώ η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο δεν επιτρέπεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου αλλά, αν και δεν περιείχε αυτή (αγωγή) σχετικό ισχυρισμό και αντίστοιχο αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου, την έκρινε ως ορισμένη και παραδεκτά ασκηθείσα, αρκεσθείσα σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ενώ έλαβε υπόψη και πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, και δεδομένου ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, ούτε εν σπέρματι, το περιεχόμενο της ως αόριστης φερόμενης υπό κρίση αγωγής, ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ - ΠΥΡΗΝΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ Α.Β.Ε.Ε." περί αναιρέσεως της 7164/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ